Μ. Τ. PIPERARIS TRADING LIMITED ν. ΒΑΣΣΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αγωγής: 556/13, 17/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A163 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: N. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 556/13 ΜΕΤΑΞΥ: Μ. Τ. PIPERARIS TRADING LIMITED Εναγόντων και ΒΑΣΣΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγομένων ------------------ Αίτηση ημερομηνίας 12/11/14 για Παραμερισμό Απόφασης Ημερομηνία: 17 Ιουνίου, 2015 Για τους Εναγομένους - Αιτητές: κα Λιασίδου για κ.κ. Α. Γ. Παφίτης & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση: κα Κουζάρη για κ.κ. PHC TSANGARIDES LLC. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή Με αίτηση ημερομηνίας 12/11/14 οι Εναγόμενοι - Αιτητές (οι «Εναγόμενοι»), αιτούνται διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει την απόφαση ημερομηνίας 14/5/2013 που εκδόθηκε εναντίον τους μονομερώς λόγω μη καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης. Η Αίτηση Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας, Δ.17, θ.10, Δ.26, θ. 14, Δ.48, θ.θ. 1-4 και 8
(1)(y) και 9 (h), στη διακριτική ευχέρεια, στην πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του διευθυντή των Εναγομένων, κ. Βάσσου Χριστοφόρου, η μαρτυρία του οποίου συνοψίζεται ως εξής: Είναι διευθυντής των Εναγομένων μαζί με την σύζυγό του (αντίγραφο πιστοποιητικού διευθυντών επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1). Με τους Καθ' ων η Αίτηση -Ενάγοντες (οι «Ενάγοντες»), είχαν κατά καιρούς συνεργασία από το 2004 και συγκεκριμένα προμηθεύονταν συστήματα συναγερμού παρακολούθησης και ασφαλείας. Για την πώληση των εμπορευμάτων οι Ενάγοντες τηρούσαν σχετικό λογαριασμό στον οποίο καταχωρίζονταν οι ανάλογες πιστώσεις και χρεώσεις. Τον Δεκέμβριο του 2012, παρουσιάστηκε πρόβλημα σε κάποια προϊόντα που οι Ενάγοντες προμήθευσαν στους Εναγόμενους. Συζήτησε το ζήτημα με τον κ. Μάριο Πιπεράρη, διευθυντή των Εναγόντων, ο οποίος τον διαβεβαίωσε ότι θα προχωρούσαν σε επιδιόρθωση. Παρά τη διαβεβαίωση αυτή, τους αποστάληκε επιστολή απαίτησης ημερομηνίας 20/12/2012 (Τεκμήριο 2), με την οποία οι Ενάγοντες μέσω των δικηγόρων τους απαιτούσαν από τους Εναγόμενους €4070,16 πλέον τόκους. Επικοινώνησε άμεσα με τον κ. Μάριο Πιπεράρη ο οποίος του ανέφερε ότι το θέμα θα πρέπει να θεωρείται λήξαν αφού δεν θα προχωρούσαν με την απαίτηση τους. Με την πάροδο αρκετού καιρού και πριν περίπου ένα μήνα (από την καταχώριση της αίτησης), επικοινώνησε μαζί του δικαστικός επιδότης ο οποίος είχε στην κατοχή του ένταλμα εκτέλεσης για εκποίηση κινητής περιουσίας. Πληροφορήθηκε έκπληκτος ότι στις 14/5/2013 εκδόθηκε απόφαση εναντίον τους αφού δεν καταχωρίστηκε εμφάνιση στη διαδικασία. Επικοινώνησε άμεσα με τους δικηγόρους του, οι οποίοι ερεύνησαν το φάκελο της υπόθεσης. Όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση του επιδότη κ. Θεοφάνη Κλείτου, η αγωγή επιδόθηκε 2/4/2013 στο εγγεγραμμένο γραφείο των Εναγομένων στην οδό Ιαπέτου 29 στη Βιομηχανική Περιοχή Αγίου Αθανασίου στη Λεμεσό σε κάποιον Γιαννάκη Παναγιώτου, δήθεν υπεύθυνο παραλαβής εγγράφων στο εγγεγραμμένο γραφείο των Εναγομένων. Είναι η θέση του ότι κανένας Γιαννάκης Παναγιώτου δεν είναι υπεύθυνος παραλαβής εγγράφων στο εγγεγραμμένο γραφείο των Εναγομένων. Κατ' ακρίβειαν, οι Εναγόμενοι δεν έχουν υπεύθυνο παραλαβής εγγράφων. Η εταιρεία τους αποτελεί οικογενειακή επιχείρηση και ο ίδιος εργάζεται στο γραφείο από τις 7:30 το πρωί μέχρι τις 8:00 το βράδυ καθημερινά. Δεν υπάρχει περίπτωση να εισέλθει πρόσωπο στο γραφείο τους και να μην το δει. Στο γραφείο εργάζονται συνολικά 4 άτομα, δυο εκ των οποίων είναι ο ίδιος και η σύζυγος του. Ακόμη και αν η αγωγή παραλήφθηκε από κάποιον Γιαννάκη Παναγιώτου τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγος του δεν έλαβαν γνώση της διαδικασίας. Τέτοιο πρόσωπο δεν αποτελεί επίσημο ή νόμιμο αντιπρόσωπο της εταιρείας των Εναγομένων. Η αγωγή έπρεπε να επιδοθεί σε κάποιο από τους διευθυντές ή σε αξιωματούχο των Εναγομένων. Ο λόγος που δεν καταχωρίστηκε εμφάνιση είναι γιατί δεν έλαβαν γνώση της διαδικασίας. Συμπληρωματικά, αναφέρει, ότι ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι έγινε νομότυπη επίδοση, έχουν καλή υπεράσπιση, ενώ προτίθενται να προβούν και σε ανταπαίτηση. Δεν οφείλεται κανένα ποσό στους Ενάγοντες αφού το ποσό που απαιτείται προκύπτει από ελαττωματικά συστήματα παρακολούθησης. Τα συστήματα αυτά ουδέποτε επιδιορθώθηκαν ή αντικαταστάθηκαν παρά την ανάληψη τέτοιας υποχρέωσης από τους Ενάγοντες. Οι Εναγόμενοι κατέβαλαν ποσά πέραν των €60.000 στους Ενάγοντες τα οποία έχουν πρόθεση να απαιτήσουν. Συμπληρωματικά αναφέρει ότι πριν να εκδοθεί το ένταλμα εκποίησης της κινητής περιουσίας έγινε προσπάθεια επίλυσης της διαφοράς. Η Ένσταση Οι Ενάγοντες καταχώρισαν ένσταση προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους: «α) Οι Εναγόμενοι-Αιτητές δεν έχουν δείξει σοβαρό και εύλογο λόγο που να δικαιολογεί τη μη έγκαιρη καταχώριση σημειώματος εμφάνισης. β) Οι Εναγόμενοι-Αιτητές δεν έχουν δείξει σοβαρό και/ή εύλογο και/ή κανένα λόγο που να δικαιολογεί την καθυστέρηση στην καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης. γ) Οι Εναγόμενοι-Αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν εκ πρώτης όψεως καλόπιστη και/ή συζητήσιμη υπεράσπιση και/ή οι δε προβαλλόμενοι ισχυρισμοί είναι γενικοί και/ή αόριστοι και/ή ατεκμηρίωτοι και/ή οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί των Εναγομένων-Αιτητών θα μπορούσαν να αποτελέσουν ξεχωριστή αγωγή. δ) Οι Εναγόμενοι-Αιτητές επέδειξαν αδιαφορία για την παρούσα αγωγή η οποία προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου, εφόσον οι Εναγόμενοι-Αιτητές επέδειξαν μεγάλη αδιαφορία για την παρούσα αγωγή. ε) Ο παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους Ενάγοντες-Καθ΄ων η Αίτηση παρεμποδίζοντας τους από το να εισπράξουν το λαβείν τους από την προς όφελός τους νομότυπα εκδοθείσα απόφαση. στ) Οι Εναγόμενοι-Αιτητές δεν απέσεισαν το βάρος απόδειξης όσον αφορά την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης στην αγωγή και/ή η αίτηση γίνεται με σκοπό την παρακώλυση της εκτέλεσης της απόφασης και/ή οι Εναγόμενοι-Αιτητές προβαίνουν σε αναληθής ισχυρισμούς για να δημιουργήσουν υπεράσπιση. ζ) Οι Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση ακολούθησαν την ορθή και ενδεδειγμένη διαδικασία και εξασφάλισης την εκδοθείσα απόφαση καθόλα νόμιμα. η) Οι Εναγόμενοι-Αιτητές δεν παρουσιάζουν σοβαρούς και/ή επαρκείς λόγους που να δικαιολογούν το αίτημα τους για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. θ) Η υπό κρίση αίτηση αποτελεί προσπάθεια των Εναγόμενων-Αιτητών να δικαιολογήσουν την έλλειψη ενδιαφέροντος ως προς τις υποχρεώσεις τους προς τους Ενάγοντες-Καθ' ων η Αίτηση. Ι) Μοναδικός σκοπός του αιτούμενου παραμερισμού της απόφασης είναι να πλήξει την απονομή της δικαιοσύνης. κ) Η παρούσα αίτηση των Εναγομένων-Αιτητών είναι παράτυπη και/ή στερείται πραγματικού και νομικού υποβάθρου γεγονός το οποίο δεν είναι θεραπεύσιμο και ως εκ τούτου η παρούσα αίτηση θα πρέπει να απορριφτεί.» Η ένσταση βασίζεται στο άρθρο 372 του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, στο Άρθρο 47 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας, Δ. 5, θ. 1-7, Δ. 5Β, Δ.17, θ.10, Δ.26, Δ. 48, θ.θ. 1, 2, 3, 4 και 9, στη Νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες, διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κας Έλλης Μιχαηλίδου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο PHC TSANGARIDES LLC. Όπως αναφέρει, είχε αναλάβει την παρούσα υπόθεση τον Δεκέμβριο του 2012 και ως εκ τούτου γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της υπόθεσης. Η αγωγή καταχωρίστηκε 7/2/
- Επιδόθηκε στις 2/4/2013 στο εγγεγραμμένο γραφείο των Εναγομένων στην οδό Ιαπέτου 29, Βιομηχανική Περιοχή, 4101 Λεμεσός (αντίγραφο της επίδοσης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 και έρευνα στον έφορο εταιρειών ως Τεκμήριο 2). Στις 14/5/2013, εκδόθηκε απόφαση εναντίον των Εναγομένων. Κατά ή περί τον Απρίλιο του 2013[1] και μετά από επικοινωνία με τους Ενάγοντες για συζήτηση των μέτρων εκτέλεσης, ο κ. Μάριος Τρύφωνος, διευθυντής των Εναγόντων τους ζήτησε προτού προχωρήσουν σε οποιαδήποτε μέτρα εκτέλεσης να επικοινωνήσει προσωπικά με τον διευθυντή των Εναγομένων και να τον ενημερώσει για την έκδοση απόφασης εναντίον της εταιρείας του. Τηλεφώνησε η ίδια στον κ. Βάσσο Χριστοφόρου, τόσο τον Ιούνιο του 2013 όσο και τον Αύγουστο του 2013 και τον ενημέρωσε για την έκδοση της απόφασης και τον κάλεσε να πληρώσουν την εξ αποφάσεως οφειλή. Κατά τη διάρκεια των τηλεφωνικών τους επικοινωνιών, ο κ. Βάσσος Χριστοφόρου ήταν πολύ αρνητικός, διαμαρτυρόταν για την έκδοση της απόφασης, αναγνώρισε όμως ότι όφειλαν το εξ αποφάσεως ποσό, δηλώνοντας όμως ότι δεν ήταν διατεθειμένος να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό εξόδων. Του εξήγησε ότι θα έπρεπε να συζητηθεί και να καθοριστεί τρόπος αποπληρωμής του χρέους. Μετέφερε τα λεχθέντα στον κ. Μάριο Τρύφωνος (επισυνάπτει ως Τεκμήριο 3, αντίγραφο του ηλεκτρονικού μηνύματος ημερομηνίας 27/8/2013 προς τους Ενάγοντες), ο οποίος της ζήτησε να μην λάβει μέτρα εκτέλεσης άμεσα και να δώσει λίγο χρόνο στους Εναγόμενους να συμμορφωθούν. Τον Σεπτέμβριο του 2013 ξαναμίλησε με τους Ενάγοντες οι οποίοι της ανέφεραν ότι ήταν πρόθυμοι να παράσχουν δωρεάν συντήρηση σε όλα τα συστήματα συναγερμού των Εναγομένων, νοουμένου ότι αυτοί θα κατέβαλαν το εξ αποφάσεως ποσό. Επικοινώνησε στις 27/11/2013 μαζί με τον κ. Βάσσο Χριστοφόρου, στον οποίο μετέφερε την πρόταση. Ο κ. Βάσσος Χριστοφόρου της απάντησε ότι αν και αναγνώριζε την οφειλή, δεν αποδεχόταν να καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό εξόδων. Ενημέρωσε γραπτώς με επιστολή ημερομηνίας 11/12/2013 τους Ενάγοντες (Τεκμήριο 4), με την οποία εισηγείτο να ληφθούν μέτρα εκτέλεσης. Στις 31/7/14 εκδόθηκε ένταλμα εκποίησης κινητών εναντίον των Εναγομένων. Κατά ή περί τον Οκτώβριο του 2014, επικοινώνησε μαζί της η δικηγόρος των Εναγομένων και της πρότεινε όπως καταβληθεί κάποιο ποσό προς πλήρη διευθέτηση της υπόθεσης. Αρνήθηκε την πρόταση και ζήτησε την καταβολή όλου του ποσού και των εξόδων (Τεκμήριο 5 - επιστολή της ημερ. 21/10/14). Ακολούθως, για σκοπούς διευθέτησης δέχθηκαν να συζητήσουν κάποιο μειωμένο ποσό προς διευθέτηση όμως οι Εναγόμενοι προχώρησαν με την παρούσα αίτηση. Απορρίπτει το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του κ. Βάσσου Χριστοφόρου. Η επίδοση ήταν καθόλα κανονική ενώ οι Εναγόμενοι γνώριζαν ότι είχε εκδοθεί εναντίον τους απόφαση, τουλάχιστον ενάμιση χρόνο προτού λάβουν οποιαδήποτε μέτρα για παραμερισμό της απόφασης. Προφανώς οι Εναγόμενοι έχουν ανησυχήσει γιατί υπάρχει ενδεχόμενο να εκποιηθεί μέρος του εμπορικού αποθέματος τους. Ο Γιαννάκης Παναγιώτου, στον οποίο είχε επιδοθεί η αγωγή είναι αδερφός της συζύγου του κ. Βάσσου Χριστοφόρου, μιας εκ των διευθυντών των Εναγομένων. Στο παρελθόν οι Εναγόμενοι ουδέποτε ήγειραν θέμα αναφορικά με καταλληλόλητα υπαλλήλων να παραλαμβάνουν έγγραφα και τιμολόγια, συνεπώς ο ισχυρισμός τους είναι αβάσιμος. Πέραν τούτου, δεν συγκεκριμενοποιούν ποια είναι η ανταπαίτηση τους, αναφέρονται σε ανταπαίτηση γενικά και αόριστα. Αντίθετα, κανένα πρόβλημα δεν υπήρξε στη συνεργασία των διαδίκων όπως φαίνεται και από την κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο
- Είναι η θέση της ότι η αίτηση είναι αβάσιμη αλλά σε περίπτωση που ακυρωθεί η εκδοθείσα απόφαση, τότε το Δικαστήριο θα πρέπει να επιβάλει και σχετικούς όρους σε σχέση με τα έξοδα. Η ακρόαση της αίτησης έγινε επί των ενόρκων δηλώσεων με γραπτές αγορεύσεις. Νομική πτυχή και εξέταση της αίτησης Η Δ.17, Θ.10 προνοεί τα ακόλουθα: «Where judgment is entered pursuant to any of the preceding Rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just». Όπως ανέφερα, στην προκειμένη περίπτωση με την αίτηση προσβάλλεται η εκδοθείσα απόφαση ως ληφθείσα αντικανονικά (irregular judgment), αφού οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι δεν έλαβαν γνώση της διαδικασίας εναντίον τους. Επιπρόσθετα ισχυρίζονται ότι έχουν καλή υπεράσπιση αλλά και ανταπαίτηση. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι σαφής. Όπου δηλαδή αποδεικνύεται ότι η επίδοση της αγωγής έγινε με αντικανονικό τρόπο ή όταν αναφύεται η ύπαρξη οποιασδήποτε αντικανονικότητας που να δικαιολογεί τον παραμερισμό της απόφασης ως παράτυπης δεν τίθεται θέμα διακριτικής ευχέρειας και το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την απόφαση «ex debito justitiae» (βλ. Κυπριακή Δημοκρατία ν. Πουλλή
(2001)3Β Α.Α.Δ 1060, Γιωργαλλίδη ν. Χρίστου
(1997)1 ΑΑΔ 247, Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Ανδρέα Μιχαήλ
(2003)1 ΑΑΔ 1044 και Global Education Counselling Ltd v. Ameer Khan, Πολ. Έφεση 199/2011, 23/10/2013). Θα εξετάσω επομένως πρώτα αυτό το ζήτημα. Επίδοση Το άρθρο 372 του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113 προβλέπει τα ακόλουθα: «Έγγραφο δύναται να επιδοθεί σε εταιρεία με την άφεση του ή με την αποστολή του ταχυδρομικώς στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας.» Η Δ.5, θ.7, στο μέρος της που αφορά στην υπόθεση που εξετάζουμε, προνοεί: «In the absence of any statutory provision regulating service of process upon a corporate body, service of an office copy of a writ of summons or other process on the president or other head officer, or on the treasurer or secretary of such body, or delivery of such copy at the office of such body, shall be deemed good service.» Οι πιο πάνω διατάξεις έτυχαν εξέτασης από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στην Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού v. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd
(2002)1 AAΔ 43, το ερώτημα που είχε εγερθεί ήταν κατά πόσο η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος που έγινε στην εναγομένη εταιρεία ήταν έγκυρη. Η ενάγουσα επικαλέσθηκε το Άρθρο 372 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 για να αποδείξει ότι το κλητήριο ένταλμα της αγωγής το οποίο «αφέθη στο εγγεγραμμένο γραφείον» στις 7/10/99 είχε επιδοθεί νόμιμα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι στην περίπτωση επίδοσης κλητηρίου σε νομικό πρόσωπο, πρέπει να επιδίδεται το κλητήριο στον κατά τις διατάξεις της Δ.5, θ.7 εκπρόσωπο του νομικού προσώπου, όπως τον πρόεδρο ή άλλο ψηλόβαθμο αξιωματούχο του. Το πρωτόδικο Δικαστήριο συμπέρανε ότι η ερήμην απόφαση που είχε εκδοθεί εναντίον της εφεσίβλητης ήταν ακυρωτέα ex debito justitiae «λόγω κακής επίδοσης και παράβασης των συνταγματικών δικαιωμάτων των εναγομένων να πληροφορηθούν για τη διαδικασία που εγέρθηκε εναντίον τους». Αποφασίστηκε κατ' έφεση ότι η καλή επίδοση συνδέεται αναπόφευκτα με τη δυνατότητα του ενδιαφερομένου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους εγκαλείται στο δικαστήριο. Τότε μόνο του παρέχεται η δυνατότης να υπερασπισθεί. Πρόκειται για δικαίωμα που έχει αναχθεί σε θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα. Το Άρθρο 30.1(α) και (β) περιλαμβάνεται στο χάρτη των «θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών» του Συντάγματος. Οι περιστάσεις της υπόθεσης δεν άφηναν αμφιβολία για το παράτυπο της επίδοσης με βάση την οποία λήφθηκε η ακυρωθείσα απόφαση. Αυτή ήταν και η αιτία, που η εναγομένη δεν έλαβε γνώση της έγερσης της αγωγής για να αμυνθεί όπως ήταν και η πρόθεσή της. Κρίθηκε ότι ορθά λοιπόν είχε παραμερισθεί η απόφαση εφόσον δεν προηγήθηκε έγκυρη επίδοση. Στην J. Z. Classic Music Pro Ltd v Alkadia Music Land Ltd
(2002)1Β ΑΑΔ 1151, το Ανώτατο Δικαστήριο διέκρινε τα περιστατικά της πιο πάνω υπόθεσης με το ακόλουθο αιτιολογικό (Αρτεμίδης Δ όπως ήταν τότε) (σελ. 1155): «Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όμως έχουν μια καίρια και ουσιαστική διαφορά από εκείνα στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού v. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd. Στην τελευταία ρητά αναφέρεται πως ο επιδότης άφησε το κλητήριο ένταλμα στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας χωρίς οποιαδήποτε ένδειξη παραλαβής του, ενώ εδώ υπάρχει υπογραφή παραλαβής του κλητηρίου εντάλματος από πρόσωπο που βρισκόταν στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας, τούτο δε επιμαρτυρείται και από τον επιδότη. Αναφορικά δε με το ερώτημα αν η εφεσείουσα είχε πράγματι γνώση της υπόθεσης που αντιμετώπιζε, της εναντίον της δηλαδή αξίωσης, και μολονότι τούτο δεν έχει βαρύτητα στην απόφαση μας, να παρατηρήσουμε πως, σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που κατατέθηκε εκ μέρους της εφεσίβλητης, η αγωγή είχε πρώτα καταχωριστεί εναντίον του διευθυντή της εφεσίβλητης εταιρείας, όταν δε ο τελευταίος βάσιμα ισχυρίστηκε πως ο ίδιος δεν είχε προσωπική ευθύνη για το χρέος, η αγωγή αποσύρθηκε εναντίον του. Είναι λογικό να υποτεθεί πως αναμενόταν να επανακαταχωριστεί εναντίον της εταιρείας του. Επιπλέον υπάρχει και ο ισχυρισμός στην ένορκη δήλωση εκ μέρους της εφεσίβλητης, που δεν αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης, πως μετά την έκδοση της απόφασης ο διευθυντής της εφεσείουσας ερχόταν σε επαφή με το διευθυντή της εφεσίβλητης για διακανονισμό του εξ αποφάσεως πλέον χρέους». Στην προκειμένη περίπτωση είναι αποδεκτό ότι η επίδοση έγινε στο εγγεγραμμένο γραφείο των Εναγομένων. Αυτό που αμφισβητείται είναι κατά πόσο ο παραλήπτης, που δεν είναι αξιωματούχος των Εναγομένων, ήταν όντως υπεύθυνος παραλαβής εγγράφων. Περαιτέρω η θέση των Εναγομένων ήταν ότι η επίδοση για να είναι έγκυρη, εν πάση περιπτώσει, έπρεπε να είχε γίνει σε αξιωματούχο τους. Οι θέσεις των Εναγομένων δεν με βρίσκουν σύμφωνο. Η επίδοση έγινε στο εγγεγραμμένο γραφείο τους ως προνοεί το άρθρο 372 του Κεφ.113 και η Δ.5, Θ.7. Περαιτέρω, παραλήφθηκε από εργαζόμενο - υπάλληλο. Σημειώνω ότι με την ένορκη δήλωση του ο κ. Βάσσος Χριστοφόρου δεν αρνήθηκε ότι το πρόσωπο που παρέλαβε την αγωγή είναι υπάλληλος των Εναγομένων. Αρνήθηκε την εξουσία του να παραλαμβάνει έγγραφα. Περαιτέρω η μαρτυρία της κας Έλλης Μιχαηλίδου ότι το εν λόγω πρόσωπο εργοδοτείται από τους Εναγομένους και είναι συγγενής ενός εκ των διευθυντών επίσης δεν αντικρούστηκε. Στην απόφαση Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού, ανωτέρω, δεν τέθηκε κανόνας ότι η επίδοση θα πρέπει να γίνεται σε αξιωματούχο. Το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι η επίδοση έγινε στο εγγεγραμμένο γραφείο και όντως να παραλήφθηκε από πρόσωπο που βρίσκεται στην υπηρεσία της. Η επίδοση επομένως δεν κρίνεται αντικανονική. Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο αποκαλύφθηκε εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση και δικαιολόγηση της καθυστέρησης. Ύπαρξη εκ πρώτης όψεως Υπεράσπισης/ Καθυστέρηση Όπου ο αιτητής προσβάλλει απόφαση που λήφθηκε κανονικά, οφείλει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση και να δώσει εξηγήσεις γιατί δεν καταχώρισε εμφάνιση στην αγωγή. (βλ. K.C.P. Commission Agents & Importers Limited ν. Ανδρέα Μιχαήλ
(1993)1 ΑΑΔ 415). Στην Phylactou v. Michael
(1982)1 CLR 204, σελ 210 (παρατίθεται η μετάφραση από την Milouca Motor Τr. Ltd v. Κούρτη
(1997)1 ΑΑΔ 941), λέχθηκαν τα ακόλουθα (Πικής Δ. όπως ήταν τότε): «Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το Δικαστήριο πρέπει να επιδιώκει την εξισορρόπηση δύο παραγόντων, θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης: Την ανάγκη να διασφαλίσει, αφενός, αποτελεσματικά το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του και, αφετέρου, την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων. Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Εάν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση, και όλα όσα εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου, θα απωλεσθούν, με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης - (βλ. παρατηρήσεις του Megaw L.J. στη Lambert v. Mainland Market [1977] 2 All E.R. 826, στη σελ. 833 (c-d)». Αίτηση παραμερισμού απόφασης μπορεί να απορριφθεί, παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης, εφόσον διαπιστωθεί ότι ο εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία για την αγωγή, η οποία είναι δυνατό να θεωρηθεί ως μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου, Siberia Air v. Πούλλικα
(2005)1 ΑΑΔ 893, Editc Ltd v. Makis Michaelides & Associates κ.α
(2003)1 ΑΑΔ 1887, 1892 και Milouca Motor Τr. Ltd v. Κούρτη (πιο πάνω). Στην Mine & Quarry Services Ltd. v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 ΑΑΔ 26, 30 το Ανώτατο Δικαστήριο (Νικήτας Δ.) επεσήμανε:- «Η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεση του». Στην ίδια απόφαση τονίστηκε ότι το γεγονός πως ένας αιτητής δίνει απλώς κάποια εξήγηση δεν συνιστά δικαιολόγηση. Όσον αφορά την αποκάλυψη υπεράσπισης στην υπόθεση Καλλής Ξενοφών v. Alpha Bank Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 793, λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 799 (Κραμβής Δ.): «Αντλώντας κατεύθυνση από την νομολογία η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής, διαφορετικής από αυτή του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετείται χρήσιμος σκοπός επιλύσεως της διαφοράς των διαδίκων ... Αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σ' αυτούς κάποια βαρύτητα θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει, τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων, όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών.» Στην υπόθεση Ελενίτσα Κωνσταντινίδη ν. Nur Habib Hissin
(2004)1 ΑΑΔ 1774, 1779 (Κραμβής Δ.) τονίστηκε: «Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, προκειμένου να επιτύχει η αίτηση για παραμερισμό, συνιστά πρωταρχικό παράγοντα ο οποίος λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Δεν απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση. Είναι αρκετό να εγερθεί το ζήτημα το οποίο κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το δικαστήριο ερευνά τα ενώπιόν του στοιχεία για να διαγνώσει μόνο αν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης. Το δικαστήριο, εξέτασε τα στοιχεία υπεράσπισης που είχε ενώπιόν του και χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία της υπεράσπισης ορθά διαπίστωσε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση.» Στο τι συνιστά «συζητήσιμη υπεράσπιση» (arguable case), καθοδηγητική είναι επίσης η αγγλική απόφαση Alpine Bulk Transport Co Inc v. Saudi Eagle Shipping Co Inc [1986] 2 Lloyd's rep. 221 CA[2] (με αναφορά στην Evans v. Bartlam
(1937)AC 473), όπου υποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι η υπεράσπισή που προβάλλει έχει πραγματική πιθανότητα επιτυχίας (a real prospect of success) και να φέρει κάποιο βαθμό πειστικότητας (must carry some degree of conviction). Το βάρος που φέρει ο εναγόμενος είναι βαρύτερο από αυτό που θα πρέπει να αποσείσει σε αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του. Το Δικαστήριο πρέπει να σχηματίσει προκαταρκτική άποψη (provisional view) για την πιθανή κατάληξη της υπόθεσης (βλ. επίσης Supreme Court Practice 1997, σελ 145 παρ. 13/9/14). Η αντιπαραβολή των δύο εκδοχών σε αιτήσεις για παραμερισμό απόφασης, είναι ορισμένες φορές αναπόφευκτη, αλλά αυτή θα πρέπει να περιορίζεται στα απολύτως αναγκαία, για τη διακρίβωση της καλοπιστίας των ισχυρισμών και κατά πόσο υπάρχει ή όχι εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση (βλ. Clair Morris v. Saratoga Swimming Pools Ltd, Πολ. Έφεση 145/2009, 10/4/2012). Το Δικαστήριο κατά την εξέταση αίτησης παραμερισμού απόφασης δύναται να αντλήσει πληροφορίες και άλλα στοιχεία από έγγραφα που αποτελούν μέρος του φακέλου της υπόθεσης όπως ένορκες δηλώσεις και έγγραφα που καταχωρίστηκαν για απόδειξη της αγωγής (βλ. Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ (Aρ. 2)
(1999)1 ΑΑΔ 1938). Το βάρος για παραμερισμό ερήμην απόφασης πίπτει επί των ώμων του αιτητή, αλλά αυτό το βάρος δεν εξυπακούει και την απόδειξη αμφισβητούμενων γεγονότων ή τη θεμελίωση της υπεράσπισης, ως εάν διεξαγόταν η δίκη επί της ουσίας της (βλ. Γιάγκου ν. Φωτίου, Πολιτική Έφεση 233/2009, 24/1/2014). Έχω εξετάσει τα αναφερόμενα στην ένορκη δήλωση του κ. Βάσσου Χριστοφόρου και δεν έχω ικανοποιηθεί ότι έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Αναφέρει γενικά ότι δεν οφείλεται το ποσό των €4070,16 γιατί τα πωληθέντα προϊόντα ήταν ελαττωματικά. Μάλιστα θα προωθήσουν ανταπαίτηση για €60000 που όπως αντιλήφθηκα αποτελεί το ποσό που καταβλήθηκε συνολικά στους Ενάγοντες. Τα εν λόγω προϊόντα δεν φαίνεται ότι έτυχαν απόρριψης, αφού ισχυρίζεται ότι θα γινόταν επιδιόρθωση. Αναφέρει ακολούθως ότι τα ελαττώματα ήταν τέτοιας φύσης που δεν επέτρεπαν στους Εναγομένους τη χρήση για την οποία τα είχαν προμηθευτεί. Ο ισχυρισμός αυτός δεν υποστηρίζεται από επαρκείς λεπτομέρειες ώστε να εξηγείται πλήρως η προβαλλόμενη υπεράσπιση και ανταπαίτηση. Δεν προσδιορίζονται ειδικά τα ελαττώματα και δεν συναρτάται με αυτά το μέτρο της αποζημίωσης που απαιτούν. Όσον αφορά το ζήτημα της καθυστέρησης η θέση της κας Μιχαηλίδου ότι επικοινώνησε με τον κ. Βάσσο Χριστοφόρου μετά την έκδοση της απόφασης σε διάφορες ημερομηνίες από τον Ιούνιο 2013 δεν έχει αντικρουστεί. Αυτό σημαίνει ότι από τον Ιούνιο 2013 μέχρι τις 12/11/2014 οι Εναγόμενοι ενώ έλαβαν γνώση της απόφασης, δεν προώθησαν κανένα μέτρο παραμερισμού παρά μόνο όταν εκδόθηκε ένταλμα εκποίησης κινητής ιδιοκτησίας εναντίον τους ημερομηνίας 31/7/2014. Υπό τις περιστάσεις δεν έχει δικαιολογηθεί επαρκώς η επιδειχθείσα καθυστέρηση. Κατάληξη Η αίτηση απορρίπτεται. Το εκδοδέν διάταγμα ημερομηνίας 13/1/2014 στην αίτηση ημερομηνίας 17/11/2014 για αναστολή του εντάλματος εκποίησης κινητών ως εκ τούτου ακυρώνεται. Τα έξοδα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται προς όφελος των Εναγόντων και σε βάρος των Εναγομένων. (Υπ.) ............... Ν. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other actions/Interim/Setting aside Judgment Αναφορά: Αστικά/ Άλλες Αγωγές/ Ενδιάμεση Αίτηση/ Παραμερισμός Απόφασης [1] Προφανώς πρόκειται περί λανθασμένης αναφοράς. [2] Βλ. Sir Roger Omrod στη σελ. 223: «In the course of his argument Mr Clarke Q.C. used the phrase "an arguable case" and it, or an equivalent, occurs in some of the reported cases (e.g. Burns v Kendel
(1977)1 Ll.L.R. 554 and Vann v Awford). This phrase is commonly used in relation to Order 14 to indicate the standard to be met by a defendant who is seeking leave to defend. If it is used in the same sense in relation to setting aside a default judgment, it does not accord, in our judgment, with the standard indicated by each of their Lordships in Evans v Bartlam. All of them clearly contemplated that a defendant who is asking the court to exercise its discretion in his favour should show that he has a defence which has a real prospect of success. (In Evans v Bartlam there was an obvious defence under the Gaming Act and in Vann v Awford a reasonable prospect of reducing the quantum of the claim). Indeed it would be surprising if the standard required for obtaining leave to defend (which has only to displace the plaintiff's assertion that there is no defence) were the same as that required to displace a regular judgment of the court and with it the rights acquired by the plaintiff. In our opinion, therefore, to arrive at a reasoned assessment of the justice of the case the court must form a provisional view of the probable outcome if the judgment were to be set aside and the defence developed. The "arguable" defence must carry some degree of conviction». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο