← Κύπρος

Ευτυχία Κλεομένη κ.α. ν. Σταύρος Κυπραγόρα κ.α., Συν. Αγωγές: 2622/08 και 1459/08 και 1733/08, 15/6/2015

Ευτυχία Κλεομένη κ.α. ν. Σταύρος Κυπραγόρα κ.α., Συν. Αγωγές: 2622/08 και 1459/08 και 1733/08, 15/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A159 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Συν. Αγωγές: 2622/08 και 1459/08 και 1733/08 Αρ. Αγωγής : 2622/08 Μεταξύ: Ευτυχία Κλεομένη Ενάγουσα και Σταύρος Κυπραγόρα Eναγόμενος Αρ. Αγωγής׃ 1459/08 Μεταξύ: Μαρούλα Χατζηλουκά Ενάγουσα και Ευτυχία Κλεομένη Εναγομένης και Σταύρος Κυπραγόρα Τριτοδιάδικος Αρ. Αγωγής׃ 1733/08 Μεταξύ: Ανδρούλα Σάββα Γαμβρουδίου Ενάγουσα και Σταύρος Κυπραγόρα Εναγόμενος και Ευτυχία Κλεομένη Τριτοδιάδικος Ημερομηνία: 15/06/2015 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κα Σ. Τόκα Για Εναγόμενη: κα Α. Πάλλη (για την απαγγελία της απόφασης η κα Βαρνάβα) Για τριτοδιάδικο στην αγωγή 1733/08: καμία εμφάνιση Για τριτοδιάδικο στην αγωγή 1459/08: καμία εμφάνιση ΑΠΟΦΑΣΗ Αφορμή για έκδοση της παρούσας απόφασης αποτέλεσε το τροχαίο ατύχημα που επισυνέβη στις 12/9/2007 με εμπλεκόμενους οδηγούς την ενάγουσα και τον εναγόμενο στην αγωγή 2622/08 και ενόσω η πρώτη, η οποία από τώρα και στο εξής θα καλείται η ενάγουσα, οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΧΑ 410 ιδιοκτησίας της ενάγουσας στην αγωγή 1733/08 και ο δεύτερος το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KQV 124 ιδιοκτησίας της ενάγουσας στην αγωγή 1459/

  1. Ότι παρέμεινε να αποφασισθεί στις συνενωμένες αυτές αγωγές δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 21/4/2010 είναι το θέμα της ευθύνης αλλά και το ύψος των γενικών αποζημιώσεων που τυχόν δικαιούται η ενάγουσα στην αγωγή 2622/08 αφού πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτες συνήγοροι των διαδίκων προέβησαν σε δηλώσεις παραδεκτών γεγονότων. Πιο συγκεκριμένα στην αγωγή 2622/08 δηλώθηκαν τα ακόλουθα. Ότι οι ειδικές ζημιές επί πλήρους ευθύνης, ανέρχονται στο ποσό των Ε1.928= με νόμιμο τόκο επί του ποσού αυτού από 1/3/2012 και ότι τα έξοδα τυχόν μελλοντικής πλαστικής εγχείρησης στην οποία μπορεί να χρειασθεί να υποβληθεί η ενάγουσα, ανέρχονται στο ποσό των Ε3.417.20= με νόμιμο τόκο επί του ποσού αυτού από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης. Παρέμεινε όμως θέμα προς εκδίκαση η αναγκαιότητα αυτής της εγχείρησης. Δηλώθηκαν επίσης ως παραδεκτά γεγονότα ότι, η ενάγουσα υπέστη μεταξύ άλλων διάστρεμμα αυχένα και ότι ένεκα του ατυχήματος έλαβε αναρρωτική άδεια από τις 12/9/2007 έως τις 12/10/
  2. Ως Τεκμήριο 1 κατατέθηκε εκ συμφώνου ιατρικό πιστοποιητικό του νοσοκομείου και το περιεχόμενο του έγινε παραδεκτό ως προς την αλήθεια του. Στην αγωγή 1459/08 δηλώθηκε ότι επί πλήρους ευθύνης οι ειδικές ζημιές ανέρχονται στο ποσό των Ε3.820= με νόμιμο τόκο από την 1/3/2012 μέχρι εξόφλησης. Και τέλος στην αγωγή 1733/08 ότι οι ειδικές ζημιές και πάλι επί πλήρους ευθύνης ανέρχονται στο ποσό των Ε1.110= με νόμιμο τόκο επί του ποσού αυτού από 20/11/2009 μέχρι εξόφλησης. Πρέπει στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι παρά το γεγονός ότι στις αγωγές 1459/08 και 1733/08 έγινε προσεπίκληση τριτοδιαδίκων και μεταξύ αυτών και των εναγομένων, ανταλλάγησαν δικόγραφα, εντούτοις οι τριτοδιάδικοι δεν εκπροσωπήθηκαν στο Δικαστήριο κατά την ακροαματική διαδικασία. Προς απόδειξη της υπόθεσης της εκτός από την ίδια την ενάγουσα έδωσαν μαρτυρία ο Δρ Χειμωνίδης (Μ.Ε.1) και ο αστυφύλακας 4079 Σάββας Τρύφωνος (Μ.Ε. 2). Για την υπεράσπιση κατάθεσε ο ίδιος ο εναγόμενος και ο Δρ Σοφοκλής Νικολαϊδης (Μ.Υ.2). Στη συνέχεια δε και μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, οι ευπαίδευτες συνήγοροι των διαδίκων κατέθεσαν στο Δικαστήριο τις γραπτές τους αγορεύσεις, όπου εκτίθενται οι θέσεις και τα επιχειρήματα τους και τα οποία για το λόγο αυτό δεν θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω. Αχρείαστο επίσης θεωρώ να επαναλάβω τη μαρτυρία που έχει προσκομισθεί και η οποία είναι καταγραμμένη στα πρακτικά, γι' αυτό και θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της, έχοντας κατά νου τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, ότι πρόκειται για υπόθεση πολιτικής φύσης που κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικά ή εξ' ολοκλήρου (βλ. Αγαπίου v. Παναγιώτου 1983

(1)ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη 1995
(2)ΑΑΔ 207, Χάρης Χρίστου v. Eυγενία Khoreva 2002 (1Α) 454). Ως προς το θέμα της ευθύνης αντικρουόμενες ήταν οι θέσεις των διαδίκων. Από τη μία η ενάγουσα υποστήριξε ότι ενώ οδηγούσε στην οδό Νίκαιας και πλησίαζε την συμβολή της με την οδό Συνεργατισμού, ελάττωσε ταχύτητα και άναψε το φωτεινό σηματοδότη του αυτοκινήτου που οδηγούσε δείχνοντας την πρόθεση της να στρίψει δεξιά για να εισέλθει στην οδό Συνεργατισμού. Αφού βεβαιώθηκε ότι από απέναντι της δεν έρχονταν αυτοκίνητα και ότι τα οχήματα που την ακολουθούσαν, μεταξύ αυτών και αυτό που οδηγείτο από τον εναγόμενο βρίσκονταν σε μακρινή απόσταση, άρχισε να στρίβει για να εισέλθει στην οδό Συνεργατισμού. Έτσι επήλθε η σύγκρουση με το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο εναγόμενος ο οποίος επιχείρησε να την προσπεράσει παρά το γεγονός ότι υπήρχε στο δρόμο συνεχόμενη άσπρη γραμμή η οποία απαγόρευε το προσπέρασμα. Στο σημείο του δρόμου μπροστά από την οδό Συνεργατισμού η γραμμή αυτή ήταν διακεκομμένη και επέτρεπε τη στροφή προς την οδό αυτή. Αντίθετα η θέση την οποία ο εναγόμενος υποστήριξε κατά την ένορκο μαρτυρία του ήταν ότι για πολλή ώρα ακολουθούσε το αυτοκίνητο που η ενάγουσα οδηγούσε με πολύ χαμηλή ταχύτητα. Έτσι σε κάποια χρονική στιγμή έχασε την υπομονή του λόγω της χαμηλής της ταχύτητας και αποφάσισε να την προσπεράσει. Έδειξε την πρόθεση του να το πράξει και ενώ την προσπερνούσε, αυτή ξαφνικά και απότομα και χωρίς να δείξει με τον σηματοδότη της την πρόθεση της να στρίψει δεξιά, επιχείρησε να εισέλθει στη δεξιά λωρίδα με πρόθεση να στρίψει στη συνέχεια δεξιά εντός της οδού Συνεργατισμού με αποτέλεσμα να επέλθει η σύγκρουση. Από την αρχή πρέπει να λεχθεί ότι μεταξύ των δύο αντικρουόμενων εκδοχών επιλέγω ως πλέον ειλικρινή και αξιόπιστη αυτή της ενάγουσας. Και αυτό γιατί αυτή κατάθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου με πλήρη φυσικότητα και άνεση. Απαντούσε στις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν ακόμα και κατά το στάδιο της αντεξέτασης, με μεγάλη αμεσότητα, ευθύτητα αλλά και σταθερότητα χωρίς σε κανένα σημείο της μαρτυρίας της να διακρίνω οτιδήποτε ικανό να κλονίσει τη θετική εντύπωση που σχημάτισα γι' αυτήν ως μάρτυρα της αλήθειας. Τα μόνα σημεία από τη μαρτυρία της τα οποία δεν αποδέχομαι, αφορούν γνώμες και απόψεις που εξέφρασε σε σχέση με τον τρόπο που έγινε το ατύχημα και στην ταχύτητα με την οποία οδηγούσε ο εναγόμενος και την οποία υπολόγισε όπως είπε λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης και των ζημιών που προκλήθηκαν. Αυτές δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές αφού αφορούν ζητήματα για τα οποία απαιτείται εμπειρογνωμοσύνη την οποία όμως δεν διαφάνηκε να διαθέτει. Δεν γίνονται επίσης αποδεκτοί για τους λόγους που πιο κάτω αναφέρονται κάποιοι ισχυρισμοί της σε σχέση με δυσμορφία της μύτης και την λόγω αυτής πρόκλησης στην ίδια αρνητικών συναισθημάτων. Ο εναγόμενος δεν με έπεισε ότι είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Και αυτό για διάφορους λόγους. Κατ' αρχήν γιατί άλλα ανάφερε στην κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία μετά το ατύχημα όπου ουσιαστικά παραδέχθηκε ευθύνη για την πρόκληση του ατυχήματος και άλλα προέβαλε ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου. Παρά την προσπάθεια που κατέβαλε να δώσει επαρκείς εξηγήσεις και να δικαιολογήσει τη διαφοροποίηση αυτή στους ισχυρισμούς του, αυτή, παρέμεινε εντελώς ανεπιτυχής. Στην προσπάθεια του να απαγκιστρωθεί από τα όσα είναι καταγραμμένα στην κατάθεση του Τεκμήριο 5, κατά την ένορκο του μαρτυρία προέβαλε διάφορους ισχυρισμούς σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έδωσε την κατάθεση στον Μ.Ε.2, προσπαθώντας ουσιαστικά να πείσει ότι την εποχή εκείνη δεν γνώριζε καλά την Ελληνική γλώσσα και ότι κατά το χρόνο που την έδιδε βρισκόταν σε κατάσταση σιοκ. Όπως ισχυρίσθηκε, ο Μ.Ε.2 έγραψε μόνος του την κατάθεση και ο ίδιος απλώς την υπέγραψε χωρίς να την διαβάσει και συμφωνώντας απλώς με αυτά που ο αστυφύλακας είχε καταγράψει. Ισχυρίσθηκε ακόμα ότι ο αστυφύλακας δεν τον ρώτησε αν μιλά Ελληνικά ή Αγγλικά, ούτε και αν χρειαζόταν τη βοήθεια μεταφραστή. Ήταν η θέση του ότι επειδή είχε ζήσει για πολλά χρόνια στο εξωτερικό, δεν είχε αντιληφθεί το νόημα των όσων καταγράφηκαν στην κατάθεση, καθότι την περίοδο εκείνη η γνώση του στην Ελληνική γλώσσα «ήταν πολύ αδύνατη» και ούτε καν μπορούσε να διαβάσει κείμενα γραμμένα στη γλώσσα αυτή. Όμως και παρά τη σοβαρότητα των ισχυρισμών του αυτών, τίποτε από τα πιο πάνω δεν υποβλήθηκε στον Μ.Ε.2 κατά την αντεξέταση του, ώστε να του δοθεί έτσι η δυνατότητα να προβάλει τους δικούς του ισχυρισμούς. Ότι μόνο υποβλήθηκε σε αυτόν ήταν ότι ο εναγόμενος δεν μπορούσε να διαβάσει την κατάθεση του γι' αυτό και ο Μ.Ε.2 του την διάβασε και ο εναγόμενος απλώς την υπέγραψε. Και αυτό, παρά το ότι ο αστυφύλακας από την αρχή είπε ότι σε παρόμοιες περιπτώσεις συνηθίζει πάντα να δίδει την κατάθεση του στο πρόσωπο που τη δίδει να την διαβάσει προτού την υπογράψει. Εάν όμως αυτός προτιμά, τότε του τη διαβάζει ο ίδιος. Υποβλήθηκε επίσης στο μάρτυρα ότι αυτό έγινε γιατί ο εναγόμενος δεν μπορούσε να διαβάσει Ελληνικά. Παρά την απάντηση του μάρτυρα ότι αυτό δεν το γνωρίζει, δεν του υποβλήθηκε ότι ο εναγόμενος δεν μπορούσε να αντιληφθεί και να μιλήσει επαρκώς τη γλώσσα και συνεπώς γι' αυτό και δεν αντιλήφθηκε τι υπέγραφε, όπως ήταν οι ισχυρισμοί του εναγομένου. Σημαντικό είναι και πρέπει να λεχθεί ότι ο εναγόμενος δεν ζήτησε να του παρασχεθεί βοήθεια διερμηνέα και σε καμία περίπτωση δεν ανάφερε ότι πληροφόρησε τον αστυφύλακα για τη δήθεν μη κατανόηση της Ελληνικής γλώσσας, κάτι που θεωρώ ότι θα ήταν εύλογο και αναμενόμενο εάν πράγματι οι ισχυρισμοί του ήταν αληθείς. Και τούτο λαμβανομένου ιδιαίτερα υπόψη ότι ήταν σε γνώση του ότι σκοπός της συνάντησης του με τον αστυφύλακα ήταν να δώσει κατάθεση για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το ατύχημα για το οποίο γινόταν διερεύνηση. Διότι δεν είναι αναμενόμενο από ένα μέσο λογικό άτομο το οποίο δεν γνωρίζει επαρκώς μία γλώσσα στην οποία ερωτάται για να δώσει κατάθεση για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επισυνέβη ένα τροχαίο ατύχημα στο οποίο ο ίδιος ενεπλάκη και για το οποίο γίνεται διερεύνηση από την αστυνομία, να μην αναφέρει καν στον αστυφύλακα την έλλειψη επαρκούς κατανόησης της γλώσσας αυτής. Στην προσπάθεια του να πείσει ότι απλώς συμφώνησε με τα όσα κατέγραψε στην κατάθεση ο Μ.Ε.2, ήταν σε κάποια στιγμή πολύ υπερβολικός. Όταν ρωτήθηκε «Εάν σας έλεγε (ο αστυφύλακας) ότι εκάμετε φόνο θα συμφωνούσατε;» απάντησε κατά λέξη «Πιθανόν, δεν θα καταλάβαινα». Ενώ ο ίδιος ο εναγόμενος ισχυρίσθηκε ότι ο αστυφύλακας έγραψε μόνος του την κατάθεση και ο ίδιος απλώς την υπέγραψε, σε υποβολή που έγινε στο μάρτυρα κατά το στάδιο της αντεξέτασης του, του υποβλήθηκε ότι «Εξήγησες στον εναγόμενο τι σημαίνει το παραδέχομαι, το αναλαμβάνω ευθύνη ή γράψατε ότι σας είπε;» (η υπογράμμιση είναι δική μου). Αυτό, είναι ένα σημείο που υποδεικνύει την αντιφατικότητα των θέσεων που προωθήθηκαν από την πλευρά του εναγομένου και συνεπώς και την έλλειψη πειστικότητας σε αυτές, ο οποίος ενώ από τη μια ισχυρίζεται ότι ο αστυφύλακας έγραψε ουσιαστικά μόνος του ότι ήθελε, από την άλλη άλλα προκύπτουν από την υποβολή της συνηγόρου του. Σε κάποια σημεία παρουσιάσθηκε με επιλεκτική μνήμη. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι αυτό στο οποίο δεν μπορούσε να θυμηθεί εάν ο αστυφύλακας του εξήγησε για ποιο λόγο θα του έπαιρνε την κατάθεση, λέγοντας ότι ο λόγος που δεν μπορούσε να θυμηθεί ήταν γιατί πέρασε πολλής καιρός από τότε. Και αυτό παρά το ότι σε άλλο σημείο ανάφερε ότι γνώριζε τον σκοπό της συνάντησης του με τον αστυφύλακα. Την ίδια επιλεκτική μνήμη παρουσίασε και σε άλλη περίπτωση όταν ρωτήθηκε που βρισκόταν το αυτοκίνητο που οδηγούσε η ενάγουσα την ώρα της σύγκρουσης. Ενώ αρχικά δέχθηκε ότι γνώριζε ότι το προσπέρασμα στο συγκεκριμένο σημείο ήταν παράνομο, αντεξεταζόμενος διερωτήθηκε αν ήταν έτσι. Είπε συγκεκριμένα «το γεγονός ότι περνούσα μια ίσια γραμμή ήταν παράνομο;». Στη συνέχεια και ερωτώμενος αν γνώριζε ότι ήταν παράνομο το γεγονός ότι προσπάθησε να προσπεράσει μπροστά από πάροδο απάντησε αόριστα λέγοντας «υποθέτω». Αναφορά πρέπει να γίνει και στη γενικότερη στάση και συμπεριφορά του από το εδώλιο του μάρτυρα και η οποία συνέτεινε στη δημιουργία της αρνητικής εντύπωσης που σχημάτισα γι' αυτόν ως μάρτυρα της αλήθειας. Κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του και ιδιαίτερα κατά το στάδιο της αντεξέτασης ήταν πολύ αμήχανος. Ενδεικτικό της αμηχανίας του ήταν το γεγονός ότι καθ' όλη σχεδόν τη διάρκεια της αντεξέτασης κουνιόταν πάνω στην καρέκλα που καθόταν μέσα στο εδώλιο του μάρτυρα, ενώ μόλις η αντεξέταση ολοκληρώθηκε αναστέναξε με τρόπο που έδειχνε την ανακούφιση του για την αποπεράτωση μιας διαδικασίας που τον έθετε σε δυσχερή θέση. Σε πολλές περιπτώσεις καθυστερούσε να απαντήσει στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν και σε άλλες απέφευγε επιμελώς να κοιτάζει προς το Δικαστήριο. Σε μια άλλη περίπτωση όταν έλεγε ότι ο αστυφύλακας του «είπε» τα όσα είναι καταγραμμένα στην κατάθεση, χαμογελούσε κοροϊδευτικά. Για τους πιο πάνω λόγους και σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρέχεται από τη νομολογία δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του εκτός μόνο από το σημείο ότι σε κάποιο σημείο αποφάσισε να προσπεράσει την ενάγουσα και ότι γνώριζε ότι στο σημείο εκείνο υπήρχε στο δρόμο συνεχόμενη άσπρη γραμμή που καθιστούσε παράνομο το προσπέρασμα. Για το θέμα της ευθύνης εκτός από τη μαρτυρία που προσκόμισαν οι ίδιοι οι διάδικοι σχετική είναι και η μαρτυρία του αστυφύλακα 4079 Σάββα Τρύφωνος (Μ.Ε. 2). Αυτός μου έκαμε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας, γιατί κατάθεσε τα όσα περιήλθαν σε γνώση του με αντικειμενικότητα και ως ανεξάρτητος μάρτυρας. Είμαι βέβαιη ότι μαρτύρησε τα όσα περιήλθαν στην αντίληψη του από την εξέταση του δυστυχήματος και όλα όσα του αναφέρθηκαν χωρίς καμία πρόθεση να τα παραποιήσει ή να τα αλλοιώσει προς όφελος οποιουδήποτε από τους διαδίκους. Μερικά από τα όσα ο μάρτυρας κατάθεσε αποτελούν εξ' ακοής μαρτυρία, η οποία πλέον σύμφωνα με τον Περί Αποδείξεως Νόμο Κεφ.9, αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία και η βαρύτητα που θα της προσδοθεί εναπόκειται στο Δικαστήριο, το οποίο μπορεί να λάβει υπόψη του διάφορους παράγοντες, οι οποίοι ενδεικτικά και μόνο εκτίθενται στο Νόμο. Στην εξεταζόμενη υπόθεση και αφού έλαβα υπόψη μου τις περιστάσεις της υπόθεσης και ειδικότερα ότι ο Μ.Ε.2 εξέτασε την σκηνή του δυστυχήματος μέσα στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων του, διερεύνησε τα περιστατικά που το αφορούσαν λαμβάνοντας καταθέσεις από τους οδηγούς των εμπλεκομένων οχημάτων, ότι όλα όσα κατάθεσε αποτελούν πρώτου βαθμού εξ' ακοής μαρτυρία, ότι δεν διαφάνηκε να είχε οποιοδήποτε κίνητρο να παραποιήσει ή να αλλοιώσει την αλήθεια και γενικότερα λόγω της καλής εντύπωσης που σχημάτισα για αυτόν ως μάρτυρα της αλήθειας θεωρώ ότι το γεγονός ότι μέρος της μαρτυρίας του αποτελεί εξ' ακοής μαρτυρία, δεν είναι ικανό να μειώσει ή να επηρεάσει με οποιοδήποτε τρόπο τη βαρύτητα που πρέπει να της δοθεί. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία του. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Κατά τον ουσιώδη χρόνο η ενάγουσα οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΧΑ 410 ιδιοκτησίας της ενάγουσας στην αγωγή 1733/08 και ο εναγόμενος την ακολουθούσε οδηγώντας το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KQV 124 ιδιοκτησίας της ενάγουσας στην αγωγή 1459/08, στην οδό Νίκαιας στη Λεμεσό. Και τα δύο αυτοκίνητα κινούνταν με βόρεια κατεύθυνση. Όταν η ενάγουσα πλησίασε στην συμβολή με την οδό Συνεργατισμού ελάττωσε ταχύτητα και ενεργοποίησε το φωτεινό σηματοδότη του αυτοκινήτου που οδηγούσε, δείχνοντας την πρόθεση της να στρίψει δεξιά και να εισέλθει στην οδό Συνεργατισμού. Αφού βεβαιώθηκε ότι από απέναντι της δεν έρχονταν αυτοκίνητα και ότι τα οχήματα που την ακολουθούσαν, μεταξύ αυτών και αυτό που οδηγούσε ο εναγόμενος βρίσκονταν μακριά, άρχισε να στρίβει δεξιά για να εισέλθει στην οδό Συνεργατισμού. Κατά τον ίδιο χρόνο ο εναγόμενος στην προσπάθεια του να προσπεράσει το αυτοκίνητο που οδηγούσε η ενάγουσα κτύπησε στο αυτοκίνητο της το οποίο μετά τη σύγκρουση κατέληξε σε παρακείμενο χωράφι. Η οδός Νίκαιας είναι ευθεία οδός και η ορατότητα στο σημείο της σύγκρουσης και σύμφωνα με την πορεία των δύο οχημάτων είναι περί τα 300 μέτρα. Η οδός, χωρίζεται με άσπρη διαχωριστική γραμμή σύμφωνα με την οποία απαγορεύεται το προσπέρασμα και η οποία κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν ευδιάκριτη. Στη συμβολή της με την οδό Συνεργατισμού, η γραμμή αυτή διακόπτεται και επιτρέπει τη στροφή προς τα δεξιά των αυτοκινήτων που κινούνται με βόρεια κατεύθυνση προς την οδό Συνεργατισμού. Το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας από αυτήν που χρησιμοποιούσαν οι δύο οδηγοί. Σε σχέση με το ζήτημα της αμέλειας καθοδηγητικά είναι τα όσα αναφέρονται στην υπόθεση Σωκράτους v. Aστυνομίας
(1989)2 AAΔ.1: «Η αμέλεια σύγκειται στην παράλειψη εκπλήρωσης του καθήκοντος μέριμνας και φροντίδας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας ( duty of care) oφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του οδηγού, το γείτονα όπως επιγραμματικά αναφέρεται στην απόφαση του Λόρδου Atkin στην υπόθεση Donoghue v. Stevenson
(1932)a.c. 562». Σχετικά είναι επίσης τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Στρατμάρκο Λτδ v. Πέτρου Μιχαήλ
(1989)1 (Ε) ΑΑΔ 453, στην οποία καθορίστηκε τι συνιστά αμέλεια και διευκρινίστηκαν τα στοιχεία που τη συνθέτουν. Το καθήκον του οδηγού είναι να ενεργεί όπως ένας λογικός και συνετός οδηγός, θα οδηγούσε υπό τις περιστάσεις και το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Στην υπό κρίση υπόθεση και όπως διαφάνηκε από τη μαρτυρία που έχει γίνει αποδεκτή, ο εναγόμενος παραβίασε την άσπρη συνεχόμενη γραμμή και συνεπώς την υποχρέωση που του επέβαλλε ο ίδιος ο Νόμος να μην προσπερνά στο συγκεκριμένο σημείο του δρόμου. Αγνόησε περαιτέρω την πρόθεση της ενάγουσας να στρίψει δεξιά για να εισέλθει στην οδό Συνεργατισμού παραλείποντας με τον τρόπο αυτό να ασκήσει το καθήκον δέουσας επιμέλειας και προσοχής. Και αυτό παρά το γεγονός ότι η ενάγουσα είχε επιδείξει την πρόθεση της αυτή να στρίψει δεξιά ενεργοποιώντας το δείκτη του αυτοκινήτου που οδηγούσε. Στην εξεταζόμενη περίπτωση η ευθύνη του εναγομένου είναι έκδηλη. Αυτός παραβιάζοντας την άσπρη συνεχόμενη γραμμή που απαγόρευε το προσπέρασμα, επιχείρησε να προσπεράσει από δεξιά το προπορευόμενο αυτοκίνητο που οδηγείτο από την ενάγουσα και το οποίο κατά τον ουσιώδη χρόνο επιχειρούσε στροφή προς τα δεξιά για να εισέλθει στην οδό Συνεργατισμού. Και αυτό, χωρίς να ελέγξει επαρκώς την τροχαία κίνηση με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί την πρόθεση της ενάγουσας να εισέλθει στην οδό Συνεργατισμού, ενέργεια που ήταν απολύτως επιτρεπτή και για την οποία η ενάγουσα και προτού την επιχειρήσει εκδήλωσε την πρόθεση της, ανάβοντας τον φωτεινό σηματοδότη του αυτοκινήτου της και ελέγχοντας τόσο την τροχαία κίνηση από απέναντι όσο και αυτή που την ακολουθούσε. Ο εναγόμενος αγνοώντας παντελώς την ύπαρξη της άσπρης διαχωριστικής γραμμής που του απαγόρευε το προσπέρασμα παρέβη ουσιαστικά καθήκον που του επέβαλε ο ίδιος ο Νόμος. Αγνοώντας την υποχρέωση του αυτή, επιχείρησε να προσπεράσει το αυτοκίνητο της ενάγουσας το οποίο αυτή, οδηγούσε κανονικά στην οδό Νίκαιας και προσπαθούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο να στρίψει δεξιά για να εισέλθει στην οδό Συνεργατισμού, ενέργεια που ήταν απόλυτα επιτρεπτή. Ο εναγόμενος όχι μόνο παρέβη την υποχρέωση του να μην προσπεράσει, υποχρέωση που όπως και ο ίδιος δέχθηκε γνώριζε πολύ καλά, αλλά επιχείρησε να το πράξει αγνοώντας πλήρως την πρόθεση της ενάγουσας να στρίψει δεξιά για να εισέλθει στην οδό Συνεργατισμού και την οποία αυτή κατέστησε έκδηλη. Γενεσιουργός λοιπόν αιτία του ατυχήματος ήταν η ενέργεια του εναγομένου να προσπεράσει το αυτοκίνητο της ενάγουσας κατά το χρόνο που αυτή είχε ήδη εκδηλώσει την πρόθεση της και επιχειρούσε να στρίψει στην πάροδο δεξιά. Και αυτό παρά την ύπαρξη της συνεχόμενης διαχωριστικής γραμμής που του απαγόρευε τέτοια ενέργεια και παρά το ότι η ενάγουσα γνωστοποίησε την πρόθεση της αυτή ενεργοποιώντας τον φωτεινό σηματοδότη του αυτοκινήτου της. Ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι η ενάγουσα είχε οποιοδήποτε καθήκον να εντείνει την προσοχή της έναντι δυνητικού κινδύνου που θα μπορούσε να προκύψει από ενέργεια άλλου οδηγού, πριν τέτοιος κίνδυνος εκδηλωθεί. Και αυτό γιατί και όπως είναι καλά νομολογημένο το καθήκον για επιμελή οδήγηση δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας από άλλους οδηγούς (βλ. Ζαχαρία κ.ά. ν. Καραολή
(2004)1 Α.Α.Δ. 72). Και αυτό λαμβανομένου υπόψη ότι στην εξεταζόμενη περίπτωση έγινε δεκτή η μαρτυρία της ενάγουσας και αποτέλεσε εύρημα του Δικαστηρίου ότι αυτή και πριν επιχειρήσει την στροφή προς τα δεξιά για να εισέλθει στην οδό Συνεργατισμού, ήλεγξε μεταξύ άλλων την τροχαία κίνηση που ερχόταν από απέναντι καθώς και αυτήν που ακολουθούσε και βεβαιώθηκε ότι τα οχήματα που την ακολουθούσαν, μεταξύ αυτών και του εναγόμενου, βρίσκονταν μακριά. Κρίνεται περαιτέρω ότι η εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου του εναγομένου ότι τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι πανομοιότυπα με αυτά της Ψηλογένης v. Κεττένη
(2004)1 (Γ) ΑΑΔ 1511 δεν με βρίσκει σύμφωνη. Και αυτό γιατί στην υπόθεση Ψηλογένης τα γεγονότα είναι ακριβώς αντίθετα με της παρούσας. Γιατί μπορεί μεν να εμπλέκονται οχήματα που το ένα επιχειρούσε κατά τη στιγμή της σύγκρουσης να προσπεράσει και το άλλο να στρίψει δεξιά, όμως αντίθετα από τα γεγονότα της παρούσας, ο οδηγός του οχήματος που επιχείρησε το προσπέρασμα, το έπραξε κανονικά μετά που έδωσε κατάλληλη προειδοποίηση με το σηματοδότηση του, ενώ ο οδηγός που επιχείρησε τη στροφή δεξιά το έπραξε χωρίς να γνωστοποιήσει την πρόθεση του γι' αυτό. Θα πρέπει τώρα να εξετασθεί κατά πόσον έχει στοιχειοθετηθεί συντρέχουσα αμέλεια της ενάγουσας. Είναι θεμελιωμένο ότι η συντρέχουσα αμέλεια αποτελείται από την παράλειψη λήψεως επαρκών προφυλάξεων από τον ενάγοντα για τη δική του ασφάλεια. Όπως επαναλήφθηκε στην Σολωμού v. Γενικού Εισαγγελέα
(2009)1 (Α) ΑΑΔ 623 : «....... το μόνο που απαιτείται να αποδειχθεί είναι το κατά πόσο το βλαβέν πρόσωπο, παρά το δικό του συμφέρον, παρέλειψε να ασκήσει εύλογη φροντίδα για τη δική του ασφάλεια και συνέβαλε με τη δική του παράλειψη στην πρόκληση της βλάβης που υπέστη. (Βλ. σχετικά Siakos v. Nicolaou
(1980)1 C.L.R.333, Xenophontos and Another v. Anastassiou
(1981)1 C.L.R. 521)». Πρέπει όπως λέχθηκε και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Στυλιανού κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1718 «..... να αποδεικτεί ότι ο ενάγων προέβη σε ενέργειες που συνέβαλαν στον τραυματισμό του». Στην παρούσα περίπτωση κρίνεται ότι δεν μπορεί να αποδοθεί στην ενάγουσα οποιοδήποτε ποσοστό συντρέχουσας αμέλειας. Και αυτό για τους ακόλουθους λόγους. Η ενάγουσα οδηγούσε κανονικά το αυτοκίνητο της στην οδό Νίκαιας στην οποία απαγορευόταν το προσπέρασμα με άσπρη διαχωριστική γραμμή που ήταν εμφανής. Όταν πλησίασε στην συμβολή με την οδό Συνεργατισμού ελάττωσε ταχύτητα και ενεργοποίησε το φωτεινό σηματοδότη του αυτοκινήτου της δείχνοντας την πρόθεση της να στρίψει δεξιά και να εισέλθει στην οδό Συνεργατισμού, ενέργεια που ήταν απόλυτα επιτρεπτή. Αφού βεβαιώθηκε ότι από απέναντι της δεν έρχονταν αυτοκίνητα και ότι τα οχήματα που την ακολουθούσαν, μεταξύ αυτών και του εναγόμενου βρίσκονταν μακριά, άρχισε να στρίβει δεξιά για να εισέλθει στην οδό Συνεργατισμού. Όπως προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου η ενάγουσα ενήργησε ως ένας λογικός και συνετός οδηγός, σε αντίθεση με τον εναγόμενο ο οποίος αγνοώντας τις σημάνσεις και την υποχρέωση που είχε τεθεί από τον ίδιο το Νόμο και απαγόρευε το προσπέρασμα, δεν δίστασε να το πράξει, χωρίς μάλιστα να προσέξει την εμφανή και εκδηλωθείσα πρόθεση της ενάγουσας να στρίψει δεξιά. Η παρούσα υπόθεση διαφοροποιείται από τα γεγονότα της Χαραλάμπους v. Ξυδά
(2007)ΑΑΔ 792 στην οποία παρέπεμψε επίσης η κα Πάλλη. Και αυτό γιατί στην παρούσα, η ενάγουσα γνωστοποίησε την πρόθεση της να στρίψει δεξιά και παράλληλα βεβαιώθηκε ότι τα οχήματα που την ακολουθούσαν, μεταξύ αυτών και του εναγόμενου βρίσκονταν μακριά. Όπως προαναφέρεται, κάποιες από τις σωματικές βλάβες για τις οποίες η ενάγουσα αξιώνει αποζημιώσεις, ήταν παραδεκτές. Αυτές καταγράφονται στο ιατρικό πιστοποιητικό του νοσοκομείου Λεμεσού το οποίο κατατέθηκε εκ συμφώνου ως Τεκμήριο 1 και του οποίου το περιεχόμενο έγινε παραδεκτό ως προς την αλήθεια του. Σύμφωνα με το ιατρικό αυτό πιστοποιητικό, η ενάγουσα όταν μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο με ασθενοφόρο, κάτι που σύμφωνα με τη μαρτυρία της έγινε αμέσως μετά το ατύχημα, διαπιστώθηκε ότι έφερε μικρό θλαστικό τραύμα ρινός. Αφού της έγινε καθαρισμός του τραύματος και συγκόλληση με ειδική γόμα, της χορηγήθηκε εμβόλιο τετάνου και απολύθηκε με παυσίπονα και οδηγίες για επανεξέταση. Συνεπώς τα πιο πάνω αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου. Πρόσθετα δηλώθηκαν ως παραδεκτά και αποτελούν συνεπώς και αυτά ευρήματα του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα υπέστη διάστρεμμα αυχένα και έλαβε αναρρωτική άδεια ενός μηνός, από 12/9/2007 μέχρι 12/10/2007. Για κάποιες άλλες σωματικές βλάβες οι διάδικοι προσκόμισαν μαρτυρία. Εκτός από την ίδια την ενάγουσα, μαρτυρία έδωσαν ο Δρ Α. Χειμωνίδης (Μ.Ε.1) και ο Δρ Σ. Νικολαϊδης (Μ.Υ.2) οι οποίοι και κατάθεσαν τα ιατρικά πιστοποιητικά τα οποία ετοίμασαν ως Τεκμήρια 2 και 8 αντίστοιχα. Πως πρέπει να προσεγγίζεται η μαρτυρία των ιατρών, προσδιορίσθηκε στην υπόθεση Σπύρου v. Χαραλάμπους
(1989)1 ΑΑΔ 289. Σε αυτήν αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Με την πρόοδο της επιστήμης τα Δικαστήρια δέχονται μαρτυρία εμπειρογνωμόνων και χρησιμοποιούν την εξειδικευμένη γνώση τους για να καταλήξουν σε ορθές αποφάσεις. Το καθήκον των μαρτύρων αυτών είναι να δώσουν στον δικαστή τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να μπορέσει να σχηματίσει γνώμη για την ανεξαρτησία της κρίσης τους και να καταλήξει ορθά στα ευρήματα των γεγονότων από την ενώπιον του μαρτυρία. Κατά κανόνα η ιατρική μαρτυρία, όπως και άλλη μαρτυρία εμπειρογνώμονα, θεωρείται ότι είναι μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα (R. V. Lantear
(1968)1 All E.R. 683, Andreas Anastasiades v. The Republic
(1977)2 CLR 97, Kyriakos Nicole Kouppis v. The Republic
(1977)2 CLR 361)». Ως πλέον αξιόπιστη και επιστημονικά τεκμηριωμένη επιλέγω και αποδέχομαι τη μαρτυρία του Δρ Χειμωνίδη. Αυτός μου έκαμε πολύ καλή εντύπωση ως επιστήμονας που κατάθεσε στο Δικαστήριο με αντικειμενικότητα και ανεξαρτησία γνώμης χωρίς καμία υπερβολή. Σημαντικό είναι και πρέπει να επισημανθεί ότι και ο Δρ Νικολαϊδης που κλήθηκε από την υπεράσπιση δέχθηκε ότι στην περίπτωση που κάποιος ασθενής παρουσιάζει προβλήματα στην αναπνοή όπως και η ενάγουσα, ο μόνος τρόπος αντιμετώπισης της κατάστασης αυτής είναι η χειρουργική επέμβαση. Δέχθηκε ακόμα αντεξεταζόμενος ότι στην εξεταζόμενη περίπτωση τα παράπονα της ενάγουσας για ύπαρξη των προβλημάτων αυτών, συνάδουν με τους τραυματισμούς που υπέστη και ότι στην περίπτωση που κριθεί αναγκαία να γίνει εγχείρηση για διόρθωση του ρινικού διαφράγματος τότε «λογικά» πρέπει να διορθωθεί και το ρινικό οστό. Η μαρτυρία της ενάγουσας σε σχέση και με τις σωματικές της βλάβες γίνεται επίσης αποδεκτή, εκτός μόνο του μέρους εκείνου στο οποίο αναφέρθηκε σε δυσμορφία της μύτης και σε αισθήματα ανασφάλειας που της δημιουργήθηκαν. Και αυτό για το μοναδικό λόγο ότι αυτοί οι ισχυρισμοί της βρίσκονται εκτός των δικογραφημένων της θέσεων. Με βάση τα πιο πάνω, είναι η κατάληξη μου ότι πρόσθετα με τις σωματικές βλάβες που όπως προαναφέρεται ήταν παραδεκτές και αποτέλεσαν ευρήματα του Δικαστηρίου, η ενάγουσα υπέστη και τις ακόλουθες. Κάταγμα ρινικού οστού. Οίδημα και αιμάτωμα ρινός και των δύο οφθαλμών. Της δόθηκαν οδηγίες για χρήση αυχενικού κολλάρου, το οποίο η ενάγουσα χρησιμοποίησε για περίοδο μίας εβδομάδας και στη συνέχεια για τις επόμενες τρείς εβδομάδες περίπου, όποτε ένοιωθε πόνους και κυρίως το βράδυ. Τις πρώτες δύο με τρεις εβδομάδες η ενάγουσα υπέφερε από ζαλάδες και πονοκεφάλους οι οποίοι στη συνέχεια υποχώρησαν. Αντικείμενο αμφισβήτησης αποτέλεσε η ανάγκη για υποβολή της ενάγουσας σε χειρουργική επέμβαση για διόρθωση σκολίωσης διαφράγματος και ρινοπλαστικής για διόρθωση του ρινικού οστού. Όπως προαναφέρεται η μαρτυρία του Δρ Χειμωνίδη ο οποίος υποστήριξε τη διενέργεια μιας τέτοιας επέμβασης έγινε αποδεκτή και συνεπώς συνάγεται και ανάλογο εύρημα του Δικαστηρίου, ότι δηλαδή είναι αναγκαίο όπως η ενάγουσα υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση για διόρθωση σκολίωσης διαφράγματος και ρινοπλαστικής για διόρθωση του ρινικού οστού, κάτι που σημαντικό είναι να επαναληφθεί δέχθηκε τελικά και ο Δρ Νικολαϊδης που κλήθηκε από την υπεράσπιση. Προέβαλε η ευπαίδευτη συνήγορος του εναγομένου στη γραπτή της αγόρευση ότι η ενάγουσα δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που είχε στους ώμους της και δεν απέδειξε ότι η σκολίωση του ρινικού διαφράγματος που αυτή παρουσιάζει προκλήθηκε από το ατύχημα. Και αυτό γιατί ο Δρ Χειμωνίδης δέχθηκε ότι τέτοια σκολίωση μπορεί να προκληθεί από ατύχημα, αλλά μπορεί να υπάρχει εκ γενετής. Όμως στην εξεταζόμενη περίπτωση υπάρχει και η μαρτυρία της ίδιας της ενάγουσας που έγινε μάλιστα αποδεκτή και συνεπώς οδηγεί και σε ανάλογο εύρημα. Συνεπώς η εισήγηση αυτή της κας Πάλλη δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Αποτέλεσε επίσης εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου του εναγομένου ότι από οποιοδήποτε ποσό αποζημιώσεων επιδικασθεί στην ενάγουσα θα πρέπει να αποκοπεί ποσοστό της τάξης του 20% για το λόγο ότι αυτή δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας. Κάλεσε δε το Δικαστήριο να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό, αναπτύσσοντας τη συλλογιστική ότι δεν είναι δυνατό ο εναγόμενος ο οποίος φορούσε τέτοια ζώνη να υποστεί μόνο μικροεκδορές και η ενάγουσα η οποία ισχυρίσθηκε ότι χρησιμοποιούσε ζώνη ασφαλείας να υποστεί κάταγμα ρινικού οστού. Όμως, εκτός του ότι η ενάγουσα ρητά ανάφερε και έγινε πιστευτή ότι κατά την ώρα της σύγκρουσης φορούσε ζώνη ασφαλείας, ο εναγόμενος στην Έκθεση Υπεράσπισης του δεν δικογραφεί πουθενά τέτοιο ισχυρισμό, έτσι ώστε να υπήρχε δυνατότητα εξέτασης του ζητήματος για το οποίο πρέπει επίσης να λεχθεί ότι δεν δόθηκε μαρτυρία πραγματογνώμονα που να συσχετίζει τις προκληθείσες σωματικές βλάβες με την κατ' ισχυρισμό παράλειψη της ενάγουσας να είναι προσδεδεμένη με ζώνη ασφαλείας. Κατά τον καθορισμό του ύψους των γενικών αποζημιώσεων πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η τάση της νομολογίας για αύξηση των αποζημιώσεων σε σύγκριση με το ύψος των αποζημιώσεων που επιδικάζονταν στο παρελθόν (βλ. Paraskevaides (Oversas) Ltd v. Aristoph
(1982)1CLR), τάση που αντανακλά μεγαλύτερη ευαισθησία για τον ανθρώπινο πόνο, την αγωνία και την ταλαιπωρία (Μαυροπετρής v. Λούκα
(1995)1 ΑΑΔ 66). Όπως και όμως επαναλήφθηκε στην Γεώργιος Σωτηρίου v. Chapo (Investments) Ltd κ.α.
(2007)1Α ΑΑΔ 491 : «Ο καθορισμός και η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν έχει τιμωρητικό χαρακτήρα αλλά αποσκοπεί στην προσπάθεια επαναφοράς του θύματος στη κατάσταση του πριν από το ατύχημα». Αποτέλεσε επίσης εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου του εναγομένου ότι ένεκα της οικονομικής κρίσης που ταλανίζει τον τόπο μας, οι αποζημιώσεις που θα δοθούν θα πρέπει να είναι μειωμένες έτσι ώστε να συνάδουν όπως είπε με την πτωτική τάση της αγοράς. Δεν θα συμφωνήσω με την εισήγηση αυτή της κας Πάλλη. Και αυτό γιατί η οποιαδήποτε οικονομική κρίση υπάρχει, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη αποσπασματικά και χωρίς συνυπολογισμό όλων των παραγόντων που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη. Και αυτό γιατί η αποζημίωση του ανθρώπινου πόνου και η ταλαιπωρία, δεν μπορούν να εξαρτώνται αποκλειστικά και μόνο από τον παράγοντα αυτό. Εκείνο που είναι σημαντικό, είναι όπως οι αποζημιώσεις που επιδικάζονται είναι κοινωνικά αποδεκτές και αντικατοπτρίζουν όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Ταμπούρας v. Κολάνη
(2008)1 (Α) ΑΑΔ 384 την αγοραστική αξία του χρήματος τη δεδομένη στιγμή. Λέχθηκε συγκεκριμένα: «Η απόδοση αποζημιώσεων πρέπει επίσης να αντανακλά και να αντικατοπτρίζει την αγοραστική αξία του χρήματος σε δεδομένη στιγμή, ώστε με εύλογο τρόπο να προσεγγίζεται τουλάχιστο χρηματικά η αποκατάσταση της ζημιάς. (Lankuttis v. Νικόλα
(2002)1 Α.Α.Δ. 1128)». Λαμβάνοντας υπόψη τους τραυματισμούς της ενάγουσας όπως εκτίθενται πιο πάνω, τους πόνους και την ταλαιπωρία της, καθώς και το ύψος των αποζημιώσεων που επιδικάσθηκαν στην Ταμπούρας v. Κολάνη
(2008)1 (Α) ΑΑΔ 384 και στις λοιπές αποφάσεις στις οποίες γίνεται σε αυτήν αναφορά θεωρώ ως δίκαιο ποσό γενικών αποζημιώσεων, αυτό των Ε 10.000=. Όπως και πιο πάνω αναφέρεται, το ύψος των ειδικών ζημιών και στις τρεις συνενωμένες αγωγές έχουν συμφωνηθεί ως εξής. Στην αγωγή 2622/08 δηλώθηκε ότι ανέρχονται στο ποσό των Ε1.928= με νόμιμο τόκο επί του ποσού αυτού από 1/3/2012. Δηλώθηκε επίσης ότι τα έξοδα τυχόν μελλοντικής πλαστικής εγχείρησης στην οποία θα χρειασθεί να υποβληθεί η ενάγουσα ανέρχονται στο ποσό των Ε3.417.20= με νόμιμο τόκο επί του ποσού αυτού από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης. Η διενέργεια της εγχείρησης αυτής και για τους λόγους που εκτίθενται πιο πάνω έχει κριθεί αναγκαία και γι' αυτό και το ποσό αυτό θα επιδικασθεί. Στην αγωγή 1459/08 συμφωνήθηκαν ότι ανέρχονται στο ποσό των Ε3.820= με νόμιμο τόκο από την 1/3/2012 μέχρι εξόφλησης. Τέλος στην αγωγή 1733/08 ότι ανέρχονται στο ποσό των Ε1.110= με νόμιμο τόκο επί του ποσού αυτού από 20/11/2009 μέχρι εξόφλησης. Συνακόλουθα στην αγωγή 2622/08 εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγομένου για το ποσό των Ε 10.000= ως γενικές αποζημιώσεις, πλέον νόμιμο τόκο επί του ποσού αυτού από 12.9.2007 μέχρι εξόφλησης, πλέον ποσό Ε1.928= με νόμιμο τόκο επί του ποσού αυτού από 1/3/2012 μέχρι εξόφλησης, πλέον ποσό Ε3.417.20= ως έξοδα μελλοντικής εγχείρησης με νόμιμο τόκο επί του ποσού αυτού από σήμερα μέχρι εξόφλησης, πλέον δικηγορικά έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Στην αγωγή 1733/08 εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγομένου για το ποσό των Ε1.110= με νόμιμο τόκο επί του ποσού αυτού από 20/11/2009 μέχρι εξόφλησης, πλέον δικηγορικά έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η απαίτηση του εναγομένου εναντίον της τριτοδιαδίκου απορρίπτεται. Ενόψει του ότι δεν υπήρξε εμφάνιση για την τριτοδιάδικο στην ακροαματική διαδικασία θεωρώ ορθό και δίκαιο να μην εκδοθεί και δεν εκδίδεται καμία διαταγή για έξοδα για τη διαδικασία τριτοδιαδίκου. Ενόψει των ευρημάτων μου ως προς την ευθύνη η απαίτηση της ενάγουσας εναντίον της εναγομένης στην αγωγή 1459/08, απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της εναγομένης και εναντίον της ενάγουσας όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ως εκ του αποτελέσματος έκθετη σε απόρριψη είναι και η απαίτηση της εναγομένης εναντίον του τριτοδιαδίκου. Επειδή ούτε και σε αυτήν ο τριτοδιάδικος έχει λάβει μέρος στην ακροαματική διαδικασία δεν εκδίδεται καμία διαταγή για έξοδα σε σχέση με τη διαδικασία τριτοδιαδίκου. Νοείται πως για τις δικασίμους μετά την συνένωση των τριών αγωγών οι επιτυχόντες διάδικοι θα δικαιούνται σε ένα μόνο σετ εξόδων στην κλίμακα του μεγαλύτερου επιδικασθέντος ποσού. Υπ...... ...... ..... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Civil / final Subject : troheo atihima cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.