Στέλιου Παπαστυλιανού ν. Ταμείο Δια Πλεονάζον Προσωπικόν, Αρ. Αίτησης: 430/11, 17/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEM:2015:3 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή. Θ. Ανθούση ) Σ. Γεωργίου ) Μελών. Αρ. Αίτησης: 430/11 Μεταξύ: Στέλιου Παπαστυλιανού Αιτητή και Ταμείο Δια Πλεονάζον Προσωπικόν Καθ΄ ών η αίτηση Ημερομηνία: 17 Ιουνίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή: Ο κ.Χ″Κωστής. Για το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού: Ο κ.Αθανασιάδης. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Αιτητής από την 1.6.1992 μέχρι τις 31.12.2009 απασχολήθηκε ως ταπετσάρης στην υπηρεσία της εταιρείας Fanis & Elias Hasapis Ltd η οποία είχε ως αντικείμενο εργασιών της την εφαρμογή ταπετσαρίας επίπλων. Στις 31.12.2009 η απασχόληση του Αιτητή τερματίστηκε από την εν λόγω εταιρεία για λόγους πλεονασμού. Στις 31.10.2009 η εταιρεία Fanis & Elias Hasapis Ltd παρέδωσε στον Αιτητή επιστολή τερματισμού της απασχόλησης του (Τεκμήριο 1) στην οποία σημείωνε ότι η απόλυση του οφείλεται στο κλείσιμο της. Ο τελευταίος εβδομαδιαίος μισθός του Αιτητή πριν τον τερματισμό της απασχόλησης του για σκοπούς του Περί Τερματισμού της Απασχολήσεως Νόμου του 1967 (Ν.24/67)όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα ("ο Νόμος") ήταν €408,
- Στις 19.1.2010 συστάθηκε η εταιρεία Φάνης & Ηλίας Χασάπης Π.Σ. Λτδ η οποία είχε ως αντικείμενο των εργασιών της τις εφαρμογές ταπετσαρίας επίπλων. Στην εταιρεία Φάνης & Ηλίας Χασάπης Π.Σ. Λτδ κατά τις 20.1.2010 διευθυντές ήταν ο Αιτητής και ο κ. Παναγιώτης Παναγιωτίδης και μέτοχοι ήταν ο Αιτητής με 2499 μετοχές, ο κ. Παναγιώτης Παναγιωτίδης με 2499 μετοχές, ο κ. Ηλίας Χασάπης με 1 μετοχή και ο κ. Θεοφάνης Χριστοδούλου με 1 μετοχή. Το ιδρυτικό έγγραφο και το καταστατικό της εταιρείας Φάνης & Ηλίας Χασάπης Π.Σ. Λτδ υπογράφηκε στις 7.1.2010 (βλέπε Τεκμήρια 7, 8 και 9). Η εταιρεία Φάνης & Ηλίας Χασάπης Π.Σ. Λτδ ενοικίασε το υποστατικό στο οποίο εξασκούσε μέχρι τις 31.12.2009 τις εργασίες της η εταιρεία Fanis & Elias Hasapis Ltd μετά από σχετική συμφωνία με τους ιδιοκτήτες του υποστατικού. Μέχρι τις 31.12.2009 το εν λόγω υποστατικό ενοικιαζόταν από την εταιρεία Fanis & Elias Hasapis Ltd η οποία ασκούσε στο εν λόγω υποστατικό την επιχείρηση της εφαρμογής ταπετσαρίας επίπλων. Η εταιρεία Φάνης & Ηλίας Χασάπης Π.Σ. Λτδ από τις 20.1.2010 εξασκούσε τις εργασίες της επιχείρησης της εφαρμογής ταπετσαρίας επίπλων με τον εξοπλισμό που χρησιμοποιούσε μέχρι τις 31.12.2009 η εταιρεία Fanis & Elias Hasapis Ltd αφού οι μέτοχοι της αγόρασαν από την εταιρεία Fanis & Elias Hasapis Ltd τον εν λόγω εξοπλισμό. Ο Αιτητής από τις 20.1.2010 εργαζόταν στην εταιρεία Φάνης & Ηλίας Χασάπης Π.Σ. Λτδ και εγγράφηκε στην Υπηρεσία των Κοινωνικών Ασφαλίσεων ως μισθωτός που εργοδοτείται από την εν λόγω εταιρεία με μηνιαίο μισθό €2,146 (βλέπε Τεκμήρια 4 και 10). Ο Αιτητής στις 5.1.2010 υπέβαλε αίτηση στο Ταμείο Πλεονασμού ("το Ταμείο") για πληρωμή λόγω πλεονασμού για την απόλυση του από την εταιρεία Fanis & Elias Hasapis Ltd (Τεκμήριο 2) η οποία αίτηση απορρίφθηκε από το Ταμείο στις 7.4.2011 (Τεκμήριο 4) γιατί το Ταμείο θεώρησε την απασχόληση του στην εταιρεία Φάνης & Ηλίας Χασάπης Π.Σ. Λτδ ως συνεχή με την υπηρεσία που έχει στην εταιρεία Fanis & Elias Hasapis Ltd. Τα πιο πάνω γεγονότα συνιστούν κοινό έδαφος για τις δύο πλευρές. Με την παρούσα αίτηση εργατικής διαφοράς ο Αιτητής αξιώνει από το Ταμείο πληρωμή λόγω πλεονασμού για την περίοδο απασχόλησης του στην εταιρεία Fanis & Elias Hasapis Ltd με βάση το άρθρο 16
(1)του Νόμου σε συνδυασμό με τον Τέταρτο Πίνακα του Νόμου με τον ισχυρισμό ότι η απόλυση του από την εν λόγω εταιρεία οφείλεται σε λόγους πλεονασμού. Είναι η θέση του ότι η απόφαση του Ταμείου να θεωρήσει την απασχόληση του στην εταιρεία Φάνης & Ηλίας Χασάπης Π.Σ. Λτδ ως συνεχή με την υπηρεσία που είχε στην Fanis & Elias Hasapis Ltd είναι λανθασμένη και/ή αβάσιμη. Το Ταμείο στους γενικούς λόγους της έγγραφου εμφάνισης του ισχυρίζεται ότι επειδή ο Αιτητής από τις 20.1.2010 εργοδοτήθηκε στην εταιρεία Φάνης & Ηλίας Χασάπης Π.Σ. Λτδ, η οποία εξαγόρασε την επιχείρηση που ασκούσε η εταιρεία Fanis & Elias Hasapis Ltd και συνέχισε τις δραστηριότητες της στον ίδιο χώρο, η απασχόληση του στην εταιρεία Φάνης & Ηλίας Χασάπης Π.Σ. Λτδ είναι συνεχής με την απασχόληση του στην εταιρεία Fanis & Elias Hasapis Ltd. Ως εκ τούτου ο Αιτητής δεν δικαιούται πληρωμή από το Ταμείο. Μαρτυρία - Ανάλυση Μαρτυρίας Ο Αιτητής κατέθεσε ότι από το 2008 και μετά η επιχείρηση της εταιρείας Fanis & Elias Hasapis Ltd παρουσίαζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Επειδή η εν λόγω επιχείρηση δεν ήταν βιώσιμη οι ιδιοκτήτες της αποφάσισαν όπως παύσουν τη λειτουργία της με το τέλος του έτους 2009. Στις 31.12.2009 ημερομηνία που η επιχείρηση σταμάτησε τη λειτουργία της εκτός από αυτόν εργάζονταν οι κ.κ. Ηλίας Χασάπης, Θεοφάνης Χριστοδούλου και Ανδρέας Παναγή. Οι κ.κ. Ηλ. Χασάπης και Θ. Χριστοδούλου ήταν οι μέτοχοι της εταιρείας Fanis & Elias Hasapis Ltd και διεύθυναν την επιχείρηση της εταιρείας παράλληλα με την εργασία τους ως ταπετσάρηδες. Ο κ. Παναγή ήταν εργάτης και διανομέας. Όταν πληροφορήθηκε για την απόλυση του ήταν 44 χρονών και δεν ήξερε οποιοδήποτε άλλο επάγγελμα εκτός από αυτό του ταπετσάρη επίπλων. Έψαξε να βρει αλλού δουλειά ως ταπετσάρης αλλά δεν τα κατάφερε. Τότε ήλθε σε επαφή με τους μετόχους της εταιρείας Fanis & Elias Hasapis Ltd και τους ρώτησε πόσα του πωλούν τον εξοπλισμό της επιχείρησης της εταιρείας καθότι αποφάσισε να κάνει τη δική του επιχείρηση ως ταπετσάρης. Γνώριζε ότι καταβάλλονταν προσπάθειες πώλησης της επιχείρησης της εταιρείας Fanis & Elias Hasapis Ltd αλλά λόγω του ότι ήταν «χρεοκοπημένη» δεν υπήρχε κανένα ενδιαφέρον για την αγορά της. Γνώριζε επίσης ότι γινόταν προσπάθεια να πωληθεί ο εξοπλισμός της είτε στο σύνολο του είτε τμηματικά. Οι μέτοχοι της εταιρείας Fanis & Elias Hasapis Ltd του είπαν ότι θα πωλούσαν σε αυτόν τον εξοπλισμό της επιχείρησης για €80,000 και ότι το κατάστημα στο οποίο ασκείται η επιχείρηση δεν είχε ενοικιαστεί σε άλλο άτομο. Τον ενημέρωσαν ότι οι ιδιοκτήτες του καταστήματος θα του το παραχωρούσαν για τη στέγαση της δικής του επιχείρησης. Συμφώνησε με τον κ. Παναγιώτη Παναγιωτίδη όπως συνεταιριστούν με σκοπό να ανοίξουν επιχείρηση ταπετσαρίας επίπλων. Αρχές Ιανουαρίου 2010 αυτός και ο κ. Παναγιωτίδης συναντήθηκαν με τους μετόχους της εταιρείας Fanis & Elias Hasapis Ltd και συμφώνησαν στο τίμημα που θα πλήρωναν για τον εξοπλισμό. Στη συνέχεια προχώρησαν στην ενοικίαση του καταστήματος και στην ίδρυση νέας εταιρείας η οποία θα έκανε τη διαχείριση της νέας επιχείρησης. Ήταν η θέση του ότι η νέα εταιρεία θα ασκούσε νέα επιχείρηση αφού το μόνο που αγοράστηκε ήταν ο εξοπλισμός της εταιρείας Fanis & Elias Hasapis Ltd και τίποτα άλλο. Οι κ.κ. Ηλ. Χασάπης και Θ. Χριστοδούλου αρχές Ιανουαρίου του 2010 είχαν από 1 μετοχή στην εταιρεία Φάνης & Ηλίας Χασάπης Π.Σ. Λτδ επειδή παρέμεινε ένα μικρό υπόλοιπο του τιμήματος αγοράς του εξοπλισμού το οποίο δεν πληρώθηκε και για ασφάλεια δική τους ζήτησαν μετοχές μέχρι να εξοφληθεί το υπόλοιπο. Κανένας από τους δύο δεν συνέχισε να εργάζεται στην επιχείρηση της εταιρείας Φάνης & Ηλίας Χασάπης Π.Σ. Λτδ. Ο κ. Παναγή εργοδοτήθηκε στην εταιρεία Φάνης & Ηλίας Χασάπης Π.Σ. Λτδ αλλά μετά από δύο χρόνια απολύθηκε για λόγους πλεονασμού. Ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι επειδή στην εταιρεία Φάνης & Ηλίας Χασάπης Π.Σ. Λτδ θα ήταν διευθυντής της και ως διευθυντής της θα ασκούσε και καθήκοντα διοίκησης και διεύθυνσης της επιχείρησης της ο μισθός του σε σχέση με αυτόν που έπαιρνε από την εταιρεία Fanis & Elias Hasapis Ltd αυξήθηκε. Σημείωσε ότι η επιχείρηση της εταιρείας Fanis & Elias Hasapis Ltd δεν είχε καμία αξία ως επιχείρηση και το μόνο που είχε αξία ήταν ο εξοπλισμός της. Ο λόγος που δεν είχαν αγοράσει τις μετοχές της εταιρείας Fanis & Elias Hasapis Ltd ήταν γιατί ήταν «χρεοκοπημένη». Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι «κράτησαν το όνομα της εταιρείας» που τον εργοδοτούσε μέχρι το 2009 γιατί θεώρησε ότι αν άλλαζαν το όνομα μπορεί να επηρεαζόταν ο όγκος εργασίας της νέας εταιρείας. Όταν ρωτήθηκε αν με αυτό τον τρόπο προσπάθησαν να χρησιμοποιήσουν το όνομα της εταιρείας Fanis & Elias Hasapis Ltd που ήταν για 40 χρόνια στο παζάρι απάντησε καταφατικά. Σε σχέση με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 6 όπου αναφέρεται ότι εκτός από τον εξοπλισμό αγοράστηκε και ο αέρας της επιχείρησης είπε ότι ο δικηγόρος τους τους συμβούλευσε να «μπει» ο εν λόγω όρος στο έγγραφο ώστε να μην υπάρχει μεταγενέστερα οποιαδήποτε απαίτηση από τους μετόχους της εταιρείας Fanis & Elias Hasapis Ltd. Αξιολογώντας το ενώπιον μας μαρτυρικό υλικό σημειώνουμε τα πιο κάτω: 1. (α) Οι θέσεις του Αιτητή (
- i)ότι οι κ.κ. Ηλ. Χασάπης και Θ. Χριστοδούλου δεν προσλήφθηκαν στην υπηρεσία της εταιρείας Φάνης & Ηλίας Χασάπης Π.Σ. Λτδ, (
- ii)ότι η εταιρεία Fanis & Elias Hasapis Ltd μετά τις 31.12.2009 έπαυσε τις εργασίες της, (iii) ότι οι κ.κ. Ηλ. Χασάπης και Θ. Χριστοδούλου ήταν οι μέτοχοι και οι διευθυντές της εταιρείας Fanis & Elias Hasapis Ltd και (
- iv)ότι οι κ.κ. Ηλ. Χασάπης και Θ. Χριστοδούλου ήταν αυτοί που διεύθυναν την επιχείρηση της εταιρείας Fanis & Elias Hasapis Ltd στην οποία ο Αιτητής ήταν ένας απλός υπάλληλος χωρίς διευθυντικά δικαιώματα δεν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά του Ταμείου και παρέμειναν αναντίλεκτες, (β) Ο Αιτητής παραδέχτηκε ότι είναι κάτοχος του 50% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας Φάνης & Ηλίας Χασάπης Π.Σ. Λτδ, ότι είναι διευθυντής της εταιρείας Φάνης & Ηλίας Χασάπης Π.Σ. Λτδ και ασκεί διευθυντικά και διοικητικά καθήκοντα στην εν λόγω εταιρεία, ότι κατέβαλε το 1/2 του ποσού που συμφώνησε με τους μετόχους της εταιρείας Fanis & Elias Hasapis Ltd για αγορά του εξοπλισμού της και ότι μέσω της εταιρείας Φάνης & Ηλίας Χασάπης Π.Σ. Λτδ υλοποίησε τη συμφωνία συνεταιρισμού του με τον κ. Παναγιώτη Παναγιωτίδη και την πρόθεση του να αρχίσει τη δική του επιχείρηση εφαρμογής ταπετσαρίας επίπλων. Συνακόλουθα δεχόμαστε την πιο πάνω μαρτυρία και προβαίνουμε στα ανάλογα ευρήματα γεγονότων. 2. Ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι η εταιρεία Fanis & Elias Hasapis Ltd το μόνο που πώλησε ήταν ο εξοπλισμός της έρχεται σε αντίθεση με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 6 το οποίο αναφέρει ότι ο κ. Ηλίας Χασάπης εισέπραξε το ποσό των €40,000 το οποίο αντιπροσωπεύει το συμφέρον του (1/2 μερίδιο) στο εργαστήριο ταπετσαρίας επίπλων με την ονομασία Fanis & Elias Hasapis Ltd το οποίο μερίδιο αντιπροσωπεύει τον αέρα και τον εξοπλισμό της επιχείρησης εκτός των μετοχών της εταιρείας Fanis & Elias Hasapis Ltd. Είναι ξεκάθαρο από το εν λόγω έγγραφο ότι ο Αιτητής αγόρασε το συμφέρον του κ. Χασάπη στα περιουσιακά στοιχεία (υλικά και άυλα) της εταιρείας Fanis & Elias Hasapis Ltd και όχι μόνο τον εξοπλισμό. Το πιο πάνω συμπέρασμα ενισχύεται και από την παραδοχή του Αιτητή ότι η νέα εταιρεία χρησιμοποίησε το όνομα της Fanis & Elias Hasapis Ltd ώστε να κερδίσει από «το όνομα που έκτισε» αυτή η εταιρεία στην αγορά. Ο γενικός και αόριστος ισχυρισμός που προέβαλε ο Αιτητής κατά την αντεξέταση του ότι στο Τεκμήριο 6 γίνεται αναφορά σε «αέρα» αφού ο δικηγόρος του τον συμβούλευσε ότι θα ήταν καλύτερα να περιληφθεί στο εν λόγω έγγραφο η εν λόγω αναφορά ώστε σε μεταγενέστερο στάδιο οι κ.κ. Ηλ. Χασάπης και Θ. Χριστοδούλου να μην έχουν οποιαδήποτε απαίτηση στερείται οποιουδήποτε πειστικού υποβάθρου και ως εκ τούτου δεν γίνεται αποδεκτός. Παρατηρούμε ότι ο Αιτητής παρέλειψε να μας αναφέρει πώς η νέα εταιρεία συστάθηκε με την ίδια επωνυμία με την Fanis & Elias Hasapis Ltd αφού για να γίνει κάτι τέτοιο η έγκριση και η συγκατάθεση της Fanis & Elias Hasapis Ltd και των μετόχων της ήταν απαραίτητη προϋπόθεση. Επίσης η θέση του Αιτητή σε σχέση με το όνομα της νέας εταιρείας και τη χρήση του ονόματος της παλιάς εταιρείας καταδεικνύει ότι η εταιρεία Fanis & Elias Hasapis Ltd παρά το ότι είχε οικονομικά προβλήματα ή όπως ισχυρίστηκε ο Αιτητής είχε χρεοκοπήσει εξακολουθούσε να έχει κάποια εμπορική εύνοια. Ως εκ τούτου βρίσκουμε ότι ο Αιτητής αγόρασε το συμφέρον του κ. Χασάπη (αέρα και εξοπλισμό) στο εργαστήριο ταπετσαρίας επίπλων της εταιρείας Fanis & Elias Hasapis Ltd και ότι τον εν λόγω αέρα και εξοπλισμό χρησιμοποίησε η εταιρεία Φάνης & Ηλίας Χασάπης Π.Σ. Λτδ για να εξασκήσει την επιχείρηση της εφαρμογής ταπετσαρίας επίπλων. Νομική Πτυχή - Εφαρμογή Νομικής Πτυχής - Συμπεράσματα Tο άρθρο 2 του Νόμου προσδιορίζει την έννοια του εργοδοτούμενου ως εξής: «"εργοδοτούμενος" σημαίνει πρόσωπον εργαζόμενον δι' έτερον πρόσωπον είτε δυνάμει συμβάσεως εργασίας ή μαθητείας είτε υπό τοιαύτας περιστάσεις εκ των οποίων δύναται να συναχθή η ύπαρξις σχέσεως εργοδότου και εργοδοτουμένου, ο δε όρος "εργοδότης" θα ερμηνεύηται αναλόγως και θα περιλαμβάνη την Κυβέρνησιν της Δημοκρατίας·» Σημειώνουμε ότι αντικείμενο του εργατικού δικαίου[1] και ειδικότερα του Νόμου είναι η εξαρτημένη εργασία την οποία κατά κανόνα προστατεύει. Η νομοθεσία δεν δίνει πουθενά την έννοια της εξάρτησης, ο καθορισμός της παραμένει έργο της νομολογίας. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου η ύπαρξη σχέσης εργασίας (εργοδότη - εργοδοτούμενου) η οποία δημιουργείται από την παροχή έναντι ανταλλάγματος εξαρτημένης εργασίας, είναι πάντοτε ζήτημα πραγματικό και εξετάζεται υπό το πρίσμα του συνόλου των γεγονότων κάθε υπόθεσης. Δεν υπάρχει συγκεκριμένος καθορισμός της σχέσης εργασίας (εργοδότη - εργοδοτούμενου) και η ύπαρξη της εξαρτάται από διάφορα ενδεικτικά στοιχεία που μπορούν να οδηγήσουν σε εύρημα κατά πόσο μια σύμβαση είναι σύμβαση σχέσης εργοδότη - εργοδοτούμενου. Το κριτήριο για να θεωρηθεί ένα πρόσωπο εργοδοτούμενος κάποιου άλλου δεν είναι μόνο η πληρωμή μισθού για υπηρεσίες που αυτός πρόσφερε αλλά θα πρέπει επίσης να καθοριστεί, κατά πόσο συντρέχουν και άλλοι παράγοντες οι οποίοι θεμελιώνονται στα γεγονότα π.χ. η άσκηση έλεγχου από τον εργοδότη επί της εργασίας του εργοδοτούμενου[2] (δηλαδή αν ο εργοδότης έχει το δικαίωμα να διευθύνει και να εποπτεύει την εργασία του εργοδοτούμενου και αντίστοιχα ο εργοδοτούμενος έχει την υποχρέωση να υπακούει και να συμμορφώνεται στις οδηγίες του εργοδότη αναφορικά με το είδος, τον τρόπο, το ποσό και τον τόπο παροχής της εργασίας), το οικονομικό αποτέλεσμα της εργασίας (ο κίνδυνος) να αφορά τον εργοδότη και όχι τον εργοδοτούμενο[3]. Με τον Νόμο Ν.52
(1)/94 προστέθηκε στον Νόμο η πιο κάτω επιφύλαξη στον όρο του εργοδοτούμενο: «Νοείται ότι ο όρος "εργοδοτούμενος" περιλαμβάνει και κάθε πρόσωπο το οποίο είναι μέτοχος σε ιδιωτική εταιρεία, όπως ο όρος αυτός καθορίζεται στον περί Εταιρειών Νόμο, και εργάζεται στην εταιρεία αυτή, όχι όμως με βάση σύμβαση εργασίας ή κάτω από περιστάσεις από τις οποίες μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη και εργοδοτουμένου.» Περαιτέρω με τον Νόμο Ν.52
(1)/94 εισήχθηκε στον Νόμο η πιο κάτω πρόνοια ως παράγραφος 1Α του Τέταρτου Πίνακα του Νόμου : «1Α. Προκειμένου περί εργοδοτουμένου που αναφέρεται στην επιφύλαξη του όρου «εργοδοτούμενος», η πληρωμή την οποίαν δικαιούται είναι ίση με ποσοστό 1% του εβδομαδιαίου ημερομισθίου του πολλαπλασιαζομένου επί 52 και επί τα έτη υπηρεσίας.» Στην απόφαση Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού ν. Πολύμνιας Θεοδώρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 349 το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε ότι οι πιο πάνω νομοθετικές διατάξεις που εισήχθηκαν στον Νόμο με τον Ν.52
(1)/94 καθιερώνουν διάκριση μεταξύ προσώπων που είναι εργοδοτούμενοι και προσφέρουν εξηρτημένη εργασία και των ίσως κατά πλάσμα δικαίου εργοδοτούμενων διευθυντών των εταιρειών που δεν προσφέρουν εξηρτημένη εργασία. Σκοπός του Νομοθέτη με την εισαγωγή της επιφύλαξης στον όρο του εργοδοτούμενου ήταν να διαχωρίσει τους μετόχους μιας εταιρείας που είναι εγγεγραμμένοι και ως εργοδοτούμενοι/μισθωτοί στην εταιρεία (α) σε αυτούς που εργάζονται με σύμβαση εργασίας και/ή που προσφέρουν τις υπηρεσίες τους κάτω από περιστάσεις υπό τις οποίες μπορεί να συναχθεί ύπαρξη σχέσης εργασίας (εργοδότη και εργοδοτούμενου) και (β) σε αυτούς που δεν εργάζονται με σύμβαση εργασίας αλλά γράφτηκαν ως εργοδοτούμενοι για να τυγχάνουν των ωφελημάτων που προσφέρονται από τη νομοθεσία των κοινωνικών ασφαλίσεων και στην περίπτωση που οι τελευταίοι απολυθούν για λόγους πλεονασμού το ποσό που έχει συνεισφέρει η εταιρεία που δηλώθηκε στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις ως εργοδότης τους στο Ταμείο Πλεονασμού να τους επιστρέφεται υπό τύπον πληρωμής λόγω πλεονασμού με βάση την παράγραφο 1Α του Τέταρτου Πίνακα του Νόμου. Ακόμη σημειώνουμε ότι δεν ήταν σκοπός του Νομοθέτη να δώσει οποιαδήποτε άλλα δικαιώματα σε μετόχους που εργάζονται όχι κάτω από συνθήκες εξαρτημένης εργασίας εκτός από τη μειωμένη πληρωμή λόγω πλεονασμού και ως εκ τούτου οι εν λόγω μέτοχοι που γράφτηκαν ως εργοδοτούμενοι δεν νομιμοποιούνται να διεκδικήσουν αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση τους δυνάμει των προνοιών του Νόμου. Για τους μετόχους εργοδοτούμενους που ανήκουν στην πρώτη κατηγορία η πληρωμή για λόγους πλεονασμού υπολογίζεται με βάση την παράγραφο 1 του Τέταρτου Πίνακα του Νόμου καθότι πρόθεση του Νομοθέτη δεν ήταν να στερήσει από αυτούς τα δικαιώματα που τους παρέχει ο Νόμος ως εργοδοτούμενους με σύμβαση εργασίας και/ ή κάτω από συνθήκες εξαρτημένης εργασίας. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 18 του Νόμου, εργοδοτούμενος είναι πλεονάζον, και κατά συνέπεια δικαιούται πληρωμή από το ομώνυμο Ταμείο όταν η απασχόληση του τερματίστηκε: «(α) Διότι ο εργοδότης έπαυσεν ή προτίθεται να παύση να διεξάγη την επιχείρησιν εν τη οποία ο εργοδοτούμενος απησχολείτο, ή (β) Διότι ο εργοδότης έπαυσεν ή προτίθεται να παύση να διεξάγη επιχείρησιν εις τον τόπον όπου ο εργοδοτούμενος απησχολείτο: .................................... (γ) Ένεκα οιουδήποτε των ακολούθων άλλων λόγων σχετιζομένων προς την λειτουργίας της επιχειρήσεως: (i)Εκσυγχρονισμού, μηχανοποιήσεως ή οιαδήποτε άλλης αλλαγής εις τας μεθόδους παραγωγής ή οργανώσεως η οποία ελαττώνει τον αριθμό των αναγκαιούντων εργοδοτουμένων. (ii)Αλλαγών εις τα προϊόντα ή εις τας μεθόδους παραγωγής ή εις τας αναγκαιούσας ειδικότητας των εργοδοτουμένων. (iii)Καταργήσεις τμημάτων. (iv)Δυσκολιών εις την τοποθέτησιν προϊόντων εις την αγοράν ή πιστωτικών δυσκολιών. (v)Ελλείψεως παραγγελιών ή πρώτων υλών (vi)Σπάνεως μέσων παραγωγής, και (vii)Περιορισμού του όγκου της εργασίας ή της επιχειρήσεως» Το άρθρο 20 του Νόμου προβλέπει τέσσερις περιπτώσεις στις οποίες ο εργοδοτούμενος αν και απολύεται για λόγους πλεονασμού δεν δικαιούται πληρωμή από το Ταμείο. Πιο συγκεκριμένα το άρθρο 20 προνοεί τα πιο κάτω: «Εργοδοτούμενος δεν δικαιούται εις πληρωμήν λόγω πλεονασμού- (α)εάν προ του τερματισμού της απασχολήσεως ο εργοδότης προσφέρη άλλην κατάλληλον απασχόλησιν αντ' αυτής ο δε εργοδοτούμενος παραλόγως αρνήται την προσφοράν ταύτην. (β) αποκλειστικώς λόγω τερματισμού της συμβάσεως απασχολήσεως συνεπεία αλλαγής εργοδότου, όταν ο νέος εργοδότης ανανεώνη την υφισταμένην σύμβασιν απασχολήσεως: Νοείται ότι το Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών δύναται να χορηγήση πληρωμήν λόγω πλεονασμού δυνάμει του άρθρου 16 του παρόντος Νόμου, όταν ο εργοδοτούμενος δυνηθή να απόδειξη εύλογον αιτίαν, την οποίαν το Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών ήθελε θεωρήσει ικανοποιητικήν, διά την μη αποδοχήν της προσφοράς ανανεώσεως της συμβάσεως απασχολήσεως υπό του νέου εργοδότου. (γ) αν ο εργοδότης του είναι εταιρεία εγγεγραμμένη με βάση τον περί Εταιρειών Νόμο και τον μεταθέτει σε κατάλληλη απασχόληση σε άλλη εταιρεία η οποία είναι συνδεδεμένη με την εταιρεία στην οποία απασχολείται: Νοείται ότι για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, δύο εταιρείες θεωρούνται "συνδεδεμένες εταιρείες" αν η μια είναι θυγατρική της άλλης ή αν και οι δύο εταιρείες είναι θυγατρικές τρίτης εταιρείας· ο όρος "θυγατρική εταιρεία" έχει την έννοια που αποδίδεται σ' αυτόν από το άρθρο 148 του περί Εταιρειών Νόμου. (δ) αν πριν από τον τερματισμό της απασχολήσεως άλλος εργοδότης ο οποίος είναι εταιρεία στην οποία ο προηγούμενος εργοδότης είναι κύριος μέτοχος ή ασκεί ουσιαστικό έλεγχο προσφέρει στον εργοδοτούμενο κατάλληλη απασχόληση.» Σημειώνουμε ότι το Μέρος Ι του Δεύτερου Πίνακα του Νόμου, καθορίζει τον τρόπο υπολογισμού της περιόδου της απασχόλησης ενός εργοδοτούμενου και ορίζει ότι οι σχετικές πρόνοιες για τον υπολογισμό της περιόδου απασχόλησης εφαρμόζονται μόνο αναφορικά με την εργοδότηση σε ένα εργοδότη με εξαίρεση τις περιπτώσεις που καλύπτονται από την επιφύλαξη της παραγράφου 3 του Μέρους Ι του Δεύτερου Πίνακα, η οποία προβλέπει τ' ακόλουθα: «Νοείται ότι όταν η επιχείρηση ή τμήμα της επιχείρησης εργοδότη μεταβιβάζεται ως έχει σε άλλο εργοδότη ή όταν ο εργοδοτούμενος μετατίθεται από μια εταιρεία σε άλλη σύμφωνα με την παράγραφο (γ) του άρθρου 20 του παρόντος Νόμου, τότε όλες οι εβδομάδες απασχόλησης στον πρώτο εργοδότη θεωρούνται κατά τον υπολογισμό της περιόδου απασχόλησης ως απασχόληση στο δεύτερο εργοδότη.» Το Μέρος ΙΙ του ιδίου Πίνακα αναφέρει τους λόγους κάτω από τους οποίους δεν διακόπτεται το συνεχές της απασχόλησης ενός εργοδοτούμενου. Στο εδάφιο (γ) της παραγράφου 7 του εν λόγω Μέρους προνοείται ότι το συνεχές της απασχόλησης δεν διακόπτεται με την αλλαγή του προσώπου του εργοδότη ως εκτίθεται στις πρόνοιες της επιφύλαξης της παραγράφου 3 του Μέρους Ι του Δεύτερου Πίνακα του Νόμου. Στην επιφύλαξη της παραγράφου 3 του Μέρους Ι του Δεύτερου Πίνακα, προνοούνται τα ακόλουθα: «Νοείται ότι όταν η επιχείρηση ή τμήμα της επιχείρησης εργοδότη μεταβιβάζεται ως έχει σε άλλο εργοδότη ή όταν ο εργοδοτούμενος μετατίθεται από μια εταιρεία σε άλλη σύμφωνα με την παράγραφο (γ) του άρθρου 20 του παρόντος Νόμου, τότε όλες οι εβδομάδες απασχόλησης στον πρώτο εργοδότη θεωρούνται κατά τον υπολογισμό της περιόδου απασχόλησης ως απασχόληση στο δεύτερο εργοδότη.» Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η έννοια της «αλλαγής εργοδότου» όπως συναντάται στο άρθρο 20(β) του Νόμου, θα πρέπει πάντοτε να ερμηνεύεται εντός των πλαισίων της επιφύλαξης της παραγράφου 3 του Μέρους Ι του Δεύτερου Πίνακα του Νόμου (Demades Auto Supplies (Limassol) Ltd v. Γεωργίας Ιωαννίδου
(1996)1 Α.Α.Δ. 228). Με άλλα λόγια «αλλαγή εργοδότη» για τους σκοπούς της παραγράφου (β) του άρθρου 20 του Νόμου λαμβάνει χώρα μόνον όταν η αλλαγή αυτή είναι το αποτέλεσμα της μεταβίβασης επιχείρησης ή τμήματος επιχείρησης από έναν εργοδότη σε άλλο «ως έχει». Στην υπόθεση Λ. Καστράπης v. E. Kallenos
(2003)1 Α.Α.Δ. 509, το Ανώτατο Δικαστήριο ερμηνεύοντας τον όρο «ανανέωση» της σύμβασης απασχόλησης που περιέχεται στο άρθρο 20(β) του Νόμου ανέφερε ότι ο εν λόγω όρος: «δεν μπορεί να σημαίνει οτιδήποτε άλλο εκτός από την ανανέωση της υφιστάμενης σύμβασης απασχόλησης χωρίς οποιαδήποτε διαφοροποίηση των απορρεουσών από τη σύμβαση (υφιστάμενη) δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μερών με εξαίρεση βέβαια, την αλλαγή του προσώπου του εργοδότη». Παρατηρούμε λοιπόν ότι στις περιπτώσεις που προβλέπει ο Νόμος ότι ο εργοδοτούμενος δεν δικαιούται πληρωμή από το Ταμείο παρά το ότι η απόλυση του έγινε κάτω από συνθήκες πλεονασμού το συνεχές της απασχόλησης του εργοδοτούμενου δεν διακόπτεται και ο εργοδοτούμενος έχει την ευκαιρία να συνεχίσει να απασχολείται με τους ίδιους ή παρόμοιους όρους εργοδότησης είτε στον εργοδότη του είτε σε ένα άλλο εργοδότη ανάλογα με την περίπτωση. Σύμφωνα με τις πιο πάνω πρόνοιες του Νόμου, στις περιπτώσεις που τερματίζεται η απασχόληση ενός εργοδοτούμενου για τον λόγο ότι ο εργοδότης έπαυσε να διεξάγει την επιχείρηση στην οποία απασχολείτο ο εργοδοτούμενος τότε ο εργοδοτούμενος δικαιούται πληρωμή από το Ταμείο λόγω πλεονασμού βάσει του άρθρου 18(α) του Νόμου εκτός αν
(1)η παύση της λειτουργίας της επιχείρησης οφείλεται σε μεταβίβαση της επιχείρησης «ως έχει» σε άλλο επιχειρηματία - εργοδότη και
(2)ο νέος επιχειρηματίας - εργοδότης ανανεώσει την υφιστάμενη σύμβαση απασχόλησης του εργοδοτούμενου[4]. Δηλαδή ένας εργοδοτούμενος δεν δικαιούται σε πληρωμή από το Ταμείο αν ο νέος εργοδότης, ο οποίος ανέλαβε την επιχείρηση στην οποία εργοδοτείτο ο εργοδοτούμενος μετά από μεταβίβαση της «ως έχει» σε αυτόν, του προσφέρει εργασία με τους ίδιους όρους της προηγούμενης εργοδότησης του[5]. Για να ακυρωθεί λοιπόν το δικαίωμα ενός εργοδοτουμένου για πληρωμή λόγω πλεονασμού δυνάμει του Νόμου θα πρέπει να κριθεί ότι υπήρξε μεταβίβαση της επιχείρησης «ως έχει» από τον ένα εργοδότη στον άλλο και ότι η υφιστάμενη σύμβαση απασχόλησης του εργοδοτούμενου έχει ανανεωθεί. Αν ο εργοδοτούμενος εργοδοτηθεί από τον νέο εργοδότη μετά από σύναψη νέας σύμβασης απασχόλησης με νέους όρους ως αποτέλεσμα ξεχωριστών διαπραγματεύσεων μεταξύ των μερών τότε ο εργοδοτούμενος δικαιούται πληρωμή λόγω πλεονασμού. Παρενθετικά σημειώνουμε ότι με βάση τις διατάξεις του Νόμου το πρόσωπο που αναλαμβάνει μια επιχείρηση «ως έχει»[6] δεν υποχρεούται να συνεχίσει την εργοδότηση του υπάρχοντος προσωπικού και το προσωπικό που απολύθηκε από τον εργόδοτη που μεταβίβασε την επιχείρηση του δικαιούται πληρωμή από το Ταμείο λόγω πλεονασμού. Σημειώνουμε ότι το 2000 θεσπίστηκε ο Περί Διατήρησης και Διασφάλισης των Δικαιωμάτων των Εργοδοτουμένων σε Περίπτωση Μεταβιβάσεων Επιχειρήσεων, Εγκαταστάσεων ή Τμημάτων Επιχειρήσεων ή Εγκαταστάσεων Νόμος (Ν.104(Ι)/2000)για σκοπούς εναρμόνισης της Κυπριακής νομοθεσίας με το Κοινοτικό Δίκαιο και πιο συγκεκριμένα τις Οδηγίες 77/187/ΕΟΚ και 98/50/ΕΚ. Σημειώνουμε ότι ακολούθησε η Οδηγία 2001/23/ΕΚ (″η Οδηγία″) η οποία κωδικοποίησε τις δύο προηγούμενες[7]. Ο σκοπός της Οδηγίας είναι η προστασία των δικαιωμάτων του εργοδοτουμένου σε ορισμένες περιπτώσεις μεταβολής του προσώπου του εργοδότη[8]. Οι διατάξεις της στοχεύουν στην αυτοδίκαιη μεταβίβαση της εργασιακής σχέσης και στη διατήρηση αμετάβλητων των όρων εργασίας σε περιπτώσεις που αλλάξει το πρόσωπο του εργοδότη λόγω μεταβίβασης της επιχείρησης ή συγχώνευσης καθώς και στην προστασία των εργοδοτούμενων από απολύσεις που αιτιολογούνται απλώς και μόνο από μόνο το γεγονός της μεταβίβασης[9]. Σκοπός της Οδηγίας όπως επισημάνθηκε επανειλημμένως από το Δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) (τότε ονομαζόταν Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ)) είναι ″. να διασφαλιστεί ότι ο ενδιαφερόμενος εργαζόμενος προστατεύεται στις σχέσεις του με τον προς ον η μεταβίβαση της επιχείρησης κατά τον ίδιο τρόπο όπως τις σχέσεις του με τον μεταβιβάζοντα″[10], ″. η εξασφάλισης της συνέχειας των υφισταμένων στο πλαίσιο μιας οικονομικής μονάδας εργασιακών σχέσεων, ανεξαρτήτως της αλλαγής του ιδιοκτήτη......″[11] και ″...να εξασφαλίσει κατά το μέτρο του δυνατού τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβολής του επιχειρηματία παρέχοντας τους τη δυνατότητα να παραμείνουν στην υπηρεσία του νέου επιχειρηματία υπό τους ίδιους όρους με εκείνους που είχαν συνομολογήσει με τον μεταβιβάζοντα″[12]. Το Δικαστήριο κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των προνοιών του Ν.104(Ι)/2000 οφείλει λοιπόν να λάβει υπόψη του τη διατύπωση και τον επιδιωκόμενο σκοπό της Οδηγίας με στόχο την επίτευξη του αποτελέσματος που η Οδηγία επιδιώκει[13]. Η Οδηγία προβλέπει ότι το περιεχόμενο της δεν θίγει την εθνική νομοθεσία όσον αφορά τον ορισμό της σύμβασης εργασίας ή της εργασιακής σχέσης και «ότι κατά την έννοια της» νοείται ως: «″εργαζόμενος″ πρόσωπο το οποίο, στο οικείο κράτος μέλος, προστατεύεται ως εργαζόμενος δυνάμει της εθνικής εργατικής νομοθεσίας.» Στην υπόθεση 105/84 Danmols Inventar το ΔΕΚ ερωτήθηκε κατά πόσον ο όρος «εργαζόμενος» στην Οδηγία 77/187/ΕΟΚ έχει την έννοια ότι αρκεί ο ενδιαφερόμενος να υπήρξε εργαζόμενος που απασχολήθηκε από τον εκχωρητή ή πρέπει ο ενδιαφερόμενος να απασχολείται επίσης ως εργαζόμενος και από τον εκδοχέα και στην περίπτωση που θα κριθεί ότι ο ενδιαφερόμενος πρέπει επίσης να έχει την ιδιότητα του εργαζόμενου που απασχολείται από τον εκδοχέα κατά πόσον ένα πρόσωπο που κατέχει το 50% των μετοχών του εκδοχέα (ο ενδιαφερόμενος ήταν πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου, κατείχε το 33% των μετοχών και 50% των δικαιωμάτων ψήφων των μετόχων του εκδοχέα ενώ όταν ήταν στην υπηρεσία του εκχωρητή ήταν μισθωτός/εργαζόμενος που απασχολείτο από την εκχωρητή) μπορεί να θεωρηθεί ότι ανήκει στους «εργαζόμενους» που αφορά η Οδηγία 77/187/ΕΟΚ. Η απάντηση ήταν ότι η Οδηγία 77/187/ΕΟΚ δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις προσώπων που υπήρξαν εργαζόμενοι απασχολούμενοι από τον εκχωρητή αλλά δεν συνεχίζουν με τη δική τους θέληση να απασχολούνται ως εργαζόμενοι από τον εκδοχέα καθότι σε μια τέτοια περίπτωση η προστασία, στη διασφάλισης της οποίας αποβλέπει η Οδηγία 77/187/ΕΟΚ, στερείται αντικειμένου και ότι ο όρος «εργαζόμενος» στην Οδηγία 77/187/ΕΟΚ έχει την έννοια ότι αφορά κάθε πρόσωπο το οποίο προστατεύεται στο σχετικό κράτος μέλος ως εργαζόμενος βάσει της εθνικής εργατικής νομοθεσίας καθότι η επίκληση των διατάξεων της Οδηγίας 77/187/ΕΟΚ μπορεί να γίνει μόνο από πρόσωπα τα οποία προστατεύονται ως εργαζόμενοι δυνάμει των κανόνων του δικαίου του σχετικού κράτους μέλους αφού η Οδηγία 77/187/ΕΟΚ διασφαλίζει ώστε τα απορρέοντα από την εργασιακή σχέση δικαιώματα τους να μην αποδυναμώνονται λόγω της μεταβίβασης. Τα άρθρα 3
(1),
(2)και
(3), 4
(1), 5
(1)και 10
(1)και
(2)του Ν.104(Ι)/2000 (ως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα) προνοούν τ΄ ακόλουθα: «3.
(1)Ο παρών Νόμος εφαρμόζεται επί μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων επιχειρήσεων ή εγκαταστάσεων σε άλλο εργοδότη, που προκύπτουν από νομική μεταβίβαση ή συγχώνευση.
(2)Υπό την επιφύλαξη της παραγράφου
(1)και των ακόλουθων διατάξεων του παρόντος άρθρου, ως μεταβίβαση κατά την έννοια του παρόντος Νόμου, θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, ανεξάρτητα εάν αυτή η δραστηριότητα είναι κύρια ή δευτερεύουσα.
(3)Ο παρών Νόμος εφαρμόζεται σε δημόσιες και ιδιωτικές επιχειρήσεις .......................... 4.
(1)Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του εκχωρητή, που απορρέουν από σύμβαση εργασίας ή από εργασιακή σχέση που υφίσταται κατά την ημερομηνία της μεταβίβασης, μεταβιβάζονται, με τη μεταβίβαση αυτή, στον εκδοχέα. ................................ 5
(1)Η μεταβίβαση μιας επιχείρησης, μιας εγκατάστασης ή ενός τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης, δε συνιστά από μόνη της λόγο απόλυσης για τον εκχωρητή ή τον εκδοχέα : Νοείται ότι η παρούσα διάταξη δεν εμποδίζει απολύσεις που είναι δυνατό να προκύψουν από λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανωτικούς, οι οποίες συνεπάγονται μεταβολές του εργατικού δυναμικού. .................................... 10
(1)Σε περίπτωση που τερματίζεται η εργασιακή σχέση λόγω της μεταβίβασης της επιχείρησης είτε από τον εκχωρητή είτε από τον εκδοχέα και αυτό δεν οφείλεται σε λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανώσεως που προϋποθέτουν μεταβολή στο επίπεδο της απασχόλησης, η απόλυση είναι παράνομη και ο εργοδοτούμενος δικαιούται σε αποζημίωση υπολογιζόμενη σύμφωνα με τα έτη υπηρεσίας και τους όρους εργασίας που ίσχυαν στην επιχείρηση του εκχωρητή, εφαρμοζόμενων κατά τα λοιπά, των διατάξεων των Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμων του 1967 εώς 1994.
(2)Απόλυση λόγω μεταβίβασης που πραγματοποιείται πριν τη μεταβίβαση θεωρείται ως απόλυση λόγω μεταβίβασης.» Σημειώνουμε ότι σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν.104(Ι)/2000 για σκοπούς του εν λόγω νόμου : «"εργοδοτούμενος" σημαίνει πρόσωπο εργαζόμενο για άλλο πρόσωπο είτε δυνάμει σύμβασης εργασίας ή μαθητείας είτε κάτω από τέτοιες περιστάσεις από τις οποίες να μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη και εργοδοτουμένου·» Παρατηρούμε ότι ο Κύπριος Νομοθέτης επέλεξε να μην θεωρείται ως εργοδοτούμενος το πρόσωπο που είναι μέτοχος σε εταιρεία και δεν εργάζεται σε αυτή με σύμβαση εργασίας ή κάτω από περιστάσεις από τις οποίες μπορεί να συναχθεί η σχέση εργοδότη και εργοδοτούμενου περιορίζοντας για σκοπούς του Ν.104(Ι)/2000 την έννοια του εργοδοτούμενου στα πλαίσια της κλασσικής έννοιας του εργοδοτούμενου που προστατεύεται από το εργατικό δίκαιο στην Κύπρο. Ως εκ τούτου τα πρόσωπα που εμπίπτουν στην κατηγορία που καλύπτεται από την επιφύλαξη του ορισμού του εργοδοτούμενου στον Νόμο δεν προστατεύονται από τον Ν.104(Ι)/2000. Με βάση τις πρόνοιες του Ν.104(Ι)/2000 ο νέος εργοδότης δεν υποχρεούται όπως προσλάβει το προσωπικό της επιχείρησης που ανέλαβε αλλά απαγορεύεται τόσο στον νέο εργοδότη όσο και στον προηγούμενο εργοδότη να προβούν σε πράξεις με τις οποίες ανατρέπονται οι έννομες συνέπειες των προνοιών του Ν.104(Ι)/2000 διασφαλίζοντας με αυτό τον τρόπο τον σκοπό της Οδηγίας που είναι να διατηρηθεί η υπόσταση και το περιεχόμενο των σχέσεων εργασίας των μισθωτών που απασχολούνται στη μεταβιβαζόμενη επιχείρηση. Ως εκ τούτου σε περίπτωση που το προσωπικό της επιχείρησης απολυθεί λόγω της μεταβίβασης είτε πριν τη μεταβίβαση από τον εργοδότη που μεταβίβασε την επιχείρηση είτε μετά τη μεταβίβαση από τον εργοδότη που ανέλαβε την επιχείρηση τότε η απόλυση του προσωπικού είναι παράνομη και οι εργοδοτούμενοι δικαιούνται σε αποζημιώσεις[14]. Με την εισαγωγή του Ν.104(Ι)/2000 στην περίπτωση που ο εργοδότης έπαυσε να διεξάγει την επιχείρηση του λόγω μεταβίβασης της επιχείρησης σε άλλον εργοδότη ή κατάργησε ένα τμήμα λόγω μεταβίβασης του τμήματος σε άλλο εργοδότη εντός των προνοιών του Ν.104(Ι)/2000, η παύση διεξαγωγής της επιχείρησης ή η κατάργηση τμήματος δεν αποτελούν πλέον αυτοτελή λόγο νόμιμου τερματισμού της απασχόλησης του προσωπικού που απασχολείτο στην επιχείρηση/ή στο τμήμα και κατά συνέπεια απόλυση εργοδοτουμένου λόγω παύσης διεξαγωγής επιχείρησης/ή κατάργησης τμήματος συνεπεία μεταβίβασης της επιχείρησης σε άλλο επιχειρηματία θεωρείται ως παράνομη απόλυση[15]. Με βάση το άρθρο 4
(1)του Ν.104(Ι)/2000 όλα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του προηγούμενου εργοδότη που προκύπτουν από τις συμβάσεις εργασίας μεταβιβάζονται στον νέο εργοδότη. Με βάση νομολογία του ΔΕΕ μετά την ημερομηνία μεταβίβασης
(1)ο προηγούμενος εργοδότης απαλλάσσεται των υποχρεώσεων του ως εργοδότης και οι εν λόγω υποχρεώσεις του μεταβιβάζονται στον νέο εργοδότη ανεξάρτητα από τη θέληση του εργοδοτούμενου[16] και
(2)οι εργοδοτούμενοι που απολύθηκαν παράνομα από τον εργοδότη που μεταβίβασε την επιχείρηση λίγο πριν τη μεταβίβαση και δεν αναπροσλήφθηκαν από τον εργοδότη που ανέλαβε την επιχείρηση «μπορούν να προβάλλουν έναντι του τελευταίου το μη νομότυπο της εν λόγω απολύσεως[17].» Σύμφωνα με τα άρθρα 3
(1)και 3
(2)του Ν.104(Ι)/2000 για να εφαρμοστούν οι προστατευτικές για τον εργοδοτούμενο ρυθμίσεις πρέπει να συνυπάρχουν οι πιο κάτω προϋποθέσεις: (α) η μεταβίβαση ″επιχείρησης″, ″εγκατάστασης″ ή ″τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης″ να έχει ως αντικείμενο μια οικονομική μονάδα, (β) η ταυτότητα της οικονομικής μονάδας που μεταβιβάστηκε να διατηρείται μετά τη μεταβίβαση, και (γ) να υπάρχει μεταβίβαση ″επιχείρησης″, ″εγκατάστασης″ ή ″τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης″ η οποία είναι το αποτέλεσμα νομικής μεταβίβασης ή συγχώνευσης[18]. Σύμφωνα με την Οδηγία (άρθρο 1 (β)) και τον Ν.104(Ι)/2000 (άρθρο 3
(2)) ″επιχείρηση″, ″εγκατάσταση″ ή ″τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης″ θεωρείται η οικονομική οντότητα που συντίθεται από ένα σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας είτε κύριας είτε δευτερεύουσας. Με το σύνολο των οργανωμένων πόρων εννοείται η ενότητα υλικών μέσων (κτήρια, μηχανήματα, τεχνικός και τεχνολογικός εξοπλισμός κ.λ.π) και άϋλων αγαθών (έννομες σχέσεις, φήμη, πελατεία, εσωτερική οργάνωση, δικαιώματα ευρεσιτεχνίας, διακριτικά γνωρίσματα, κ.λ.π.). Στην απόφαση στην υπόθεση C-13/95 Suzen, ημερ. 11/3/1997 το ΔΕΚ διευκρίνισε ότι η έννοια της οικονομικής μονάδας κατά την Οδηγία αναφέρεται σε ένα οργανωμένο σύνολο προσώπων και στοιχείων που καθιστούν δυνατή την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας η οποία επιδιώκει τον ίδιο σκοπό[19]. Το ΔΕΕ στις αποφάσεις του τόνισε ότι η επίλυση του ζητήματος αν η Οδηγία εφαρμόζεται εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο και για να στοιχειοθετηθεί η ύπαρξη μεταβιβάσεως εντός του πλαισίου των εννοιών του άρθρου 1(β) της Οδηγίας (Βλέπε άρθρο 3
(2)του Ν.104(Ι)/2000) (δηλαδή κατά πόσον (α) η υπό εξέταση περίπτωση αφορά μεταβίβαση μιας οικονομικής μονάδας οργανωμένης κατά σταθερό τρόπο και (β) αν η εν λόγω οικονομική μονάδα / οντότητα διατηρεί την ταυτότητα της μετά τη μεταβίβαση) το εθνικό δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των πραγματικών περιστάσεων που περιβάλλουν το επίδικο γεγονός/την επίδικη πράξη. Στα πλαίσια της συνολικής εκτίμησης το εθνικό δικαστήριο οφείλει να λαμβάνει υπόψη τα πιο κάτω επιμέρους στοιχεία, τα οποία ανάλογα με την περίπτωση (είδος της επιχειρήσεως περί της οποίας πρόκειται- στα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητα της επιχείρησης περιλαμβάνεται και ο σκοπός της ο οποίος καθορίζει το αντικείμενο της παραγωγής και υπαγορεύει ποια θα είναι τα υπόλοιπα στοιχεία της επιχείρησης και πως θα συντεθούν για να πάρει το σχήμα της η επιχείρηση) έχουν και την ανάλογη βαρύτητα: (α) η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτήρια, μηχανήματα κ.λ.π.), (β) η μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών καθώς και η αξία τους, (γ) η πρόσληψη ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού από τον νέο εργοδότη, (δ) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, (ε) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση, και (στ) η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής/πιθανής αναστολής των δραστηριοτήτων αυτών[20]. Η διακοπή της λειτουργίας της επιχείρησης μιας οικονομικής μονάδας μπορεί να οδηγήσει στην απώλεια της ταυτότητας της όταν η διακοπή είναι από οικονομική σκοπιά ουσιώδης δηλαδή όταν λόγω της διακοπής τα στοιχεία που συνθέτουν την επιχείρηση χάνουν τη μεταξύ τους ενότητα και η διακοπή επιφέρει απώλεια πελατείας και φήμης (την οποία ο εκδοχέας θα πρέπει να επανακτήσει). Η σχετική κρίση δεν πρέπει να στηρίζεται αποκλειστικά στη διάρκεια του χρόνου της διακοπής, αλλά από την εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης. Από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της περίπτωσης θα κριθεί αν παρά τη διακοπή τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία διατηρούν την οργανική ενότητα τους για την επίτευξη οικονομικού σκοπού και η διακοπή είναι προσωρινή και δεν μεταβάλλει την ταυτότητα της μεταβιβαζόμενης μονάδας ή αν αντίθετα η διακοπή είναι οριστική και επιφέρει την απώλεια της ταυτότητας της μεταβιβαζόμενης οικονομικής μονάδας[21]. Τα πιο πάνω στοιχεία αποτελούν επί μέρους πλευρές της γενικής αξιολογήσεως που επιβάλλεται να γίνει και δεν μπορούν, ως εκ τούτου, να εκτιμηθούν μεμονωμένα. Σύμφωνα με τη νομολογία του ΔΕΕ το αποφασιστικό κριτήριο για τη διαπίστωση ύπαρξης μεταβίβασης για τους σκοπούς της Oδηγίας είναι η επιχείρηση να διατηρήσει την ταυτότητα της υπό την έννοια ότι μεταβιβάζεται μία οικονομική μονάδα που εξακολουθεί να υφίσταται, πράγμα που προκύπτει μεταξύ άλλων από (α) την πραγματική συνέχιση της εκμετάλλευσης ή την ανάληψη αυτής (με τις ίδιες ή ανάλογες οικονομικές δραστηριότητες) (Βλέπε Απόφαση 287/66 Ny Molle Kro, ημερ. 17/12/1987, Απόφαση Hidalgo 173/96 ημερ. 10/12/1998) και (β) τη διατήρηση της οργανωτικής ενότητας της επιχείρησης. Η διατήρηση της ταυτότητας προϋποθέτει ότι ο λειτουργικός δεσμός μεταξύ των μεταβιβασθέντων συντελεστών παραγωγής ο οποίος παρέχει στον νέο επιχειρηματία / εργοδότη τη δυνατότητα να τους αξιοποιήσει και να τους χρησιμοποιήσει για την άσκηση της ίδιας ή όμοιας δραστηριότητας, εξακολουθεί να υφίσταται ασχέτως αν ο νέος φορέας της επιχείρησης δεν διατηρεί την οργάνωση εργασίας του προηγούμενου φορέα αλλά εντάσσει τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία σε μια διαφορετική οργανωτική δομή[22]. Όσον αφορά την προϋπόθεση η μεταβίβαση της επιχείρησης να αποτελεί νομική μεταβίβαση, η νομολογία του ΔΕΕ[23] υποστηρίζει ότι η Οδηγία έχει εφαρμογή σε όλες τις περιπτώσεις μεταβολής, στο πλαίσιο συμβατικών σχέσεων του υπεύθυνου για την εκμετάλλευση της επιχείρησης ο οποίος αναλαμβάνει τις υποχρεώσεις του εργοδότη έναντι των εργαζομένων στην επιχείρηση ανεξάρτητα από το αν η ιδιοκτησία (κυριότητα) της επιχείρησης έχει μεταβιβαστεί ή όχι[24]. Στην προκείμενη περίπτωση η εταιρεία Fanis & Elias Hasapis Ltd έπαυσε να διεξάγει την επιχείρηση στην οποία απασχολείτο ο Αιτητής. Συνακόλουθα κρίνουμε ότι η εταιρεία Fanis & Elias Hasapis Ltd τερμάτισε τις υπηρεσίες του Αιτητή για λόγους πλεονασμού και ο Αιτητής δικαιούται πληρωμή από το Ταμείο δυνάμει του άρθρου 16
(1)του Νόμου εκτός αν το δικαίωμα του αυτό υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης εξουδετερώθηκε είτε δυνάμει των προνοιών του άρθρου 20(β) του Νόμου είτε με βάση τις διατάξεις του Ν.104(Ι)/2000. Ο κ. Χ''Κωστής αγορεύοντας εισηγήθηκε ότι στην προκειμένη περίπτωση ο Ν.104
(1)/2000 δεν εφαρμόζεται καθότι (α) υπό τις περιστάσεις δεν υπήρξε μεταβίβαση επιχείρησης και (β) ο Αιτητής δεν απασχολήθηκε στην εταιρεία Φάνης & Ηλίας Χασάπης Π.Σ. Λτδ κάτω από συνθήκες εξαρτημένης εργασίας. Περαιτέρω υποστήριξε ότι εκτός του ότι ούτε μεταβίβαση «ως έχει» υπήρξε εντός των πλαισίων του Νόμου το γεγονός ότι το καθεστώς της απασχόλησης του Αιτητή στην εταιρεία Φάνης & Ηλίας Χασάπης Π.Σ. Λτδ ήταν διαφορετικό από το καθεστώς που είχε στην εταιρεία Fanis & Elias Hasapis Ltd δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η σύμβαση εργασίας του Αιτητή με την εταιρεία Fanis & Elias Hasapis Ltd ανανεώθηκε από την εταιρεία Φάνης & Ηλίας Χασάπης Π.Σ. Λτδ. Όσον αφορά την περίοδο που ο Αιτητής απασχολείτο στην εταιρεία Fanis & Elias Hasapis Ltd από τα γεγονότα της υπόθεσης προκύπτει ότι ο Αιτητής δεν ήταν μέτοχος σε αυτή ούτε ήταν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ώστε να συμμετέχει στη λήψη των αποφάσεων της εν λόγω εταιρείας που αφορούσαν τη διαχείριση και τον τρόπο λειτουργίας της επιχείρησης της. Τις εν λόγω αποφάσεις τις λάμβαναν οι κ.κ. Ηλ. Χασάπης και Θ. Χριστοδούλου οι οποίοι πήραν και την απόφαση τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή. Με βάση τα πιο πάνω βρίσκουμε ότι μεταξύ της εταιρείας Fanis & Elias Hasapis Ltd και του Αιτητή υπήρχε σχέση εξάρτησης και κατά συνέπεια σχέση εργοδότη - εργοδοτούμενου. Σε σχέση με την απασχόληση του Αιτητή από την εταιρεία Φάνης & Ηλίας Χασάπης Π.Σ. Λτδ παρατηρούμε ότι διαφάνηκε ότι ο Αιτητής μαζί με τον κ. Παναγιωτίδη ήταν οι ιδρυτές της εν λόγω εταιρείας και ότι οι δύο μαζί ως ομάδα αποτελούσαν τον φορέα της επιχείρησης της εν λόγω εταιρείας αφού
(1)ανέλαβαν τη διοίκηση (ήταν οι μέτοχοι και οι διευθυντές της εταιρείας), τη διεύθυνση/διαχείριση και τον τρόπο λειτουργίας της επιχείρησης και
(2)είχαν αναλάβει μέρος του οικονομικού κινδύνου της επιχείρησης αφού χρηματοδότησαν την αγορά των στοιχείων που ήταν απαραίτητα για τη λειτουργία της. Δεν φαίνεται να είχε κάποιος το δικαίωμα επίπληξης και απόλυσης του Αιτητή. Στην ουσία κατά την εν λόγω περίοδο ο Αιτητής ασκούσε καθήκοντα και εξουσίες που προσιδιάζουν στο φορέα της επιχείρησης και με τις ιδιότητες του επιχειρηματία - εργοδότη και πρόσφερε τις υπηρεσίες του στην εταιρεία για δικό του λογαριασμό και όχι για λογαριασμό κάποιου τρίτου προσώπου. Είναι η κατάληξη μας ότι δεν υπήρχε σχέση εξάρτησης μεταξύ του Αιτητή και της εταιρείας Φάνης & Ηλίας Χασάπης Π.Σ. Λτδ. Κατά συνέπεια δεν υπήρχε μεταξύ τους σχέση εργοδότη - εργοδοτούμενου με αποτέλεσμα ο Αιτητής να μην δικαιούται της προστασίας που παρέχει ο Νόμος για την περίοδο της απασχόλησης του στην εταιρεία Φάνης & Ηλίας Χασάπης Π.Σ. Λτδ αφού έπαυσε να είναι εργοδοτούμενος όπως καθορίζεται στον ορισμό του όρου «εργοδοτούμενος» στο άρθρο 2 του Νόμου. Αλλά επειδή είναι εργοδοτούμενος που εμπίπτει στην επιφύλαξη του εν λόγω άρθρου δικαιούται μόνο μειωμένη πληρωμή από το Ταμείο Πλεονασμού στην περίπτωση τερματισμού των υπηρεσιών του λόγω πλεονασμού. Περαιτέρω ο Αιτητής για την περίοδο της απασχόλησης του στην εταιρεία Φάνης & Ηλίας Χασάπης Π.Σ. Λτδ δεν καλύπτεται από τις προστατευτικές διατάξεις του Ν.104(Ι)/2000. Συνακόλουθα κρίνουμε ότι και αν ακόμα αποφασιστεί ότι υπήρξε μεταβίβαση της επιχείρησης της εταιρείας Fanis & Elias Hasapis Ltd «ως έχει» στην εταιρεία Φάνης & Ηλίας Χασάπης Π.Σ. Λτδ όπως καθορίζεται στον Νόμο δεν μπορεί, υπό το φως των πιο πάνω ευρημάτων μας, να θεωρηθεί ότι υπήρξε μετά τη μεταβίβαση της επιχείρησης, ανανέωση από την εταιρεία Φάνης & Ηλίας Χασάπης Π.Σ. Λτδ της σύμβασης εργασίας που είχε ο Αιτητής με την εταιρεία Fanis & Elias Hasapis Ltd σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου αφού επειδή δεν υπάρχει πλέον η κλασσική σχέση εργοδότη - εργοδοτούμενου πολλά από τα δικαιώματα που είχε ο Αιτητής ως εργοδοτούμενος της εταιρείας Fanis & Elias Hasapis Ltd δεν μπορεί να τα διεκδικήσει λόγω της φύσης και του καθεστώτος της απασχόλησης τους στην εταιρεία Φάνης & Ηλίας Χασάπης Π.Σ. Λτδ. Ο Αιτητής με την αλλαγή του καθεστώτος απασχόλησης του έχασε σχεδόν όλα τα δικαιώματα που είχε δυνάμει του Νόμου ως εργοδοτούμενος της εταιρείας Fanis & Elias Hasapis Ltd (όπως σημειώσαμε πιο πάνω με το άρθρο 20 του Νόμου οι εργοδοτούμενοι που χάνουν το δικαίωμα για πληρωμή λόγω πλεονασμού διατηρούν όλα τα δικαιώματα τους που έχουν δυνάμει του Νόμου ως εργοδοτούμενοι). Συνακόλουθα βρίσκουμε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση το δικαίωμα του Αιτητή για πληρωμή λόγω πλεονασμού δεν εξουδετερώθηκε από τις πρόνοιες του άρθρου 20(β) του Νόμου. Και αν ακόμα καταλήξουμε ότι υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης υπήρξε μεταβίβαση της επιχείρησης της εταιρείας Fanis & Elias Hasapis Ltd στην εταιρεία Φάνης & Ηλίας Χασάπης Π.Σ. Λτδ εντός των πλαισίων των διατάξεων της Οδηγίας και του Ν.104(Ι)/2000 κρίνουμε ότι η Οδηγία και ο Ν.104(Ι)/2000 δεν εφαρμόζονται στην παρούσα περίπτωση καθότι οι προστατευτικές διατάξεις του Ν.104(Ι)/2000 και της Οδηγίας εφαρμόζονται μόνο σε εργοδοτούμενους που ήταν εργοδοτούμενοι που εργάζονταν κάτω από συνθήκες εξάρτησης στον εκχωρητή και συνέχισαν να εργάζονται κάτω από συνθήκες εξάρτησης στον εκδοχέα (Βλέπε Απόφαση ΔΕΚ 105/84 Danmols Inventar). Δεν μπορεί να υπάρξει αυτοδίκαιη μεταβίβαση της εργασιακής σχέσης και διατήρηση αμετάβλητων των όρων εργασίας στις περιπτώσεις που αλλάζει το καθεστώς απασχόλησης του εργοδοτούμενου και η εν λόγω αλλαγή περιορίζει τα δικαιώματα και την προστασία του εργοδοτουμένου (π.χ. στην υπό εξέταση υπόθεση στην περίπτωση που η επιχείρηση της εταιρείας Φάνης & Ηλίας Χασάπης Π.Σ. Λτδ μεταβιβαστεί σε κάποιο τρίτο πρόσωπο ο Αιτητής ως εργαζόμενος στην εταιρεία Φάνης & Ηλίας Χασάπης Π.Σ. Λτδ δεν θα μπορεί να επικαλεστεί τις διατάξεις του Ν.104(Ι)/2000 καθότι δεν καλύπτεται από τις προστατευτικές πρόνοιες του εν λόγω Νόμου). Κατά συνέπεια ο Ν.104(Ι)/2000δεν εφαρμόζεται στον τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή από την εταιρεία Fanis & Elias Hasapis Ltd και ως εκ τούτου η απόλυση του Αιτητή δεν θεωρείται παράνομη όπως προβλέπει ο Ν.104(Ι)/2000αλλά ως οφειλόμενη σε λόγους πλεονασμού όπως προβλέπει ο Νόμος. Προτού επιδικάσουμε στον Αιτητή το ποσό που δικαιούται, για σκοπούς πληρότητας της παρούσας απόφασης, θα εξετάσουμε κατά πόσον στην προκείμενη περίπτωση υπήρξε μεταβίβαση της επιχείρησης της εταιρείας Fanis & Elias Hasapis Ltd στην εταιρεία Φάνης & Ηλίας Χασάπης Π.Σ. Λτδ (α) «ως έχει» όπως καθορίζεται στον Νόμο και (β) εντός των πλαισίων των διατάξεων της Οδηγίας και του Ν.104(Ι)/2000 καθότι σε περίπτωση που τα πιο πάνω συμπεράσματα μας ανατραπούν κατ΄ έφεση τότε τα πιο πάνω ζητήματα θα είναι καθοριστικά για τα δικαιώματα των διαδίκων. Η εταιρεία Φάνης & Ηλίας Χασάπης Π.Σ. Λτδ ενοικίασε το υποστατικό το οποίο χρησιμοποιείτο για την επιχείρηση της εφαρμογής ταπετσαρίας επίπλων από την εταιρεία Fanis & Elias Hasapis Ltd από τους ιδιοκτήτες του και εξασκούσε σε αυτό την επιχείρηση της εφαρμογής ταπετσαρίας επίπλων. Η εταιρεία Φάνης & Ηλίας Χασάπης Π.Σ. Λτδ εξασκούσε την επιχείρηση της εφαρμογής ταπετσαρίας επίπλων χρησιμοποιώντας τον εξοπλισμό της εταιρείας Fanis & Elias Hasapis Ltd αφού αυτός περιήλθε στην κατοχή της μετά την αγορά του από τους μετόχους της του συμφέροντος των μετόχων της εταιρείας Fanis & Elias Hasapis Ltd στο εργαστήριο εφαρμογής ταπετσαρίας επίπλων της τελευταίας εταιρείας. Περαιτέρω η εταιρεία Φάνης & Ηλίας Χασάπης Π.Σ. Λτδ χρησιμοποιούσε σχεδόν πανομοιότυπο όνομα με την εταιρεία Fanis & Elias Hasapis Ltd για να εκμεταλλευτεί το όνομα (δηλαδή τη φήμη και την πελατεία) που έχει η εταιρεία Fanis & Elias Hasapis Ltd στην αγορά. Τα πιο πάνω γεγονότα καταδεικνύουν ότι εταιρεία Φάνης & Ηλίας Χασάπης Π.Σ. Λτδ έγινε κάτοχος μιας τρέχουσας επιχείρησης τις δραστηριότητες της οποίας μπορούσε να συνεχίσει χωρίς διακοπή. Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι η εταιρεία Φάνης & Ηλίας Χασάπης Π.Σ. Λτδ ανέλαβε την επιχείρηση της εφαρμογής ταπετσαρίας επίπλων που διατηρούσε η εταιρεία Fanis & Elias Hasapis Ltd και συνέχισε τη λειτουργία της. Βρίσκουμε λοιπόν ότι η επιχείρηση που διατηρούσε η εταιρεία Fanis & Elias Hasapis Ltd μεταβιβάστηκε «ως έχει» στην εταιρεία Φάνης & Ηλίας Χασάπης Π.Σ. Λτδ (Βλέπε Γιαννούλα Τομάζου κ.α. ν. Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού
(2003)1 Β Α.Α.Δ. 1078). Κρίνουμε ότι η διακοπή της λειτουργίας της επιχείρησης της εταιρείας Fanis & Elias Hasapis Ltd στις 31.12.2009 και η λειτουργία της επιχείρησης της εταιρείας Φάνης & Ηλίας Χασάπης Π.Σ. Λτδ στις 20.1.2010 δεν επηρεάζει το πιο πάνω συμπέρασμα μας καθότι η εν λόγω διακοπή (α) ήταν τόσο μικρής διάρκειας που μπορεί να θεωρηθεί ως προσωρινή και (β) δεν είχε οποιαδήποτε επίπτωση στη φήμη και την πελατεία της εταιρείας Fanis & Elias Hasapis Ltd ώστε να θεωρηθεί ότι τα στοιχεία της επιχείρησης της εταιρείας Fanis & Elias Hasapis Ltd έχασαν την μεταξύ τους ενότητα ώστε να είναι απαραίτητο για την εταιρεία Φάνης & Ηλίας Χασάπης Π.Σ. Λτδ να προβεί σε ενέργειες για επανάκτηση από την αγορά των στοιχείων που απαιτούνται για τη λειτουργία της επιχείρησης της εφαρμογής ταπετσαρίας επίπλων. Ως εκ τούτου στην περίπτωση που αποφασίζαμε ότι η αλλαγή του καθεστώτος εργασίας του Αιτητή δεν επηρεάζει την εφαρμογή των σχετικών προνοιών του Νόμου στην υπό εξέταση περίπτωση καθότι εφόσον ο Αιτητής προστατεύεται έστω και μερικώς από τον Νόμο υπάρχει ανανέωση της σύμβασης εργασίας του από την εταιρεία Φάνης & Ηλίας Χασάπης Π.Σ. Λτδ, τότε η κατάληξη μας θα ήταν ότι ο Αιτητής με βάση το άρθρο 20(β) του Νόμου δεν δικαιούται πληρωμή λόγω πλεονασμού λόγω του ότι η σύμβαση εργασίας του ανανεώθηκε από την εταιρεία Φάνης & Ηλίας Χασάπης Π.Σ. Λτδ και το συνεχές της απασχόλησης του δεν διακόπηκε όταν εργοδοτήθηκε από την εταιρεία Φάνης & Ηλίας Χασάπης Π.Σ. Λτδ. Αντλώντας καθοδήγηση από τη νομολογία του ΔΕΕ λαμβάνοντας υπόψη τη φύση της επιχείρησης της εφαρμογής ταπετσαρίας επίπλων (η οποία εξαρτάται όχι μόνο το ανθρώπινο δυναμικό αλλά και από τα υλικά και άυλα στοιχεία της) με βάση τα πιο πάνω γεγονότα βρίσκουμε ότι στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει (α) νομική μεταβίβαση (στην προκειμένη περίπτωση μέσω συμβάσεων (ενοικίασης υποστατικού, αγοράς εξοπλισμού και αέρα) υπήρξε μεταβολή του προσώπου που ήταν υπεύθυνο για την εκμετάλλευση της επιχείρησης της εφαρμογής ταπετσαρίας επίπλων) και (β) μεταβίβαση οικονομικής μονάδας η οποία διατήρησε την ταυτότητα της υπό τον νέο φορέα δεδομένου ότι
(1)η εταιρεία Φάνης & Ηλίας Χασάπης Π.Σ. Λτδ συνέχισε την επιχειρηματική δραστηριότητα της εφαρμογής ταπετσαρίας επίπλων που διατηρούσε πριν η εταιρεία Fanis & Elias Hasapis Ltd χωρίς να επέλθει μεταβολή της ταυτότητας της επιχείρησης παρά τη μικρή διακοπή εργασιών από τις 31.12.2009 μέχρι τις 20.1.2010 (η οποία όπως σημειώσαμε πιο πάνω δεν ήταν ουσιώδης από οικονομική σκοπιά) και
(2)τα επί μέρους στοιχεία (υποστατικό, εξοπλισμός, αέρας - επωνυμία, μέρος του προσωπικού) της επιχείρησης της εταιρεία Fanis & Elias Hasapis Ltd που αναλήφθησαν από την εταιρεία Φάνης & Ηλίας Χασάπης Π.Σ. Λτδ συνιστούσαν ένα σύνολο οργανωμένων πόρων που διατηρούσαν την ικανότητα τους να πραγματοποιήσουν τους σκοπούς της επιχείρησης της εφαρμογής της ταπετσαρίας επίπλων υπό τον νέο φορέα της. Στην περίπτωση που το συμπέρασμα μας ότι ο Ν.104(Ι)/2000δεν εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση λόγω του ότι ο Αιτητής δεν απασχολήθηκε από την εταιρεία Φάνης & Ηλίας Χασάπης Π.Σ. Λτδ κάτω από συνθήκες εξάρτησης είναι λανθασμένο, τότε δυνάμει του άρθρου 10
(1)του Ν.104(Ι)/2000 ο τερματισμός των υπηρεσιών του Αιτητή από την εταιρεία Fanis & Elias Hasapis Ltd θα πρέπει να κριθεί ως παράνομος καθότι έγινε λόγω παύσης της διεξαγωγής της επιχείρησης της εφαρμογής της ταπετσαρίας επίπλων από αυτήν που οφείλεται στη μεταβίβαση της εν λόγω επιχείρησης στην εταιρεία Φάνης & Ηλίας Χασάπης Π.Σ. Λτδ ο οποίος λόγος σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)του Ν.104(Ι)/2000 δεν συνιστά νόμιμο λόγο τερματισμού της απασχόλησης. Σημειώνουμε ότι με βάση τις αποφάσεις του ΔΕΕ στις υποθέσεις 101/87 P. Bork [25] και C-319/94 Dethier[26] και δυνάμει του άρθρου 4
(1)του Ν.104(Ι)/2000 θα πρέπει να θεωρηθεί ότι η σύμβαση εργασίας του Αιτητή με την εταιρεία Fanis & Elias Hasapis Ltd υφίστατο και κατά τη μεταβίβαση της επιχείρησης στην εταιρεία Φάνης & Ηλίας Χασάπης Π.Σ. Λτδ. Εφόσον η εταιρεία Φάνης & Ηλίας Χασάπης Π.Σ. Λτδ προσέλαβε τον Αιτητή η σύμβαση εργασίας που είχε ο Αιτητής με την εταιρεία Fanis & Elias Hasapis Ltd θα πρέπει να θεωρηθεί ότι μεταβιβάστηκε αυτοδίκαια στην εταιρεία Φάνης & Ηλίας Χασάπης Π.Σ. Λτδ και ως εκ τούτου η υπηρεσία του Αιτητή στην εταιρεία Fanis & Elias Hasapis Ltd θα κριθεί ως συνεχής με την υπηρεσία του στην εταιρεία Φάνης & Ηλίας Χασάπης Π.Σ. Λτδ[27]. Συνακόλουθα η κατάληξη θα πρέπει να είναι ότι ο Αιτητής δεν δικαιούται πληρωμή για λόγους πλεονασμού. Κατάληξη Το άρθρο 16
(1)του Νόμου προβλέπει ότι όταν η απασχόληση εργοδοτούμενου που απασχολήθηκε στον ίδιο εργοδότη για συνεχή περίοδο τουλάχιστον 104 εβδομάδων τερματίζεται λόγω πλεονασμού, ο εργοδοτούμενος δικαιούται πληρωμή από το Ταμείο που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Τέταρτο Πίνακα του Νόμου. Σύμφωνα με τον Τέταρτο Πίνακα του Νόμου και σε συνάρτηση με την περίοδο απασχόλησης του (17 συναπτά έτη) και τις εβδομαδιαίες απολαβές του (€408,40) η πληρωμή που δικαιούται ο Αιτητής αντιστοιχεί με τις απολαβές 45 εβδομάδων ήτοι ποσό €18.378,00 (45 Χ €408,40). Εκδίδεται επομένως απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον του Ταμείου για το ποσό των €18.378,00 με νόμιμο τόκο. Εν όψει της ιδιαιτερότητας της υπόθεσης και του καινοφανούς του επίδικου θέματος δεν επιδικάζουμε έξοδα. (Υπ.) ........................................................... Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής. (Υπ.) ............................................... (Υπ.) ............................................... Θ. Ανθούσης, Μέλος. Σ. Γεωργίου, Μέλος. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Industrial/Final (Αναφορά: Μεταβίβαση επιχείρησης - Εργοδοτούμενος - Μέτοχος). [1] Βλ. Ι. Κουκιάδης, Εργατικό Δίκαιο (Ατομικές εργασιακές σχέσεις και το δίκαιο της ευελιξίας της εργασίας), Γ΄ Έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2005, σελ.188. [2] Στην υπόθεση AVRAAM K. PROUSI v. REDUNDANT EMPLOYEES FUND
(1988)1 C.L.R. 363 στη σελίδα 368 ελέχθη ότι: "The question as to whether the relationship of employer and employee exists is always a question of fact and the facts of each particular case have to be taken into consideration. The only criterion for making a person an employee of another is not the payment of a salary for services rendered by him but also it has to be established that the employer can exercise control over the work of the other". Στην Tsapaco Catering Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργού Εργασίας
(1998)3 ΑΑΔ 796 στη σελίδα 800 τονίστηκε ότι: «Μπορεί να λεχθεί ότι η σχέση εργοδότη-εργοδοτούμενου προϋποθέτει μεταξύ άλλων το δικαίωμα εκλογής του εργοδοτουμένου από τον εργοδότη, την απασχόληση για συγκεκριμένες ώρες σε συγκεκριμένο χώρο, την ύπαρξη κάποιου ελέγχου, τη διασφάλιση της συνέχισης της εργοδότησης και την καταβολή απολαβών. (Ιδε Chitty on Contracts (Specific Contracts) 27th Edition, p.698.) O καθορισμός της ανταμοιβής για τις υπηρεσίες που προσφέρονται είναι ένα στοιχείο που μπορεί να υποστηρίξει την ύπαρξη της σχέσης εργοδότη και εργοδοτουμένου, χωρίς όμως από μόνο του να θεμελιώνει τη σχέση. Η σχέση μπορεί να αποδειχθεί κατά κύριο λόγο:(α) από την υποχρέωση του εργοδοτουμένου να παρέχει τις υπηρεσίες του και (β) από το δικαίωμα του εργοδότη να ελέγχει την εργασία του εργοδοτουμένου.». Βλέπε επίσης τις αποφάσεις στις υποθέσεις Άγγελου Αγγελίδη ν. 1. Κυπρής Χ΄΄Μάρκου & Υιός Λτδ 2. Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού Λτδ
(2000)1 (Α) ΑΑΔ 465, Π. Προική v. Φιλικής Ασφαλιστικής Εταιρείας
(2002)1 (Β) Α.Α.Δ. 736. [3] Στο σύγγραμμα Colin Bourn, Redundancy Law and Practice
(1983)στη σελίδα 77 αναφέρονται τ΄ακόλουθα :" The approach which is now adopted by the courts is to question whether the employee is in reality performing his duties " as person in business in his own account" ......rather than working for a superior. A multiplicity of factors could influence that decision , such as the degree to which the person is free from detailed control by another, as to his hours or working methods, whether he has invested any capital in the business or whether he bears any of the economic risks of profit and loss." [4] Άρθρο 20(β) του Νόμου. [5] Κ. Κυριακίδης v. Ταμείο για Πλεονάζον Προσωπικό
(1990)1 Α.Α.Δ. 20. [6] Έχει κάθε δικαίωμα να αρνηθεί να ανανεώσει τη σύμβαση απασχόλησης του προσωπικού που απασχολείτο στον επιχειρηματία που του μεταβίβασε την επιχείρηση. Από τη στιγμή όμως που είτε ρητώς είτε σιωπηρώς του ανανεώνει τη σύμβαση εργασίας τότε όλες οι εβδομάδες απασχόλησης στον αρχικό εργοδότη θεωρούνται κατά τον υπολογισμό της περιόδου απασχολήσεως των εργοδοτουμένων ως απασχόληση στον νέον εργοδότη και η απασχόληση του εργοδοτούμενου ως συνεχής με την απασχόληση του στον προηγούμενο εργοδότη. [7] Βλέπε πρώτη αιτιολογική σκέψη της Οδηγίας 2001/23/ΕΚ. [8] Η τρίτη αιτιολογική σκέψη της Οδηγίας 2001/23/ΕΚ τονίζει ότι: ″Είναι απαραίτητη η θέσπιση διατάξεων για την προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση αλλαγής του επιχειρηματικού φορέα και ιδιαίτερα προς εξασφάλιση της διατηρήσεως των δικαιωμάτων τους″. [9] Απόφαση ΔΕΚ 19/83 Wendelboe, Απόφαση ΔΕΚ C-362/89 D΄Urso, Απόφαση ΔΕΚ C-132,138 και 139/91 Katsikas [10] Απόφαση ΔΕΚ 324/1986 Telerrup, Απόφαση ΔΕΚ 135/1983 Abels. [11] Απόφαση ΔΕΚ 173/96 Hidalgo. [12] Απόφαση ΔΕΚ 287/66 Ny Molle Kro. [13] πόφαση ΔΕΚ 14/83 Von Colson v. Land Nordrheim, Απόφαση ΔΕΚ C-106/89 Marleasing SA. [14] Στην απόφαση του House of Lords στην υπόθεση British Fuels Ltd v. Baxendale and another [1998] 4 All. E.R. 609, στη σελ. 628 o Lord Slynn ανέφερε τ΄ ακόλουθα: «Where the transferee does not take on the employees who are dismissed on transfer, the dismissal is not a nullity though the contractual rights formerly available against the transferor remain intact against the transferee..... If the [the transferee] does take the employee he takes him on the terms of the employment with the transferor i.e. there is a deemed novation by the two willing parties. If the transferee does not take the employee because the latter has already been dismissed by the transferor, or because he himself dismisses the employee on the transfer, then he must meet all of the transferor΄s contractual and statutory obligations unless (a) the employee objects to being employed by the transferee, or (b) he or the principal reason for dismissal is an economic, technical or organizational reason entailing changes in the workforce ..». [15] Άρθρο 10
(1)του Ν.104(Ι)/
- [16] Το ΔΕΚ στην απόφαση του στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 144 και 145/87 H. Berg τόνισε ότι: «το άρθρο 3 παράγραφος 1 της Οδηγίας πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι, μετά την ημερομηνία μεταβιβάσεως, ο εκχωρητής απαλλάσσεται των υποχρεώσεων του που απορρέουν από τη σύμβαση ή τη σχέση εργασίας λόγω της μεταβιβάσεως και μόνο, ακόμη και αν οι απασχολούμενοι στην επιχείρηση εργαζόμενοι δεν συναινούν προς τούτο ή αν αντιτίθενται σ΄αυτό, υπό την επιφύλαξη εν πάση περιπτώσει του δικαιώματος των κρατών μελών να προβλέπουν την αμοιβαία ευθύνη του εκχωρητή και του εκδοχέα μετά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως.».Επίσης το ΔΕΚ στην απόφαση C-305/94 Rotsart de Hertaing ανέφερε ότι ο εκχωρητής απαλλάσσεται από τις υποχρεώσεις του ως εργοδότης συνεπεία και μόνον του γεγονότος της μεταβίβασης παρά την αντίθετη βούληση του εργοδοτούμενου. Βλέπε επίσης Πολ. Έφεση Αρ. 359/2009 CTC-ARI AIRPORT LTD V
- Χαράλαμπου Ανδρέου ημερομηνίας 26.11.
- [17] Απόφαση ΔΕΚ C-319/94 Dethier όπου λέχθηκαν τ΄ ακόλουθα: «. η σύμβαση εργασίας του παρανόμως απολυθέντος λίγο προς της μεταβιβάσεως πρέπει να θεωρηθεί ότι υφίσταται ακόμη έναντι του προς ον η μεταβίβαση, έστω και αν ο απολυθείς εργαζόμενος δεν αναπροσλήφθηκε από αυτόν μετά τη μεταβίβαση της επιχειρήσεως . οι εργαζόμενοι που απολύθηκαν παρανόμως από τον μεταβιβάζοντα λίγο προς της μεταβιβάσεως και δεν αναπροσλήφθηκαν από τον προς ον η μεταβίβαση μπορούν να προβάλλουν έναντι του τελευταίου το μη νομότυπο της εν λόγω απολύσεως». [18] Απόφαση ΔΕΚ C-51/00 Temco Service Industries SA v. Imzilyen,, Β. Δούκα, ″Μεταβίβαση Επιχείρησης και Ατομικές Σχέσεις Εργασίας″, 1997, σελ. 28, 47, 89-90., C. Barnard ″E C Employment Law″, 4rd Edition, Oxford University Press, σελ. 581: "There are now three elements that need to be shown :
(1)there is an economic entity,
(2)which has been transferred, and
(3)that entity retains its identity following the transfer." [19] Στην απόφαση Case C-108/10 Scattalon v. Ministero dell' Istruzione ημερ. 6/9/2011 το ΔΕΕ διευκρίνισε την έννοια της επιχείρησης και της οικονομικής μονάδας λέγοντας ότι: «
- Επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187 αποτελεί κάθε σταθερά οργανωμένη οικονομική οντότητα, ανεξαρτήτως της νομικής μορφής της και του τρόπου χρηματοδοτήσεώς της. Οικονομική οντότητα αποτελεί, δηλαδή, κάθε οργανωμένο σύνολο προσώπων και στοιχείων, το οποίο καθιστά δυνατή την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας με την οποία επιδιώκεται ίδιος σκοπός και το οποίο είναι επαρκώς οργανωμένο και αυτοτελές.......
- Η έννοια της «οικονομικής δραστηριότητας» που περιλαμβάνεται στον παρατεθέντα στην προηγούμενη σκέψη ορισμό καλύπτει κάθε δραστηριότητα προσφοράς αγαθών ή παροχής υπηρεσιών σε συγκεκριμένη αγορά.» [20] Βλέπε Απόφαση ΔΕΚ C-24/85 Spijkers, Απόφαση ΔΕΚ C-209/91 Watson Rask, Απόφαση ΔΕΚ C-392/92 Schmidt, Απόφαση ΔΕΚ C-13/95 Suzen. [21] Στην Απόφαση ΔΕΚ 287/66 Ny Molle Kro αναφέρθηκαν τα εξής : « Το γεγονός ότι η υπό κρίση επιχείρηση ήταν, κατά το χρόνο της μεταβίβασης, προσωρινώς κλειστή και συνεπώς δεν διέθετε εργαζόμενους στην υπηρεσία της συνιστά ασφαλώς ένα στοιχείο που πρέπει να ληφθεί υπόψη για να εκτιμηθεί αν μεταβιβάστηκε μια οικονομική μονάδα που εξακολουθεί να υφίσταται. Ωστόσο, το προσωρινό κλείσιμο της επιχείρησης και η συνακόλουθη έλλειψη προσωπικού κατά το χρόνο μεταβίβασης δεν αρκούν , αφ' εαυτών, για να αποκλείσουν την ύπαρξη μεταβιβάσεως επιχειρήσεως κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 1 της οδηγίας.» Βλέπε Β. Δούκα, ″Μεταβίβαση Επιχείρησης και Ατομικές Σχέσεις Εργασίας″, 1997, σελ. 139-
- [22] Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Ι. Κουκιάδη , Εργατικό Δίκαιο, Ατομικές σχέσεις και το Δίκαιο της Ευελιξίας της Εργασίας , Στ΄ Έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2012 στη σελίδα 397:«.πρέπει να μεταβιβάζονται στοιχεία που διατηρούν οργανική ενότητα που συνιστούν συνδυασμό υλικών στοιχείων ( μηχανήματα, κτίρια) ή άϋλων (πελατεία, φήμη, δραστηριότητα , σήμα, ανάληψη προσωπικού) έτσι ώστε να διαφυλάττεται η επιδίωξη του συνδεόμενου με αυτές σκοπού». Στο σύγγραμμα της Β. Δούκα «Μεταβίβαση Επιχείρησης και Ατομικής Σχέσης Εργασίας» 1997, στη σελίδα 122:″Η δραστηριότητα της επιχείρησης, όπως προσδιορίζεται μέσα από τον σκοπό της, ανάγεται σε ουσιώδους σημασίας παράγοντα, επειδή αποτελεί τη συνισταμένη στην οποία συγκλίνει η αξιολόγηση των μεταβιβαζομένων στοιχείων. Η διατήρηση της ταυτότητας της επιχείρησης δεν εξαρτάται από πόσα στοιχεία μεταβιβάζονται αλλά από το αν τα στοιχεία που μεταβιβάζονται πείθουν ότι στο νέο φορέα τους περιέχεται η ίδια επιχείρηση″. [23] Το ΔΕΕ ερμήνευσε αρκετά ελαστικά την έννοια της συμβατικής μεταβίβασης ώστε να ανταποκρίνεται προς το σκοπό της Οδηγίας (Βλέπε C. Barnard ″E C Employment Law″, 3rd Edition, Oxford University Press, σελ. 628-634). [24] Στην υπόθεση 287/66 Ny Molle Kro, το ΔΕΚ ανέφερε ότι : ″σκοπός της Οδηγίας είναι να εξασφαλίσει . τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβολής του επιχειρηματία .. Επομένως έχει εφαρμογή η Οδηγία , εφόσον υπάρχει μεταβολή , προκύπτουσα από συμβατική εκποίηση ή συγχώνευση του -φυσικού ή νομικού - προσώπου που είναι υπεύθυνο για την εκμετάλλευση της επιχείρησης.. και τούτο ανεξάρτητα από τη μεταβίβαση ή όχι της κυριότητας της επιχείρησης.. Οι εργαζόμενοι μιας επιχείρησης της οποίας αλλάζει ο κάτοχος, χωρίς να υπάρξει μεταβίβαση της κυριότητας, βρίσκονται σε κατάσταση ανάλογη με εκείνη των εργαζομένων εκποιηθείσας επιχείρησης και χρήζουν επομένως της ίδιας προστασίας.″. Στην υπόθεση C- 463/09 Clece Sa, λέχθηκαν τα ακόλουθα : «Έτσι, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η οδηγία 77/187, όπως κωδικοποιήθηκε με την οδηγία 2001/23, έχει εφαρμογή σε όλες τις περιπτώσεις μεταβολής, στο πλαίσιο των συμβατικών σχέσεων, στο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει την ευθύνη της εκμεταλλεύσεως της επιχειρήσεως και το οποίο συνομολογεί τις υποχρεώσεις του εργοδότη έναντι των μισθωτών της επιχειρήσεως.». Στην απόφαση του ΔΕΕ C-234/98 Allen v. Amalgamated Construction Co Ltd [1999] ECR I- 8643 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την Οδηγία : «
- Σύμφωνα με το οικείο άρθρο 1, παράγραφος 1, η οδηγία εφαρμόζεται επί των μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων σε άλλον επιχειρηματία, κατόπιν συμβατικής εκχωρήσεως ή συγχωνεύσεως. Κατά το άρθρο 2, στοιχεία α´ και β´, της οδηγίας, ως «εκχωρητής» και ως «εκδοχέας» νοούνται, αντιστοίχως, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβιβάσεως υπό την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, χάνει ή αποκτά την ιδιότητα του επιχειρηματία στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα εγκαταστάσεως.
- Η οδηγία εφαρμόζεται, επομένως, εφόσον υπάρχει μεταβολή, κατόπιν συμβατικής εκχωρήσεως ή συγχωνεύσεως, του φυσικού ή νομικού προσώπου που είναι υπεύθυνο για την εκμετάλλευση της επιχειρήσεως και το οποίο, ως εκ τούτου, συνομολογεί τις υποχρεώσεις του εργοδότη έναντι των μισθωτών που εργάζονται στην επιχείρηση, χωρίς να εξετάζεται το αν μεταβιβάζεται η κυριότητα της επιχειρήσεως ..................
- Επομένως, σκοπός της οδηγίας είναι να καλύπτει όλες τις νομικές μεταβολές του προσώπου του εργοδότη, εφόσον, εξάλλου, πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις που ορίζει...» [25] «
- Η ύπαρξη ή όχι συμβάσεως ή σχέσεως εργασίας κατ' αυτό το χρόνο της μεταβίβασης πρέπει να εκτιμάται βάσει του εθνικού δικαίου, υπό την επιφύλαξη πάντως της τηρήσεως των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων της οδηγίας περί προστασίας των εργαζομένων από απόλυση λόγω της μεταβιβάσεως.
- Κατά συνέπεια, οι απασχολούμενοι στην επιχείρηση εργαζόμενοι των οποίων η σύμβαση εργασίας είχε κατά παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας τερματισθεί πριν από τη μεταβίβαση πρέπει να θεωρηθούν ότι εξακολουθούσαν να απασχολούνται στην επιχείρηση κατά το χρόνο της μεταβιβάσεως, πράγμα που έχει ως συνέπεια, ιδίως, ότι οι υποχρεώσεις του εργοδότη απέναντί τους μεταβιβάστηκαν σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτοδικαίως από τον εκχωρητή στον εκδοχέα.» [26] «. η σύμβαση εργασίας του παρανόμως απολυθέντος λίγο προς της μεταβιβάσεως πρέπει να θεωρηθεί ότι υφίσταται ακόμη έναντι του προς ον η μεταβίβαση, έστω και αν ο απολυθείς εργαζόμενος δεν αναπροσλήφθηκε από αυτόν μετά τη μεταβίβαση της επιχειρήσεως . οι εργαζόμενοι που απολύθηκαν παρανόμως από τον μεταβιβάζοντα λίγο προς της μεταβιβάσεως και δεν αναπροσλήφθηκαν από τον προς ον η μεταβίβαση μπορούν να προβάλλουν έναντι του τελευταίου το μη νομότυπο της εν λόγω απολύσεως». [27] Απόφαση ΔΕΚ C-305/94 Rotsart de Hertaing v. Benoidt; Απόφαση ΔΕΚ C-343/98 Collino v. Telecom Italia Spa. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο