ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ DESIMANCO LIMITED, Αίτηση Αρ. 22/15, 9/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A150 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Αίτηση Αρ. 22/15 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ DESIMANCO LIMITED, από την Λεμεσό ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟ ΚΕΦ. 113 -------------------------------------- 9 Ιουνίου, 2015 Για τους αιτητές: κ.κ. Δρ. Π. Ν. Κούρτελλος, Δ. Κάτσης, Π. Παυλίδης δια D. Katsis LLC Για τους καθ' ων η αίτηση: κος. Χρ. Νικολάου δια Πατρίκιο Παύλου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. μαζί με την κα Σκουζού. Ενδιάμεση Αίτηση της εταιρείας Magot Incorporation Ltd - Αιτήτριας ημερ. 17.2.15 ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Όπως προκύπτει από τα τεκμήρια τα οποία επισυνάπτονται στις ένορκες δηλώσεις οι οποίες συνοδεύουν την Αίτηση Εκκαθάρισης, την ενδιάμεση Αίτηση ημερ. 17.2.15 και την ένσταση στην ενδιάμεση Αίτηση διαφαίνονται τα ακόλουθα γεγονότα τα οποία κρίνω αναγκαία να καταγραφούν για σκοπούς κατανόησης των γεγονότων τα οποία περιβάλλουν την παρούσα Aίτηση. Η εταιρεία Desimanco Ltd είναι εγγεγραμμένη ιδιωτική εταιρεία με έδρα την Λεμεσό, στο εξής καλούμενη ως η «εταιρεία». Το εκδοθέν μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας είναι €1.000.- διαιρεμένο σε 1000 μετοχές ονομαστικής αξίας €1.- η κάθε μια. Η εταιρεία Vebeca Holdings Ltd (στο εξής καλούμενη η καθ ης η αίτηση) ήταν μέτοχος κατά 100% στην εταιρεία. Σε κάποια χρονική στιγμή κατά το 2009 υπογράφηκε μεταξύ της καθ ης η αίτηση και κάποιου N.K. Shadiev (ως εγγυητή της καθ ης η αίτηση) από την μια και της Αιτήτριας (Magot Incorporation Ltd) από την άλλη συμφωνία για την πώληση 500 μετοχών τις οποίες κατείχε η καθ ης η αίτηση στην εταιρεία. Περαιτέρω την 28.9.09 (η ημερομηνία αναφέρεται στην αίτηση εκκαθάρισης και στην αίτηση ημερ. 17.2.15) υπογράφηκε μεταξύ της Αιτήτριας και της Καθ ης η αίτηση από την μια και της εταιρείας από την άλλη συμφωνία μετόχων. Μετά την πιο πάνω συμφωνία μετόχων, μέτοχοι στην εταιρεία είναι η Αιτήτρια στην παρούσα Αίτηση η οποία είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο με έδρα την Λεμεσό κατέχοντας 500 μετοχές και η καθ ης η αίτηση η οποία επίσης είναι εγγεγραμμένη εταιρεία στην Κύπρο με έδρα την Λεμεσό κατέχοντας 500 μετοχές στην εταιρεία. Σύμφωνα με την συμφωνία μετόχων Διευθυντές της εταιρείας μετά όπου κατέστη μέτοχος η Αιτήτρια στην εταιρεία διορίστηκαν οι Αντωνάκης Βαφέας από μέρους της Αιτήτριας και Πανίκος Παπαμιχαήλ από μέρους της καθ ης η αίτηση. Την 21.1.15 η καθ ης η αίτηση στην παρούσα Αίτηση καταχώρησε Αίτηση Εκκαθάρισης ζητώντας την εκκαθάριση της εταιρείας. Οι λόγοι για τους οποίους ζητείται η εκκαθάριση της εταιρείας είναι εμφανείς από το σώμα της Αίτησης Εκκαθάρισης και μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως, σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στην Αίτηση Εκκαθάρισης και αποτελούν ισχυρισμούς της Αιτήτριας στην Αίτηση Εκκαθάρισης: Υπάρχει πρόβλημα ως προς την συνεργασία με τον διευθυντή Αντώνη Βαφέα ο οποίος ζημιώνει τα συμφέροντα της εταιρείας και ο οποίος προέβαλε δυσκολίες και προκαλούσε καθυστερήσεις όταν του ζητήθηκε η έγκριση για απόφαση ανανέωσης του πληρεξουσίου εγγράφου προς τον Akmal Bekmirzaev όπως και αναθεώρηση του εν λόγω πληρεξουσίου με σκοπό την εκχώρηση εξουσιών για αποτελεσματικότερη διαχείριση των υποθέσεων της εταιρείας, το οποίο εν τέλει επανεκδόθηκε με καθυστέρηση. Από τις 5.8.11 ζητήθηκε από τον Βαφέα να προσυπογράψει δυο δανειακές συμβάσεις για χρηματοδότηση αναγκαία για την ομαλή διεξαγωγή των επιχειρήσεων της εταιρείας. Στις 27.6.12 σχέδια των οικονομικών καταστάσεων εκπονήθηκαν από τους ελεγκτές της εταιρείας και εστάλησαν στον Βαφέα προς έγκριση και υπογραφή ο οποίος απέφευγε να υπογράψει επικαλούμενος ότι δεν συμπεριλήφθηκαν ορισμένα τιμολόγια (του ιδίου) που είχαν εκδοθεί από την εταιρεία και τα οποία συμπεριλήφθηκαν στις αναθεωρημένες οικονομικές καταστάσεις χωρίς όμως να υπογραφούν λόγω απουσίας οδηγιών από την Magot. H άρνηση του Βαφέα και/ή της Magot να υπογραφούν οι οικονομικές καταστάσεις του 2011 συνεπάγεται ότι η εταιρεία έκτοτε δεν μπορεί να συμμορφωθεί με τις εκ του Νόμου υποχρεώσεις της, γεγονός το οποίο σηματοδότησε την αρχή του αδιεξόδου και της νόμιμης λειτουργίας της εταιρείας. Περί ή τον Αύγουστο 2012 ο Παπαμιχαήλ και η Αιτήτρια στην Αίτηση Εκκαθάρισης έλαβαν γνώση για ένα πληρεξούσιο έγγραφο που εκδόθηκε από την εταιρεία την 31.5.12 προς τέσσερα φυσικά πρόσωπα Ρώσους υπηκόους το οποίο υπογράφηκε μόνο από τον Βαφέα εν αγνοία και/ή χωρίς την σύμφωνη γνώμη του Παπαμιχαήλ. Ο Βαφέας εξέδωσε τιμολόγιο σχετικά με το πιο πάνω πληρεξούσιο το οποίο συμπεριλήφθηκε στις οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας. Ο Παπαμιχαήλ ζήτησε την ανάκληση του εν λόγω πληρεξουσίου μόλις ανακάλυψε την ύπαρξη του εφόσον δεν είχε εκδοθεί δεόντως και δεν έφερε την υπογραφή του ιδίου ως διευθυντή όπως προβλέπεται στο άρθρο 116 του Καταστατικού της εταιρείας και από το άρθρο 4.11 της συμφωνίας μετόχων. Για το πιο πάνω θέμα της έκδοσης του πληρεξουσίου ο Παπαμιχαήλ ζήτησε από τον γραμματέα της εταιρείας στις 21.8.12 την σύγκληση συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας η οποία δεν έλαβε ποτέ χώρα. Την ίδια ημερομηνία η Αιτήτρια στην αίτηση εκκαθάρισης απέστειλε επίσης αίτημα προς το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας για να συγκληθεί Έκτακτη Γενική Συνέλευση για θέματα όπως την έκδοση του πληρεξουσίου το οποίο εκδόθηκε χωρίς την υπογραφή και των δυο διευθυντών, την απομάκρυνση του Βαφέα από την θέση του διευθυντή, την καθυστέρηση στην υπογραφή των οικονομικών καταστάσεων και τυχόν άλλων θεμάτων. Κατά ή περί την 29.6.12 δικηγορική εταιρεία για λογαριασμό της Magot απέστειλε επιστολή στην Αιτήτρια στην αίτηση εκκαθάρισης ενημερώνοντας την ότι έλαβε γνώση για φερόμενη πώληση των μετοχών της εταιρείας στην Polygrafinvest και ζητούσε σχετικές πληροφορίες και έγγραφα διότι σε αντίθετη περίπτωση θα θεωρηθεί ότι η Αιτήτρια ενδεχομένως φέρει ευθύνη για την εν λόγω συναλλαγή. Με εκ νέου επιστολή της δικηγορικής εταιρείας για λογαριασμό της Magot ημερ. 27.8.12 ενημερώθηκε η Αιτήτρια στην αίτηση εκκαθάρισης ότι η Magot έδιδε με την εν λόγω επιστολή ειδοποίηση διαφωνίας σύμφωνα με το άρθρο 14 της συμφωνίας μετόχων. Κατά ή περί την 27.8.12 η ίδια δικηγορική εταιρεία για λογαριασμό της Magot απέστειλε επιστολή ημερ. 21.8.12 ενημερώνοντας την Αιτήτρια στην αίτηση εκκαθάρισης ότι θα συμφωνήσουν να ανακαλέσουν το πληρεξούσιο μόνο σε περίπτωση που εκδοθεί νέο από κοινού πληρεξούσιο για τους ίδιους σκοπούς, οι οποίοι αναφέρονται στην παρ. 17 της αίτησης εκκαθάρισης, το οποίο εκδόθηκε κατά την Magot για την προάσπιση των συμφερόντων και την προστασία των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας. Η εισήγηση απορρίφθηκε από τον Παπαμιχαήλ και την Αιτήτρια στην αίτηση εκκαθάρισης οι οποίοι επέμεναν στην οριστική ανάκληση του πληρεξουσίου και ακύρωση του χωρίς όρους. Οι εντολοδόχοι δυνάμει του πιο πάνω πληρεξουσίου κατάφεραν να εξασφαλίσουν έγγραφα στην Ρωσία σχετικά με την πώληση των μετοχών στην Polygrafinvest η οποία έλαβε χώρα το
- Τελικά κατά ή περί την 16.10.12 συγκλήθηκε έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων της εταιρείας στην οποία θα συζητούνταν μεταξύ άλλων η έκδοση του πληρεξουσίου, η απομάκρυνση του Βαφέα από την θέση του διευθυντή, το περιεχόμενο των οικονομικών καταστάσεων, μη εγκεκριμένη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας και απαιτήσεις εναντίον του Παπαμιχαήλ, Shadiev Nabi, Zimmerco Ltd και το Νέστωρ Νέστωρος καθώς και τυχόν άλλα θέματα διαχείρισης της εταιρείας. Στην έκτακτη γενική συνέλευση έλαβαν μέρος οι διευθυντές Βαφέας και Παπαμιχαήλ και δικηγόροι των μετόχων και υπήρξε διαφωνία επί όλων των θεμάτων ούτε υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία ή επίλυση των διαφωνιών. Στη συνέχεια καταχωρήθηκε η παράγωγη Αγωγή 4252/12 στο Ε.Δ. Λεμεσού από την Magot εναντίον της εταιρείας και άλλων η οποία βασίζεται σε ισχυρισμούς δόλου και απάτης σχετικά με την πώληση των μετοχών που είχε η εταιρεία στην Polygrafinvest προς τρίτη εταιρεία το 2011 ενώ οι μέτοχοι της εταιρείας διαφώνησαν ριζικά. Ο Παπαμιχαήλ που αδυνατούσε να συνεννοηθεί με τον Βαφέα παραιτήθηκε από το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας στις 3.11.
- Η Αιτήτρια στην αίτηση εκκαθάρισης ζήτησε την αντικατάσταση του με νέο διευθυντή την εταιρεία ASIC Directors Ltd. Ο Βαφέας ενημερώθηκε περί τούτου και απάντησε ότι θα μελετήσει τις σχετικές διατάξεις της συμφωνίας μετόχων και θα επικοινωνούσε με τον γραμματέα για να γίνουν οι σχετικές αλλαγές στον έφορο εταιρειών οι οποίες μέχρι σήμερα δεν έχουν γίνει. Στις 14.1.15 ζητήθηκε εκ νέου από τον Βαφέα να αναγνωρίσει τον διορισμό του νέου διευθυντή και να υπογράψει την απόφαση/ψήφισμα χωρίς ανταπόκριση. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω η εταιρεία εξακολουθεί να παραλείπει να ανταποκριθεί στις εκ του Νόμου υποχρεώσεις της και/ή να παρανομεί μη καταχωρώντας οικονομικές καταστάσεις. Ενόψει της ισοψηφίας που υπάρχει σε μετοχικό επίπεδο και με την Magot να ελέγχει τουλάχιστον προσωρινά και παράτυπα το Διοικητικό Συμβούλιο μέσω του Βαφέα θα εμποδίζεται η λήψη κάθε απόφασης. Ως εκ τούτου η εταιρεία δεν μπορεί να λειτουργήσει ενώ παραμένει σε ισχύ και το παράνομο πληρεξούσιο. Υπάρχει αδιέξοδο και/ή καταπίεση της Αιτήτριας στην αίτηση εκκαθάρισης και η εταιρεία δεν λειτουργεί ή εκτελεί εργασίες πέραν του ενός έτους ούτε γίνονται γενικές συνελεύσεις και/ή θέσμιες γενικές συνελεύσεις όπως προβλέπει η συμφωνία μετόχων και ο Νόμος και όλα αυτά λόγω των παράνομων και/ή αντισυμβατικών ενεργειών της Magot. Σύμφωνα με τα πιο πάνω δικαιολογείται η διάλυση της εταιρείας. Η Αίτηση Εκκαθάρισης επιδόθηκε στην εταιρεία, στην Magot και στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη. Η Magot στις 17.2.15 καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση δια της οποίας ζητά ουσιαστικά Διάταγμα διατάττον την απόρριψη και/ή αναστολή και/ή διαγραφή και/ή παραμερισμό της αίτησης εκκαθάρισης συνεπεία του ότι αφορά σε δικαιώματα και/ή διαφορά η οποία καλύπτεται από ρήτρα Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας δυνάμει του άρθρου 19 της μεταξύ των μερών Συμφωνίας Μετόχων ημερ. 28.9.09 και συνακόλουθο και/ή συμπληρωματικό Διάταγμα υπέρ της παραπομπής της μεταξύ των Αιτητών και των Καθ ων η Αίτηση διαφοράς προς επίλυση σε Διεθνή Εμπορική Διαιτησία ενώπιον του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου του Λονδίνου δυνάμει ενεργοποίησης ρήτρας Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας και/ή του όρου 19 της Συμφωνίας Μετόχων ημερ. 28.9.09 μεταξύ των μερών. Διαζευκτικά ή σωρευτικά με τις πιο πάνω θεραπείες ζητά την αναστολή και/ή διαγραφή και/ή παραμερισμό ως συνοστούσης προϊόν κατάχρησης της διαδικασίας της Αίτησης Εκκαθάρισης και Διάταγμα που να εμποδίζονται οι Αιτητές στην Αίτηση Εκκαθάρισης να προωθούν την εν λόγω Αίτηση και/ή να αναστέλλεται η προώθηση της μέχρι την οριστική εκδίκαση της Αγωγής 4252/12 Ε.Δ. Λεμεσού. Η νομική βάση της Αίτησης είναι εμφανής από την ίδια την Αίτηση και στηρίζεται στην ένορκο δήλωση του Αντώνη Βαφέα, ενός εκ των διευθυντών της Αιτήτριας εταιρείας. Η καθ ης η αίτηση Vebeca Holdings Ltd καταχώρησε ένσταση στην πιο πάνω αίτηση της οποίας επίσης η νομική βάση είναι εμφανής από την ίδια την ένσταση και υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση της Ειρήνης Σκουζού, δικηγόρου στο Δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της καθ ης η αίτηση. Όπως προκύπτει από τους λόγους ένστασης της καθ ης η αίτηση και την γραπτή αγόρευση της ουσιαστικά η ένσταση στηρίζεται στο ότι δεν είναι δίκαιο και/ή εύλογο ούτε προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για να ανασταλεί η κυρίως αίτηση και/ή δεν συντρέχουν και/ή δεν στοιχειοθετούνται λόγοι και/ή προϋποθέσεις για την έγκριση του Αιτήματος κυρίως λόγω του ότι η Αίτηση Εκκαθάρισης δεν μπορεί να θεωρηθεί ως Αγωγή και το αντικείμενο της Αίτησης Εκκαθάρισης δεν αποτελεί ζήτημα το οποίο δύναται να παραπεμφθεί σε Διαιτησία στηριζόμενη, μεταξύ άλλων, στο ότι δεν υφίσταται κατάλληλη διαφορά για να επιλυθεί από το Διαιτητικό Δικαστήριο και ότι ο Διαιτητής δεν θα έχει εξουσία να εκδώσει είτε Διάταγμα Εκκαθάρισης είτε απόφαση η οποία θα θέσει τέλος στο ισχυριζόμενο αδιέξοδο εις το οποίο βρίσκεται η εταιρεία. Έχω μελετήσει με προσοχή τόσο την αίτηση και την ένορκο δήλωση που την συνοδεύει καθώς και την ένσταση μαζί με την ένορκο δήλωση που την συνοδεύει. Λόγω των μακροσκελών αιτούμενων θεραπειών, των λόγων ένστασης και ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση δεν θα προβώ σε καταγραφή του περιεχομένου τους και πιο κάτω θα αναφέρω και σχολιάσω τα σημεία τα οποία έχουν σημασία για την έκδοση της παρούσας απόφασης. Κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας της Αίτησης οι συνήγοροι κατέθεσαν εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις παραπέμποντας το Δικαστήριο σε πλούσια Κυπριακή και ξένη νομολογία. Ανέπτυξαν περαιτέρω τις θέσεις τους αγορεύοντας και προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχω μελετήσει με μεγάλη προσοχή τα όσα αναφέρουν αμφότεροι συνήγοροι στις πολυσέλιδες γραπτές και προφορικές αγορεύσεις τους και για σκοπούς συντόμευσης της παρούσας απόφασης δεν θα καταγράψω όλες τις θέσεις της κάθε πλευράς, οι οποίες έχουν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, παρά μόνο θα αναφερθώ όπου κρίνεται αναγκαίο σε αυτές για σκοπούς αιτιολόγησης της απόφασης μου. Η Αιτήτρια κατ' αρχάς στην αγόρευση της καταπιάνεται με την Δ.16 Θ. 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας εξηγώντας την υπό όρους δικαστικής παράστασης της στην Αίτηση Εκκαθάρισης υποβάλλοντας την παρούσα Αίτηση. Δεν κρίνεται αναγκαίο να προβώ σε οποιοδήποτε σχολιασμό επί του προκειμένου σημείου εφόσον δεν έχει προβληθεί από πλευράς Καθ ης η αίτηση οποιοσδήποτε λόγος σχετικός με την εμφάνιση της Αιτήτριας στην Αίτηση Εκκαθάρισης ή ότι η εμφάνιση της εκλαμβάνεται ως παραίτηση του δικαιώματος της να εγείρει τις αιτούμενες θεραπείες δια της ενδιάμεσης αίτησης της ή του δικαιώματος της να ζητήσει ενεργοποίηση της ρήτρας διαιτησίας. Ερχόμενη στην ουσία της Αίτησης ο συνήγορος της Αιτήτριας με την αγόρευση του εισηγήθηκε ότι η υπό κρίση Αίτηση στηρίζεται σε δυο αλληλέγγυους νομικούς άξονες. Ο πρώτος άξονας συναρθρώνεται υπό των Αιτητικών Α και Β της Αίτησης και ο δεύτερος υπό των αιτητικών Γ, Δ, και Ε της Αίτησης. Τα αιτητικά Γ,Δ και Ε υποβάλλονται σωρευτικά ή διαζευκτικά. Αρχικά θα εξετάσω τα αιτητικά Α και Β της Αίτησης και στη συνέχεια θα κριθεί κατά πόσο είναι αναγκαίο να εξεταστούν οι υπόλοιπες αιτούμενες θεραπείες. Τα αιτούμενα Διατάγματα για αναστολή της διαδικασίας της Αίτησης Εκκαθάρισης και παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία, ως τα αιτητικά Α και Β της Αίτησης, στηρίζονται μεταξύ άλλων στον Νόμο περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας του 1987 και κυρίως στο άρθρο 8 του πιο πάνω Νόμου, το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: «
(1)Σε περίπτωση που εγείρεται αγωγή για ζήτημα που αποτελεί το αντικείμενο συμφωνίας περί διαιτησίας, το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εγείρεται η αγωγή οφείλει, αν το ζητήσει το ένα των μερών πριν από την υποβολή της πρώτης έκθεσης του επί της ουσίας της διαφοράς, να παραπέμψει τη διαφορά σε διαιτησία, εκτός αν εύρει ότι η συμφωνία είναι άκυρη, ανενεργής ή μη δεκτική εκτέλεσης.
(2)Η έγερση αγωγής κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο
(1)δεν αποτελεί κώλυμα για την έναρξη ή τη συνέχιση της διαιτητικής διαδικασίας ή την έκδοση τελικής διαιτητικής απόφασης, εν όσω το επίδικο θέμα εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου.» (η υπογράμμιση και έμφαση είναι δική μου) Επί της εφαρμογής του πιο πάνω άρθρου στηρίζεται ουσιαστικά η ένσταση της καθ ης η αίτηση για τους λόγους οι οποίοι αναφέρθηκαν ανωτέρω. Κατ αρχάς θα εξετάσω κατά πόσο υπό το φως του πιο πάνω Νόμου παρέχεται στο Δικαστήριο η εξουσία να επιληφθεί της παρούσας υπόθεσης και να παραχωρήσει ή όχι θεραπεία στα πλαίσια της υπό εξέταση αίτησης. Ο Νόμος 101/87 εφαρμόζεται όταν η διαιτησία είναι διεθνής. Σύμφωνα με το άρθρο 2
(2)διεθνής είναι η διαιτησία εάν, μεταξύ άλλων, ο τόπος διεξαγωγής της διαιτησίας ευρίσκεται εκτός του κράτους στο οποίο τα μέρη της συμφωνίας έχουν την έδρα των εργασιών τους και εφόσο αυτός ορίστηκε μέσα στη συμφωνία. Στην προκείμενη περίπτωση οι δυο εταιρείες έχουν την έδρα τους στην Κύπρο και τόπος διεξαγωγής της διαιτησίας σύμφωνα με την συμφωνία μετόχων καθορίστηκε το Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο του Λονδίνου, επομένως η διαιτησία η οποία αφορά την υπό εξέταση Αίτηση εμπίπτει εντός του όρου διεθνής διαιτησία σύμφωνα με τον Νόμο. Το δεύτερο στοιχείο το οποίο πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο η διαιτησία είναι εμπορική σύμφωνα με το άρθρο 2
(4)του Νόμου. Εμπορική σύμφωνα με τον Νόμο είναι η διαιτησία η οποία αναφέρεται σε ζητήματα που απορρέουν από εμπορικής φύσεως σχέσεις συμβατικές ή μη και περιλαμβάνει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά μεταξύ άλλων «τις κοινές επιχειρηματικές δραστηριότητες και άλλες μορφές βιομηχανικής ή επαγγελματικής συνεργασίας». Μελετώντας την συμφωνία μετόχων η οποία υπογράφηκε μεταξύ των μερών είναι ξεκάθαρο ότι αυτή διέπει τους όρους των κοινών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων και συνεργασίας των δυο εταιρειών οι οποίες συμμετέχουν ως μέτοχοι στην εταιρεία επομένως η σχέση τους εμπίπτει στον όρο της εμπορικής διαιτησίας. Τέλος, το επικαλούμενο άρθρο 8 του Νόμου μπορεί να τύχει εφαρμογής στην υπό εξέταση Αίτηση, νοουμένου ότι πληρούνται οι υπόλοιπες προϋποθέσεις του άρθρου, εφόσον δυνάμει του άρθρου 3
(2)το άρθρο 8 δεν τυγχάνει αποκλειστικής εφαρμογής σε διαιτησία η οποία διενεργείται στην Κυπριακή Δημοκρατία. Συνοψίζοντας τα πιο πάνω είμαι της γνώμης ότι για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, χωρίς να προβαίνω σε τελική κρίση είμαι της γνώμης πως όντως ο περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμος 101/87, Νόμος προνοών για διεθνή διαιτησία σε εμπορικά ζητήματα και για συναφή θέματα, είναι ο νόμος που διέπει την σχέση των μερών. Ενόψη της κατάληξης μου ότι η παρούσα αφορά διεθνή εμπορική διαιτησία θα εξετάσω κατά πόσο μπορεί το άρθρο 8 να έχει εφαρμογή στα γεγονότα της παρούσας. Ο κος Νικολάου υποστηρίζει ότι το άρθρο 8 έχει εφαρμογή μόνο στα πλαίσια Αγωγής όπως αναφέρεται στον Νόμο και η Αίτηση Εκκαθάρισης δεν μπορεί να θεωρηθεί Αγωγή. Αντίθετη είναι η άποψη του κ. Κούρτελλου ο οποίος παρέπεμψε το Δικαστήριο σε πρωτόδικες Κυπριακές αποφάσεις οι οποίες ασχολήθηκαν με το εν λόγω ζήτημα, παρόλο που δεν αποτελούσε το ουσιαστικό θέμα των εν λόγω υποθέσεων. Επίσης ο κος Κούρτελος με αναφορά σε νομολογία της Αγγλίας παραπέμπει σε αποφάσεις όπου παρόμοιας φύσης πρόνοια όπως το άρθρο 8 εφαρμόστηκε σε Αιτήσεις Εκκαθάρισης. Διαπίστωσα από την αναφερόμενη ξένη νομολογία ότι υπάρχει μια ουσιώδης διαφορά μεταξύ της νομοθεσίας της Αγγλίας και του Κυπριακού Νόμου η οποία έγκειται στο ότι στην Αγγλία ο Νόμος (Arbitration Act 1996 s.9) αναφέρεται σε «.any legal proceeding.» ενώ ο Ν. 101/87αναφέρεται όντως σε Αγωγή. Στην υπό εξέταση Αίτηση αυτό που θα πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο ο όρος Αγωγή μπορεί να περιλαμβάνει και την Αίτηση Εκκαθάρισης. Κατ αρχάς να σημειωθεί ότι η Αιτήτρια στην Αίτηση Εκκαθάρισης επιλέγοντας να προχωρήσει με Αίτηση Εκκαθάρισης της εταιρείας ο μόνος τρόπος να προωθήσει το αίτημα της ήταν ο τύπος με τον οποίο ηγέρθηκε η Αίτηση. Σύμφωνα με τον περί Δικαστηρίων Νόμο, Νόμος 14/60, άρθρο 2, «Αγωγή» σημαίνει πολιτικήν διαδικασίαν αρχομένην δια κλητηρίου εντάλματος ή κατά τοιούτον άλλον τρόπον ως καθορίζεται υπό διαδικαστικού κανονισμού και περιλαμβάνει ναυτικήν υπόθεσιν ήτοις, προ της ημέρας της ανεξαρτησίας, υπήγετο εις την δικαιοδοσίαν του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Δικαιοσύνης εν Αγγλία εν τη επί ναυτικών υποθέσεων δικαιοδοσία αυτού.» Με βάση τη Δ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ο όρος Action (Αγωγή) σημαίνει πολιτική διαδικασία που αρχίζει με κλητήριο ένταλμα ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο που καθορίζεται με οποιονδήποτε Νόμο ή Θεσμούς Δικαστηρίου. Πέραν τούτου στον ορισμό του «plaintiff» (ενάγων) αναφέρονται σχετικά: "plaintiff includes every person asking any relief (other than a defendant asking relief by way of counter-claim) against any other person by any firm of proceeding, whether the proceeding is by action, petition, summons and otherwise". Eπομένως, με βάση τις συνδυασμένες πρόνοιες της πιο πάνω Δ.1, καθορίζονται ως εναρκτήρια δικονομικά μέσα (α) action, (αγωγή),(β) petition, (γ) motion,(δ) summons. Δεν αποκλείεται όμως το ενδεχόμενο ("or otherwise") να υπάρχουν ή ακόμη και να δημιουργηθούν και άλλα εναρκτήρια δικονομικά μέσα. Είναι επομένως ξεκάθαρο από τις πιο πάνω πρόνοιες ότι Αγωγή δεν αποτελεί μόνο διαδικασία η οποία ξεκινά με κλητήριο ένταλμα και η αγωγή χρησιμοποιείται πάντοτε, εκτός εάν υπάρχει ρητή πρόνοια από νόμο ή κανονισμό για χρήση άλλου δικονομικού μέσου. H αίτηση εκκαθάρισης ως η παρούσα κυρίως αίτηση αποτελεί το εναρκτήριο δικονομικό μέσο καλούμενο ως "petition". Συγκεκριμένα, στο Άρθρο 213, του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, (αγγλικό κείμενο) καθορίζεται σαφώς ότι, αίτημα στο Δικαστήριο για εκκαθάριση εταιρείας, υποβάλλεται με petition. Ο ίδιος τύπος αναφέρεται με το ίδιο λεκτικό και στους Περί Εταιρειών Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Στην Ελληνική μετάφραση του νόμου, το petition συναντάτε με τον χαρακτηρισμό αίτηση αλλά στην πρακτική συναντάτε και ως υπόμνημα. Για να χρησιμοποιηθεί το petition ως εναρκτήριο δικονομικό μέσο, όπως αναφέρεται πιο πάνω, πρέπει να υπάρχει ρητή πρόνοια, είτε στη νομοθεσία, είτε στους θεσμούς. Το petition, σύμφωνα με την πρακτική, αποτελεί δικόγραφο γι΄ αυτό και εφαρμόζονται όλοι οι κανόνες που ισχύουν γενικά για τα δικόγραφα (Lord Atkin΄s, The Encyclopaedia of Court Forms and Precedents, 1η έκδοση, 1949,Volume XIII, Κεφάλαιο "Petitions" σελ. 133). Από τις πιο πάνω συνδυασμένες πρόνοιες προκύπτει ότι η Αίτηση Εκκαθάρισης (Petition) αποτελεί το ένδικό μέσο το οποίο προνοείτε από το Κεφ. 113 ως εναρκτήριο μέσο για την υποβολή Αίτησης Εκκαθάρισης και ως τέτοιο εμπίπτει εντός της έννοιας του όρου Αγωγή σύμφωνα με το άρθρο 8 του Ν. 101/87. Πρόκειται, δηλαδή για μέθοδο προώθησης δικαστικής διαδικασίας άλλης από το κλητήριο ένταλμα. Οι συνήγοροι παρέπεμψαν το Δικαστήριο στις Αγγλικές υποθέσεις Fullham Football Club 1987 Ltd v. Richards
(2011)EWCA Civ 855 και Salford Estates No2 Ltd v. Altomart Ltd
(2014)EWCA Civ
- Η δε πρώτη απόφαση δεν αφορούσε Αίτηση Εκκαθάρισης αλλά Αγωγή στα πλαίσια της οποίας ζητείτο η αναστολή της διαδικασίας λόγω ρήτρας διαιτησίας όπου και αναστάληκε. Κατ έφεση επικυρώθηκε η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου εφόσον μεταξύ άλλων οι θεραπείες μπορούσαν να αποδοθούν από το Διαιτητικό Δικαστήριο, αναγνωρίζοντας ότι υπάρχουν θεραπείες που δεν μπορούν να αποδοθούν από Διαιτητικό Δικαστήριο. Μελετώντας την απόφαση στην Fullham παρ όλο όπου το Δικαστήριο καταπιάνεται με το κατά πόσο ένα Διαιτητικό Δικαστήριο μπορεί να αποδώσει την ζητούμενη θεραπεία, όπως δίνεται έμφαση από την καθ ης η αίτηση στην παρούσα Αίτηση, στην πιο πάνω απόφαση δεν τίθεται ως περιοριστικός παράγοντας η εξουσία του Διαιτητικού Δικαστηρίου για παραχώρηση συγκεκριμένης θεραπείας. Ο παράγοντας αυτός συνυπολογίζεται με τους υπόλοιπους παράγοντες μιας υπόθεσης. Όσον αφορά την απόφαση στην Salford Estates, η οποία αφορούσε Αίτηση Εκκαθάρισης λόγω ισχυριζόμενης ανικανότητας χρέους και αίτημα για αναστολή της διαδικασίας λόγω ύπαρξης συμφωνίας διαιτησίας η απόφαση για αναστολή της διαδικασίας επικυρώθηκε κατ έφεση. Στην πιο πάνω απόφαση στην παρ. 38 αναφέρεται ότι: «..at least in respect of an alleged due but unpaid debt, I do not agree with the view expressed...that an issue on a winding up petition which is essential to the foundation of the petition becomes a claim and falls within section
- That section 9 has no application to the Petition in the present case.» (η έμφαση είναι δική μου) Κατά την άποψη μου η πιο πάνω απόφαση αφορά τα ιδιαίτερα περιστατικά της όπως για παράδειγμα την περίπτωση χρέους και κατά δεύτερο προκύπτει ότι ο αποκλεισμός του εν λόγω άρθρου αναφέρεται περιοριστικά για την υπόθεση η οποία εξετάζετο εξού και το λεκτικό «in the present case.» χωρίς να περιορίζει την εφαρμογή τέτοιας νομοθετικής πρόνοιας γενικά σε όλες τις Αιτήσεις Εκκαθάρισης. Υπογραμμίζω βέβαια ότι η Αγγλική σχετική νομοθεσία προβλέπει εφαρμογή του άρθρου 9 σε κάθε διαδικασία και παρ' όλο το σκεπτικό του Δικαστηρίου στις πιο πάνω αποφάσεις επικυρώθηκαν και στις δυο περιπτώσεις η απόφαση για αναστολή της διαδικασίας Ο κος Νικολάου κατά την αγόρευση του εισηγήθηκε ότι και αν ακόμα κριθεί ότι η Αίτηση Εκκαθάρισης συνιστά Αγωγή η Αίτηση της Αιτήτριας θα πρέπει να απορριφθεί για τον πρόσθετο λόγο ότι τα θέματα εις τα οποία στηρίζεται η Αίτηση Εκκαθάρισης δεν αποτελούν ζητήματα τα οποία μπορούν να επιλυθούν μέσω της Διαιτησίας εφόσον ο Διαιτητής δεν μπορεί να εκδώσει Διάταγμα Εκκαθάρισης αλλά ούτε το αντικείμενο της Αίτησης Εκκαθάρισης είναι κατάλληλο θέμα το οποίο μπορεί να παραπεμφθεί σε Διαιτησία, σύμφωνα και με τους λόγους ένστασης της καθ ης η αίτηση. Έχοντας κρίνει πιο πάνω ότι η Αίτηση Εκκαθάρισης εμπίπτει στον όρο Αγωγή θα εξετάσω κατά πόσο τα ζητήματα τα οποία προέκυψαν μεταξύ των μερών αποτελούν το αντικείμενο της συμφωνίας περί διαιτησίας. Ο Νόμος προνοεί και ρυθμίζει διεθνή εμπορική διαιτησία και η Αγωγή που εγείρεται δυνάμει του νόμου, στην προκείμενη περίπτωση η Αίτηση Εκκαθάρισης, θα πρέπει να αφορά σε «ζήτημα που αποτελεί το αντικείμενο συμφωνίας περί Διαιτησίας» (άρθρο 8
(1)του Νόμου). Το άρθρο 8 ενεργοποιείται σε περίπτωση που διάδικος εγείρει αγωγή για ζήτημα που αποτελεί ακριβώς την «ουσιαστική διαφορά» των μερών που συμφωνήθηκε να παραπεμφθεί σε Διαιτησία «ζήτημα που αποτελεί το αντικείμενο συμφωνίας περί διαιτησίας». Βλ. σχετικά την Κυπριακή απόφαση Open Joint Stock Company "Novokujnetsk" Aluminium Plant v. Base Metal Trading Ltd κα
(2003)1 Α.Α.Δ. 1856 αλλά και τις αποφάσεις Αγγλικών Δικαστηρίων Channel Tunnel Group Ltd and another v. Balfour Beatty Construction Ltd
(1993)A.C. 334 και Halki Shipping Corp v. Sopex Oils Ltd
(1998)2 All E.R. 23 αποφάσεις σχετικές με την έννοια της διαφοράς «dispute" που απορρέει από συμφωνία Διαιτησίας και διερευνάται και σ' αυτές το ζήτημα. Τα μέρη στην συμφωνία μετόχων, με τον όρο 19 καθόρισαν ότι: «
- Governing Law and Arbitration 19.1 This Agreement shall be governed by the Laws of England and Wales. 19.
- Any dispute, controversy or claim arising out of or in connection with this Agreement including any question regarding its or their existence, validity or termination shall be referred to and finally resolved under the Rules of the London Court of International Arbitration which Rules are deemed to be incorporated by reference into this clause 19.2...» Όπως προκύπτει από την ένορκο δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση και την ένσταση αμφότερες πλευρές αποδέχονται την ύπαρξη και τους όρους τόσο της Συμφωνίας Πώλησης Τεκμήριο 4 στην ένορκο δήλωση Βαφέα όσο και της Συμφωνίας Μετόχων Τεκμήριο 5 στην ένορκο δήλωση Βαφέα. Ξεκάθαρα στην ένορκο δήλωση η οποία συνοδεύει την ένσταση (ένορκος δήλωση Σκουζού) στις παρ. 6,7 και 8 γίνεται παραδοχή της δομής και μετοχικής σύνθεσης των εμπλεκομένων εταιρειών και του περιεχομένου των υπογεγραμμένων συμφωνιών. Η ομνύουσα στην ένσταση δεν αμφισβητεί όπως αναφέρει το γεγονός της ύπαρξης ρήτρας διαιτησίας και της μη αποποίησης ή παραίτησης από πλευράς Αιτήτριας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σε σχέση με την ρήτρα διαιτησίας. Πέραν των πιο πάνω στην ένορκο δήλωση Σκουζού στην παρ. 8 προκύπτει ποια είναι η πραγματική διαφωνία των μερών αναφορικά με την παρούσα Αίτηση. Στην πιο πάνω παράγραφο η ομνύουσα αναφέρει ότι: «Διαφωνώ ωστόσο ριζικά με το περιεχόμενο των παραγράφων 15 -17 της Ένορκης Δήλωσης Βαφέα και την θέση της Αιτήτριας ότι δικαιούται σε Διάταγμα ως τα παρακλητικά (Α) και (Β) της Αίτησης. Πράγματι τόσο η Αιτήτρια όσο και η καθ ης η αίτηση δεσμεύονται τόσο από τη Συμφωνία Μετόχων όσο και από κάθε άλλη μεταξύ τους υπογεγραμμένη συμφωνία και ουδέποτε αμφισβητήθηκε το γεγονός ότι οι μεταξύ τους συμφωνίες είναι δεσμευτικές και ούτε αποτέλεσε αντικείμενο διαφοράς. Το αντικείμενο όμως της Κυρίως Αίτησης όπως προκύπτει από την ίδια την Αίτηση και όπως θα εξηγήσω πιο κάτω και η θέση της Εταιρείας υπό εκκαθάριση, δεν αποτελεί θέμα που εμπίπτει στη ρήτρα διαιτησίας ή που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο διεθνούς εμπορικής διαιτησίας ούτε και τίθεται θέμα οποιασδήποτε διάγνωσης αξίωσης ή διαφοράς από Διαιτητή για να κριθεί η Κυρίως Αίτηση από το Δικαστήριο. » (η υπογράμμιση είναι δική μου) Με την Αίτηση Εκκαθάρισης η καθ ης η αίτηση στην παρούσα Αίτηση ισχυρίζεται ότι λόγω της παντελούς έλλειψης συνεργασίας μεταξύ των διευθυντών των μετόχων εταιρειών η εταιρεία δεν μπορεί να λειτουργήσει, στηριζόμενη στα γεγονότα τα οποία αναφέρονται στην Κυρίως Αίτηση αλλά και στην ένσταση της στην υπό εξέταση Αίτηση. Τα γεγονότα τα οποία πλαισιώνουν την Αίτηση Εκκαθάρισης αναφέρονται στην αρχή της παρούσας απόφασης και τα οποία αποτελούν τις διαφορές μεταξύ των μερών. Μελετώντας την συμφωνία μετόχων παρατηρώ ότι οι όροι αυτής ρυθμίζουν αποκλειστικά τις σχέσεις των δυο εταιρειών εις ότι αφορά την διοίκηση της εταιρείας, προνοεί διαδικασίες οι οποίες πρέπει να τηρηθούν σε περίπτωση αντικατάστασης διευθυντή αλλά κυριότερα γίνεται ρητή πρόνοια ότι όλες οι διαφορές μεταξύ των μερών θα παραπέμπονται σε διαιτησία. Δεν διακρίνω στην εν λόγω συμφωνία να υπάρχει η πρόθεση των μερών να εξαιρούνται κάποιες από αυτές τις διαφορές αναφορικά με τις σχέσεις των μετόχων εφόσον σκοπός της συμφωνίας ήταν ο καθορισμός των σχέσεων των μετόχων και έχουν συμφωνήσει ότι όλες οι διαφορές θα παραπέμπονται σε διαιτησία σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο της συμφωνίας. Δεν θα συμφωνήσω με την θέση του κου Νικολάου ότι τα θέματα δεν μπορούν να επιλυθούν μέσω διαιτησίας εφόσον η θέση του αυτή στηρίζεται μόνο στην εισήγηση ότι ο Διαιτητής δεν θα μπορεί να εκδώσει Διάταγμα Εκκαθάρισης και ότι η εταιρεία δεν μπορεί να λειτουργήσει γιατί βρίσκεται σε αδιέξοδο και η μόνη λύση είναι η εκκαθάριση. Κατά πρώτο η Αίτηση Εκκαθάρισης, χωρίς να επισέρχομαι στην ουσία της, δεν αποτελεί την μόνη οδό για επίλυση των διαφορών των μερών εφόσον η καταχώρηση της Αίτησης Εκκαθάρισης δεν θα επιφέρει την επίλυση των προβλημάτων που υπάρχουν μεταξύ τους αλλά θα τερματίσει τις μεταξύ τους σχέσεις τελεσίδικα σε περίπτωση επιτυχίας της παρακάμπτοντας έτσι την συμφωνία των μερών για διαιτησία . Κατά δεύτερο η επιλογή της καθ ης η αίτηση να προχωρήσει με την Αίτηση Εκκαθάρισης αποτελεί εξαιρετικό και ύστατο μέτρο κατά την άποψη μου το οποίο επιβάλλεται στην Αιτήτρια αντίθετα μάλιστα με τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας μετόχων. Ακόμα και ο λόγος ότι δεν υποβάλλονται εκθέσεις εκ μέρους της εταιρείας ή το ισχυριζόμενο αδιέξοδο δεν μπορούν να εξεταστούν σε απομόνωση εφόσον αποτελούν το αποτέλεσμα των γεγονότων που δημιούργησαν τις διάφορες που υφίστανται μεταξύ των μερών. Ο κος Νικολάου στην γραπτή αγόρευση του εισηγείται ότι παρόλο που δεν αμφισβητείται η εγκυρότητα της ρήτρας διαιτησίας ο κεντρικός ισχυρισμός της καθ ης η αίτηση στηρίζεται στο ότι η κυρίως αίτηση δεν βασίζεται σε παράβαση της συμφωνίας μετόχων και δεν εξαρτάται κυρίως ή μόνο από το κατά πόσο ένας μέτοχος δεν τηρεί τις υποχρεώσεις του απέναντι στον άλλο. Σε αυτό το σημείο θα διαφωνήσω με την πιο πάνω εισήγηση του συνηγόρου εφόσον από την ίδια την συμφωνία των μερών δεν καθορίζεται ως μόνο θέμα παραπομπής σε διαιτησία η παράβαση της συμφωνίας μετόχων ή κατά πόσο οι μέτοχοι τηρούν ή όχι τις υποχρεώσεις τους. Αντίθετα με την πιο πάνω εισήγηση, κατά την σύναψη της συμφωνίας μετόχων η οποία διέπει ειδικά τις σχέσεις των δυο μερών καθώς και την διεύθυνση και διαχείριση της εταιρείας και οι οποίες αφορούν την Κυρίως Αίτηση, έγινε πρόνοια για παραπομπή σε διαιτησία όλων των διαφορών, αμφισβητήσεων και αξιώσεων (any dispute, controversy or claim) που προκύπτουν από τις σχέσεις των μετόχων. Η καθ ης η αίτηση εστιάζει την επιχειρηματολογία της μόνο επί του επιδιωκόμενου αποτελέσματος μέσω της Αίτησης Εκκαθάρισης και στο ότι ένας Διαιτητής δεν θα μπορεί να εκδώσει Διάταγμα Εκκαθάρισης. Με όλο τον σεβασμό προς τον κο Νικολάου για σκοπούς εξέτασης και μόνο της παρούσας Αίτησης δεν μπορούν να παραγνωριστούν οι λόγοι για τους οποίους ζητείται το Διάταγμα Εκκαθάρισης οι οποίοι αποτελούνται από τις ισχυριζόμενες διαφορές των μερών, διαφορές οι οποίες προέκυψαν κατά την εκτέλεση και εφαρμογή της συμφωνίας μετόχων. Δηλαδή σε αυτό το στάδιο αυτό που έχει κύρια σημασία δεν είναι να διασωθεί το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα της Αίτησης Εκκαθάρισης δηλαδή η εκκαθάριση της εταιρείας αλλά εξετάζεται κατά πόσο υπάρχουν ζητήματα τα οποία οδήγησαν μέχρι εδώ τα μέρη για τα οποία έγινε πρόνοια για τον τρόπο επίλυσης τους από την ίδια την συμφωνία μετόχων. Παρατηρώντας τον όρο 19 της συμφωνίας μετόχων γίνεται πρόνοια όπως όλες οι διαφορές των μερών όπως προκύπτουν από την συμφωνία μετόχων θα παραπέμπονται προς επίλυση σε διαιτησία. Πέραν τούτου γίνεται πρόνοια πως το δίκαιο το οποίο θα διέπει τις διαφορές των μερών είναι αυτό το οποίο ισχύει στην Αγγλία και Ουαλία. Τα θέματα τα οποία ρυθμίζονται με την συμφωνία διαιτησίας όπως προκύπτει από το ίδιο το κείμενο της συμφωνίας φαίνεται να μην περιορίζεται σε θέματα και γεγονότα τα οποία πηγάζουν άμεσα από την συμφωνία αλλά αφορά και διαφορές, αμφισβητήσεις και αξιώσεις που σχετίζονται με την συμφωνία μετόχων εφόσον στο άρθρο 19.2 αναφέρεται «.dispute, controversy or claim arising out of or in connection with this agreement...» σε μετάφραση το άρθρο αναφέρεται σε «διαφωνία, αμφισβήτηση ή αξίωση που πηγάζει ή σχετίζεται με την παρούσα συμφωνία» καλύπτοντας έτσι όλα τα θέματα που πιθανό να προκύψουν μεταξύ των μετόχων. Στην υπόθεση Oterom Ltv v. Χριστοδουλίδη
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 1081 αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά με τον όρο «οποιαδήποτε διαφορά»: « Το γεγονός ότι οι πρόνοιες της ρήτρας διαιτησίας καλύπτουν «οποιαδήποτε διαφορά» δεν εξυπακούεται κατ' ανάγκη ότι οποιαδήποτε αξίωση, έστω και αν αυτή πηγάζει από την μη τήρηση των όρων της συμφωνίας συνιστά και «διαφορά» η οποία να καλύπτεται από τις πρόνοιες της ρήτρας διαιτησίας. Για να υπάρχει διαφορά αυτή πρέπει να αφορά είτε στα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν την ευθύνη ή την υποχρέωση είτε στις νομικές επιπτώσεις των εν λόγω γεγονότων.» ( η υπογράμμιση και έμφαση είναι δική μου) Τα γεγονότα τα οποία επικαλούνται αμφότερες πλευρές είναι ξεκάθαρο ότι αφορούν τις σχέσεις των διευθυντών, την αντικατάσταση διευθυντή αλλά και την εκπλήρωση των νομικών υποχρεώσεων της εταιρείας οι οποίες επηρεαστήκαν από τις εν λόγω σχέσεις. Αντλώντας καθοδήγηση από την πιο πάνω απόφαση είμαι της γνώμης ότι η διαφορά αφορά γεγονότα τα οποία επιβάλλουν στα μέρη ευθύνη και υποχρέωση κυρίως με βάση το άρθρο 4 της συμφωνίας μετόχων το οποίο αφορά την διεύθυνση της εταιρείας και τα εν λόγω γεγονότα τα οποία συνιστούν την διαφορά έχουν επιφέρει νομικές επιπτώσεις στην εταιρεία όπως για παράδειγμα τον ισχυρισμό της καθ ης η αίτηση ότι δεν υποβάλλονται ετήσιες εκθέσεις από μέρους της εταιρείας. Στην παρούσα περίπτωση ο κος Νικολάου ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει νόημα ο Διαιτητής να διαπιστώσει αν συγκαλούνται ή όχι γενικές συνελεύσεις ούτε θα μπορεί να διατάξει την σύγκλιση γενικών συνελεύσεων ούτε σύνταξη και έγκριση λογαριασμών ή να υποκαταστήσει τη λειτουργία του διοικητικού συμβουλίου ή να επιβάλει την λήψη αποφάσεων στο διοικητικό συμβούλιο, στηρίζοντας την άποψη του ότι η μόνο οδός είναι η προώθηση της Αίτησης Εκκαθάρισης δυνάμει των άρθρων 211(β) και 211(στ). Η πιο πάνω επιχειρηματολογία και πάλι στηρίζεται στο αποτέλεσμα των διαφορών οι οποίες είναι παραδεκτό ότι υφίστανται μεταξύ των μερών. Αυτό που κρίνεται με την παρούσα Αίτηση και χωρίς να υπεισέρχεται το Δικαστήριο στην ουσία και βάσιμο των ισχυρισμών κάθε πλευράς είναι κατά πόσο οι διαφορές οι οποίες οδήγησαν στα αποτελέσματα τα οποία αναφέρει ο κος Νικολάου αποτελούν αντικείμενο της συμφωνίας διαιτησίας. Δηλαδή γιατί δεν συγκαλούνται γενικές συνελεύσεις, γιατί δεν υπογράφονται και εγκρίνονται λογαριασμοί ακόμα και το γιατί, όπως αναφέρει η καθ ης η αίτηση, η εταιρεία βρίσκεται σε αδράνεια και αδιέξοδο. Είμαι της γνώμης πως τα γεγονότα τα οποία οδήγησαν στα όσα αναφέρεται ο κος Νικολάου αποτελούν θέματα τα οποία εμπίπτουν εντός του όρου 19.1 της συμφωνίας διαιτησίας εφόσον προκύπτουν από την εκτέλεση και εφαρμογή της συμφωνίας μετόχων κατά την διαχείριση και διεύθυνση της εταιρείας. Στην πιο πάνω κατάληξη μου έλαβα υπόψη μου και το γεγονός ότι τα μέρη δεν περιορίστηκαν στην κατάρτιση της υπογραφής της συμφωνίας πώλησης των μετοχών η οποία και αυτή περιέχει ρήτρα διαιτησίας αλλά κατάρτησαν ειδικά και για συγκεκριμένο σκοπό την συμφωνία μετόχων η οποία αποτελεί ξεχωριστή συμφωνία και η οποία διέπει τις μεταξύ τους σχέσεις και τον τρόπο επίλυσης των διαφορών τους που απορρέουν από την ίδια την εμπορική τους σχέση. Φαίνεται ότι οι διαφορές ως υπαρκτά γεγονότα δεν αμφισβητούνται από τα μέρη, αυτό που προκύπτει όμως είναι ότι υπάρχει διαφωνία ως προς τα γεγονότα τα οποία οδήγησαν στις διαφορές. Ενόψη των πιο πάνω κρίνω ότι οι διαφορές μεταξύ των δυο πλευρών αποτελούν ζήτημα που αποτελεί το αντικείμενο της συμφωνίας διαιτησίας. Η Αιτήτρια επίσης αναφέρθηκε στην υπόθεση KSB TESMA A.E.T.E. ν. ΝΕΜΕΣΙΣ Εργοληπτική Δημόσια Εταιρεία Λτδ.,Αρ.Αγωγής 3132/10 Ε.Δ. Λευκωσίας όπου αναφέρθηκε πως όταν τηρούνται οι πρόνοιες του Νόμου 101/87 τότε το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να ικανοποιήσει το αίτημα για αναστολή της δικαστικής διαδικασίας νοουμένου ότι η αίτηση δεν είναι καταχρηστική. Σύμφωνα με το λεκτικό του άρθρου 8
(1)διαφαίνεται ότι μόνο εάν το Δικαστήριο εξεύρει ότι η συμφωνία είναι άκυρη, ανενεργής ή μη δεκτική εκτέλεσης, όπως ο Νόμος ρητά και εξαντλητικά ορίζει, μπορεί να αποκλίνει από του να παραπέμψει τη διαφορά σε διαιτησία. Είναι η κατάληξη μου, σε συμφωνία με τις εισηγήσεις των δικηγόρων της Αιτήτριας, πως από τη στιγμή που διαπιστώνεται ότι πρόκειται για ρήτρα διεθνούς εμπορικής διαιτησίας και τυγχάνει εφαρμογής ο Νόμος, η παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία είναι επιτακτική εκτός και αν το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι η συμφωνία είναι άκυρη, ανενεργής ή μη δεκτική εκτέλεσης ή σύμφωνα με την νομολιαγία είναι καταχρηστική. Όπως προκύπτει από την ένσταση και αγόρευση της καθ ης η αίτηση δεν υποστηρίχτηκε πως η συμφωνία περί διαιτησίας είναι άκυρη ή μη δεκτική εκτέλεσης ή ότι αυτή υποβάλλεται καταχρηστικά. Αντίθετα η καθ ης η αίτηση παρ' όλο που ζητά την εκκαθάριση της εταιρείας δεν ισχυρίζεται ότι η συμφωνία διαιτησίας μεταξύ των μερών δεν μπορεί να εφαρμοστεί ή είναι άκυρη ή μη δεκτική εκτέλεσης αλλά διατείνεται πως η λειτουργία της εταιρείας βρίσκεται σε αδιέξοδο και κάτι τέτοιο είναι αντίθετο με το πνεύμα του νόμου το οποίο επικεντρώνεται στην ίδια την συμφωνία διαιτησίας. Στοσύγγραμμα M.J.Mustill and S.G. Boyd, The Law and Practice of Commercial Arbitration in England, 2ηΕκδ. σελ.464-5, αναφέρεται πως ανενεργής (inoperative) μπορεί να χαρακτηριστεί μια συμφωνία που, παρά το ότι δεν είναι άκυρη εξ΄ υπαρχής, έχει για κάποιο λόγο σταματήσει να έχει εφαρμογή στο μέλλον. Μια από τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες αυτό μπορεί να συμβεί είναι λόγω κάποιας μεταγενέστερης συμφωνίας μεταξύ των μερών. Στο σύγγραμμα J.B. Casey, International and Domestic Commercial Arbitration (Carswell, 1993) παράγρ.4-14 αναφέρεται πως μια συμφωνία διαιτησίας είναι ανενεργή όταν υφίσταται συμφωνία αλλά για κάποιο λόγο δεν είναι πλέον εφαρμόσιμη. Για παράδειγμα όταν υπάρχει ισχυρισμός πως τα μέρη έχουν με μετέπειτα συμφωνία ή συμπεριφορά καταλήξει στην αναστολή της λειτουργίας της . Τίποτε από τα πιο πάνω τα οποία προνοούνται από τον Νόμο δεν έχουν διαπιστωθεί στην παρούσα περίπτωση επομένως η εξαίρεση του άρθρου 8
(1)δεν τυγχάνει εφαρμογής. Όσων αφορά κατά πόσο η παρούσα Αίτηση είναι καταχρηστική αν και περιέχεται τέτοιος ισχυρισμός στον πρώτο λόγο ένστασης της καθ ης η αίτηση δεν προσκομίστηκε οποιοδήποτε στοιχείο από μέρους της καθ ης η αίτηση που να υποστηρίζει κάτι τέτοιο ούτε με την αγόρευση της η καθ ης η αίτηση έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια στοιχεία τα οποία να συνηγορούν στο ότι η παρούσα Αίτηση προωθείται καταχρηστικά. Σύμφωνα με την Θρασυβούλου ν. Λ. Λουκά & Υιού Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 687 είναι νομολογημένο ότι η κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας μπορεί να λάβει ποικίλες μορφές και ο τρόπος αντιμετώπισης της από το Δικαστήριο, το οποίο έχει ευρεία διακριτική εξουσία επί του θέματος, είναι ανάλογος με τη φύση και το μέγεθος της παρασπονδίας που επεδείχθη από κάποιο διάδικο. Κάτι τέτοιο δεν έχει καταδειχθεί στην υπό εξέταση Αίτηση από μέρους της Αιτήτριας. Το άρθρο 8 προβλέπει επίσης ότι η αίτηση πρέπει να καταχωριστεί «πριν από την υποβολή της πρώτης έκθεσης του επι της ουσίας της διαφοράς». Στην περίπτωση της Αιτήτριας από την στιγμή που δεν καταχωρήθηκε ένσταση στην Αίτηση Εκκαθάρισης και το πρώτο διάβημα εις το οποίο προέβηκε ήταν η καταχώρηση της παρούσας Αίτησης επομένως δεν υπάρχει ούτε σε αυτό το σημείο κώλυμα για την επιτυχία της Αίτησης. Ο Νόμος αντανακλά πιστά τις κεντρικές ιδέες και το σύνολο των προνοιών του Μοdel Law on InternationalCommercial Arbitration (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας της Κένυας ν. Βank Fur Arbeit und WirtschaftAG
(1999)Α.Α.Δ. 585). Το Αρθρο 6 του Νόμου προνοεί ότι: «Στα ζητήματα που υπόκεινται στις διατάξεις του παρόντος Νόμου χωρεί παρέμβαση του Δικαστηρίου μόνο ως ο παρών Νόμος ορίζει.» Επομένως υπό το φως του πιο πάνω άρθρου 6 το μόνο που απομένει προς εξέταση είναι κατά πόσο μπορεί να ικανοποιηθεί το αίτημα της Αιτήτριας για παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία όπως ορίζεται στο ΄Αρθρο 8
(1). Σύμφωνα με την απόφαση του ΠΕΔ κ. Χ. Μαλαχτού στην υπόθεση MD Referrals Ltd v. CJSC Intertechelectro κ.α. Αγωγή 4184/12 ημερ. 21.2.14 «Η αναφορά στο ΄Αρθρο 8
(1)για παραπομπή δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο αποστέλλει την υπόθεση στο διαιτητικό δικαστήριο ή διατάσσει οιονδήποτε των διαδίκων να λάβει θετικά μέτρα για εκκίνηση της διαιτητικής διαδικασίας. Το Δικαστήριο παραπέμπει τη διαφορά σε διαιτησία στην έννοια ότι διακηρύττει ότι το κατάλληλο βάθρο εκδίκασης είναι το διαιτητικό δικαστήριο. Εφόσον δε το ίδιο το δικαστήριο δεν θα πρέπει να εκδικάσει τη διαφορά θα πρέπει να ρυθμίσει την ενώπιον του διαδικασία και αυτό γίνεται με την αναστολή της.» Στην πιο πάνω υπόθεση όμως δεν είχε ζητηθεί η παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία αντίθετα με την υπό εξέταση Αίτηση. Προκύπτει από το λεκτικό του Νόμου άρθρο 8
(1)ότι το Δικαστήριο «οφείλει» να παραπέμψει την διαφορά σε διαιτησία νοουμένου ότι πληρούνται οι υπόλοιπες προϋποθέσεις οι οποίες αναλύθηκαν ανωτέρω εκτός βεβαίως κι αν κριθεί ότι η αίτηση είναι καταχρηστική. Επαναλαμβάνω ότι σύμφωνα με το άρθρο 6 του Νόμου επιτακτικά ορίζεται ότι στα ζητήματα που εμπίπτουν εντός του Νόμου χωρεί παρέμβαση μόνο ως ο Νόμος ορίζει. Επομένως έχοντας πιο πάνω κρίνει ότι τα ζητήματα μεταξύ των μερών εμπίπτουν εντός των διατάξεων του Νόμου δεν κρίνεται αναγκαίο να εξετάσω τα Αιτητικά Γ - Ε της Αίτησης και τους αντίστοιχους λόγους ένστασης εφόσον αφορούν ζητήματα και θεραπείες που εμπίπτουν σε νομοθετικές πρόνοιες άλλες από αυτές του Νομου 101/
- Όσον αφορά τις θέσεις των μερών σχετικά με την ύπαρξη της Αγωγής 4252/12 Ε.Δ. Λεμεσού δεν κρίνω αναγκαίο να σχολιάσω αυτές, εφόσον η καταχώρηση της ή προώθηση της δεν επηρεάζει με οποιαδήποτε πτυχή της την απόφαση του Δικαστηρίου, ούτε σχετίζεται με τα θέματα τα οποία έχρηζαν ουσιαστικής εξέτασης στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης λαμβάνοντας υπόψη ότι το Αιτητικό Ε της Αίτησης δεν εξετάστηκε από το Δικαστήριο για τους λόγους οι οποίοι αναφέρονται ανωτέρω. Κλείνοντας την απόφαση μου κρίνω σκόπιμο να παραθέσω απόσπασμα από την υπόθεση ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΗΣ ΚΕΝΥΑΣ (ανωτέρω), απ όπου προκύπτει ότι ο κύριος σκοπός του Νομοθέτη με τον Νόμο 101/87 ήταν να καταστήσει εσωτερικό δίκαιο το σύνολο των προνοιών του κώδικα διαιτησίας που υιοθέτησε στις 21.6.1985 η Επιτροπή Διεθνούς Εμπορικού Δικαίου των Ηνωμένων Εθνών. Κύριως σκοπός αποτελεί την υλοποίηση του στόχου να εφαρμόζονται οι συμφωνίες οι οποίες προνοούν επίλυση διαφορών μέσω διαιτησίας. Παραθέτω σχετικά αυτούσιο από την εν λόγω απόφαση το απόσπασμα που ακολουθεί:- «ΝΙΚΗΤΑΣ, Δ: Η διαιτησία αποτελεί εναλλακτική διαδικασία επίλυσης διαφορών. Η μακρά διεξαγωγή της δίκης στα πλαίσια της κρατικής δικαιοσύνης, η χρήση χρονοβόρων ένδικων μέσων που επαυξάνουν τις καθυστερήσεις, η εξοικείωση των διαιτητών με το αντικείμενο τους, η ανελαστικότητα της τακτικής δικαιοσύνης, είναι μερικοί από τους λόγους για τους οποίους έχει ανθίσει και καθιερωθεί ο θεσμός της διαιτησίας για ποικίλης φύσεως διαφορές. Αποτελεί χαρακτηριστικό συμπλήρωμα κάθε σύγχρονου νομικού συστήματος. Ο θεσμός επιβιώνει χωρίς ένδικα μέσα. Μόνο σε καθορισμένες περιπτώσεις μπορεί να χρησιμοποιηθούν κατά της διαιτητικής απόφασης. Στο εσωτερικό μας δίκαιο οι κανόνες αυτοί, όπως και οι ευρύτεροι κανόνες που διέπουν τη διαιτησία, θεσμοθετούνται από ειδική νομοθεσία, τον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ.
- Η συχνή και επιτυχής χρήση του θεσμού σε οικουμενική κλίμακα ώθησε τα Ηνωμένα Έθνη να θεσπίσουν, χάριν πληρότητας και ομοιομορφίας, ολοκληρωμένο πρότυπο κώδικα διαιτησάις τον οποίο υιοθέτησε στις 21/6/85 η Επιτροπή Διεθνούς - Εμπορικού Δικαίου των Ηνωμένων Εθνών. Η διαμόρφωση του ήταν απόρροια συστηματικής μελέτης των σχετικών θεσμών διαφόρων χωρών. Έχει ήδη υιοθετηθεί από αριθμό κρατών είτε στο σύνολο του είτε μερικώς. Ο περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμος του 1987 (Ν. 101/87) αντανακλά πιστά τις κεντρικές ιδέες και το σύνολο των προνοιών του διεθνούς αυτού κώδικα..» Η όλη δομή του Νόμου καταδεικνύει ότι το Δικαστήριο δεν παρεμβαίνει αχρείαστα στη διαδικασία, αλλά μόνο όπως ο Νόμος ορίζει και κυρίως προς υποστήριξη της διαιτητικής διαδικασίας με σκοπό πάντοτε να προχωρεί η διαιτησία το ταχύτερο δυνατό, ώστε να διασφαλίζεται η γρήγορη επίλυση της διεθνούς διαφοράς. Το όλο πνεύμα του Νόμου αποτυπώνεται μέσα από το σύνολο των διατάξεών του από το οποίο εντοπίζεται ευδιάκριτα ότι καθήκον του Δικαστηρίου είναι η διαφύλαξη του θεσμού της διαιτησίας εκεί που τα μέρη συμφωνούν για την διαδικασία επίλυσης διαφορών μέσω της διαιτησίας. Το καθαρό λεκτικό του άρθρου 8 παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία να αποτρέψει διαδικασίες οι οποίες έχουν σκοπό την παράκαμψη της συμφωνίας περί διαιτησίας νοουμένου ότι πληρούνται οι εξαντλητικές προϋποθέσεις που επιτακτικά ορίζει ο Νόμος, απαγορεύοντας ρητά στο Δικαστήριο να λάβει υπόψη του παραμέτρους εκτός της εννοίας του Νόμου 101/
- Ως εκ των ανωτέρω η Αίτηση εγκρίνεται ως προς τα Αιτητικά Α και Β και εκδίδονται Διατάγματα ως οι παρ. Α και Β της Αίτησης. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Καθ ης η Αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: civil/general/2215stayofproceedingsN.10187 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο