← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ALLA INVESTMENTS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 4963/12, 24/6/2015

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ALLA INVESTMENTS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 4963/12, 24/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A174 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Ι. Κίτσιου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4963/12 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, από τη Λευκωσία Εναγόντων -και-

  1. ALLA INVESTMENTS LTD, από τη Λεμεσό
  2. Tariq Zidan Abed Alhaleem Aljelani, από τη Λεμεσό Εναγόμενων Αίτηση ημερομηνίας 28.01.2015 για τροποποίηση Έκθεσης Υπεράσπισης Ημερομηνία: 24.06.2015 Για τους Εναγόμενους 1 - Αιτητές: κα Φ. Χριστοδουλίδου (κ. Αλ. Ευσταθίου κατά την απόφαση) Για τους Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση: κα Ηλιάδη για Νίκος Χρ. Αναστασιάδης & Συνεταίροι (κα Δήμου κατά την απόφαση) Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Σύμφωνα με το Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα οι Ενάγοντες απαιτούν από τους Εναγόμενους, μαζί αλλά και ξεχωριστά, το ποσό των CHF339.059,72 δυνάμει συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 27.12.2007 πλέον τόκους, με κεφαλαιοποίηση ανά εξάμηνο, καθώς και διάταγμα για εκποίηση υποθήκης πλέον έξοδα. Στην Υπεράσπισή τους, καταχωρημένη την 24.05.2013, οι Εναγόμενοι αρνούνται τους ισχυρισμούς των Εναγόντων. Ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται το αξιούμενο ποσό και πως ουδέποτε ενημερώθηκαν για αύξηση κατά 1% στο περιθώριο του λογαριασμού του δανείου, τυχόν δε αύξηση του επιτοκίου συνιστά τροποποίηση των όρων της συμφωνίας δανείου, οι δε αρχές που διέπουν την αντικατάσταση συμφωνίας δεν τηρήθηκαν. Ισχυρίζονται ακόμη ότι οι όροι που αναφέρονται στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης δεν είναι διατυπωμένοι κατά ορισμένο τρόπο και/ή ορθό και/ή σαφή ώστε να θεωρείται ότι οι Εναγόμενοι γνώριζαν τις συμβατικές δεσμεύσεις που αναλάμβαναν, και ειδικότερα, ότι ο υπολογισμός του επιτοκίου σε 360 ημέρες δημιουργεί πρόσθετη επιβάρυνση χωρίς αυτό να είναι δικαιολογημένο, είναι δε, αντίθετος με το Κοινοτικό και Εθνικό δίκαιο. Οι ισχυρισμοί της Υπεράσπισης απορρίπτονται με την Απάντηση των Εναγόντων η οποία καταχωρήθηκε στις 31.05.
  3. Μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση για πρώτη φορά την 05.03.
  4. Αναβλήθηκε δύο φορές και ήταν προγραμματισμένη ξανά για ακρόαση στις 28.01.
  5. Την ημερομηνία που ήταν ορισμένη η αγωγή για ακρόαση, οι Εναγόμενοι 1 (στο εξής οι Αιτητές) καταχώρησαν Αίτηση για τροποποίηση της Υπεράσπισης τους (στο εξής η επίδικη Αίτηση), και ως εκ τούτου η ακρόαση της αγωγής αναβλήθηκε. Με την επίδικη αίτηση οι Αιτητές ζητούν: Α. Διάταγμα και/ή άδεια του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης των Εναγόμενων 1:
  6. Δια της προσθήκης πριν την παράγραφο 1 της Έκθεσης Υπεράσπισης των ακόλουθων: « (Α) Οι Εναγόμενοι 1, που στην συνέχεια θα αναφέρονται ως οι Εναγόμενοι, εγείρουν τις ακόλουθες προδικαστικές ενστάσεις: i. Δεδομένου ότι το δάνειο που χορηγήθηκε σε Ελβετικό Φράγκο δεν είναι απλό δάνειο, αλλά στην ουσία είναι προϊόν επενδυτικού χαρτοφυλακίου συνδεδεμένο ευθέως με την αγορά συναλλάγματος (FX ή FOREX) και δεδομένου ότι ο υπάλληλος στον οποίον οι Ενάγοντες ανέθεταν την ενημέρωση των δανειοληπτών και κατ' επέκταση των Εναγόμενων δεν διέθετε πιστοποιητικό επαγγελματικής επάρκειας παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και άρα δεν διέθετε την απαραίτητη επαγγελματική επάρκεια και αξιοπιστία για την αποτελεσματική παροχή των υπηρεσιών σε τίτλους της χρηματαγοράς όπως οι κινητές αξίες σε νομίσματα και δεν ήταν σε θέση να παρέχει εξειδικευμένες πληροφορίες σχετικά με την αντιστάθμιση του συναλλαγματικού κινδύνου που ανελάμβαναν οι Εναγόμενοι, η συμφωνία δανείου είναι παράνομη και/ή άκυρη και έτσι οι Ενάγοντες κωλύονται να αξιώνουν τις θεραπείες τις οποίες αξιώνουν. ii. Οι Εναγόμενοι συνήψαν την σύμβαση δανείου στην βάση εσφαλμένων πληροφοριών και/ή στην βάση παραπλανητικών παρουσιάσεων αφού οι Ενάγοντες παρέλειψαν να αναφέρουν και/ή απόκρυψαν ουσιώδεις πληροφορίες αναγκαίες ώστε οι Εναγόμενοι να λάβουν απόφαση συναλλαγής την οποία διαφορετικά δεν θα λάμβαναν με αποτέλεσμα η εν λόγω σύμβαση να καθίσταται άκυρη και/ή ακυρώσιμη. iii. Οι Ενάγοντες παρέλειψαν ως οφείλαν κατ' ελάχιστο να παρέχουν ορισμένες πληροφορίες, ώστε οι Εναγόμενοι να σχηματίσουν πριν τη σύναψη της σύμβασης σαφή εικόνα για τις παρεχόμενες υπηρεσίες και προϊόντα, αφού αυτά δεν αποτέλεσαν αντικείμενο εξατομικευμένης διαπραγμάτευσης και ειδικότερα παρέλειψαν να ενημερώσουν τους Εναγόμενους σχετικά με τον κίνδυνο από ενδεχόμενη διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας στην περίπτωση δανείων σε συνάλλαγμα και για τη δυνατότητα και το κόστος χρησιμοποίησης τεχνικών κάλυψης του κινδύνου από την ενδεχόμενη μεταβολή της συναλλαγματικής ισοτιμίας ή και των επιτοκίων παραβιάζοντας έτσι το προσυμβατικό τους καθήκον καθιστώντας έτσι τις συμβάσεις άκυρες και/ή ακυρώσιμες. iv. Η σύμβαση δανείου είναι άκυρη και/ή παράνομη και/ή στερείται οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος δεδομένου ότι παραβιάζει το Ενωσιακό Δίκαιο και/ή είναι αντίθετη με τις Οδηγίες και Κανονισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι οποίες διέπουν την διαδικασία για τον δανεισμό σε ξένο ή αλλοδαπό νόμισμα και/ή των Νόμων και Κανονισμών που διέπουν την άσκηση επενδυτικών εργασιών και/ή την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών. v. Η σύμβαση δανείου είναι καταχρηστική και/ή παράνομη και/ή άκυρη δεδομένου ότι κατά την αποδέσμευση του κεφαλαίου η συναλλαγματική αξία του Ελβετικού Φράγκου έναντι της Κυπριακής Λίρας ήταν κατά πολύ μικρότερη από την συναλλαγματική αξία που επικρατούσε κατά την αποπληρωμή του δανείου»
  7. Δια της διαγραφής της παραγράφου 1 της Έκθεσης Υπεράσπισης και της αντικατάστασής της με τα ακόλουθα: «(Β) Άνευ βλάβης των πιο πάνω προδικαστικών ενστάσεων οι Εναγόμενοι προβάλλουν την πιο κάτω υπεράσπιση:
  8. Οι Εναγόμενοι αγνοούν και ως εκ τούτου αρνούνται τους ισχυρισμούς των Εναγόντων που περιέχονται στην παράγραφο 1 της Έκθεσης Απαίτησης.»
  9. Δια της προσθήκης μετά την παράγραφο 7 της Έκθεσης Υπεράσπισης ως παραγράφου 7 Β τα ακόλουθα: «Σε περαιτέρω υπεράσπισή τους οι Εναγόμενοι θα ισχυριστούν ότι η συμφωνία δανείου σε ξένο νόμισμα, ως αυτή περιγράφεται από τους Ενάγοντες, είναι εξ' υπαρχής άκυρη και/ή ακυρωτέα και/ή ακυρώσιμη λόγω απάτης, δόλιας συμπεριφοράς, αθέμιτης επιρροής και συμπεριφοράς, ψευδών παραστάσεων εκ μέρους των Εναγόντων, παράβασης νομικών καθηκόντων παράνομων ενεργειών και παραπλανήσεων, παραπλανητικών διαβεβαιώσεων καθώς επίσης και λόγω απόκρυψης ουσιωδών δυνατοτήτων και επιλογών.»
  10. Δια της προσθήκης ανταπαίτησης μετά την παράγραφο 17 της Έκθεσης Υπεράσπισης ως ακολούθως: «ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ»
  11. Δια της προσθήκης των ακόλουθων παραγράφων ως ανταπαίτηση: «
  12. Οι Εναγόμενοι υιοθετούν και επαναλαμβάνουν τους ισχυρισμούς τους που περιέχονται στις παραγράφους 1 - 17 της Έκθεσης Υπεράσπισης και περαιτέρω ισχυρίζονται ότι κατά τον χρόνο των διαπραγματεύσεων και/ή συζητήσεων και/ή συναντήσεων προ της συνομολόγησης και/ή κατά την συνομολόγηση της συμφωνίας δανείου οι υπάλληλοι και/ή οι αντιπρόσωποι των Εναγόντων προέβησαν σε παραστάσεις και/ή διαβεβαιώσεις προς τους Εναγόμενους ότι ο δανεισμός σε ξένο νόμισμα και συγκεκριμένα σε Ελβετικό Φράγκο παρά σε κυπριακή λίρα ή ευρώ ήταν η καλύτερη και/ή πιο συμφέρουσα επιλογή καθώς και ότι ο μελλοντικός κίνδυνος είναι ελάχιστος εώς ανύπαρκτος και δεν μπορεί να επηρεάσει δυσμενώς και/ή καθόλου τους Εναγόμενους, δεδομένου του γεγονότος του συμφωνηθέντος περιθωρίου κέρδους και/ή περιθωρίου επιτοκίου των Εναγόντων.
  13. Οι αντιπρόσωποι των Εναγόντων προέβησαν στις πιο πάνω παραστάσεις και/ή διαβεβαιώσεις γνωρίζοντας ότι είναι ψευδείς και/ή αδιαφορώντας για το εάν είναι ψευδείς ή αληθείς και τις συνέπειες αυτού. Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι εν λόγω δηλώσεις και/ή διαβεβαιώσεις και/ή εγγυήσεις και/ή παραστάσεις των Εναγόντων τους εξώθησαν και/ή τους έπεισαν να προχωρήσουν με την σύναψη συμφωνίας δανείου σε Ελβετικά Φράγκα, τα οποία αποτελούν επενδυτικό προϊόν και/ή προϊόν επενδυτικού χαρτοφυλακίου συνδεδεμένα με την αγορά συναλλάγματος.
  14. Ένεκα του ότι ως προκύπτει ανωτέρω οι Ενάγοντες παρείχαν ουσιαστικά στους Εναγόμενους επενδυτικές υπηρεσίες ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας και/ή ήταν νομική υποχρέωση και/ή καθήκον των Εναγόντων: i. Να ενεργούν καλόπιστα, έντιμα, δίκαια κατά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών και/ή συναφών υπηρεσιών, και όχι αυθαίρετα και/ή καταχρηστικά και/ή κακόπιστα και/ή ανέντιμα αφού λάβουν υπόψη τα κατά τον ουσιώδη χρόνο συναλλακτικά ήθη καθώς και τα καλώς νοούμενα συμφέροντα των Εναγόμενων όπως και τις λογικές προσδοκίες των προς την σχέση των διαδίκων αλλά και τις υποχρεώσεις για προστασία των δικαιωμάτων και/ή συμφερόντων των Εναγομένων. ii. Να διαφωτίσουν και/ή ενημερώσουν και/ή εξηγήσουν πλήρως και επαρκώς στους Εναγόμενους τους κινδύνους που αναλάμβαναν, πριν και/ή κατά τον χρόνο υπογραφής των εγγράφων που τους παρουσιάστηκαν προς συνομολόγηση του επίδικου δανείου δίδοντας και/ή απευθύνοντας τους ακριβείς, σαφείς και μη παραπλανητικές πληροφορίες χωρίς να αποκρύπτονται και/ή υποβαθμίζονται σημαντικά στοιχεία, δηλώσεις και προειδοποιήσεις και χωρίς να δίδεται έμφαση σε πιθανά οφέλη και/ή πλεονεκτήματα προστατεύοντας και/ή διασφαλίζοντας έτσι τα νόμιμα συμφέροντα τους. iii. Να διασφαλίσουν ότι τα πρόσωπα που οι Ενάγοντες απασχολούσαν κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο και τα οποία πρόσφεραν επενδυτικές υπηρεσίες κατείχαν τα απαραίτητα πιστοποιητικά και/ή επαγγελματική άδεια και ήταν εγγεγραμμένα στο δημόσιο προβλεπόμενο μητρώο. iv. Να εφαρμόζουν κατάλληλες πολιτικές και/ή διαδικασίες ούτως ώστε να διασφαλίζεται επαρκώς η συμμόρφωση των προσώπων αυτών με τις νομικές τους υποχρεώσεις. v. Να παρέχουν στους Εναγόμενους κατάλληλη και πλήρη πληροφόρηση σε κατανοητή μορφή σε σχέση με τις παρεχόμενες υπηρεσίες, τα χρηματοοικονομικά μέσα και τις προτεινόμενες επενδυτικές στρατηγικές, να παρέχουν την κατάλληλη, δίκαιη και επαρκή διαφώτιση και/ή καθοδήγηση και/ή ενημέρωση και/ή να διασφαλίσουν ότι οι Εναγόμενοι ως πιθανοί επενδυτές θα πληροφορηθούν και/ή αντιληφθούν επαρκώς τους κινδύνους που αναλάμβαναν με την προσφερόμενη επενδυτική υπηρεσία.
  15. Οι Ενάγοντες κατά παράβαση των πιο πάνω εξυπακουόμενων όρων και/ή νόμιμων καθηκόντων τους, εξώθησαν τους Εναγόμενους στην συνομολόγηση της συμφωνίας δανείου αποκρύπτοντας από τους Εναγόμενους τους συναλλαγματικούς κινδύνους που αναλάμβαναν και χωρίς να εξηγήσουν ή να εξηγήσουν με κατανοητό τρόπο τις αδυναμίες της εν λόγω επενδυτικής υπηρεσίας. Ειδικότερα οι Ενάγοντες και/ή αντιπρόσωποι αυτών: i. Κατά παράβαση των καθηκόντων τους κατά το προσυμβατικό στάδιο τόνιζαν κυρίως και/ή αποκλειστικά τα θετικά χαρακτηριστικά του δανείου σε ξένο συνάλλαγμα παραλείποντας να αναφέρουν του κινδύνους που απέρρεαν από την ενδεχόμενη σύναψη του εν λόγω δανείου. ii. Κατά παράβαση των καθηκόντων τους παρουσίαζαν ότι η σύναψη δανείου σε ξένο συνάλλαγμα και ειδικότερα σε Ελβετικό Φράγκο ήταν η καταλληλότερη και/ή συμφέρουσα μέθοδος χρηματοδότησης. iii. Κατά παράβαση των καθηκόντων τους δεν ενημέρωσαν και ούτε ήταν σε θέση να ενημερώσουν τους Εναγόμενους για την φυσική και χρηματοοικονομική αντιστάθμιση του συναλλαγματικού κινδύνου. iv. Κατά παράβαση των καθηκόντων τους παρέλειψαν να ενημερώσουν τους Εναγόμενους για τους κινδύνους που θα αντιμετώπιζαν σε περίπτωση αλλαγής της ισοτιμίας του εθνικού νομίσματος και του Ελβετικού Φράγκου.
  16. Περαιτέρω οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες και/ή αντιπρόσωποι και/ή υπάλληλοι αυτών δεν είχαν τα απαραίτητα προσόντα και/ή γνώσεις και/ή πιστοποιητικά παρακάμπτοντας έτσι τα νομικά καθήκοντα και/ή υποχρεώσεις τους καθιστώντας κατά έτσι την συμφωνία δανείου άκυρη και/ή ακυρώσιμη και/ή παράνομη.
  17. Και οι Εναγόμενοι ανταπαιτητικώς αξιώνουν εναντίον των Εναγόντων: (Α) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία δανείου ημερομηνίας 27/12/2007 που παραχώρησαν οι Ενάγοντες στους Εναγόμενους είναι άκυρη λόγω απάτης και/ή δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή πλημμελούς άσκησης των νομικών καθηκόντων τους. (Β) Διαζευκτικά προς το (Α) ανωτέρω Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να ακυρώνεται η συμφωνία δανείου ημερομηνία 27/12/2007 λόγω παράνομης συμπεριφοράς και/ή ενεργειών των Εναγομένων και/ή λόγω έκδηλης παρανομίας της συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 27/12/2007 κατά παράβαση. (Γ) Διαζευκτικά και/ή σωρευτικά προς τα ανωτέρω Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να ακυρώνεται η συμφωνία δανείου ημερομηνία 27/12/2007 λόγω παράβαση του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων Νόμου και/ή του Περί Δημόσιας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου Νόμου και/ή των Νόμων και Κανονισμών του Χ.Α.Κ. και/ή της Κεφαλαιαγοράς και/ή των Οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου για την Επαγγελματική Συμπεριφορά των Τραπεζών κατά την παροχή Επενδυτικών ή παρεπόμενων Υπηρεσιών. Η επίδικη Αίτηση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του Κωνσταντίνου Αυγουστή, δικηγόρου συνεργαζόμενου με τη δικηγόρο των Αιτητών, ο οποίος δηλώνει εξουσιοδοτημένος από αυτούς να προβεί στην ένορκη δήλωση. Ως αναφέρει, στα πλαίσια προετοιμασίας για την ακρόαση από τη δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση, οι Αιτητές ζήτησαν συμβουλή, από άγγλο δικηγόρο, ως προς την επάρκεια του δικογράφου της Υπεράσπισης, ο οποίος συμβούλευσε πως θα πρέπει να γίνει τροποποίηση της Υπεράσπισης ώστε να συμπεριληφθούν σε αυτή τα όσα ζητούνται με την επίδικη Αίτηση. Η εν λόγω γνωμάτευση δόθηκε στις 23.01.2015 και υποβλήθηκε η επίδικη Αιτηση άμεσα. Με τις αιτούμενες τροποποιήσεις θα είναι ενώπιον του Δικαστηρίου όλες οι θέσεις των διαδίκων επί των εγειρόμενων θεμάτων. Θα προσδιοριστεί η ουσία της διαφοράς και θα αποτραπεί πολλαπλότητα στις διαδικασίες. Οι Καθ' ων η Αίτηση, στις 02.04.2015, καταχώρησαν Ειδοποίηση περί Πρόθεσης Ένστασης στην επίδικη Αίτηση προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους ένστασης:

(1)Η παρούσα Αίτηση έχει υποβληθεί πολύ καθυστερημένα με μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση της διαδικασίας εις βάρος των συμφερόντων των Καθ' ων η Αίτηση - Εναγόντων στην παρούσα Αγωγή.
(2)Τα γεγονότα που θεμελίωσαν την Αίτηση, ήταν γνωστά ή εύλογα μπορούσαν να εντοπιστούν από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας και συνεπώς δεν δικαιολογείται και/ή δεν στοιχειοθετείται κανένας απολύτως καλός λόγος ο οποίος να αιτιολογεί το καθυστερημένο της υποβολής του αιτήματος.
(3)Με τις αιτούμενες τροποποιήσεις εισάγονται νέοι ισχυρισμοί οι οποίοι είναι αναληθείς και/ή ανυπόστατοι.
(4)Η παρούσα Αίτηση έχει καταχωρηθεί κακόπιστα και με σκοπό την κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, τον εκτροχιασμό της παρούσας υπόθεσης από την προσδιορισθείσα πορεία της και/ή την κωλυσιεργία και/ή την επιβράδυνση και/ή την περαιτέρω αναστολή εκδίκασης της υπόθεσης τους με αποτέλεσμα να επιφέρει βλάβη στα δικαιώματα των Καθ' ων η Αίτηση στη διεξαγωγή της δίκης εντός εύλογου χρόνου.
(5)Η αιτούμενη τροποποίηση δεν αποβλέπει στη διακρίβωση των μεταξύ των διαδίκων υφιστάμενων πραγματικών διαφορών αλλά αντίθετα τείνει να προκαλέσει σύγχυση και δυσμενή επηρεασμό των συμφερόντων των Εναγόντων - Καθ' ων η Αίτηση καθώς επίσης θα καθυστερήσει τη δίκαια εκδίκαση της υπόθεσης. Οι λόγοι ένστασης υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση του Γιάννη Φώτη, ο οποίος είναι στην υπηρεσία των Καθ' ων η Αίτηση. Είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση και γνωρίζει τα γεγονότα, αφού έχει, στην κατοχή, φύλαξη και έλεγχο του, το φάκελο που αφορά την παρούσα αγωγή. Ως αναφέρει, υπάρχει καθυστέρηση στην επίδικη Αίτηση χωρίς να δίδεται δικαιολογία. Πρόκειται για ισχυρισμούς που μπορούσαν να εισαχθούν στην Υπεράσπιση των Εναγόμενων 1 από τα αρχικά στάδια της διαδικασίας, αφού δεν μεσολάβησαν νέα στοιχεία ή γεγονότα. Εξ όσων συμβουλεύεται και πληροφορείται από δικηγόρους των Καθ' ων η Αίτηση, η επίδικη αίτηση καταχωρήθηκε κακόπιστα και με σκοπό την κατάχρηση Δικαστικής Διαδικασίας, τον εκτροχιασμό της υπόθεσης από την πορεία της, την κωλυσιεργία και την επιβράδυνση στην εκδίκαση της υπόθεσης, τείνει δε να προκαλέσει σύγχυση και να επιφέρει βλάβη στα δικαιώματα των Καθ' ων η Αίτηση αφού η δίκη δεν θα διεξαχθεί εντός ευλόγου χρόνου. Η ακροαματική διαδικασία της επίδικης Αίτησης διεξάχθηκε δια των αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων, στη βάση της επίδικης Αίτησης και της Ειδοποίησης Περί Πρόθεσης Ένστασης συνοδευόμενες από τις ένορκες δηλώσεις. Ουδείς εκ των διαδίκων ζήτησε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Οι θέσεις των Αιτητών περιστρέφονται γύρω από το επιχείρημα πως με την έγκριση της επίδικης Αίτησης θα προσδιοριστούν όλα τα επίδικα θέματα και οι διαφορές που σχετίζονται με την υπόθεση. Καμία βλάβη θα προκληθεί στους Καθ' ων η Αίτηση αφού δεν άρχισε ακόμη η ακρόαση της αγωγής. Από την άλλη πλευρά, οι Καθ΄ων η Αίτηση επικέντρωσαν τα επιχειρήματα τους στην απουσία δικαιολογίας ή εξήγησης ως προς το χρόνο που ζητείται η τροποποίηση, καθώς, και ότι αν αυτή εγκριθεί θα υπάρξει καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης, γεγονός που δεν συνδράμει στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Τέλος, τονίζεται το γεγονός ότι εισάγονται νέοι ισχυρισμοί, ιδιαίτερα περί δόλου, που θα έπρεπε να ήταν ενταγμένοι από την αρχή στο δικόγραφο των Καθ' ων η Αίτηση. Νομική πτυχή: Η διαδικαστική διάταξη που προβλέπει για την τροποποίηση των δικογράφων είναι η Δ.25 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, έχει δε τύχει ερμηνείας από σωρεία αποφάσεων των Κυπριακών Δικαστηρίων. Θα μπορούσε κανείς να αναφέρει ότι υπάρχει εξαντλητική νομολογία για κάθε περίπτωση τροποποίησης δικογράφου. Μερικές από τις βασικές νομολογιακές αρχές αναφέρονται πιο κάτω προς κατατόπιση. Στην υπόθεση Δόμνα Ν. Χριστοδούλου ν. Αθηναίδος Ι. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 αναφέρθηκαν τα εξής: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από την σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα». Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου, Πολιτική Έφεση 8355, ημερ. 29.5.1995 το Εφετείο ανέφερε ότι όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Η διακριτική αυτή εξουσία δεν ασκείται μόνο με αναφορά στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, αλλά με γνώμονα το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Η θεμελιακή αρχή που το Δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του, στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, σε αυτού του είδους τις αιτήσεις, τέθηκε με σαφήνεια επίσης στην απόφαση Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704. Η υπόθεση αφορούσε αίτηση τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης μετά την έναρξη της δίκης, για να συνάδει με τη μαρτυρία. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση τονίζοντας ότι εν πρώτοις, δεν είναι νομικά επιλήψιμη η επιδίωξη τροποποίησης για να συνάδει η προσαχθείσα μαρτυρία με το δικόγραφο του διαδίκου. Αναφέρει χαρακτηριστικά στη σελίδα 707 το εξής: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις, είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του Αιτητή είναι εμφανής. Στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του συντάγματος που διατάσσει την διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια .» Περαιτέρω στην υπόθεση Astor Manufacturing & Exporting Ltd κ.α. ν. Α. & G. Leventis κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, επιβεβαιώθηκε η πιο πάνω αρχή. Λέχθηκε ακόμη ότι ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός και το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας συνυπολογίζει όλους τους παράγοντες που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντες ρόλο. Αναφορικά με τη φύση των νέων γεγονότων που μπορούν να εισαχθούν με το τροποποιημένο δικόγραφο, σχετική είναι η υπόθεση Alexandra Rent a Car v. Δήμητρας Α. Νεάρχου
(1992)1 Α.Α.Δ., σελ. 11. Στην υπόθεση αυτή με την προτεινόμενη τροποποίηση δεν επιχειρούνταν εισαγωγή μαρτυρίας στο δικόγραφο, αλλά ουσιαστικά δίνονταν περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες των ισχυρισμών που προβάλλονταν με την έκθεση απαιτήσεως. Αν και το Εφετείο ανέφερε ότι δεν ενθαρρύνει τις συνεχείς τροποποιήσεις των δικογράφων, δέχθηκε ότι στην προκειμένη περίπτωση η τροποποίηση θα έπρεπε να γίνει αποδεκτή. Στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P) v. T.M.P Agents, Πολ. Έφεση 8826, ημερ. 31.5.1994, λέχθηκε ότι η διαπίστωση πως επιδιώκεται νέα βάση αγωγής δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε απόρριψη αίτησης για τροποποίηση. Το δικαστήριο όμως θα απορρίψει την αίτηση αν με την προτεινόμενη τροποποίηση επιφέρεται ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης. Αναφορικά με το τι αποτελεί νέα βάση αγωγής γίνεται παραπομπή στο πιο κάτω απόσπασμα του Annual Practice
(1959)σελ 627 το οποίο παρατέθηκε στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου (ανωτέρω): "The court will not refuse to allow an amendment simply because it introduces a new case (Budding v. Murdoch, 1 Ch. D. 42, Hubbuck v. Helms, 56 L.J. Ch. p. 539). But it will do so where the amendment would change the action into one of a substantially different character which would more conveniently be the subject of a fresh action (Raleigh n. Goshen
(1988)1 Ch. p. 81)". Έχει νομολογηθεί επίσης ότι δεν παρέχεται ευχέρεια για τροποποίηση κλητηρίου, με την οποία εισάγεται νέα βάση αγωγής, η οποία δεν υπήρχε κατά το χρόνο έκδοσης του αρχικού κλητηρίου. Αυτό γιατί με την τροποποίηση δεν εισάγεται νέο κλητήριο ένταλμα αλλά η αγωγή συνεχίζεται ως εάν η τροποποίηση να περιλαμβανόταν από την αρχή. (Βλ. υπόθεση Ναυτοδικείου Gaber Alian Ali Al Somrani v. The Cyprus Ship "Poseidonia"
(1990)1 A.A.Δ. σελ. 990). Συνοψίζοντας τις πιο πάνω αρχές που η νομολογία καθιέρωσε προκύπτουν τα ακόλουθα καθοδηγητικά στοιχεία:
  1. Η τροποποίηση δικογράφου εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Προκύπτει ως θεμελιακή αρχή ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς και η αποτροπή της πολλαπλότητας των διαδικασιών.
  2. Το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας λαμβάνει υπόψη και τον παράγοντα καθυστέρηση. Ο παράγοντας όμως αυτός δεν είναι καθοριστικός, αλλά συνυπολογίζεται με όλους τους άλλους παράγοντες που η νομολογία καθιέρωσε.
  3. Το Δικαστήριο δεν θα δώσει την άδεια για τροποποίηση μόνο με τη διαπίστωση για το επανορθώσιμο της ζημιάς που επιφέρει στον αντίδικο, αλλά θα πρέπει να συνεκτιμήσει όλους τους παράγοντες της υπόθεσης όπως καθιερώθηκαν από τη νομολογία.
  4. Δεν δίδεται άδεια για τροποποίηση στις περιπτώσεις που αυτή επιφέρει βλάβη στον αντίδικο, η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα, και όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών και συμπέρασμα: Δύο καίρια ερωτήματα που θα απασχολήσουν το Δικαστήριο είναι κατά πόσο υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώριση της επίδικης Αίτησης και αν αυτή διαπνέεται από εμφανή κακή πίστη. Σε αυτά τα ζητήματα άλλωστε φαίνεται να επικεντρώνεται η ένσταση πρόσθετα όμως με τα στοιχεία της εισαγωγής νέας βάσης στην υπεράσπιση και της έγερσης ανταπαίτησης. Μελετώντας τους ισχυρισμούς των αιτητών επί της Υπεράσπισης τους και αντιπαραβάλλοντας τους με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις, προκύπτει ότι όντως μέρος αυτών συνιστά προσπάθεια εισαγωγής νέας βάσης στην Υπεράσπιση τους. Στην υπόθεση Ιωάννης Νικολάου ν. Ζωή Μιλτιάδους κ.α.
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005 ζητήθηκε τροποποίηση υπεράσπισης στην ανταπαίτηση, ούτως ώστε να συμπεριληφθεί ισχυρισμός περί παραγραφής της ανταπαίτησης. Σαφώς, επρόκειτο για εισαγωγή και νέας βάσης στην υπεράσπιση. Πρωτόδικα το αίτημα απορρίφθηκε. Το Εφετείο ωστόσο ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση. Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου (ανωτέρω) η αίτηση τροποποίησης, η οποία πρωτόδικα απορρίφθηκε αλλά εγκρίθηκε κατ΄έφεση, αφορούσε αίτημα για εισαγωγή ισχυρισμού ότι η συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ήταν προφορική και όχι γραπτή ως αρχικά υπήρξε ισχυρισμός. Το αίτημα υποβλήθηκε μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Η ακρόαση της παρούσας αγωγής δεν άρχισε, για λόγους που σχετίζονταν με κωλύματα των διαδίκων. Τελευταία ημερομηνία ακρόασης ορίστηκε η 28.01.2015 που δεν άρχισε λόγω της επίδικης αίτησης. Η ύπαρξη καθυστέρησης των 2 ετών σχεδόν από την καταχώρηση της Υπεράσπισης των Αιτητών είναι δεδομένη. Στην υπόθεση Νικολάου (ανωτέρω) το Δικαστήριο ανέφερε πως, όπου δεν προκαλείται ζημιά, ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογημένη καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί το διάδικο του δικαιώματος από του να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους ώστε να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους. Ακόμη, αναφέρθηκε πως το γεγονός ότι το αίτημα υποβλήθηκε σε στάδιο πριν την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης, και ότι δεν θα προκαλούνταν μεγάλη καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής, καθώς επίσης και η δυνατότητα αποζημίωσης των αντιδίκων του εφεσείοντα με σχετική διαταγή για έξοδα, θα έπρεπε να είχαν επιμετρήσει υπέρ της παροχής άδειας για τροποποίηση. Στην παρούσα υπόθεση αν και θα μπορούσε να ζητηθεί γνωμάτευση από άγγλο δικηγόρο ενωρίτερα, και κατά την ετοιμασία της Υπεράσπισης κρίνεται πως, εφ' όσον η ακρόαση της αγωγής δεν έχει αρχίσει ακόμη, δεν θα προκληθεί ανεπανόρθωτη βλάβη στους Καθ' ων η Αίτηση ενόψει του ότι θα έχουν την ευχέρεια να απαντήσουν, σε επίπεδο δικογράφων αλλά και παρουσίασης μαρτυρίας, στους νέους ισχυρισμούς των Αιτητών, έστω και αν υπάρχει ισχυρισμός για δόλο, απάτη και ψευδείς παραστάσεις, αν η επίδικη Αίτηση επιτύχει. Διαφορετική βέβαια θα ήταν η θέση του Δικαστηρίου αν τέτοιοι ισχυρισμοί, επιχειρούνταν να εισαχθούν με την έναρξη της ακρόασης. Το γεγονός ότι με την επίδικη αίτηση εγείρεται και Ανταπαίτηση, κρίνεται ότι δεν θα πρέπει να λειτουργήσει ως ανατρεπτικός παράγοντας στην έγκριση της επίδικης Αίτησης, καθότι, η οποιαδήποτε καθυστέρηση στην εκδίκαση εξ' αιτίας και της Ανταπαίτησης προϋποθέτει ότι η Αγωγή και Ανταπαίτηση θα συνεκδικαστούν, κάτι που είναι στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να το αποφασίσει πριν την έναρξη της ακρόασης αφού ακουσθούν και οι δύο πλευρές. Αξιολογώντας όλα τα στοιχεία που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, λαμβάνονται υπόψη ως προς την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας τα πιο κάτω:
  1. Η ακρόαση της αγωγής δεν άρχισε.
  2. Η καθυστέρηση στην καταχώριση της επίδικης αίτησης από την καταχώριση της Υπεράσπισης δεν είναι ικανή να δημιουργήσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους Καθ' ων η Αίτηση, τέτοια, η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Καθυστέρηση διαπιστώνεται πως υπήρξε, έστω μικρή, και όταν οι Καθ' ων η Αίτηση ζήτησαν αναβολή της ακρόασης στις 12.06.
  3. Τα στοιχεία που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου δεν δικαιολογούν με ασφάλεια συμπέρασμα για ύπαρξη εμφανούς κακής πίστης εκ μέρους των Αιτητών. Το γεγονός ότι 2 χρόνια μετά την καταχώριση της Υπεράσπισης ζητήθηκε γνωμάτευση από άγγλο δικηγόρο ο οποίος επικαλείται την προβολή νέων ισχυρισμών, οι οποίοι ζητείται να προστεθούν, δεν κρίνεται ικανοποιητικό στοιχείο για στοιχειοθέτηση κακής πίστης.
  4. Η εισαγωγή νέας βάσης υπεράσπισης και η έγερση Ανταπαίτησης δεν αποτελεί από μόνη της, κατά τη νομολογία, ικανό στοιχείο για απόρριψη αίτησης τροποποίησης.
  5. Η επίδικη αίτηση καταχωρήθηκε έγκαιρα (5 μέρες μετά που λήφθηκε η γνωμάτευση από άγγλο δικηγόρο), ως αναφέρει ο ενόρκως δηλών, επί της επίδικης Αίτησης, και ο οποίος δεν αντεξετάσθηκε. Επιπρόσθετα των πιο πάνω, παρότι το Δικαστήριο ουδόλως παραγνωρίζει το θέμα της καθυστέρησης, η μη στοιχειοθέτηση συμπεράσματος ότι, η επίδικη αίτηση διαπνέεται από κακή πίστη καθώς και ότι, η καθυστέρηση που υπήρξε αλλά και η περαιτέρω καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα, και δη με τη επιδίκαση εξόδων, αποτελούν στοιχεία τα οποία οδηγούν το Δικαστήριο στο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της παραχώρησης άδειας για τροποποίηση, με σκοπό να βρίσκονται ενώπιον του, κατά την ακρόαση, όλα τα επίδικα θέματα που θα προσδιορίσουν τη διαφορά των διαδίκων και ως διαφαίνεται είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με τη συμφωνία δανείου που επικαλούνται οι Καθ' ων η αίτηση στην Έκθεση Απαίτησης τους. Η επίδικη αίτηση εγκρίνεται. Όλα τα έξοδα που έχουν απωλεσθεί, εξαιτίας της τροποποίησης που θα ακολουθήσει, καθώς και τα έξοδα της επίδικης αίτησης είναι δίκαιο, να επιβαρύνουν τους Αιτητές. Συνεπώς, αυτά επιδικάζονται εναντίον τους και προς όφελος των Καθ' ων η Αίτηση. Να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και να πληρωθούν στο τέλος της δίκης στην αγωγή. Τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση να καταχωρηθεί εντός 40 ημερών από σήμερα. Ως προς τα υπόλοιπα δικόγραφα να ακολουθηθούν οι προθεσμίες των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. (Υπ.) .............. Δ. Ι. Κίτσιος, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΔ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Πολιτική Δικονομία - Τροποποίηση Ε/Υ και προσθήκη Ανταπαίτησης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.