← Κύπρος

ΕΥΠΑΛΙΝΟΣ ΜΕΛΕΤΗΤΙΚΗ κ.α. ν. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΚΟΛΟΣΣΙΟΥ, Αρ. Αγωγής: 593/13, 25/6/2015

ΕΥΠΑΛΙΝΟΣ ΜΕΛΕΤΗΤΙΚΗ κ.α. ν. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΚΟΛΟΣΣΙΟΥ, Αρ. Αγωγής: 593/13, 25/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A176 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: N. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 593/13 ΜΕΤΑΞΥ:

  1. ΕΥΠΑΛΙΝΟΣ ΜΕΛΕΤΗΤΙΚΗ
  2. ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΖΑΒΡΙΔΗΣ Ενάγοντες και ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΚΟΛΟΣΣΙΟΥ Εναγομένων Αίτηση των Εναγομένων ημερομηνίας 25/7/13 για Παραμερισμό Απόφασης ημερομηνίας 15/3/2013 Ημερομηνία: 25 Ιουνίου, 2015 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους-Αιτητές: κ. Χρ. Χατζηλοΐζου Για Ενάγοντες-Καθ' ων η αίτηση: κα Α. Σαββίδου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή Στις 15/3/2013 εκδόθηκε απόφαση εναντίον των Εναγομένων - Αιτητών (οι «Εναγόμενοι») για το ποσό των €53000 πλέον Φ.Π.Α. πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Οι Ενάγοντες 1 είναι ετερόρρυθμος συνεταιρισμός που προσφέρει αρχιτεκτονικές υπηρεσίες. Ο Ενάγων 2 είναι πολιτικός μηχανικός και συνέταιρος στον εν λόγω συνεταιρισμό. Η αγωγή τους αφορούσε οφειλόμενο ποσό βάσει συμφωνίας για την ετοιμασία ρυθμιστικού σχεδίου για τη βελτίωση των λεωφόρων Αποστόλου Λουκά και Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ' στο Κολόσσι. Η Αίτηση Με αίτηση ημερομηνίας 25/7/2013, οι Εναγόμενοι αιτούνται Διάταγμα του Δικαστηρίου για ακύρωση και/ή παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας, Δ. 5, Θ,Θ.1 και 2, Δ. 17, Θ.10, Δ.26, Θ. 14, Δ. 33, Θ.5, Δ.57, Θ.2 και Δ.48 Θ.Θ.1,2,3 και 9 (h), στο άρθρο 31 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60 στο άρθρο 30

(3)(α) και (β) του Συντάγματος και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Λούκα Δημητρίου, προέδρου του Κοινοτικού Συμβουλίου Κολοσσίου. Όπως αναφέρει, η αγωγή επιδόθηκε στους Εναγόμενους στις 16/2/2013. Μετά την επίδοση ήρθε σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον κ. Πανίκο Λεωνίδου, δικηγόρο των Εναγόντων και ζήτησε να τον συναντήσει. Σε συνάντηση που είχαν στις 25/2/2013, συζήτησαν την υπόθεση και υπέδειξε στον κ. Λεωνίδου κάποια έγγραφα, τιμολόγια και αποδείξεις με τα οποία φαινόταν ότι η απαίτηση των Εναγόντων - Καθ' ων η Αίτηση («οι Ενάγοντες»), είχε εξοφληθεί. Ο κ. Λεωνίδου τον διαβεβαίωσε ότι θα προέβαινε σε απόσυρση της αγωγής, οπότε και οι Εναγόμενοι δεν διόρισαν δικηγόρο. Σε μεταγενέστερο χρόνο, κατά την επίσκεψη του στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο, πληροφορήθηκε ότι η περιουσία των Εναγομένων είχε επιβαρυνθεί με Μέμο, οπότε και αντιλήφθηκε ότι εκδόθηκε απόφαση στην παρούσα αγωγή εναντίον των Εναγομένων. Η θέση του είναι ότι οι Εναγόμενοι έχουν καλή υπεράσπιση στην αγωγή και παραθέτει ως Τεκμήρια Α - Ι, αριθμό εγγράφων τα οποία στοιχειοθετούν, όπως υποστηρίζει, τους ισχυρισμούς του. Οι Ενάγοντες, σύμφωνα με τον ίδιο, είχαν την ακόλουθη συνεργασία με τους Εναγόμενους:
(1)Προφορικά συμφωνήθηκε όπως οι Ενάγοντες προβούν σε τοπογράφηση των λεωφόρων Αποστόλου Λουκά και Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ' στο Κολόσσι.
(2)Επίσης στις 10/6/2008 υπογράφτηκε συμφωνία μεταξύ τους για την ετοιμασία μελέτης από τους Ενάγοντες για ανάπλαση του παραδοσιακού πυρήνα στο Κολόσσι (Τεκμήριο Α). Οι Ενάγοντες, με τη σειρά τους, ανέθεσαν τις εργασίες αυτές σε κάποιον Παναγιώτη Γελαδάκη, ο οποίος χρέωσε το συνολικό ποσό των €8050, το οποίο του καταβλήθηκε απευθείας από τους Εναγόμενους (Τεκμήρια Β και Γ ένταλμα πληρωμής και εξοφλητική απόδειξη). Το έργο ουδέποτε προϋπολογίστηκε στα 8 εκατομμύρια ευρώ. Οι Ενάγοντες προσπάθησαν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο προβάλλοντας ότι ετοίμασαν ρυθμιστικό σχέδιο για τις εν λόγω οδούς. Η γραπτή συμφωνία 10/6/2008, αφορά το ρυθμιστικό σχέδιο για την ανάπλαση του πυρήνα του Κολοσσίου και όχι την τοπογράφηση των εν λόγω λεωφόρων. Σύμφωνα με τη συμφωνία ημερομηνίας 10/6/2008, η οποιαδήποτε διαφορά έπρεπε να παραπεμφθεί σε διαιτησία. Μάλιστα, στις 12/2/13, αποστάληκε επιστολή εκ μέρους των Εναγόντων από το δικηγορικό γραφείο του κ. Επαμεινώνδα Κωμοδρόμου για παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία (Τεκμήριο Δ). Εν πάση περιπτώσει, σε σχέση με τη συμφωνία αυτή, οι Εναγόμενοι κατέβαλαν σημαντικά ποσά (βλ. Τεκμήρια Ε-Ι). Είναι η θέση του ότι εάν η αγωγή αφορά τις εργασίες για τοπογράφηση στις εν λόγω λεωφόρους, αυτές έχουν εξοφληθεί. Εάν η αγωγή αφορά οποιαδήποτε άλλη απαίτηση των Εναγόντων ή τη μελέτη για την ανάπλαση του παραδοσιακού πυρήνα στο Κολόσσι έπρεπε να παραπεμφθεί σε διαιτησία. Για τους λόγους αυτούς αιτείται όπως παραμεριστεί η απόφαση. Η Ένσταση Οι Ενάγοντες, καταχώρισαν ένσταση προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους: «Α) Η Αίτηση των Αιτητών είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και αστήρικτη. Β) Η Αίτηση των Αιτητών είναι καταχρηστική και κατ' υπέρβαση του νόμου και του Συντάγματος. Γ) Δεν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων θεραπειών ως αυτές καθορίζονται υπό της σχετικής Νομολογίας επί του θέματος. Δ) Οι Αιτητές δεν δικαιούνται την αιτούμενη θεραπεία. Ε) Η Αίτηση των Αιτητών στηρίζεται σε αβάσιμα γεγονότα και ισχυρισμούς και δεν στηρίζεται σε ορθή νομική βάση. (Στ) Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση των Αιτητών παρουσιάζει ψευδή γεγονότα ως αληθινά και επιδιώκει να παραπλανήσει το δικαστήριο και/ή οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί ως περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση των Αιτητών, είναι παραπλανητικοί και/ή πάσχουν από πλάνη περί τα πράγματα και/ή τον νόμο. Ζ) Ο ενόρκως δηλών στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση των Αιτητών παρουσιάζει άσχετα γεγονότα ως σχετικά και/ή παρουσιάζει ψευδείς και αβάσιμους ισχυρισμούς και παραλείπει να αποκαλύψει στο Δικαστήριο ουσιαστικά γεγονότα. Η) Δεν δικαιολογείται η καθυστέρηση καταχώρησης της παρούσας αίτησης και οι Αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν ότι δικαιολογημένα δεν καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης και/ή οι Αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν ότι έχουν υπεράσπιση και/ή καλή υπεράσπιση. Θ) Οι Αιτητές επιδιώκουν να παρουσιάσουν ότι έχουν υπεράσπιση, επικαλούμενοι ψευδείς και αβάσιμους ισχυρισμούς και αποκρύπτοντας ουσιαστικά γεγονότα από το δικαστήριο, παραπλανώντας το δικαστήριο. Η υπεράσπιση που προβάλλουν οι αιτητές βασίζεται σε μη έγκυρους λόγους (valid grounds).» Η ένσταση βασίζεται στα άρθρα 32 και 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, στα άρθρα 85 μέχρι 91 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 και στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.27, Δ.2 Θ.Θ. 5 και 13, Δ.35, Δ.48, 1-9, Δ.64, Δ.5 Θ.Θ.1, 2 και 6, Δ.17, Θ.10, Δ.26, Δ.33, Δ.48, Θ.Θ. 1, 2, 3, 4 και 9, Δ.57 στο άρθρο 30 του Συντάγματος και στην πρακτική του Δικαστηρίου. Η ένσταση υποστηρίζεται από δυο ένορκες δηλώσεις, του Νεόφυτου Ζαβρίδη, Ενάγοντα 2 και του κ. Πανίκου Λεωνίδου, δικηγόρου. Η θέση του κ. Νεόφυτου Ζαβρίδη είναι ότι η παρούσα αίτηση έχει καταχωριστεί καταχρηστικά. Όπως τον έχει ενημερώσει ο κ. Πανίκος Λεωνίδου, ουδέποτε ανέφερε στον κ. Λούκα Δημητρίου ότι η αγωγή θα αποσυρόταν. Ούτε του άφησε να νοηθεί κάτι τέτοιο. Οι Εναγόμενοι όφειλαν να εμφανιστούν στην αγωγή. Μάλιστα τους προειδοποίησε ο κ. Λεωνίδου ότι αν δεν καταχωρούσαν σημείωμα εμφάνισης θα προχωρούσε με την έκδοση απόφασης εναντίον τους. Ως προς την ουσία της υπόθεσης, αναφέρει ότι στις 10/6/2008, οι Εναγόμενοι σύνηψαν με τους Ενάγοντες προφορική συμφωνία για την ετοιμασία ρυθμιστικού σχεδίου που αφορούσε την κατασκευή των λεωφόρων Αποστόλου Λουκά και Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ' στο Κολόσσι. Το έργο προϋπολογίστηκε στα 8 εκατομμύρια ευρώ. Η μελέτη συμπεριλάμβανε μεταξύ άλλων και τοπογραφικές εργασίες. Η γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 10/6/2008, στην οποία αναφέρονται οι Εναγόμενοι, αφορά άλλη μελέτη, την ανάπλαση του πυρήνα στο Κολόσσι και για την οποία εκκρεμεί άλλη αγωγή με αριθμό 3398/13 (επισυνάπτει ως Τεκμήριο Γ, αντίγραφο της αγωγής). Όσον αφορά το ποσό που καταβλήθηκε στον Παναγιώτη Γελαδάκη, αυτό δεν έχει περιληφθεί στην απαίτηση τους. Το δικό τους τιμολόγιο, Τεκμήριο Δ, παραμένει απλήρωτο. Οι υπηρεσίες που παρείχε ο κ. Γελαδάκης ήταν απλά μέρος της όλης συμφωνίας. Η συμφωνία που αφορά την παρούσα αγωγή είναι η συμφωνία που αφορούσε το ρυθμιστικό σχέδιο των προαναφερθέντων λεωφόρων. Όσον αφορά το έργο της ανάπλασης του πυρήνα του Κολοσσίου, αποτάθηκαν σε άλλο δικηγόρο τον κ. Επαμεινώνδα Κορακίδη. Οι πληρωμές που έκαναν οι Εναγόμενοι, αφορούν αυτό το έργο. Είναι η θέση του ότι η παρούσα αίτηση έχει καταχωριστεί καταχρηστικά και με καθυστέρηση. Δεν αποκαλύπτεται οποιαδήποτε υπεράσπιση. Η θέση του κ. Πανίκου Λεωνίδου είναι ότι ουδέποτε διαβεβαίωσε τον Λούκα Δημητρίου, ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, ότι θα αποσύρει την αγωγή. Αυτό θα σήμαινε ότι ενεργούσε χωρίς τις οδηγίες των πελατών του. Αυτό που έκανε είναι να επιστήσει την προσοχή του Λούκα Δημητρίου στο γεγονός ότι έπρεπε να διορίσει δικηγόρο και ότι αν δεν το έπραττε θα προχωρούσε εναντίον τους μονομερώς για έκδοση απόφασης. Στις 3/2/2014, εκδόθηκε διάταγμα αντεξέτασης εναντίον του κ. Πανίκου Λεωνίδου επί ορισμένων παραγράφων της ένορκης δήλωσης του (παράγραφοι 4, 5 και 6). Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι ήταν νομικός σύμβουλος του Κοινοτικού Συμβουλίου Κολοσσίου για περίοδο 3 ετών μέχρι το 2009. Γνώριζε τον κ. Λούκα Δημητρίου, με τον οποίο είχε καλή σχέση και συνεργασία. Δέχθηκε επίσης ότι η έγγραφη συμφωνία, Τεκμήριο Α, συντάχθηκε από το δικηγορικό του γραφείο. Δεν θυμόταν πότε ακριβώς είχε έρθει ο κ. Λούκας Δημητρίου στο γραφείο του, ούτε επίσης πότε ακριβώς καταχωρίστηκε η αίτηση για απόφαση αφού δεν ήταν ο ίδιος που προέβη στην καταχώριση της αίτησης, αλλά άλλος δικηγόρος στο γραφείο του. Ο κ. Δημητρίου επισκέφθηκε πρώτα τον κ. Κονή, δικηγόρο στο δικηγορικό του γραφείο και ακολούθως είδε και τον ίδιο. Δεν θυμόταν αν μαζί του ήταν κάποιος κ. Ανδρέας Αρέστη. Ο κ. Λούκας Δημητρίου δεν έφερε μαζί του οποιαδήποτε έγγραφα. Αυτό που ανέφερε στον κ. Δημητρίου ήταν ότι έπρεπε να δει την υπόθεση σοβαρά και να την αναθέσει σε δικηγόρο, ούτως ώστε να βρεθεί κάποια λύση. Ουδέποτε του είπε ότι θα αποσύρει την αγωγή. Θα ήταν, όπως είπε χαρακτηριστικά, ο πιο ανεύθυνος δικηγόρος αν έλεγε ότι θα προέβαινε σε απόσυρση της αγωγής χωρίς οδηγίες του πελάτη του. Εξ όσων γνωρίζει, μετά την καταχώριση της αίτησης για απόφαση επικοινώνησε ο κ. Κονής με τον κ. Δημητρίου, όμως δεν υπήρξε ανταπόκριση, και η υπόθεση πήρε την πορεία της. Νομική πτυχή Η Δ.17, Θ.10 προνοεί τα ακόλουθα: «Where judgment is entered pursuant to any of the preceding Rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just». Στην προκειμένη περίπτωση δεν προσβάλλεται η εκδοθείσα απόφαση ως ληφθείσα αντικανονικά (irregular judgment), ούτε οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι δεν έλαβαν γνώση της διαδικασίας εναντίον τους. Ισχυρίζονται ότι έχουν καλή υπεράσπιση. Όταν ο αιτητής προσβάλλει απόφαση που λήφθηκε κανονικά, οφείλει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση και να δώσει εξηγήσεις γιατί δεν καταχώρισε εμφάνιση στην αγωγή. (βλ. K.C.P. Commission Agents & Importers Limited ν. Ανδρέα Μιχαήλ
(1993)1 ΑΑΔ 415, Πολιτική Έφεση 205/2010, Τσεσμελόγλου ν. Σοφοκλέους, 15/1/2013). Η επεξήγηση των λόγων για τη μη εμφάνιση του εναγομένου και η αποκάλυψη συζητήσιμης ή εκ πρώτης όψεως βάσιμης υπεράσπισης είναι απαραίτητη (βλ. Πατουρής ν Hellenic Bank Ltd
(2001)1Γ AAΔ 2118). Στη Phylactou v. Michael
(1982)1 CLR 204, σελ 210 (παρατίθεται η μετάφραση από την Milouca Motor Τr. Ltd v. Κούρτη
(1997)1 ΑΑΔ 941), λέχθηκαν τα ακόλουθα (Πικής Δ. όπως ήταν τότε): «Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το Δικαστήριο πρέπει να επιδιώκει την εξισορρόπηση δύο παραγόντων, θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης: Την ανάγκη να διασφαλίσει, αφενός, αποτελεσματικά το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του και, αφετέρου, την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων. Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Εάν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση, και όλα όσα εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου, θα απωλεσθούν, με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης - (βλ. παρατηρήσεις του Megaw L.J. στη Lambert v. Mainland Market [1977] 2 All E.R. 826, στη σελ. 833 (c-d)». Αίτηση παραμερισμού απόφασης μπορεί να απορριφθεί, παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης, εφόσον διαπιστωθεί ότι ο εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία για την αγωγή, η οποία είναι δυνατό να θεωρηθεί ως μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου, Siberia Air v. Πούλλικα
(2005)1 ΑΑΔ 893, Editc Ltd v. Makis Michaelides & Associates κ.α
(2003)1 ΑΑΔ 1887, 1892 και Milouca Motor Τr. Ltd v. Κούρτη (πιο πάνω). Στην Mine & Quarry Services Ltd. v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 ΑΑΔ 26, 30 το Ανώτατο Δικαστήριο (Νικήτας Δ.) επεσήμανε:- «Η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεση του». Στην ίδια απόφαση τονίστηκε ότι το γεγονός πως ένας αιτητής δίνει απλώς κάποια εξήγηση δεν συνιστά δικαιολόγηση. Όσον αφορά την αποκάλυψη υπεράσπισης, στην υπόθεση Καλλής Ξενοφών v. Alpha Bank Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 793, λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 799 (Κραμβής Δ.): «Αντλώντας κατεύθυνση από την νομολογία η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής, διαφορετικής από αυτή του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετείται χρήσιμος σκοπός επιλύσεως της διαφοράς των διαδίκων ... Αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σ' αυτούς κάποια βαρύτητα θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει, τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων, όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών.» Στην υπόθεση Ελενίτσα Κωνσταντινίδη ν. Nur Habib Hissin
(2004)1 ΑΑΔ 1774, τονίστηκε στη σελ. 1779 (Κραμβής Δ.): «Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, προκειμένου να επιτύχει η αίτηση για παραμερισμό, συνιστά πρωταρχικό παράγοντα ο οποίος λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Δεν απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση. Είναι αρκετό να εγερθεί το ζήτημα το οποίο κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το δικαστήριο ερευνά τα ενώπιόν του στοιχεία για να διαγνώσει μόνο αν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης. Το δικαστήριο, εξέτασε τα στοιχεία υπεράσπισης που είχε ενώπιόν του και χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία της υπεράσπισης ορθά διαπίστωσε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση.» Στο τι συνιστά «συζητήσιμη υπεράσπιση» (arguable case), καθοδηγητική είναι επίσης η αγγλική απόφαση Alpine Bulk Transport Co Inc v. Saudi Eagle Shipping Co Inc [1986] 2 Lloyd's rep. 221 CA[1], όπου υποδείχθηκε, με αναφορά στην Evans v. Bartlam
(1937)AC 473, ότι ο εναγόμενος πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι η υπεράσπισή που προβάλλει έχει πραγματική πιθανότητα επιτυχίας (a real prospect of success) και να φέρει κάποιο βαθμό πειστικότητας (must carry some degree of conviction). Το βάρος που φέρει ο εναγόμενος είναι μεγαλύτερο από αυτό που θα πρέπει να αποσείσει σε αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του. Το Δικαστήριο πρέπει να σχηματίσει προκαταρκτική άποψη (provisional view) για την πιθανή κατάληξη της υπόθεσης (βλ. επίσης Supreme Court Practice 1997, σελ 145 παρ. 13/9/14). Η αντιπαραβολή των δύο εκδοχών σε αιτήσεις για παραμερισμό απόφασης, είναι ορισμένες φορές αναπόφευκτη, αλλά αυτή θα πρέπει να περιορίζεται στα απολύτως αναγκαία, για τη διακρίβωση της καλοπιστίας των ισχυρισμών και κατά πόσο υπάρχει ή όχι εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση (βλ. Claire Morris v. Saratoga Swimming Pools Ltd, Πολ. Έφεση 145/2009, 10/4/2012). Το Δικαστήριο κατά την εξέταση αίτησης παραμερισμού απόφασης δύναται να αντλήσει πληροφορίες και άλλα στοιχεία από έγγραφα που αποτελούν μέρος του φακέλου της υπόθεσης όπως ένορκες δηλώσεις και έγγραφα που καταχωρίστηκαν για απόδειξη της αγωγής (βλ. Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ (Aρ. 2)
(1999)1 ΑΑΔ 1938). Το βάρος για παραμερισμό ερήμην απόφασης πίπτει επί των ώμων του αιτητή, αλλά αυτό το βάρος δεν εξυπακούει και την απόδειξη αμφισβητούμενων γεγονότων ή τη θεμελίωση της υπεράσπισης, ως εάν διεξαγόταν η δίκη επί της ουσίας της (βλ. Γιάγκου ν. Φωτίου, Πολιτική Έφεση 233/2009, 24/1/2014). Εξέταση της αίτησης Ύπαρξη συζητήσιμης υπεράσπισης Από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό δεν έχω ικανοποιηθεί ότι οι Εναγόμενοι έχουν καταδείξει συζητήσιμη υπεράσπιση. Συγκεκριμένα:
(1)Ο κ. Λούκας Δημητρίου ισχυρίζεται ότι συμφώνησαν με τους Ενάγοντες προφορικά τη διενέργεια τοπογραφικών εργασιών για τις λεωφόρους Αποστόλου Λουκά και Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ'. Δεν αναφέρει όμως, οποιεσδήποτε λεπτομέρειες σχετικά με τους όρους αμοιβής που συμφωνήθηκαν. Απλά αναφέρει ότι με την καταβολή του ποσού των €8050 σε κάποιον Παναγιώτη Γελαδάκη εξόφλησαν την οφειλή. Όμως από το Τεκμήριο 2 (επιστολή ημερομηνίας 4/1/2010 των Εναγόντων προς τους Εναγομένους) και Τεκμήριο 3 (επιστολή ημερομηνίας 8/12/2009 του Τμήματος Πολεοδομίας και οικήσεως προς τους Ενάγοντες), στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 12/3/2013 που κατατέθηκε προς απόδειξη της αγωγής, διαφαίνεται ότι η συμφωνία αφορούσε ρυθμιστικό σχέδιο με την ετοιμασία σχεδίων και όχι απλά «τοπογραφικές εργασίες».
(2)Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι οι εγκρίσεις των πολεοδομικών αρχών αφορούσαν την ανάπλαση του ιστορικού πυρήνα και όχι το ρυθμιστικό σχέδιο, και ότι η αναφορά των Εναγόντων στην παράγραφο 5 της έκθεσης απαίτησης περί προκαταρκτικής εγκρίσεως του ρυθμιστικού σχεδίου είναι παραπλανητική. Όπως όμως ανάφερα προηγουμένως, το Τεκμήριο 3 (επιστολή ημερομηνίας 8/12/2009 του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως προς τους Ενάγοντες) είναι προκαταρκτική έγκριση για το εν λόγω ρυθμιστικό σχέδιο. Καμία παραπλάνηση δεν υφίσταται από πλευράς των Εναγόντων.
(3)Δεν στοιχειοθετείται επίσης ο ισχυρισμός του ότι οι απαιτήσεις αφορούν τη γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 10/6/2008 (ανάπλαση ιστορικού κέντρου). Αντίθετα εκκρεμεί άλλη αγωγή για το ζήτημα αυτό (Αγωγή 3398/2013 - Τεκμήριο Γ στην ένσταση). Καθυστέρηση/ συμπεριφορά των Εναγομένων Με την αντεξέταση του κ. Λεωνίδου δεν κλονίστηκε καθόλου η εκδοχή που προέβαλε στην ένορκη δήλωσή του ότι, ουδέποτε διαβεβαίωσε τον κ. Λούκα Δημητρίου ότι θα προέβαινε σε απόσυρση της αγωγής. Αντίθετα, όπως διαφάνηκε, ο κ. Λούκας Δημητρίου δεν ενδιαφέρθηκε για την εξέλιξη της όλης υπόθεσης ούτε διόρισε δικηγόρο όπως του είχε εισηγηθεί. Αντί λοιπόν οι Εναγόμενοι να προβούν σε διορισμό δικηγόρου, αγνόησαν την υπόθεση με αποτέλεσμα να εκδοθεί απόφαση εναντίον τους. Μου προκαλεί εντύπωση η προβολή ως δικαιολογημένης (και επομένως συγχωρητέας) συμπεριφοράς από Κοινοτικό Συμβούλιο ότι δεν διόρισε δικηγόρο για να καταχωρίσει εμφάνιση σε αγωγή εναντίον του στηριζόμενο σε προφορική διαβεβαίωση του δικηγόρου των αντιδίκων. Θεωρώ αδικαιολόγητο τον τρόπο αντιμετώπισης του όλου ζητήματος από πλευράς των Εναγομένων. Όφειλαν να διορίσουν δικηγόρο για να διασφαλιστούν τα συμφέροντά τους και ακολούθως να προβούν στην οποιαδήποτε συζήτηση για διευθέτηση ή απόσυρση της υπόθεσης. Κατάληξη Η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται προς όφελος των Εναγόντων και σε βάρος των Εναγομένων. (Υπ.) ............... Ν. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other actions/Interim/Setting aside Judgment Αναφορά: Αστικά/ Άλλες Αγωγές/ Ενδιάμεση Αίτηση/ Παραμερισμός Απόφασης [1] Βλ. Sir Roger Omrod στη σελ. 223: «In the course of his argument Mr Clarke Q.C. used the phrase "an arguable case" and it, or an equivalent, occurs in some of the reported cases (e.g. Burns v Kendel
(1977)1 Ll.L.R. 554 and Vann v Awford). This phrase is commonly used in relation to Order 14 to indicate the standard to be met by a defendant who is seeking leave to defend. If it is used in the same sense in relation to setting aside a default judgment, it does not accord, in our judgment, with the standard indicated by each of their Lordships in Evans v Bartlam. All of them clearly contemplated that a defendant who is asking the court to exercise its discretion in his favour should show that he has a defence which has a real prospect of success. (In Evans v Bartlam there was an obvious defence under the Gaming Act and in Vann v Awford a reasonable prospect of reducing the quantum of the claim). Indeed it would be surprising if the standard required for obtaining leave to defend (which has only to displace the plaintiff's assertion that there is no defence) were the same as that required to displace a regular judgment of the court and with it the rights acquired by the plaintiff. In our opinion, therefore, to arrive at a reasoned assessment of the justice of the case the court must form a provisional view of the probable outcome if the judgment were to be set aside and the defence developed. The "arguable" defence must carry some degree of conviction». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.