ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ν. ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Αρ. Αγωγής 4441/14, 12/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A157 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 4441/14 ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ, εκ Λεμεσού Ενάγοντα και ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, εκ Λεμεσού Εναγομένου Ημερομηνία: 12.6.2015 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Τσαγκάρης για P. Tsangaris & Associates LLC. Για τους Εναγόμενους: κ. Ταλιαδώρος ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αίτηση ημερ. 9.1.15 για Συνοπτική Απόφαση Με την υπό κρίση αίτηση, ημερ. 8.1.2015, ο Ενάγοντας στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, αξιώνει την έκδοση Συνοπτικής Απόφασης υπέρ του και εναντίον του Εναγομένου ως η Έκθεση Απαίτησης, ήτοι για το ποσό των €12,000.- το οποίο αντιπροσωπεύει την αξία της επιταγής με αρ. 23393730 ημερ. 7.10.10, πλέον νόμιμους τόκους, πλέον δικηγορικά έξοδα, καθ' ότι ο Εναγόμενος στερείται Υπεράσπισης. Η αίτηση στηρίζεται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.2 Θ.6, Δ.18 Θ.1(α), 2 και 9(α), Δ.48 θ.1 - 4, 7 και 9, στη Νομολογία και επί της Διακριτικής Εξουσίας του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη σε αυτήν ένορκη δήλωση του Ενάγοντα ημερ. 9.1.
- Ο Ενάγων δηλώνει ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων. Με την ένορκο δήλωση του επιβεβαιώνει και επαναλαμβάνει ως ορθό και αληθινό το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης. Επισυνάπτει, δε, την επίδικη επιταγή ως Τεκμήριο 1 και την σχετική ειδοποίηση ημερ. 5.1.11 ως Τεκμήριο
- Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η εν λόγω απαίτηση του Εναγόντα αναλύονται από τον Ενάγοντα στην ένορκο δήλωση του ως εξής: Η αξίωση εναντίον του εναγομένου είναι για το ποσό των €12.000.- το οποίο αντιπροσωπεύει την αξίας μιας επιταγής με αριθμό 23393730 ημερ. 7.10.10 του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Δημοσίων Υπαλλήλων Λεμεσού Λτδ., την οποία ο εναγόμενος εξέδωσε εις το όνομα του ενάγοντα έναντι και καλού ανταλλάγματος. Όταν παρουσίασε την επιταγή ο ενάγοντας δεν τιμήθηκε λόγω μη επαρκών κεφαλαίων στον λογαριασμό του εναγομένου και επιστράφηκε στον ενάγοντα με την ένδειξη «Να παρουσιαστεί ξανά - μη επαρκή υπόλοιπα». Η εν λόγω επιταγή παρέμεινε στην κατοχή του ενάγοντα. Ο ενάγοντας στις 6.1.11 καθώς και άλλες φορές κάλεσε προφορικά τον εναγόμενο να τιμήσει και εξοφλήσει την επίδικη επιταγή και ο εναγόμενος δεν έπραξε οτιδήποτε μέχρι σήμερα παραμένοντας οφειλόμενο ολόκληρο το ποσό των €12.000.- Ο εναγόμενος ήτο κατηγορούμενος στην ποινική υπόθεση 4812/13 Ε.Δ. Λεμεσού και μετά από παραδοχή του καταδικάστηκε σε άμεση φυλάκιση 2 μηνών. Μετά την επίδοση του κλητητρίου στον εναγόμενο καταχωρήθηκε από τον ίδιο προσωπικά εμφάνιση στις 22.12.14 και υπεράσπιση στις 5.1.15 περιέχουσα μόνο γενική άρνηση των παραγράφων 1 και 3 της έκθεσης απαίτησης. Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε άμεσα και εντός ευλόγου χρόνου από την καταχώρηση εμφάνισης από τον εναγόμενο. Λαμβάνοντας υπόψη τις διακοπές των Χριστουγέννων δείχνει ξεκάθαρα ότι προέβηκε ευθύς αμέσως στην καταχώρηση της αίτησης. Ο εναγόμενος δεν έχει καθόλου Υπεράσπιση και/ή ουσιώδη Υπεράσπιση έναντι των απαιτήσεων του ενάγοντα γεγονός το οποίο προκύπτει από την Υπεράσπιση του εναγόμενου. Αναφέρει επίσης ότι ο εναγόμενος ζητούσε πάντα χρόνο για να ξοφλήσει και βεβαιώνει την αιτία αγωγής. Τυχόν άδεια στον εναγόμενο για Υπεράσπιση θα αποσκοπεί μόνο στην λήψη χρόνου και καθυστέρησης στην έκδοση απόφαση. Ο εναγόμενος καταχώρησε στις 30.3.2015 Ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως στην αίτηση του ενάγοντα. Η ένστασή βασίζεται επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48 Θ. 1,2,3,4,7 και 9, Δ.18 Θ. 1,2,3 και 9, Δ.2 Θ. 6, στη Πρακτική και στις Συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι συγκεκριμένοι λόγοι της ένστασης είναι οι ακόλουθοι: α) Η αίτηση είναι κατ ουσία αβάσιμη καθ ότι ο εναγόμενος έχει πολύ καλή υπεράσπιση και ως εκ τούτου θα πρέπει να του δοθεί από το Δικαστήριο το δικαίωμα να εκθέσει λεπτομερώς την Υπεράσπιση του και να ασκήσει το Συνταγματικό του δικαίωμα της Ακρόασης καθώς αυτό θα ποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης. β) Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι αντικανονική, αντινομική και ως εκ τούτου θέτει την αίτηση χωρίς ορθή νομική βάση. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση του εναγομένου εκτίθενται σε Ένορκη Δήλωση του ημερ. 30.03.2015, όπου αναφέρει συνοπτικά τα ακόλουθα: Ο εναγόμενους δηλώνει ότι έχει καλή υπεράσπιση. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί ως εκπρόθεσμη εφόσον η αναφορά του Ενάγοντα σε διακοπές των Χριστουγέννων οι διακοπές αυτές είναι σχολικές διακοπές και συμφωνεί μόνο με την αγία της ημέρας των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς και τα Δικαστήρια δεν παραμένουν κλειστά καθ όλη την διάρκεια των διακοπών των Χριστουγέννων. Η αναφορά στην παραδοχή του στην ποινική υπόθεση έγινε χωρίς να εισέρθουν στην ουσία της υπόθεσης. Ο ενάγοντας δεν αναφέρει ποιο είναι το καλό και νόμιμο αντάλλαγμα ή κατά πόσο η όλη υπόθεση συνιστά ή εμπεριέχει τα αδικήματα της τοκογλυφίας και αισχροκέρδειας εις βάρος του. Παραδέχεται ότι έλαβε το ποσό των €3.500 από τον ενάγοντα και του ζήτησε να εκδώσει επιταγή για το ποσό των €12.000.- την οποία κάτω από ψυχολογική πίεση του εξέδωσε την επίδικη επιταγή. Η όλη υπόθεση παραβιάζει το δίκαιο των συμβάσεων καθόσον η υπόθεση στοιχειοθετεί προφορική σύμβαση και έχει την ισχύ της γραπτής σύμβασης αλλά εμπίπτει μέσα στην κατηγορία των ανυπόστατων και/ή ανήθικων και/ή παράνομων συμβάσεων και/ή παραβιάζει τις διατάξεις του Περί Τόκου Νομοθεσίας εφόσον η σύμβαση δεν έχει πραγματοποιηθεί με ελεύθερη βούληση. Η Ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη με βάση γραπτές αγορεύσεις τις οποίες κατέθεσαν οι συνήγοροι των διαδίκων χωρίς να ζητηθεί αντεξέταση των ενόρκων δηλούντων. Οι γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων έχουν μελετηθεί με προσοχή, χωρίς να καθίσταται αναγκαίο να αναφερθώ σε όλο το περιεχόμενο τους και θα αναφέρομαι σε αυτές όπου κρίνεται αναγκαίο για σκοπούς αιτιολόγησης της Απόφασης μου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι προϋποθέσεις για την έκδοση απόφασης με συνοπτική διαδικασία καθορίζονται στη Δ.18 θ.
