← Κύπρος

ΜΑΡΙΝΕΛΛΑΣ ΚΙΛΙΚΙΤΑ κ.α. ν. OLGA MIKHAILOVA κ.α., Αρ. Αγωγής: 1110/15, 16/6/2015

ΜΑΡΙΝΕΛΛΑΣ ΚΙΛΙΚΙΤΑ κ.α. ν. OLGA MIKHAILOVA κ.α., Αρ. Αγωγής: 1110/15, 16/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A161 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ.Ι. Κίτσιου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1110/15 Μεταξύ:

  1. ΜΑΡΙΝΕΛΛΑΣ ΚΙΛΙΚΙΤΑ, από τη Λεμεσό
  2. Μ. ΚΙΛΙΚΙΤΑ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ, από τη Λεμεσό Εναγόντων -και-
  3. OLGA MIKHAILOVA, από τη Λεμεσό
  4. ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ, από τη Λεμεσό
  5. ALINE HACHEM ΚΑΡΑΚΟΚΚΙΝΟΥ, από τη Λεμεσό
  6. RVZ TRUST COMPANY LIMITED, από τη Λεμεσό
  7. RVZ LIMITED, από το Μπελίζ Εναγόμενων Αίτηση ημερομηνίας 19.03.2015 για προσωρινά διατάγματα Ημερομηνία: 16.06.2015 Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Κ. Καρατσής με Ν. Πιριλλίδη για N. Pirillides & Associates LLc Για τους Εναγόμενους - Καθ' ων η Αίτηση: κ. Γ. Χριστοδούλου για Λ. Π"Φιλίππου & Σία ΔΕΠΕ (κ. Αυγουστή κατά την απόφαση) Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αξίωση των Εναγόντων, στην παρούσα αγωγή η οποία καταχωρήθηκε με Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα στις 19.03.2015, στηρίζεται σε παράβαση συμφωνίας και/ή εξαπάτηση τους από τους Εναγόμενους με σκοπό τη στέρηση είσπραξης χρημάτων από τους Ενάγοντες, ψευδείς παραστάσεις, πλέον διατάγματα για παροχή λογαριασμών και διορισμό ανεξάρτητου ελεγκτή. Την ίδια μέρα, 19.03.2015 οι Ενάγοντες καταχώρησαν μονομερή Αίτηση (στο εξής η επίδικη Αίτηση) με την οποία εξασφάλισαν, στις 20.03.2015, διατάγματα τύπου Anton Piller, Chabra καθώς επίσης και διάταγμα που να απαγορεύει στους Εναγόμενους 1 - 5 να αποσύρουν χρηματικό ποσό από τράπεζα στην Κύπρο ώστε να μην υπάρχει πιστωτικό υπόλοιπο κάτω από €250.000,00 προκειμένου αυτό να παραμείνει μέχρι την εκδίκαση της αγωγής και προς ικανοποίηση τυχόν απόφασης προς όφελος των Εναγόντων. Η επίδικη Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Μαρινέλλας Κιλικίτα - Ενάγουσα 1 - δικηγόρου, η οποία δηλώνει δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους Ενάγοντες 2, να προβεί στην ένορκη δήλωση. Οι Ενάγοντες 2 αποτελούν δικηγορική εταιρεία και εγγράφηκαν τον Αύγουστο του 2012, στη βάση συμφωνίας (στο εξής η Συμφωνία) της Ενάγουσας 1 με τους Εναγόμενους 1 και 2, η δε Ενάγουσα 1 είναι η μόνη διοικητική σύμβουλος και εγγεγραμμένη μέτοχος. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 είναι μόνιμοι κάτοικοι Λεμεσού, επίσης νομικοί, χωρίς όμως άδεια άσκησης δικηγορίας στην Κύπρο. Γνωρίστηκε μ' αυτούς περί το έτος 2006, κατά τη διάρκεια της κοινής απασχόλησης τους στο δικηγορικό γραφείο των Ανδρέας Νεοκλέους & Σια ΔΕΠΕ. Από τα τέλη του 2011, οι Εναγόμενοι 1 και 2 την προσέγγισαν και της πρότειναν αποχώρηση από τους Ανδρέας Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ και μετέπειτα συνεργασία τους, μέσω δικηγορικής εταιρείας που θα εγγραφόταν και θα πρόσφερε νομικές και άλλες συναφείς υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένης της σύστασης και άλλων θυγατρικών ή και συνδεδεμένων εταιρειών, οι οποίες θα πρόσφεραν εμπιστευτικές υπηρεσίες, υπηρεσίες καταπιστευματοδόχων, διευθυντών και γραμματέως. Η Εναγόμενη 3 είναι μόνιμη κάτοικος Λεμεσού, επίσης πρώην εργοδοτούμενη στο λογιστήριο των Ανδρέας Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ. Άρχισε την απασχόληση της στους Ενάγοντες 2 κατά ή περί τον Ιούνιο του 2012 στη θέση του οικονομικού ελεγκτή, ενεργώντας στη βάση οδηγιών της Εναγόμενης
  8. Οι Εναγόμενοι 4 (εταιρεία) καθώς και οι εταιρείες RVZ Management Services Limited, RVZ Nominee Services Limited και RVZ Secretarial Services Limited (στο εξής οι «RVZ εταιρείες») που συστάθηκαν μεταγενέστερα στη βάση της Συμφωνίας, συμφωνήθηκε ότι θα ανήκαν ή άλλως πως θα ελέγχονταν από τους Ενάγοντες 2 και θα προσέφεραν εμπιστευτικές υπηρεσίες και υπηρεσίες καταπιστευματοδόχων, διευθυντών, γραμματέως σε πελάτες των Εναγόντων
  9. Περαιτέρω, συμφωνήθηκε και συστάθηκε ακόμη μία Κυπριακή εταιρεία, υπό την επωνυμία Empoli Corporate Services Limited (στο εξής η «Empoli»), η οποία θα τιμολογούσε τις υπηρεσίες των Εναγόντων 2 και η μετοχική δομής της οποίας θα ήταν τέτοια ούτως ώστε να αντικατοπτρίζει τη μεταξύ τους συμφωνία. Οι Εναγόμενοι 4 καθώς επίσης και οι RVZ εταιρείες έχουν συσταθεί στην Κύπρο. Οι Εναγόμενοι 5 είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στη Μπελίζ και χρησιμοποιήθηκε παράνομα από τους Εναγόμενους 1 έως 4 για την τιμολόγηση και είσπραξη αμοιβής και/ή απόδοση στους Εναγόμενους 1 και 2 υπηρεσιών που προσέφεραν σε πελάτες οι Ενάγοντες
  10. Η ιδέα της συνεργασίας πίσω από την πρόταση των Εναγόμενων 1 και 2 ήταν ότι η Ενάγουσα 1 θα ήταν η ιδιοκτήτρια της νέας δικηγορικής εταιρείας, αφού ήταν και η μόνη εκ των τριών που κατείχε άδεια ασκήσεως επαγγέλματος δικηγόρου στην Κύπρο. Η Εναγόμενη 1, η οποία είναι ρωσικής καταγωγής, θα αναλάμβανε την εξεύρεση ξένων πελατών, κυρίως από τη ρωσική αγορά, και ο Εναγόμενος 2 θα συνέβαλλε με τις νομικές του γνώσεις και πείρα 30 χρόνων στον τομέα εταιρικών και εμπορικών θεμάτων. Τη χρηματοδότηση δε του όλου εγχειρήματος, θα αναλάμβανε κάποιος ρώσος επενδυτής, συνεργάτης και γνωστός της Εναγόμενης
  11. Η πρόταση των Εναγόμενων 1 και 2 έγινε αποδεκτή από την Ενάγουσα 1 και στη βάση προφορικής συμφωνίας που έγινε περί τα τέλη Φεβρουαρίου - αρχές Μαρτίου του 2012, συμφωνήθηκε όπως η Ενάγουσα 1 προχωρήσει στη σύσταση δικηγορικής εταιρείας, κάτι που έγινε με την εγγραφή των Εναγόντων 2, στην οποία θα κατείχε όλο το μετοχικό κεφάλαιο, η οποία με τη σειρά της θα κατείχε το 100% του μετοχικού κεφαλαίου των Εναγόμενων 4 ή καινούργιας θυγατρικής εταιρείας την οποία θα ενέγραφαν και η οποία θα τιμολογούσε και η ίδια απευθείας και/ή παράλληλα με τους Ενάγοντες 2, πελάτες των τελευταίων, κάτι που εν τέλει έγινε με την εγγραφή της εταιρείας Empoli, στην οποία θα συμμετείχαν η Ενάγουσα 1 κατά ποσοστό 22% και ο καθένας από τους Εναγόμενους 1 και 2 κατά ποσοστό 39%. Τα κέρδη και εν γένει εισοδήματα ως εκ της λειτουργίας και προσφοράς υπηρεσιών σε πελάτες των Εναγόντων 2, θα διανέμονταν και/ή θα καταβάλλονταν κατά ποσοστό 22% στους Ενάγοντες 2 και παν υπόλοιπο θα διανεμόταν και/ή θα καταβαλλόταν υπό μορφή φιλοδωρήματος (bonus) στους Εναγόμενους 1 και 2 εξ ημισείας. Τα ίδια ποσοστά θα ίσχυαν και για τις απευθείας τιμολογήσεις των Εναγόντων 2 ως προς τη διανομή των καθαρών κερδών (Τεκμήριο 2 αντίγραφο πιστοποιητικού έρευνας από το Τμήμα Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη για την εταιρεία Empoli, στην οποία φαίνεται το συμφωνηθέν ποσοστό συμμετοχής). Ως αποτέλεσμα της Συμφωνίας, τόσο η Ενάγουσα 1 όσο και η Εναγόμενη 1 αποχώρησαν από το δικηγορικό γραφείο Ανδρέας Νεοκλέους & Σια ΔΕΠΕ και το Μάιο του 2012, άρχισαν δε να οργανώνουν τη σύσταση των Εναγόντων 2 και γενικά τη στελέχωση τους με εξοπλισμό, ενώ ακολούθησαν ο Εναγόμενος 2 τον Οκτώβριο και η Εναγόμενη 3 τον Ιούνιο του ίδιου έτους. Συμφωνήθηκε ακόμη να πληρώνεται από τους Εναγόμενους 4, ένα μηνιαίο μισθό ύψους €1.200,00 στον καθένα, ενώ η Ενάγουσα 1 μέχρι και την έναρξη λειτουργίας των Εναγόντων 2 συμφωνήθηκε να παίρνει επιπλέον και ένα φιλοδώρημα (bonus) από τους Εναγόμενους 4 που ανερχόταν στο 5% των καθαρών κερδών τους. (Τεκμήριο 3 αντίγραφο της συμφωνίας εργοδότησης της Ενάγουσας 1, ημερομηνίας 02.05.2012 και Τεκμήριο 4 τροποποιητική συμφωνία ημερομηνίας 04.08.2012 αφαιρουμένου του εν λόγω φιλοδωρήματος). Την 03.08.2012 συστάθηκαν οι Ενάγοντες 2 και το Δεκέμβριο του ιδίου έτους οι RVZ εταιρείες. Τελικά οι Εναγόμενοι 4 επιλέγηκαν (αντί της Empoli) για να τιμολογούν πελάτες των Εναγόντων 2, όσο και των RVZ εταιρειών. Το παράπονο των Εναγόντων συνίσταται στο ότι οι Εναγόμενοι 1 έως 5, ενεργώντας από κοινού με σχέδιο και παρά τις αντίθετες υποσχέσεις προς τους Ενάγοντες, αντί να αποδίδουν στους Ενάγοντες 2 το συμφωνηθέν ποσοστό κερδών και εισοδημάτων, χρησιμοποιούσαν λογαριασμούς τρίτων εταιρειών, που ελέγχονταν από τους ίδιους, για την κατάθεση και μεταφορά χρημάτων και προμηθειών για αμοιβή υπηρεσιών που θα έπρεπε να αποδίδεται στους Ενάγοντες 2 ή χρησιμοποιούσαν εταιρείες που είχαν πωληθεί σε τρίτους - πελάτες των Εναγόντων 2 - είτε για να τιμολογούν, είτε χρησιμοποιούσαν τραπεζικούς λογαριασμούς των εν λόγω εταιρειών για την κατάθεση και μεταφορά χρημάτων και προμηθειών για αμοιβή υπηρεσιών που θα έπρεπε να αποδίδεται στους Ενάγοντες 2 ή σύστησαν εταιρείες όπως η Polylux Limited - που ελέγχονταν από τους ιδίους και χρησιμοποιούνταν για την τιμολόγηση και χρέωση πελατών των Εναγόντων 2 από τους τραπεζικούς λογαριασμούς των οποίων γίνονταν διάφορες διακινήσεις χρηματικών ποσών, όχι προς όφελος των Εναγόντων 2 αλλά με τελικό αποδέκτη τους Εναγόμενους 1 έως
  12. Στην πορεία η Ενάγουσα 1 αντιλήφθηκε ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2, με τη βοήθεια και συνεργασία της Εναγόμενης 3, δεν της αποκάλυπταν στοιχεία σχετικά με την κερδοφορία και την οικονομική κατάσταση των Εναγόντων 2, των Εναγόμενων 4 και των εταιρειών RVZ. Το Φεβρουάριο του 2013, μεσολάβησε αγωγή για κλοπή πελατών κτλ, εναντίον της Ενάγουσας 1 και των Εναγόμενων 1, 2 και 5 από τους Ανδρέας Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ. Στα πλαίσια της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα με το οποίο, μεταξύ άλλων, «παγοποιήθηκαν» διάφοροι τραπεζικοί λογαριασμοί στην Κύπρο με την απαγόρευση αποξένωσης μέχρι του ποσού των €3.500.000,00, το οποίο αργότερα ακυρώθηκε. Το γεγονός της αγωγής άρχισε να προκαλεί στην Ενάγουσα 1 εύλογα ερωτήματα ως προς τη γνησιότητα των προθέσεων των Εναγόμενων, αφού, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, οι Εναγόμενοι την χρησιμοποιούσαν για δικό τους αποκλειστικά όφελος. Σε μεταγενέστερο στάδιο, εντελώς ξαφνικά, η Ενάγουσα 1 ανακάλυψε ότι οι Εναγόμενοι την είχαν αποκλείσει από του να έχει πρόσβαση στο λογιστικό αρχείο που διατηρούσαν στο «server» τους. Ρωτώντας το λογιστή τους, έμαθε ότι ο υπεύθυνος του ΙΤ μετέτρεψε το εν λόγω αρχείο ώστε να είναι προσβάσιμο μόνο στην Εναγόμενη
  13. Έπαψε ως εκ τούτου πλέον να έχει ενημέρωση ως προς τις τιμολογήσεις και κατ' επέκταση για τα κέρδη και έξοδα τόσο των Εναγόντων 2 όσο και των Εναγόμενων 4, ενώ οι «συνέταιροι» της όταν τους ρωτούσε, επικαλούμενοι φόρτο εργασίας, απέφευγαν να της δώσουν εξηγήσεις, λέγοντας απλώς «πάμε καλά». Άρχισε να υποψιάζεται ότι οι συνέταιροι της είχαν συστήσει άλλες εταιρείες, χωρίς τη δική της συμμετοχή, στις οποίες διοχέτευσαν όλη τη δουλειά των Εναγόντων 2, χωρίς να αποδίδουν οτιδήποτε στους τελευταίους. Λίγες δε μέρες πριν να την εκδιώξουν τελικά από το γραφείο, η Ενάγουσα 1 ανακάλυψε ότι χρησιμοποιούνταν λογαριασμοί τρίτων εταιρειών για την κατάθεση και μεταφορά χρημάτων, προμηθειών κτλ για αμοιβή υπηρεσιών που θα έπρεπε να αποδίδονταν στους Ενάγοντες
  14. (Επισυνάπτονται emails ημερομηνίας 30.06.2013 και 04.11.2013 από την Εναγόμενη 3 προς τους Εναγόμενους 1, 2 και 4 που, κατά την Ενάγουσα 1, καταδεικνύουν ύποπτες διαδρομές και διακινήσεις σημαντικών ποσών μεταξύ των εταιρειών Polylux Limited, Dynamic Global Holdings Limited από τη Μπελίζ και Εναγόμενους 4, ως Τεκμήριο 6). Επίσης ανακάλυψε ότι η δικαιούχος ιδιοκτήτρια της Dynamic Global Holdings Limited είναι η Εναγόμενη 1 η οποία κατέχει και τις 5000 μετοχές της εν λόγω εταιρείας μέσω μιας καινούργιας εταιρείας, της RVZ Nominees Limited από τη Μπελίζ (Τεκμήρια 7 και 8 αντίστοιχα, έγγραφα καταπιστεύματος ημερομηνίας 21.02.2013 και μητρώο μετόχων της εταιρείας Dynamic Global Holdings Limited). Περαιτέρω, οι Εναγόμενοι χρησιμοποιούσαν εταιρείες οι οποίες είχαν πωληθεί σε τρίτους - πελάτες των Εναγόντων 2, χωρίς τη γνώση και συγκατάθεση τους, είτε για να τιμολογούν, είτε χρησιμοποιούνταν τραπεζικοί λογαριασμοί επ' ονόματι τους για την κατάθεση, μεταφορά χρημάτων, προμηθειών κλπ για αμοιβή υπηρεσιών που θα έπρεπε να αποδίδονταν στους Ενάγοντες
  15. Μεταξύ των εν λόγω εταιρειών ήταν και η εταιρεία Besta Enterprises Limited (Τεκμήριο 9 αντίγραφα τιμολογίων της εν λόγω εταιρείας προς πελάτες των Εναγόντων 2). Ακόμη, η Ενάγουσα 1 ανακάλυψε ότι η Εναγόμενη 1 είχε, χωρίς τη γνώση της, συστήσει την εταιρεία Polylux Limited, εταιρεία από τις Βρετανικές Παρθένες Νήσους, μέτοχος και διευθυντής της οποίας ήταν αρχικά η Εναγόμενη 3, ενώ σύμφωνα με έγγραφα καταπιστεύματος που περιήλθαν στην κατοχή της, καθ' ον χρόνο βρισκόταν ακόμα στο γραφείο, δικαιούχοι ιδιοκτήτες της εν λόγω εταιρείας ήταν οι Εναγόμενοι 1 και 2 (Τεκμήριο 10 αντίγραφα δηλώσεων καταπιστευμάτων που δείχνουν δικαιούχους τους Εναγόμενους 1 και 2 και καταπιστευματοδόχο την Εναγόμενη 3). Διαπίστωσε δε, κατά τον ίδιο πιο πάνω χρόνο, ότι η Polylux Limited χρησιμοποιείτο από τους Εναγόμενους 1 έως 5 για την τιμολόγηση και χρέωση πελατών των Εναγόντων
  16. (Τεκμήριο 11 δέσμη τιμολογίων της Polylux Limited που δείχνουν την εν λόγω τιμολόγηση των πελατών των Εναγόντων 2). Παράλληλα διαπίστωσε ότι από τους τραπεζικούς λογαριασμούς της εν λόγω εταιρείας καταβάλλονταν περιέργως διάφορα ποσά είτε προς τους Εναγόμενους 4, είτε προς τους Εναγόμενους 5 (Τεκμήριο 12 δέσμη Λιστών Συναλλαγών). Πέραν των πιο πάνω, στην εν λόγω προσπάθεια τιμολόγησης πελατών των Εναγόντων 2 αλλά και είσπραξης χρημάτων που οφείλονταν στους τελευταίους, ενεπλάκησαν και οι Εναγόμενοι 4 χωρίς να αποδίδουν οποιοδήποτε ποσό και ειδικότερα το συμφωνημένο ποσό στους Ενάγοντες 2 (Τεκμήριο 12 δέσμη εγγράφων, προτιμολόγιο ύψους €25.000,00 μαζί με απόδειξη είσπραξης, καθώς και επιστολή της Polylux Limited για την πληρωμή/έμβασμα του εν λόγου ποσού, ως επίσης προτιμολόγιο, ημερομηνίας 29.04.2013, για παροχή νομικών και εταιρικών υπηρεσιών από τους Εναγόμενους 4 προς την Polylux Limited μαζί με επιστολή από την εν λόγω εταιρεία προς την Τράπεζα Κύπρου για έμβασμα/πληρωμή του ποσού των €7.000,00 προς τους Εναγόμενους 4 ως Τεκμήριο 14, ως επίσης κατάσταση λογαριασμού των Εναγόμενων 4 για την περίοδο 01.01.2013 - 06.11.2013 στην οποία καταφαίνονται, πέραν από αποσύρσεις σημαντικών χρηματικών ποσών, από την Εναγόμενη 3 προσωπικά, και καταθέσεις πολύ σημαντικών ποσών από τους λογαριασμούς των Εναγόντων 2 αλλά και των Εναγόμενων 5, ως Τεκμήριο 15). Όταν εξέφρασε δε τις υποψίες της αναφορικά με την εταιρεία Polylux Limited, οι Εναγόμενοι 1 και 2 παραπλανητικά τη διαβεβαίωσαν ότι η εν λόγω εταιρεία αποτελούσε «όχημα» για την εξόφληση δανείου που δόθηκε από το ρώσο επενδυτή για τη χρηματοδότηση των Εναγόντων
  17. Εκ των υστέρων πληροφορήθηκε, από τους Εναγόμενους 1 και 2, ότι το ισχυριζόμενο δάνειο δόθηκε σε εκείνους προσωπικά και όχι στους Ενάγοντες 2, κάτι που σε συνάρτηση με τα πιο πάνω καθιστούσε πλέον ξεκάθαρο ότι η Polylux Limited χρησιμοποιείτο για όφελος των Εναγόμενων 1 και 2 και όχι των Εναγόντων
  18. Διαφάνηκε ακόμη ότι, οι Εναγόμενοι 5 συστάθηκαν από τους Εναγόμενους 1 και 2 με αποκλειστικό σκοπό την τιμολόγηση πελατών των Εναγόντων 2 ούτως ώστε να μην αποδίδεται στους τελευταίους και κατ' επέκταση στην Ενάγουσα 1, η αμοιβή για προσφερόμενες υπηρεσίες που θα έπρεπε να αποδίδονταν στους Ενάγοντες 2 (Τεκμήριο 16 δέσμη αντιγράφων τιμολογίων που εξέδωσαν οι Εναγόμενοι 5 προς πελάτες των Εναγόντων 2). Στις 18.12.2013 η Ενάγουσα 1 μίλησε με την Εναγόμενη 1 σχετικά με 13ο μισθό. Υπήρξε αντίδραση και λογομαχία ως προς τη συνεργασία τους, η Εναγόμενη 1 αποδέχθηκε ότι χρησιμοποίησαν την Ενάγουσα
  19. Την ίδια ημέρα η τελευταία έφυγε από το γραφείο και ανακάλυψε αργότερα ότι είχαν αλλάξει οι κλειδαριές στερώντας της πρόσβαση στο γραφείο των Εναγόντων 2, η δε ηλεκτρονική της διεύθυνση είχε διαγραφεί και γενικά είχε αποκοπεί από οποιαδήποτε πρόσβαση. Ενόψει της πιο πάνω εξέλιξης έστειλε την 24.12.2013 ηλεκτρονικό ταχυδρομείο προς την Εναγόμενη 1 αναφέροντας της τα παράπονα και τις αξιώσεις της, απαιτώντας στη βάση της Συμφωνίας τους να της αποδώσουν το λαβείν της, και της ζήτησε να την προμηθεύσει με όλα τα έγγραφα που θα την βοηθούσαν να επιβεβαιώσει και να καταλήξει στο ποσό που της αναλογούσε (Τεκμήριο 17 αντίγραφο του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου). Δεν πήρε ωστόσο ποτέ απάντηση. Κατάφερε όμως να επικοινωνήσει μετά από πολλές προσπάθειες μαζί με την Εναγόμενη 1, να συζητήσουν θέματα που αφορούσαν την επίλυση των διαφορών τους και γι' αυτό της απέστειλε 3 μέρες αργότερα το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ημερομηνίας 30.12.2013 (Τεκμήριο 18). Ακολούθησαν διαβουλεύσεις με τους Εναγόμενους 1 και 2 οι οποίες εκ των υστέρων αποδείχθηκε ότι σκοπό είχαν την ανάλωση χρόνου για την απόκρυψη περαιτέρω στοιχείων που θα επιβεβαίωναν το ακριβές ποσό που θα έπρεπε να αποδοθεί στους Ενάγοντες 2 και συνακόλουθα θα κατανεμόταν στην Ενάγουσα
  20. Οι εν λόγω διαβουλεύσεις διήρκησαν μέχρι τις αρχές του τρέχοντος έτους

(2015), οπότε η Ενάγουσα αναγκάστηκε να αποταθεί σε δικηγόρους (Τεκμήριο 19 ενδεικτικά αντίγραφα μηνυμάτων μέσω τηλεφώνου ημερομηνίας 25.09.2014 με την Εναγόμενη 1). Στα πλαίσια των πιο πάνω διαβουλεύσεων που είχε με τους Εναγόμενους 1 και 2, οι τελευταίοι, ψευδώς και πάλι, της υπόσχονταν ότι θα την αποζημίωναν πλήρως με οποιοδήποτε ποσό διαφαινόταν ότι της αναλογούσε στη βάση λογιστικού ελέγχου/επιβεβαίωσης των εισπράξεων, ενώ παράλληλα εντός του πλαισίου «ομαλής μεταφοράς των πελατών» σ' αυτούς δήθεν, την έπεισαν να υπογράψει, την 10.01.2014, επιστολές τερματισμού υπηρεσιών διευθυντή που παρείχε σε πελάτες των Εναγόντων 2, συμπεριλαμβανομένων των RVZ εταιρειών καθώς και έγγραφα τερματισμού υπηρεσιών των Εναγόντων 2 προς πελάτες τους. Μετά από αίτημα της, ημερομηνίας 13.03.2015, προς την τράπεζα ABLV Bank AS, με την οποία οι Ενάγοντες 2 συνεργάζονταν και διατηρούσαν λογαριασμό, της χορηγήθηκε κατάσταση λογαριασμού των Εναγόντων 2 για την περίοδο 01.01.2014 έως 31.12.2014 (Τεκμήριο 20). Καταφαίνεται ότι οι Εναγόμενοι 1 έως 3, χωρίς τη γνώση και οδηγίες της και δη μετά την αποχώρηση της από το γραφείο, εξέδωσαν τιμολόγια δήθεν των Εναγόντων 2 για να εισπράξουν οι ίδιοι από την εν λόγω τράπεζα τις προμήθειες, και πως τα εισπραχθέντα χρηματικά ποσά μεταφέρθηκαν σε τραπεζικό λογαριασμό των Εναγόμενων
  1. Οι οδηγίες για την έκδοση τιμολογίων και η είσπραξη της εκεί αμοιβής καθώς επίσης και για τη μεταφορά τους στους Εναγόμενους 5 δόθηκαν από τους Εναγόμενους 1, 2 και 3, οι οποίοι ιδιοποιήθηκαν χρηματικά ποσά των Εναγόντων 2 που τιμολογήθηκαν και εισπράχθηκαν παράνομα σε χρόνο που ακολούθησε την εκδίωξη της Ενάγουσας 1 από το γραφείο των Εναγόντων
  2. Μετά τον πρόσφατο διορισμό των δικηγόρων των Εναγόντων, έγιναν προσπάθειες συνάντησης με τους Εναγόμενους 1 και 2 χωρίς κανένα όμως αποτέλεσμα, τώρα δε που γνωρίζουν για τη νομική εκπροσώπηση της είναι ορατός ο κίνδυνος περαιτέρω αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων και χρημάτων που διατηρούν σε λογαριασμούς τους, τα οποία θα έπρεπε όμως να αποδοθούν στους Ενάγοντες 2 και κατ' επέκταση κατά την συμφωνηθείσα αναλογία στην Ενάγουσα
  3. Η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων καθίσταται επείγουσα αφού, αν δεν εμποδιστούν οι Εναγόμενοι, οποιοδήποτε ποσό που θα αποξενώνεται από τους Ενάγοντες 2, θα μεταφέρεται σε λογαριασμούς των Εναγόμενων και στη συνέχεια πολύ πιθανόν σε άλλες άγνωστες εταιρείες. Με άδεια του Δικαστηρίου καταχωρήθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερομηνίας 20.03.2015 στην οποία η Ενάγουσα 1 εξηγεί πως δικαιολογεί το αίτημα της για δέσμευση σε τραπεζικό λογαριασμό μέχρι του ποσού των €250.000,00 ως επίσης εκτιμά ότι ο εξοπλισμός στα γραφεία των Εναγόμενων είναι περί τις €38.000,
  4. Στην επίδικη Αίτηση και στα προαναφερόμενα εκδοθέντα διατάγματα, οι Εναγόμενοι καταχώρησαν Ειδοποίηση Περί Πρόθεσης Ένστασης, προβάλλοντας σωρεία λόγων οι οποίοι αντανακλούν, συνοπτικά, στο ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης προστακτικών διαταγμάτων όπως είναι το διάταγμα Anton Piller. Επίσης ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις γενικότερα προσωρινών διαταγμάτων, όπως καθορίζονται από τη νομοθεσία ή τη νομολογία που έχει ερμηνεύσει το άρθρο 32 του Νόμου 14/
  5. Εγείρεται δε θέμα μη ύπαρξης του κατ' επείγοντος στην έκδοση των διαταγμάτων ως επίσης ζήτημα απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων, κατά τη λήψη των προσωρινών διαταγμάτων, καθώς και παράθεσης αναληθών γεγονότων που παραπλάνησαν το Δικαστήριο. Οι λόγοι ένστασης υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση (στην αγγλική γλώσσα) της Olga Michailova - Εναγόμενης 1 - η οποία δηλώνει εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση από όλους τους Εναγόμενους. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση της η Εναγόμενη 1 απορρίπτει τα γεγονότα που επικαλείται η Ενάγουσα 1 και δηλώνει, μεταξύ άλλων, ότι τα αληθινά γεγονότα ως προς τη σύσταση της συνεργασίας μεταξύ Ενάγουσας 1 και Εναγόμενων 1 και 2 ήταν πως ο κάθε ένας τους ήταν απογοητευμένος από τον προηγούμενο εργοδότη τους για διαφορετικούς ξεχωριστούς λόγους. Εχοντας καλές διασυνδέσεις με ρωσικές επιχειρήσεις και κυρίως με τον ρώσο Shvets, ο τελευταίος της πρότεινε να αναλάβει μέρος της διοίκησης των εταιρειών RVZ, στη Μπελίζ και στην Κύπρο. Αυτός, χορήγησε τα χρήματα για την επένδυση. Ήταν αντιληπτό σε αυτήν ότι προκειμένου να υπάρξει καλά δομημένη επιχείρηση, απαιτείτο η ύπαρξη νομικής φίρμας στην Κύπρο η οποία θα παρείχε νομικές υπηρεσίες. Συζήτησε το θέμα με την Ενάγουσα 1 και τον Εναγόμενο 2 ως προς τη συνεργασία τους και ήταν κατανοητό (α) ότι θα αναλάμβαναν την επιχείρηση που σχεδιάστηκε από τον Shvets, (β) ότι η Ενάγουσα 1 θα παρείχε νομικές υπηρεσίες μέσω της δικηγορικής εταιρείας της προς τους πελάτες των εταιρειών RVZ με συνεισφορά του Εναγόμενου 2 και αυτή θα χειριζόταν τη διοίκηση των εταιρειών και τους ρώσους πελάτες, . Συμφωνήθηκε δε ότι από τη νέα επιχείρηση - συνεργασία, η Ενάγουσα 1 θα έπαιρνε 10% από τα καθαρά κέρδη αναφορικά με νέους πελάτες των Εναγόντων 2 και 22% για οποιουσδήποτε νέους πελάτες θα έφερνε στην επιχείρηση. Για τους υφιστάμενους πελάτες του Shvets και οποιωνδήποτε νέων πελατών αυτός θα έφερνε, η Ενάγουσα 1 δεν θα είχε οποιοδήποτε ποσοστό. Εξ αιτίας του ότι η Ενάγουσα 1 δεν θα έπαιρνε ποσοστό για τους υφιστάμενους πελάτες του Shvets, συμφωνήθηκε πως αυτή θα έπαιρνε αμοιβή €4.000,
  6. (Επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 9 αντίγραφα επιταγών που πληρώθηκαν στην Ενάγουσα 1). Το γεγονός αυτό δεν το αποκάλυψε η Ενάγουσα 1 στο Δικαστήριο. Αυτός ήταν και ο λόγος που δημιουργήθηκε η εταιρεία Emboli και τόσο αυτή, όσο και ο Εναγόμενος 2, είχαν 39% έκαστος και 22% η Ενάγουσα
  7. Αφορούσε τους νέους πελάτες που η Ενάγουσα 1 θα εισήγαγε στην επιχείρηση. Οι εταιρείες RVZ ιδρύθηκαν από τον Shvets και η Ενάγουσα 1 λέει ψέματα ότι συμφωνήθηκε να της ανήκουν ή να ελέγχονταν από αυτή. Κατά τη διάρκεια της επιχείρησης ίδρυσαν αριθμό άλλων εταιρειών προκειμένου να υπάρχει αποτελεσματικό σύστημα τιμολόγησης, χρέωσης και είσπραξης πληρωμών, εξ ου και ιδρύθηκαν οι εταιρείας Dinamic, Besta και Polylux. Η Ενάγουσα 1 ήταν πλήρως ενήμερη για την ίδρυση αυτών των εταιρειών και είπε ψέματα στο Δικαστήριο ότι δεν γνώριζε γι' αυτές. Προς υποστήριξη, επισυνάπτονται σχετικά emails (Τεκμήρια 12, 13 και 14). Ενισχυτικό επίσης είναι και το Τεκμήριο 15 που αφορά email της Ενάγουσας 1 προς αυτήν και τους Εναγόμενους 4 ημερομηνίας 01.03.2014 αναφορικά με τιμολόγια που εκδόθηκαν από την εταιρεία Besta (το ίδιο έγγραφο είναι Τεκμήριο 9 στην ένορκη δήλωση της Ενάγουσας 1). Αποδεικνύεται επίσης ότι η Ενάγουσα είχε γνώση για όλες τις μεταφορές χρημάτων και τιμολόγια. Η Εναγόμενη 1 αναφέρει ακόμη πως ο λόγος που κινήθηκε η αγωγή είναι επειδή αυτή αρνήθηκε να πληρώσει στην Ενάγουσα 1 το ποσό των €25.000,00 το οποίο ζήτησε κατά τη λήξη της συνεργασίας τους το Δεκέμβρη του
  8. Ο λόγος που αποχώρησε η Ενάγουσα 1 ήταν επειδή δεν μπορούσε να φέρνει νέους πελάτες στην επιχείρηση και γι' αυτό ήταν ενοχλημένη που δεν έπαιρνε οποιοδήποτε ποσοστό. Επίσης ζήτησε νέα αύξηση των μισθών της, αλλά και λεφτά προκειμένου να αγοράσει νέο σπίτι. Οι απαιτήσεις της απορρίφθηκαν. Ο σύζυγος της ζήτησε από τον Εναγόμενο 2 το ποσό των €150.000,00 κάτι που δεν έγινε αποδεκτό, ως επίσης δεν έγινε αποδεκτό το ποσό των €90.000,00 που ζητήθηκε μέσω της προηγούμενης δικηγόρου της. Τέλος, η Εναγόμενη 1 αναφέρει ότι όντως υπήρξαν συζητήσεις το Μάρτιο του 2014 και αποστάληκαν στην Ενάγουσα 1 προσχέδια λογαριασμών (Τεκμήρια 21 και 22). Έγινε δε αντιληπτό ότι θα ελέγχονταν οι λογαριασμοί αυτοί και θα υποβαλλόταν απαίτηση, κάτι που δεν έγινε. Στις 25.09.2014 η Ενάγουσα 1 της ζήτησε το μητρώο με τους φακέλους των Εναγόντων 2 και αυτή της απέστειλε προσχέδιο λογαριασμών τόσο για τους Ενάγοντες 2 όσο και για τους Εναγόμενους 4, όμως η Ενάγουσα 1 απάντησε ότι δεν ήταν αυτά τα έγγραφα που αναζητούσε, χωρίς όμως να εξηγήσει ποια ακριβώς έγγραφα έψαχνε. Μέσα από τις αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Εναγόντων ήγειραν πρώτιστα θέμα με τη γλώσσα που συντάχθηκε η ένορκη δήλωση της Εναγόμενης 1, εισηγούμενοι ότι δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και άρα δεν υπάρχει μαρτυρία που να υποστηρίζει τους λόγους ένστασης, κατ' επέκταση η ένσταση είναι καταδικασμένη σε απόρριψη. Διαζευκτικά, εισηγήθηκαν ότι η μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου, κρίθηκε ήδη ικανοποιητική για την έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων. Τόνισαν ότι σε αυτό το στάδιο δεν επιτρέπεται η εξαγωγή συμπερασμάτων ως προς τα πραγματικά γεγονότα που ενδεχομένως να υποστηρίζουν την εκδοχή των διαδίκων. Κάλεσαν, ως εκ τούτου, το Δικαστήριο να οριστικοποιήσει τα προσωρινά διατάγματα ημερομηνίας 20.03.
  9. Από την άλλη πλευρά, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Εναγομένων απάντησαν, ως προς τη γλώσσα που συντάχθηκε η ένορκη δήλωση της Εναγόμενης 1, ότι ουδέν μεμπτό υπάρχει αφού είναι επιτρεπτή η παρουσίαση ένορκης δήλωσης στην αγγλική γλώσσα, εκτός και αν το Δικαστήριο κρίνει ορθό να ζητήσει μετάφραση. Περαιτέρω, ενδιέτριψαν επί των γεγονότων που η Ενάγουσα 1 παρουσίασε στην ένορκη δήλωση της και με αναφορά στη μαρτυρία που προσάχθηκε από τους Εναγόμενους, προέβηκαν σε συγκεκριμένες αναφορές οι οποίες στοιχειοθετούν, κατά την άποψη τους, απόκρυψη στοιχείων ή παραπλάνηση του Δικαστηρίου κατά τη λήψη των προσωρινών διαταγμάτων. Επίσης έκαναν αναφορά στις προϋποθέσεις και τη φύση των διαταγμάτων τύπου Anton Piller και Chabra καταλήγοντας ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων. Νομική πτυχή:- Η επίδικη Αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όσο και στα άρθρα 4 και 9 του Κεφ. 6, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.48 Κ1, 2, 7 και 9, στο Κοινοδίκαιο, στη νομολογία, στις αρχές που διέπουν την έκδοση διαταγμάτων τύπου Chabra, Anton Piller, Mareva και στη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Αναφορικά με το άρθρο 4 του Κεφ. 6, το Δικαστήριο παραπέμπει στο πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση ABP Holdings Ltd v. Κιταλίδη,
(1994)1 Α.Α.Δ. 694 όπου στη σελίδα 701 αναφέρονται τα εξής: «... Τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60, που προσδιορίζει, όπως είπαμε πιο πριν το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων.» Το άρθρο 32 του Ν.14/60 ερμηνεύθηκε μέσα από σωρεία αποφάσεων των Κυπριακών Δικαστηρίων. Είναι ξεκάθαρο, μέσα από τη νομολογία (βλέπε Κarydas Taxi Co Ltd v. Andreas Komodikis
(1975)1 C.L.R. 321, Constantinides v. Makriyiorghou and another
(1978)1 C.L.R. 585 και η Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 C.L.R. 557) πως για να τύχει εφαρμογής θα πρέπει να πληρούνται οι πιο κάτω προϋποθέσεις: (α) Σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση. (β) Ορατή προοπτική και/ή πιθανότητα ότι ο αιτητής δικαιούται σε θεραπεία στην αγωγή ή σε ανταπαίτηση. (γ) Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος. Αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση, έχει εξηγηθεί ότι δεν περιλαμβάνεται οτιδήποτε πέραν από του να αποδειχθεί ότι πρόκειται περί συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα και τη μαρτυρία. Για δε την ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο αιτητής σε θεραπεία, επεξηγείται στη νομολογία ότι αφορά την απόδειξη ύπαρξης υπόθεσης πέραν από απλή πιθανότητα αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις πολιτικές υποθέσεις. Ειδικότερα σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση είναι χρήσιμα τα όσα αναφέρονται στην υπόθεση Α. Κυτάλα ν. Άννα Χρυσάνθου και άλλοι
(1996)1 Α.Α.Δ. 253 και είναι τα εξής: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας, που αποτελεί προϋπόθεση, γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: βλ. Odysseos v. Pieris Estated Ltd and Others
(1982)1 CLR 557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας.» Μετά την εξέταση των πιο πάνω προϋποθέσεων και εφόσον αυτές πληρούνται, το Δικαστήριο θα πρέπει επιπλέον να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα. Είναι προφανές ότι σκοπός της εξασφάλισης προσωρινού διατάγματος είναι η προστασία του Αιτητή για να αποζημιωθεί ή να προστατευθεί σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής ή της ανταπαίτησης του μετά την ακρόαση. Η ανάγκη προστασίας του Αιτητή δεν μπορεί παρά να σταθμίζεται πάντοτε με την αντίστοιχη ανάγκη να προστατευθεί ο αντίδικος από ζημιά που θα ήταν δυνατό να υποστεί κατά την άσκηση των δικών του δικαιωμάτων. Το Δικαστήριο συνεπώς θα πρέπει πάντοτε να σταθμίζει τα δύο πιο πάνω στοιχεία και να καθορίσει, εάν είναι δυνατό, ποιος από τους δύο διάδικους, θα υποστεί τη λιγότερη ταλαιπωρία από την έκδοση ή όχι του διατάγματος (Βλέπε υπόθεση American Cinamid Co. v. Ethicon Ltd
(1975)1 All E.R. 504, 509-510). Ένα άλλο θέμα το οποίο εξετάζεται, πριν την έκδοση προσωρινού διατάγματος, είναι κατά το πόσο οι αποζημιώσεις στις οποίες δυνατό να δικαιούται ο αιτητής, θα ήταν εύκολο ή δυνατό να υπολογισθούν με αρκετή βεβαιότητα. Η δυσκολία ή αδυναμία υπολογισμού αποτελεί παράγοντα ο οποίος συνηγορεί υπέρ της έκδοσης τέτοιου διατάγματος. (Βλέπε υπόθεση Καρυδάς Ταξί Co Ltd ν. Ανδρέας Κωμοδίκης
(1975)1 Α.Α.Δ 321.) Μια άλλη αρχή, την οποία το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη του κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, για έκδοση ή μη προσωρινού διατάγματος, είναι το ανεπιθύμητο να ζητείται με την αίτηση για προσωρινό διάταγμα ουσιαστικά η ίδια θεραπεία με αυτή της αγωγής, ούτως ώστε να μην αναγκάζεται το Δικαστήριο να εκδικάζει το ίδιο θέμα σε δύο περιπτώσεις. (Βλ. γενικά Halsbury´s Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 21, παράγρ. 763, Michael v. Brenivos Ltd
(1969)1 C.L.R. 578, Bhimjiyani v. Gregoriou
(1980)1 C.L.R. 14 και η υπόθεση Re Χ΄΄ Κωνσταντή, Αίτ. 89/98
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1827). Περαιτέρω σύμφωνα με την υπόθεση C.T. TOBACCO LIMITED v. Της Εταιρείας Εκδόσεις ΑΡΚΤΙΝΟΣ Λτδ κ.α.
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 853 το Δικαστήριο δεν μπορεί στο στάδιο της έκδοσης ενός παρεμπίπτοντος διατάγματος να προβεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας των προσώπων που τυχόν αντεξετάσθηκαν, για να καταλήξει σε εύρημα κατά πόσο ήταν αξιόπιστοι ή όχι. Επιπλέον ενόψει των διαταγμάτων τύπου Anton Piller και Chabra τα οποία εκδόθηκαν, κρίνεται χρήσιμο να γίνει αναφορά στις αρχές που διέπουν τα εν λόγω διατάγματα. Στην Πολιτική Έφεση αρ. 10/2011 Αναφορικά με την αίτηση του Νεόφυτου Γρηγοριάδη ημερομηνίας 14.06.2013 γίνεται μια εκτενής ανάλυση για τα διατάγματα τύπου Anton Piller. Παρατίθενται σχετικά αποσπάσματα: «Προτού στρέψουμε την προσοχή μας στους υπόλοιπους λόγους έφεσης, θεωρούμε σκόπιμο να προβούμε στις πιο κάτω επισημάνσεις οι οποίες, αν και δεν αφορούν άμεσα τα εγειρόμενα στα πλαίσια της παρούσας έφεσης ζητήματα, εντούτοις, αφορούν τα διατάγματα Anton Piller γενικότερα και τις οποίες τα Δικαστήρια θα πρέπει να έχουν κατά νου όταν καλούνται να ασκήσουν τη διακριτική τους ευχέρεια υπέρ της έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων. Η δραστικότητα των διαταγμάτων Anton Piller είναι δεδομένη και οι δυσμενείς επιπτώσεις στην επιχειρηματική δραστηριότητα του διάδικου εναντίον του οποίου τα εν λόγω διατάγματα στρέφονται, αναπόφευκτες, γι' αυτό και τα Δικαστήρια θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικά. Θα πρέπει να ικανοποιηθούν ότι ο ενάγοντας, ο οποίος φέρει και το βάρος απόδειξης: (α) Έχει δυνατή εκ πρώτης όψεως υπόθεση, (β) Οι ζημιές τις οποίες προκαλούν στον ενάγοντα οι δραστηριότητες του εναγομένου, είτε αυτές είναι πραγματικές είτε πιθανές, είναι πολύ σοβαρές, (γ) Υπάρχει πειστική ενώπιον τους μαρτυρία ότι ο εναγόμενος έχει στην κατοχή του ενοχοποιητικά έγγραφα ή άλλο ενοχοποιητικό μαρτυρικό υλικό και (δ) Η πιθανότητα καταστροφής του μαρτυρικού υλικού από τον εναγόμενο, σε περίπτωση που το διάταγμα του γνωστοποιηθεί προτού η διαδικασία αποκάλυψης αποδώσει καρπούς, είναι υπαρκτή και ο κίνδυνος για κάτι τέτοιο πραγματικός. Παράλληλα, τα Δικαστήρια θα πρέπει να θέτουν ασφαλιστικές δικλείδες ώστε οι πιθανότητες κατάχρησης της δικαιοδοσίας να εκδίδουν διατάγματα αυτής της φύσης να εξουδετερώνονται και η προστασία του εναγομένου εναντίον του οποίου το διάταγμα στρέφεται, να διασφαλίζεται. Αν μη τι άλλο, όσο πιο λεπτομερείς, ομοιόμορφοι και τυποποιημένοι καθίστανται οι όροι του διατάγματος, τόσο μειώνεται ο κίνδυνος πρόκλησης βλάβης. Στην απουσία νομοθετικών ή θεσμικών ρυθμίσεων αναφορικά με την έκδοση και εκτέλεση τέτοιων διαταγμάτων, χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στις άκρως βοηθητικές κατευθυντήριες γραμμές, στις οποίες παραπέμπουν οι υποθέσεις Universal Thermosensors Ltd. (πιο πάνω) και Celanese Canada Inc. (πιο πάνω).» Ως προς τα διατάγματα τύπου Chabra, επισημαίνεται πως πρόκειται για την περίπτωση όπου παρέχεται η ευχέρεια συμπερίληψης στα πλαίσια αγωγής ως εναγόμενου προσώπου, εναντίον του οποίου ζητείται διάταγμα τύπου Chabra, παρά το γεγονός ότι εναντίον αυτού του προσώπου δεν υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα. Η έκδοση τέτοιου διατάγματος θα πρέπει να κριθεί βοηθητική και παρεμπίπτουσα ως προς την αιτία της αγωγής εναντίον άλλων εναγομένων. Προϋπόθεση αποτελεί η απόδειξη πως το πρόσωπο, εναντίον του οποίου δεν υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα, κατέχει περιουσιακά στοιχεία εναγόμενου, εναντίον του οποίου υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα. Αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών και συμπέρασμα:- Πριν προχωρήσει το Δικαστήριο επί των προϋποθέσεων έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων, κρίνεται σκόπιμο να επιλυθούν τρία ζητήματα τα οποία ηγέρθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία. Αυτά αφορούν (α) στο γεγονός ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση συντάχθηκε στην αγγλική γλώσσα και άρα κατά τους Ενάγοντες δεν πρόκειται για έγκυρη ένορκη δήλωση, (β) στον ισχυρισμό των Εναγόμενων ότι οι Ενάγοντες απέκρυψαν γεγονότα κατά τη λήψη των επίδικων διαταγμάτων και/ή παραπλάνησαν το Δικαστήριο και (γ) ότι, σύμφωνα με τους Εναγόμενους, κατά την έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων δεν υπήρχε το στοιχείο του κατ' επείγοντος. Αρχίζοντας από το πρώτο ζήτημα, η θέση των Εναγόντων ότι, ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν υπάρχει έγκυρη ένορκη δήλωση που να υποστηρίζει τους λόγους ένστασης, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Η ένορκη δήλωση της Εναγόμενης 1 δεν αποτελεί δικόγραφο αλλά αποδεικτικό μέσο που είναι επιτρεπτό να παρουσιαστεί στην αγγλική γλώσσα. Δεν παραγνωρίζεται η υπόθεση Soboh Petroleum (Cyprus) Ltd v. Abdallah κ.α. Πολιτική Έφεση 69/2011 ημερομηνίας 19.07.2013, στην οποία παρέπεμψαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Εναγόντων. Κρίνεται, ωστόσο, ότι δεν ενισχύει τη θέση τους και πως δεν αποφασίστηκε το υπό συζήτηση θέμα. Περαιτέρω, παρατηρείται ότι το στοιχείο το οποίο κρίθηκε (στο Πρωτόδικο Δικαστήριο και όχι το Εφετείο), πως όταν ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν αιτήσεις ή ενστάσεις υπέχουν και θέση δικογράφου, είναι όταν αυτές αναφέρονται σε θέσεις που αντικρούουν νομικά σημεία και προφανώς όχι όταν αναφέρονται σε γεγονότα. Κατά δεύτερο λόγο η αναφορά ότι «υπέχουν και θέση δικογράφου» δεν σημαίνει ότι παύουν να αποτελούν αποδεικτικό μέσο. Στην υπόθεση Αντώνης Τόσκας ν. BNP PARIBAS (CYPRUS) LTD
(2010)1 A.A.Δ. 1962 όπου ένορκη δήλωση η οποία υποστήριζε αίτηση για έκδοση διατάγματος παραλαβής ήταν στην αγγλική γλώσσα. Εκδόθηκε το σχετικό διάταγμα, ηγέρθηκε σαν λόγος έφεσης το γεγονός ότι η ένορκη δήλωση ήταν στην αγγλική γλώσσα και το εφετείο απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης. Στην πρακτική των Δικαστηρίων, όταν οι ένορκες δηλώσεις κατατίθενται στην αγγλική γλώσσα, αν το Δικαστήριο κρίνει αναγκαίο μπορεί να ζητήσει ή να δώσει οδηγίες για μετάφραση, κάτι που δεν κρίθηκε ορθό να γίνει στην παρούσα υπόθεση. Ούτε από την πλευρά των Εναγόντων τέθηκε θέμα μη κατανόησης των όσων αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της Εναγόμενης
  1. Η παραπομπή στο σύγγραμμα The Annual Practice του 1958, εκ μέρους των Εναγόντων δεν τους βοηθά, αφού προφανώς δεν ερμηνεύθηκε ούτε και υπήρξε ενασχόληση αναφορικά με τα κυπριακά δεδομένα. Προχωρώντας στο δεύτερο ζήτημα, διαπιστώνεται ότι οι Εναγόμενοι ικανοποίησαν το Δικαστήριο πως οι Ενάγοντες δεν παρουσίασαν κατά τη λήψη των επίδικων διαταγμάτων όλα τα γεγονότα, ως όφειλαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Πρώτιστα κρίνεται ως ορθή η παρατήρηση εκ μέρους των Εναγόμενων ότι μέσα από την παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης της Ενάγουσας 1 όχι μόνο αφήνεται να νοηθεί αλλά ξεκάθαρα αναφέρεται ότι είχε συμφωνηθεί πως οι εταιρείες RVZ θα ανήκαν ή θα ελέγχονταν από τους Ενάγοντες 2, δηλαδή οι τελευταίοι θα ήταν οι πραγματικοί ιδιοκτήτες των εν λόγω εταιρειών. Φάνηκε ωστόσο από τη μαρτυρία των Εναγόμενων, η οποία, δεν αμφισβητήθηκε, ότι ως προς το ποιος είναι ο πραγματικός ιδιοκτήτης των εν λόγω εταιρειών μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα ότι αμφισβητείται έντονα η θέση των Εναγόντων 2 μέσα από την παράγραφο 12 της ένορκης δήλωσης της Εναγόμενης 1 και τα Τεκμήρια 8 και 8Α που αυτή επισυνάπτει. Οι Ενάγοντες όφειλαν να δώσουν κάποιες εξηγήσεις ή να παραθέσουν μαρτυρία που να στηρίζει τη θέση τους ότι συμφωνήθηκε όπως οι εταιρείες RVZ ανήκουν ή θα ελέγχονταν από τους Ενάγοντες 2, εις απάντηση των θέσεων των Εναγόμενων, αφού βέβαια προηγουμένως ανακάλυπταν την ύπαρξή των εν λόγω εγγράφων. Δεν παρουσιάστηκε κάποια συμπληρωματική μαρτυρία προς αντίκρουση της αμφισβήτησης, που να απαντά εκ πρώτης όψεως ότι οι εταιρείες RVZ συμφωνήθηκε να ανήκουν στους Ενάγοντες. Βέβαια, το Δικαστήριο δεν θα αποφανθεί γι' αυτό το ζήτημα στο παρόν στάδιο της διαδικασίας. Όπως τέθηκε όμως το θέμα ενώπιον του Δικαστηρίου, το ερώτημα σε ποιον ανήκουν οι εταιρείες RVZ σχετίζεται άμεσα με την αξίωση των Εναγόντων και κατ' επέκταση με την αξίωση τους για τα ποσοστά 22% επί των κερδών από τις εταιρείες RVZ. Το ότι οι Ενάγοντες προέβηκαν σε σχετική αναφορά στη μαρτυρία τους η οποία αμφισβητήθηκε έντονα και δεν αντίκρουσαν τη θέση των Εναγόμενων όπως αυτή παρατίθεται στην ένορκη δήλωση της Εναγόμενης 1 (παράγραφος 12 και 13) είτε με αντεξέταση ή συμπληρωματική μαρτυρία, είναι γεγονός που έχει και προέκταση ως προς τις προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων. Γίνεται λόγος στην ένορκη δήλωση της Ενάγουσας 1 (παράγραφος 23 και 24) για σύσταση της εταιρείας Polylux Limited χωρίς τη γνώση της, επομένως ήταν στα πλαίσια του κρυφού σχεδίου εξαπάτησης της εκ μέρους των Εναγόμενων και ότι η εν λόγω εταιρεία χρησιμοποιήθηκε από τους Εναγόμενους για τιμολόγηση πελατών των Εναγόντων
  2. Το Τεκμήριο 13, ωστόσο, που επισυνάφθηκε στην ένορκη δήλωση της Εναγόμενης 1 και αφορά αλληλογραφία μεταξύ των Εναγόντων 2 με την εταιρεία Orion Corporate & Trust Services Ltd, φαίνεται να αποστέλλεται από την Ενάγουσα 1, και εκ πρώτης όψεως ανατρέπει τη θέση της περί μη ύπαρξης γνώσης για την εταιρεία Polylux. Πρόκειται για στοιχείο το οποίο σχετίζεται με την εκδοχή των Εναγόντων και λήφθηκε υπόψη κατά τη λήψη των προσωρινών διαταγμάτων, και αντικειμενικά ειδωμένο παραπλάνησε το Δικαστήριο ως προς τη δύναμη της υπόθεσής τους. Ακόμη, για το ίδιο θέμα, με το Τεκμήριο 12 (email της Ενάγουσας 1) που επισυνάφθηκε στην ένορκη δήλωση της Εναγόμενης 1, φαίνεται εκ πρώτης όψεως, ότι τα όσα η Ενάγουσα 1 αναφέρει στην ένορκη της δήλωση (παράγραφος 21), περί του ότι ανακάλυψε, εκ των υστέρων, πως η δικαιούχος ιδιοκτήτρια της εταιρείας Dynamic Global Holdings Limited είναι η Εναγόμενη 1, δημιουργούν ερωτηματικά ότι όντως εκ των υστέρων ανακάλυψε αυτά τα στοιχεία, ενόψει του ότι με το Τεκμήριο 12 φαίνεται να είναι η Ενάγουσα 1 που μερίμνησε για την εγγραφή της εν λόγω εταιρείας και να είναι η ίδια δικαιούχος - ιδιοκτήτρια. Είναι ένα στοιχείο για το οποίο όφειλε να δώσει κάποιες εξηγήσεις η πλευρά των Εναγόντων, αφού βέβαια προηγουμένως αποκάλυπτε το γεγονός. Ως ιδιαίτερα σημαντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την πλευρά των Εναγόμενων και όμως δεν αναφέρθηκαν στην ένορκη δήλωση της Ενάγουσας 1, κρίνεται ότι συνιστούν τα Τεκμήρια 21 και 22 που επισυνάφθηκαν στην ένορκη δήλωση της Εναγόμενης
  3. Αφορούν e-mail και λογαριασμούς οικονομικών καταστάσεων της RVZ Trust Company Ltd (Εναγόμενους 4) προς τους Ενάγοντες
  4. Η αποστολή έγινε τον Απρίλιο του
  5. Η Ενάγουσα 1, πέραν του ότι δεν κάνει μνεία στα στοιχεία αυτά, αποφεύγει ουσιαστικά να πάρει και θέση κατά πόσο συνιστούν επαρκή στοιχεία ή όχι σχετικά με την εκδοχή και το παράπονο της. Με την ένορκη δήλωση της αφήνει να νοηθεί ότι εκ μέρους των Εναγόμενων δεν δόθηκαν οποιαδήποτε στοιχεία και πως πρόθεση τους ήταν να αποκρύψουν και να αποφύγουν τον εντοπισμό τους, ώστε να μην υπάρχουν για να υπολογισθεί η απώλεια κέρδους ή των ωφελημάτων των Εναγόντων 2 και κατ' επέκταση της Ενάγουσας
  6. Ένα άλλο στοιχείο το οποίο σχετίζεται με την πλήρη αποκάλυψη και/ή παραπλάνηση των γεγονότων εκ μέρους της Ενάγουσας 1, είναι ο χρόνος που συστάθηκαν και από ποιον οι εταιρείες RVZ. Στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης της η Ενάγουσα 1 αναφέρει ότι οι εν λόγω εταιρείες συστάθηκαν μεταγενέστερα, στη βάση της Συμφωνίας (03.08.2012) της με τους Εναγόμενους 1 και
  7. Στο Τεκμήριο 11 (πιστοποιητικά ίδρυσης των RVZ εταιρειών) το οποίο επισυνάπτει η Εναγόμενη 1 στην ένορκη της δήλωση, φαίνεται πως η σύσταση των εν λόγω εταιρειών ήταν πολύ πιο νωρίς από την ίδρυση των Εναγόντων 2 και όχι μεταγενέστερα, ως αναφέρει η Ενάγουσα
  8. Αυτό το στοιχείο συνδέεται και με τη θέση της ότι συμφωνήθηκε πως οι εν λόγω εταιρείες θα ανήκαν σ' αυτήν και/ή θα ελέγχονταν από αυτήν. Η θέση αυτή, εκ πρώτης όψεως, κλονίζεται, σχετίζεται δε και με την γενικότερη εκδοχή της ότι αφού έγιναν μεταγενέστερα της συμφωνίας όλοι οι πελάτες αυτών των εταιρειών θα έπρεπε να τιμολογούνταν από τους Ενάγοντες 2, κάτι που οι Εναγόμενοι διαφωνούν και ισχυρίζονται ότι οι εν λόγω εταιρείες προϋπήρχαν και για τους υφιστάμενους πελάτες τους δεν είχαν ποσοστό κέρδους οι Ενάγοντες. Υπάρχει ακόμα μία παράμετρος επί του θέματος, άμεσα σχετική με τη δυναμική της εκδοχής των Εναγόντων, προκύπτουσα από τη μαρτυρία της Ενάγουσας
  9. Στην ένορκη της δήλωση (παράγραφος 12) κάνει λόγο για συμφωνία συμμετοχής 22% των Εναγόντων 2 στην εταιρεία Empoli, η οποία θα τιμολογούσε τους πελάτες των Εναγόντων 2 και άρα τα κέρδη των τελευταίων θα ήταν στη βάση αυτή. Σε άλλη όμως παράγραφο (παράγραφος 15) της ένορκης της δήλωσης, η Ενάγουσα 1 αναφέρει πως τελικά επιλέγηκαν οι Εναγόμενοι 4 για να τιμολογούν τους πελάτες των Εναγόντων 2 αντί της εταιρείας Empoli. Δεν αναφέρεται ωστόσο (α) η μετοχική δομή των Εναγόμενων 4 η οποία είναι άγνωστη στο Δικαστήριο, ούτως ώστε να διαφαίνεται αν συνάδει με τα ποσοστά κέρδους που οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι δικαιούνται, και (β) δεν αναφέρεται αν συμφωνήθηκε κατά πόσο τα ποσοστά κέρδους των Εναγόντων 2 θα ήταν πάλι 22% και συμφώνως της δομής της εταιρείας Empoli. Τέλος, με τα Τεκμήρια 19 και 20 που επισυνάφθηκαν στην ένορκη δήλωση της Εναγόμενης 1, διαφαίνεται πως η Ενάγουσα 1 μέχρι Μάρτιο του 2014 πληρώθηκε χρηματικά ποσά ως αμοιβή που ήταν διευθύντρια στην εταιρεία Damitas, γεγονός που δεν αποκάλυψε, ενώ στην παράγραφο 32 της ένορκης της δήλωσης αφήνει να νοηθεί ότι στις 10.01.2014 είχε παραιτηθεί από όλες τις εταιρείες για τις οποίες υπήρξε η συνεργασία της με τους Εναγόμενους, αφού την έπεισαν ψευδώς πως θα την αποζημίωναν. Τα εν λόγω στοιχεία εκ πρώτης όψεως αντικρούουν την θέση των Εναγόντων για κάθετη ρήξη στις σχέσεις των διαδίκων, και δείχνουν ότι σε κάποιο βαθμό επιλύονταν οι διαφορές ομαλά. Το Δικαστήριο δεν έχει προβεί στην υποκειμενική αξιολόγηση και στη βαρύτητα της προαναφερόμενης μαρτυρίας, ωστόσο κρίνει ότι η εξ αντικειμένου θεώρηση της στα πλαίσια της παρούσας ακρόασης είναι αναγκαία, (βλέπε υπόθεση Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1980), είναι δε τέτοια που δεν μπορεί να παραγνωριστεί. Εν κατακλείδι, επί των προαναφερθέντων, εκείνο που το Δικαστήριο διαπιστώνει είναι πως, μετά που έχει ακούσει και την πλευρά των Εναγόμενων, φαίνεται πως η εικόνα που δόθηκε αρχικά από τους Ενάγοντες διαφοροποιείται, λαμβανομένου δε κυρίως υπόψη ότι επί των προαναφερόμενων σημείων η πλευρά των Εναγόντων δεν επέλεξε, είτε να αντεξετάσει, είτε να παρουσιάσει αντικρουστική μαρτυρία με συμπληρωματική ή απαντητική ένορκη δήλωση. Είναι προφανές ότι η σημασία των αμέσως πιο πάνω διαπιστώσεων είναι καθοριστική για την τύχη των επίδικων διαταγμάτων αφού η νομολογία επί του θέματος είναι ξεκάθαρη (βλέπε υποθέσεις Jadranska Slobodna Plovidba v. Photos Photiades & Co
(1965)1 C.L.R. 58, Attorney General and Another v. Savvides (No.2)
(1979)1 C.L.R. 349, Amathus Navigation Co Ltd v. Concord Express Liners and Others
(1993)1 Α.Α.Δ. 1030, Demstar Limited v. Zim Israel Nasvigation Co Ltd κ.α.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 597 και Harvardskiy Prumyslovy Holding A.S. v. Daventree Resources Ltd κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 801). Το Δικαστήριο κρίνει πως οι Ενάγοντες όφειλαν να αποκαλύψουν τα πιο πάνω στοιχεία και δεν το έπραξαν. Επίσης με τον τρόπο που παρουσίασαν τα γεγονότα παραπλάνησαν το Δικαστήριο, δίδοντας σ' αυτό μία δυναμική στην εκδοχή τους εξασφαλίζοντας μονομερώς τα επίδικα διατάγματα. Συνακόλουθα το Δικαστήριο κρίνει ότι τα διατάγματα ημερομηνίας 20.03.2015 θα πρέπει ν' ακυρωθούν. Αναφορικά με το (γ) στοιχείο (του κατ' επείγοντος) παρατηρείται κατ' αρχήν ότι ως προς το διάταγμα Anton Piller δεν απαιτείται τέτοια προϋπόθεση, ως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Γρηγοριάδη (ανωτέρω). Ως προς τα άλλα δύο διατάγματα, είναι βέβαια προϋπόθεση η οποία με τα στοιχεία που είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, κρίθηκαν ικανοποιητικά. Ωστόσο, μετά που ακούστηκαν οι Εναγόμενοι, η θέση του Δικαστηρίου δεν παραμένει ίδια αφού φάνηκε πως οι Εναγόμενοι έδωσαν στους Ενάγοντες στοιχεία για σκοπούς υπολογισμού της απαίτησης τους, γεγονός που φαίνεται να απέκρυψαν. Η μαρτυρία της Ενάγουσας 1, ως προς το θέμα του κατ' επείγοντος αφορούσε στο ότι επειδή τώρα υπήρξε εκπροσώπηση της από τους δικηγόρους της ήταν εύλογο οι Εναγόμενοι να προτρέξουν να μεταφέρουν χρήματα εκτός των τραπεζικών τους λογαριασμών ή να αποκρύψουν έγγραφα. Φαίνεται όμως πως οι Ενάγοντες πάντοτε, από την αρχή της διαφωνίας εκπροσωπούνταν από δικηγόρο (βλέπε Τεκμήριο 24 επί της ένστασης) γεγονός που δεν αποκάλυψαν και ειδικότερα δεν αποκάλυψαν ότι με τις υπηρεσίες πρώην δικηγόρου τους έγιναν διάφορες ενέργειες ως προς τις εταιρείες για τις οποίες υπήρχε συνεργασία για ομαλή επίλυση των διαφορών, γεγονός που κράτησε πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα. Διαζευκτικά και, αν ήθελε κριθεί ότι τα πιο πάνω συμπεράσματα του Δικαστηρίου είναι λανθασμένα, εξετάζεται στη συνέχεια κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, εφόσον αυτές αμφισβητούνται, και κατά ακολουθία εάν δικαιολογείται η διατήρηση σε ισχύ των προσωρινών διαταγμάτων ημερομηνίας 20.03.
  1. Λαμβανομένων υπόψη των νομικών αρχών και κανόνων που διέπουν τα προσωρινά διατάγματα, τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τις δύο πλευρές, χωρίς να διενεργείται αξιολόγηση ως προς την αξιοπιστία αυτής, αλλά κατά αφηρημένο και αντικειμενικό κριτήριο αποφασίζονται τα πιο κάτω: (α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση:- Αναμφισβήτητα η έγερση της αγωγής με αντικείμενο τη διεκδίκηση αποζημιώσεων για δόλο, ψευδείς παραστάσεις, παράβαση συμφωνίας, με λεπτομέρειες όπως δίδονται ενόρκως, αποτελούν στοιχεία τα οποία δικαιολογούν συμπέρασμα για ύπαρξη ενός σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου. (β) Ορατή προοπτική και/ή πιθανότητα οι Αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία:- Αναφορικά με αυτή την προϋπόθεση κρίνεται ότι μετά που οι Εναγόμενοι έθεσαν τη δική τους μαρτυρία, λαμβανομένων υπόψη των όσων έχουν προαναφερθεί, η δυναμική στην εκδοχή των Εναγόντων όπως αυτή δημιουργήθηκε αρχικά, έχει διαφοροποιηθεί. Η πιθανότητα βέβαια να δικαιούνται σε θεραπεία στην αγωγή οι Ενάγοντες παραμένει. Προκύπτει, ωστόσο, πως εξ αντικειμένου έχουν προκληθεί ερωτηματικά ως προς τη δυναμική της εκδοχής των Εναγόντων, ιδιαίτερα δε για την περίπτωση του διατάγματος Anton Piller όπου απαιτείται δυνατή υπόθεση. Αυτό συμβαίνει εξαιτίας της μαρτυρίας που δεν αποκαλύφθηκε και η οποία δίδει άλλη πλέον εικόνα στο Δικαστήριο. Η επανάληψη αυτής της μαρτυρίας δεν κρίνεται αναγκαία. Οι τελευταίες σκέψεις και προβληματισμοί του Δικαστηρίου, ουδόλως αποσκοπούν σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά, μόνο στη διαπίστωση ότι τα στοιχεία που τέθηκαν από πλευράς των Εναγόμενων ήταν ικανά να κλονίσουν την αντικειμενικά θετική και ικανοποιητική εικόνα που έδωσαν αρχικά οι Ενάγοντες. Συνακόλουθα των πιο πάνω, κρίνεται ότι δεν πληρείται η (β) προϋπόθεση. (γ) Η μη έκδοση και/ή διατήρηση του διατάγματος θα συνεπάγεται δυσκολία και/ή αδυναμία να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο:- Αναφορικά με αυτή την προϋπόθεση, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Μπορεί να ειπωθεί, πως στην παρούσα υπόθεση οποιαδήποτε ζημιά θα επέλθει στους Ενάγοντες είναι δυνατό να εκτιμηθεί σε χρήμα, κάτι τέτοιο άλλωστε είχαν κάνει μέσω της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της Ενάγουσας
  2. Αυτό είναι ένα στοιχείο το οποίο λειτουργεί αρνητικά για τους Ενάγοντες. Βέβαια, στην υπόθεση Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231, έχει αναφερθεί ότι ο χρηματικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη και το Δικαστήριο οφείλει να μην παραγνωρίσει αυτή τη θέση της νομολογίας. Παρατηρείται επιπλέον πως δεν υπάρχει μαρτυρία, ούτε καν αναφορά, ότι οι Εναγόμενοι βρίσκονται σε κατάσταση οικονομικής δυσκολίας, σε τέτοιο βαθμό ή ότι είναι αναξιόχρεοι, που τυχόν απόφαση εναντίον τους δεν θα μπορούσε να ικανοποιηθεί. Αντίθετα από πλευράς Εναγόμενων θίγεται το ζήτημα (παράγραφος 19 ένορκης δήλωσης της Εναγόμενης 1) και δεν αντικρούστηκε ή απαντήθηκε με συμπληρωματική μαρτυρία. Προκύπτει πως διακινούν πολύ μεγάλα χρηματικά ποσά με εισοδήματα και πρόκειται για πέντε Εναγόμενους. Οι Ενάγοντες δεν έθεσαν μαρτυρία ότι ανησυχούν εξαιτίας της οικονομικής κατάστασης των Εναγόμενων και πως τυχόν απόφαση υπέρ τους δεν θα μπορούσε να ικανοποιηθεί. Υπό τις πιο πάνω παρατηρήσεις - διαπιστώσεις, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν αποδείχθηκε ούτε αυτή η προϋπόθεση. Συνακόλουθα των πιο πάνω κρίνεται ότι δεν πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων. Ως προς το διάταγμα τύπου Chabra αυτό θα ακυρωνόταν και για το λόγο ότι δεν στρέφεται εναντίον Εναγόμενου που δεν υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα, αλλά επειδή κατέχει περιουσιακά στοιχεία κάποιου άλλου Εναγόμενου για τον οποίο υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα. Αντίθετα το αγώγιμο δικαίωμα στρέφεται εναντίον όλων των Εναγόμενων αλλά και η περιουσία της οποίας ζητήθηκε η δέσμευση ανήκει σ' αυτούς. Συνεπώς δεν είναι η περίπτωση για έκδοση διατάγματος τύπου Chabra. Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων που συνθέτουν την υπόθεση κρίνεται ότι η εξέταση του κατά πόσο θα ήταν πρόσφορο στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας να εκδοθούν ή όχι τα προσωρινά διατάγματα θα ήταν αχρείαστη θεωρητική ανάλυση. Ενόψει όλων των πιο πάνω, κρίνεται ότι είναι ορθό και δίκαιο τα προσωρινά διατάγματα ημερομηνίας 20.03.2015 να ακυρωθούν. Ως εκ τούτου ακυρώνονται. Διατάσσεται ο Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού όπως επιστρέψει στους Εναγόμενους οποιαδήποτε έγγραφα βρίσκονται στην κατοχή του στη βάση της εκτέλεσης του διατάγματος Anton Piller ημερομηνίας 20.03.2015. Τα έξοδα της δίκης στην επίδικη Αίτηση και τα προσωρινά διατάγματα, επιδικάζονται προς όφελος των Εναγόμενων και εναντίον των Εναγόντων. Να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο για να πληρωθούν στο τέλος της δίκης στην αγωγή. (Υπ.) .............. Δ. Ι. Κίτσιος, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΔ Subject: Civil/Other Action/Interim Αναφορά: Πολιτική Δικονομία - Προσωρινό διάταγμα Anton Piller και Chabra cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.