- Συγκεκριμένα, η Δ.18 έχει ως ακολούθως: «Όπου ο Εναγόμενος εμφανίζεται σε κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με την Διάταξη 2 Κανονισμός 6, ο Ενάγων μπορεί σε ένορκη δήλωση που θα κάμει ο ίδιος ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί και να πιστοποιήσει τα γεγονότα και να βεβαιώσει την αιτία της αγωγής και το ποσό που απαιτείται και να αναφέρει ότι από ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή να αποταθεί για απόφαση για το ποσό που απαιτείται μαζί με τόκο (αν υπάρχει) ή για ανάκτηση γης με ή χωρίς ενοίκιο ή για παράδοση ορισμένου κινητού πράγματος, ανάλογα με την περίπτωση και τα έξοδα και μπορεί να δοθεί απόφαση υπέρ του Ενάγοντα, εκτός εάν ο Εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα είναι ουσιώδη για να του δοθεί δικαίωμα υπεράσπισης.». Σε πρόσφατη απόφαση του, ημερομηνίας 4.9.2013, στην Πολιτική Έφεση αρ. 27/2010, Sensus Gymnasium Ltd, κ.α. ν Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, το Ανώτατο Δικαστήριο υπενθύμισε τις νομικές αρχές που εφαρμόζονται σε αιτήσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης δυνάμει της πιο πάνω Δ.18, θ.
- Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: «Σκοπός της διαδικασίας αυτής είναι η έκδοση γρήγορα απόφασης, εκεί όπου τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του ενάγοντα είναι καθαρή και δεν χρειάζεται η διεξαγωγή κανονικής δίκης και παράλληλα δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή, όμως, η διαδικασία αυτή αποστερεί, ουσιαστικά, από τον Εναγόμενο το δικαίωμα να υπερασπίσει την υπόθεσή του σε κανονική δίκη, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται πολύ προσεκτικά, αραιά, και με βάση ορισμένα κριτήρια.» Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να γίνεται από τον ενάγοντα ή από άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης που επαληθεύουν το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. (βλ. Annual Practice 1955, σελ. 174,175, Stavrinides v Ceskolovenska Obchondi Banka S.A.
(1972)1 C.L.R. 130). Αντλώντας καθοδήγηση από την ισχύουσα Νομολογία τα κριτήρια που θα πρέπει, σύμφωνα με τη Δ.18, θ.1(α), να πληρούνται είναι τα ακόλουθα:
- Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο,
- Ο Εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση, και
- Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση πρέπει να γίνεται από τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα και που επαληθεύουν το αγώγιμο δικαίωμα ως και το ποσό που απαιτείται και να δηλώνεται ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι δεν πληρούνται σωρευτικά οι τρεις πιο πάνω προϋποθέσεις, στερείται δικαιοδοσίας εξέτασης της ουσίας της αίτησης . Όταν όμως και εφόσον ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το βάρος μετατίθεται στον εναγόμενο είτε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση είτε να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να είναι επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή. Στην υπόθεση Λαζάρου κ.α. v Μακεδόνα
(1999)1 (Β) Α.Α.Δ. 817 επεξηγείται ότι όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να να δίδεται άδεια για υπεράσπιση. Βέβαια θα πρέπει να επισημανθεί πως στα πλαίσια αυτά δεν αρκεί ο εναγόμενος να προβεί σε γενική άρνηση της απαίτησης ή σε αόριστους ισχυρισμούς. Στην πρόσφατη απόφαση Κυριάκου v. Αναστασίου (ανωτέρω) αναφέρονται τα εξής: «Έχει υποδειχθεί στη N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1912 και έχει επιβεβαιωθεί εκ νέου στην υπόθεση Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 408, ότι το δικαίωμα υπεράσπισης χωρίς όρους δεν «.. ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση διαφορετικά, θα ήταν εύκολο σε σχεδόν κάθε περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς με αποτέλεσμα την αχρήστευση του.». Το τι αναμένεται από ένα εναγόμενο όταν αντιμετωπίζει αίτηση για συνοπτική απόφαση έχει διαχρονικά επιβεβαιωθεί από τη φράση «condescend uponparticulars». Στο Annual Practice 1970 σελ. 127, παρ. 14/3-4/4, αναφέρονται τα εξής: «The defendant´s affidavit must "condescend upon particulars", and should, as far as possible, deal specifically with the plaintiff´s claim and affidavit, and state clearly and concisely what the defence is, and what facts are relied on as supporting it. It should also state whether the defence goes to the whole or part of the claim, and in the latter case it should specify the part. . . ... if a legal objection is raised, the facts and the point of law arising thereon must be clearly stated. Indeed, in all cases, sufficient facts and particulars must be given to show that there is a bona fide defence.» Προτού προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της αίτησης θεωρώ ορθό να αναφέρω ότι, η αίτηση για συνοπτική απόφαση αποτελεί ένα εξαιρετικό μέτρο, δεδομένου του ότι ο καθορισμός των δικαιωμάτων των διαδίκων γίνεται χωρίς την πλήρη διεξαγωγή δίκης και ως εκ τούτου θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στις ξεκάθαρες και αδιαμφισβήτητες υποθέσεις. Σχετικά είναι και τα λεχθέντα στην υπόθεση Trans Middle East Trading Ltd v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239, όπου αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα εξής: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και τις Αγγλικές αποφάσεις είναι ότι η συνοπτοκή απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο Εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην Ένορκη του Δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται, ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (CY.E.M.S. Co. Ltd v. The Central Co- Operative Co Ltd
(1982)1 ΑΑΔ 879). Έτσι, είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» Υπό το φως δε όλων των πιο πάνω καθίσταται σαφές ότι η υποχρέωση του ενάγοντα να ικανοποιήσει με την ένορκη του δήλωση τις προϋποθέσεις της Δ.18 Θ1(α), πρέπει να εξετάζεται αυστηρά. Άλλωστε τούτο υποδεικνύεται ξεκάθαρα και στην Ανδρέας Θεμιστοκλέους & Υιοί Λτδ και άλλοι v. Arizona Trading Co Ltd
(1997)1Γ AAΔ.1354 όπου αναφέρονται τα εξής: «Η διαδικασία για τη λήψη συνοπτικής απόφασης, ιδιαίτερα όσον αφορά την ένορκη δήλωση, είναι πολύ αυστηρή. Αυτό επιβάλλει ο δραστικός χαρακτήρας της. Σε άρθρο στο Solicitors Journal Vol. 139
(1995)στη σελ. 1125 και 1128 με τον τίτλο "Don't forget the affidavit" αναφέρεται: "Regardless of the merits of an application for summary judgment under RSC Ord. 14, it will undoubtedly fail if the procedural requirements are not met. This has been revisited in a recent case, Barclays Bank plc v. Piper, The Times, 31 May 1995 and emphasises the need for care in preparing an Ord 14 application... . ." . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Why are these requirements so important in an Ord 14 application? Order 14 is a summary process and should only be used when appropriate, where the defendant has no defence to the claim and not for tactical purposes. The essence of the application means that if the plaintiff succeeds the defendant is deprived of an opportunity to defend the case on the merits and is denied access to justice. As a summary procedure there is no room for error."» ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΥΠΟΘΕΣΗ Κατ' αρχάς, από το περιεχόμενο του ενώπιον μου φακέλου της υπόθεσης, διαπιστώνω ότι, πρώτον, το κλητήριο ένταλμα είναι όντως ειδικά οπισθογραφημένο και, δεύτερον, ότι ο εναγόμενος - καθ'ου η αίτηση έχει καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης στις 22.12.
- Εξετάζω στη συνέχεια κατά πόσον πληρείται η τρίτη προϋπόθεση της Δ.18, θ.1, ήτοι κατά πόσον ο ενάγοντας ενόρκως δηλών έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης. Είμαι της άποψης ότι ο ενάγοντας είναι το πλέον κατάλληλο άτομο το οποίο μπορεί να ορκιστεί θετικά προς υποστήριξη της Αίτησης και το άτομο με την πλέον προσωπική γνώση επί των γεγονότων της υπόθεσης. Έχει μάλιστα στην κατοχή του την επίδικη επιταγή την οποία επισυνάπτει ως Τεκμήριο
- Έχω ικανοποιηθεί ότι ο ενόρκως δηλών με την ένορκη δήλωσή του επαληθεύει και επιβεβαιώνει το περιεχόμενο του κλητηρίου εντάλματος, το ποσό της οφειλής το οποίο εξακολουθεί να υφίσταται και είναι απαιτητό. Περαιτέρω, δηλώνει ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Ενόψη των πιο πάνω δεν μπορεί να πετύχει ο δεύτερος λόγος ένστασης του εναγόμενου εφόσον η ένορκη δήλωση δεν κρίνεται ούτε αντινομική ούτε αντικανονική. Επομένως ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση το βάρος της οποίας βρίσκεται στον ενάγοντα προς ικανοποίηση. Πρωτού προχωρήσω θα ήθελα να αναφερθώ στον χρόνο κατά τον οποίο καταχωρήθηκε η Αίτηση που παρόλο που δεν αποτελεί αυτοτελή λόγο ένστασης ο εναγόμενος στην ένορκο δήλωση του προβάλλει ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί ως εκπρόθεσμη (παρ. 4 της ένορκης δήλωσης εναγομένου). Είμαι της γνώμης ότι κάτι τέτοιο δεν μπορεί να τεκμηριωθεί παρατηρώντας τα πραγματικά γεγονότα εφόσον η εμφάνιση από τον εναγόμενο καταχωρήθηκε στις 22.12.14 και η Αίτηση στις 9.1.
- Η Δ.18 δεν προνοεί ρητά συγκεκριμένο χρόνο εντός του οποίου πρέπει να καταχωρείται αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης, αλλά περιορίζεται στην αναφορά ότι αυτή καταχωρείται μετά την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης (βλ. Annual Practice
(1958), σελ. 259 κάτω από τον τίτλο «At what Stage of Action»). Προκύπτει όμως ότι είναι επιθυμητό αίτηση της φύσεως που εξετάζεται, να καταχωρείται το συντομότερο, πλην όμως είναι δυνατόν τέτοια αίτηση να καταχωρείται ακόμη και μετά την καταχώριση υπεράσπισης. Σχετικά είναι τα λεχθέντα στην McLardy v.Slateum 24 Q.B.D. 504, στην οποία με παρέπεμψε και ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «...though it was the intention of the Rules that the application should be made before a defence had been delivered in ordinary course, the plaintiff was not precluded from making it afterwards, but in such an event the onus is cast on the plaintiff of showing why he did not apply sooner.» Στην ετήσια δικονομική πρακτική του 1958, Annual Practice 1958, στη σελίδα 260, αναφέρονται τα εξής (βλ. Melita Manufactures Ltd v. Chriss Ioannou Ltd.
(1996)1 (B) ΑΑΔ, 1238, Sigma Radio TV Ltd v ΑρχήςΡαδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 ΑΑΔ 408.): «By delivering Defence - The fact that he has delivered a defence may be sufficient to enable a defendant to get leave to defend. But it is clear that a plaintiff may apply for a summary judgment even after defence delivered. See McLardy v. Slateum, 24 Q.B.D. 504, where such an application was successfully made one month after defence. It is submitted, having regard to that case and to the language of the rule, that a defendant cannot prevent a plaintiff from proceeding under O. 14 by putting in what may by only a sham defence at or soon after the date of his appearance.» Ως εκ τούτου κρίνω ότι η καταχώρηση Έκθεσης Υπεράσπισης δεν συνιστά εμπόδιο στο να αποταθεί διάδικος με αίτημα για συνοπτική απόφαση. Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεών μου το βάρος απόδειξης μεταφέρεται στους ώμους του Εναγομένου - Καθ' ου η αίτηση, να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας (good defence on the merits) ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν ικανοποιητικά ώστε να του δοθεί δυνατότητα καταχώρισης υπεράσπισης. Είναι η θέση των συνηγόρων του αιτητή ότι οι ισχυρισμοί του καθ'ου η αίτηση δεν αποκαλύπτουν Υπεράσπιση και/ή καλή Υπεράσπιση και/ή συζητήσιμη Υπεράσπιση. Σχετικές, ως προς το τί συνιστά καλή ή καλόπιστη υπεράσπιση είναι οι υποθέσεις Hermes Insurance
(1983)1 CLR 333αλλά και η TransMiddle East Trading Ltd ν Abdul Aziz Tlais
(1991)1 AAD 239 καθώς και η υπόθεση VIDISAVA SUBOTIC ν Anuou Στυλιανίδη
(1998)1 (A) AAA 22, όπου καθιερώθηκε ότι η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση ενός Εναγομένου και εφόσον το βάρος μετατοπιστεί στους ώμους του Εναγομένου, πρέπει να περιέχει τέτοιες λεπτομέρειες που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς του για την ύπαρξη υπεράσπισης και ότι γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν είναι από μόνοι τους αρκετοί. Επίσης στην υπόθεση Χριστάκη Αυγουστη ν. Γεώργιου Ππίριλου (Π.Ε. 8882) αναφέρεται ότι η παράταξη γενικών και ασαφών ισχυρισμών δεν συνάδει με καλόπιστη υπεράσπιση. Βοηθητικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την Annual Practice
(1959)σελ. 250, που αποτελεί το απαύγασμα της αγγλικής νομολογίας με την οποία είναι εναρμονισμένη η κυπριακή νομολογία: "The defendant's affidavit must "condescend upon particulars". It is not enough merely to deny the debt, or allege fraud, or state a legal objection. Sufficient facts and particulars must be given to [*1916]show that there is a bona fide defence (Wallingford v. Mutual Soc., 5 App Cas. 685, see judgment of Lord Blackburn at p. 704; Harrison v. Bottenheim, 26 W.R. 362; Ray v. Barker, 4 Ex. D. 283; Shurmer v. Young, 5 T.L.R. 155, and cases cited r. 6(n.)." Η αξίωση επί επιταγής, ως η παρούσα υπόθεση, δεν παρέχει στον εναγόμενο πολλές επιλογές υπεράσπισης. Στην σελ. 142 του White Book
(1976), Rules of the Supreme Court , O.14, r.r. 3-4, παρατίθεται η εξής χρήσιμη περικοπή αναφορικά με την ισχύ μιας επιταγής που επιβεβαιώνει τα πιο πάνω: «The principle is that a bill, cheque or note is given and taken in payment as so much cash, and not as merely giving a right of action for the creditor to litigate a counterclaim (see Jackson v Murphy, supra). We have repeatedly said in this court that a bill of exchange or a promissory note is as to be treated as cash. It is to be honoured unless there is some good reason to the contrary, e.g. if there is an arguable case based on total failure of consideration (see per Lord Denning M..R. in Fielding & Platt Ltd v Selim Najjar [1969] 1 W.L.R. 357 at p. 361; [1969] 2 All ER 150 at p. 152, C.A.). Συνάγεται συνεπώς με βάση τα πιο πάνω όπως επίσης με τη σχετική νομολογία, ότι το τεκμήριο για την ύπαρξη αντιπαροχής συναλλαγματικής είναι μαχητό και μπορεί να παρουσιαστεί μαρτυρία για την απουσία ή αποτυχία ή για παράνομη αντιπαροχή ή για δόλο (βλ.Vassos Charalambous ν Ψαρά
(2000)1(Β) Α.Α.Δ.849 και Ρωμανός ν Χρυσάνθου
(1991)1 Α.Α.Δ. 991). Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε υποθέσεις όπου το αγώγιμο δικαίωμα στηρίζεται στη μη τίμηση επιταγών, λαμβάνει υπόψη τη φύση των επιταγών ως χρηματικού μέσου που φέρει το τεκμήριο αξίας και καλής πίστης ιδιαίτερα στην περίπτωση αυτή που το άρθρο 30 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, δημιουργεί τεκμήριο αξίας και καλής πίστης. Παραπέμπω σχετικά στην απόφαση ημερ. 18/11/1999, στην Πολιτική Έφεση Aρ. 10419, N. V. CATERCHEF LTD. ν. P.C.P.ELECTRONICS LTD.,
(1999)1 Α.Α.Δ. 1912. ών Νόμου, Κεφ. 262, δημιουργεί τεκμήριο αξίας και καλής πίστης. Τέλος ας σημειωθεί ότι αποτελεί και διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι το Τεκμήριο 1 είναι η επίδικη επιταγή περιέχοντας τα απαραίτητα χαρακτηριστικά επιταγής και με βάση την ένορκο δήλωση του ενάγοντα και τις νομικές αρχές και ειδικότερα τα όσα προβλέπονται από το άρθρο του Κεφ.262 κρίνω ότι ο ενάγοντας είναι κάτοχος της επιταγής για αξία. Επί του προκειμένου η θέση του καθ ου η αίτηση στην παρ. 6 της ένορκης δήλωσης του ότι ο Αιτητής δεν προσδιορίζει ποιο ήταν το καλό και νόμιμο αντάλλαγμα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή εφόσον ο ίδιος του έχει υποχρεώσει να ανατρέψει το εν λόγω τεκμήριο το οποίο προβλέπεται από τον Νόμο ως πιο πάνω αναφέρεται. Στην παρούσα υπόθεση ο καθ ου η αίτηση, ο οποίος φέρει το βάρος απόδειξης για την ύπαρξη Υπεράσπισης αναφέρεται κατά τρόπο γενικό και αόριστο ότι ο ενάγοντας εκμεταλλεύτηκε την ψυχολογική και οικονομική του κατάσταση, ότι ο ίδιος του άσκησε ψυχολογική πίεση και πέτυχε ο ενάγων να του εκδώσει ως αντιπαροχή το ποσό των €12.000.- Πέραν τούτου αναφέρεται στο δίκαιο των συμβάσεων και ότι μεταξύ τους καταρτίστηκε μια συμφωνία προφορική σε συνθήκες που περιόριζαν και/ή εξουδετέρωναν την ελεύθερη βούληση. Ακόμα αναφέρεται σε ισχυριζόμενη παραβίαση του περί Τόκου Νόμου ο οποίος καταργήθηκε προ πολλού. Παρατηρώ ότι ο Εναγόμενος δεν έχει εκθέσει επαρκείς λεπτομέρειες της δικής του εκδοχής είτε για την κατάρτιση συμφωνίας είτε για τους λόγους τους οποίους θεωρεί ότι είναι ανυπόστατη και/ή ανήθικη και/ή παράνομη κλπ Δεν παραθέτει λεπτομέρειες επίσης της ψυχολογικής πίεσης ή της επιβολής παράνομου τόκου ή με ποιο τρόπο υπήρξε προσπάθεια αισχροκέρδειας εις βάρος του από τον ενάγοντα. Ούτε αναφέρει γιατί και πως έλαβε το ποσό μόνο των €3.500.- ενώ δεν δίδει λεπτομέρειες γιατί στη επιταγή κατέγραψε το ποσό των €12.000.- Αναφέρει ότι η επιταγή αποτελείται από παράνομους τόκους και αφορά τοκογλυφία. Ακόμα και αν είναι έτσι τα πράγματα ποιο είναι το ποσοστό επιτοκίου, γιατί είναι παράνομη η επιβολή του, γιατί αποδέχτηκε να συμμετέχει σε μια παράνομη ως την χαρακτηρίζει συμφωνία γιατί χαρακτηρίζει την ενέργεια του εναγόμενου ως τοκογλυφία. Καμία λεπτομέρεια δεν παρέχει για τα πιο πάνω ο εναγόμενος και σημειώνω όχι λεπτομέρεια τέτοια που να αποδεικνύει τους ισχυρισμούς του αλλά λεπτομέρεια για σκοπούς εξέτασης κατά πόσο έχει μια καλή και συζητήσιμη Υπεράσπιση στην Αγωγή. Εκτός των άλλων ο εναγόμενος δεν αρνείται την έκδοση κα εγκυρότητα της επιταγής καθιστώντας έτσι στους ώμους του μεγαλύτερη υποχρέωση για ανατροπή του τεκμηρίου της αξίας της επιταγής. Υπό το φως της ένορκης δήλωσης του τέτοιες λεπτομέρειες δεν έχουν τεθεί στην αναγκαία έκταση όπως αναφέρεται ανωτέρω. Ακόμα πιο σημαντικό το οποίο διαπιστώνω είναι ότι εκτός από το ότι ο καθ ου η αίτηση παραδέχεται την έκδοση της επιταγής, στην παρ. 8 της ένορκης δήλωσης του, με απολογητικό τρόπο αναφέρει ότι διατηρούσε μια αισιοδοξία ότι ίσως τα καταφέρει να πληρώσει την επιταγή. Με τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο καθ ου η αίτηση σε αντίθεση με τα όσα αναφέρει περί ψυχικής πίεσης και εκμετάλλευσης από τον Αιτητή είχε πρόθεση και ήθελε να πληρώσει την επιταγή αλλά δεν τα κατάφερε και αδυνατεί να του δώσει αυτό το ποσό. Είμαι της άποψης πως η πιο πάνω θέση του σε συνάρτηση με όλα τα άλλα τα οποία έχω καταγράψει απομακρύνουν το ενδεχόμενο της ύπαρξης καλής και συζητήσιμης Υπεράσπισης. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω διαπιστώνω ότι ενώ γίνεται μια προσπάθεια για προώθηση μιας εκδοχής περί μη επαρκούς ανταλλάγματος ή παρανομίας σε μια ισχυριζόμενη συμφωνία, δεν δίδονται επαρκείς λεπτομέρειες και ο εναγόμενος δεν προωθεί με συνοχή την εκδοχή του εφόσον μάλιστα γίνεται αναφορά και σε πρόθεση του αρχικά να πληρώσει την επιταγή. Ούτε και η επιχειρηματολογία του ευπαίδευτου συνηγόρου του εναγομένου στη γραπτή αγόρευση του μπορεί να αποτελέσει τεκμηρίωση της προτεινόμενης Υπεράσπισης εφόσον η επιχειρηματολογία στηρίζεται στην νομική απόδειξη της Υπεράσπισης του εναγομένου σε περίπτωση όπου θα του επιτρέπετο να υπερασπισθεί αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη σε αυτό το στάδιο η νομική ερμηνεία της προτεινόμενης υπεράσπισης. Πέραν των πιο πάνω η προτεινόμενη υπεράσπιση στο σύνολο της και για τους λόγους οι οποίοι αναφέρονται ανωτέρω δεν είναι ικανή να ανατρέψει το πιο πάνω τεκμήριο το οποίο δημιουργεί η επιταγή αυτό δηλαδή της αξίας και καλής πίστης στον βαθμό που απαιτείται για σκοπούς εξέτασης της παρούσας Αίτησης. Ανεξαρτήτως όλων των πιο πάνω δεν μπορώ να παραβλέψω το γεγονός ότι η ήδη καταχωρηθείσα υπεράσπιση δεν αναφέρεται σε κανένα ισχυρισμό του εναγομένου ως αυτοί καταγράφονται στην ένορκο δήλωση του. Το γεγονός αυτό δημιουργεί ερωτήματα ως προς την καλοπιστία και γνησιότητα της υπεράσπισης την οποία προσπαθεί να προωθήσει τώρα ο εναγόμενος. Εφόσον νιώθει όπως περιγράφει ο ίδιος την άσκηση ψυχικής πίεσης, την αισχροκέρδεια και άλλα τόσα που αναφέρει πως γίνεται να μην τα αναφέρει στην Υπεράσπιση που καταχώρησε και αυτό εις ότι αφορά το κατά πόσο η προτεινόμενη υπεράσπιση του είναι καλόπιστη και γνήσια. Πέραν των πιο πάνω δεν δίδεται από τον εναγόμενο οποιαδήποτε εξήγηση που να δικαιολογεί την διάσταση μεταξύ της καταχωρηθείσας Υπεράσπισης και της προτεινόμενης Υπεράσπισης. Ως εκ των πιο πάνω παρατηρήσεών μου και το σύνολο των διαπιστώσεων μου, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι στην παρούσα υπόθεση ο εναγόμενος αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Καταλήγω ότι είναι ορθό και δίκαιο να εκδώσω συνοπτική απόφαση εναντίον του Εναγομένου ως η παρ. 9 Α της Αίτησης πλέον νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της Αγωγής. Τα έξοδα της αγωγής και τα έξοδα της παρούσας αίτησης, πλέον ΦΠΑ και έξοδα επίδοσης, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγομένου. (Υπ.)................................... Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ Subject:CivilOtherInterimSummaryjudgment cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο