← Κύπρος

Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ ν. Κοινοτικού Συμβουλίου Πάνω Πλατρών, Aγωγή Αρ. 1333/15, 23/6/2015

Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ ν. Κοινοτικού Συμβουλίου Πάνω Πλατρών, Aγωγή Αρ. 1333/15, 23/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A172 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Aγωγή Αρ. 1333/15 Μεταξύ: Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, από τη Λεμεσό Εναγόντων -και- Κοινοτικού Συμβουλίου Πάνω Πλατρών, Πάνω Πλάτρες, Λεμεσός Εναγομένων ------------------------------ Αίτηση ημερ. 5.6.15 για προσωρινό διάταγμα 23 Ιουνίου 2015 Για εναγόμενους-αιτητές: κ. Λαμπριανίδης με κα Προδρόμου για Γιώργος Ζ. Γεωργίου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για ενάγοντες-καθ' ων η αίτηση: κ. Α. Δημητρίου για Ανδρέας Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο, που καταχώρισαν οι ενάγοντες στις 6.4.2015 διεκδικούν από τους εναγομένους ποσό ύψους €2.183.635,08, ως οφειλόμενο υπόλοιπο δανείου, πλέον τόκους και έξοδα, καθώς και διάταγμα για εκποίηση των ενυποθήκων ακινήτων. Στις 11.5.2015 οι εναγόμενοι καταχώρισαν εμφάνιση και στις 5.6.2015 Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Με την Υπεράσπιση τους αρνούνται την αξίωση των εναγόντων, προβάλλοντας, διαζευκτικά, διάφορους λόγους ακυρότητας της συμφωνίας δανείου, στην περίπτωση που ήθελε αποδειχθεί ότι υπέγραψαν την επίδικη συμφωνία. Στην ανταπαίτηση τους ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες παράνομα και αντισυμβατικά παγοποίησαν όλους τους λογαριασμούς των εναγομένων (σύνολο 7) που διατηρούσαν στην ενάγουσα Τράπεζα, λεπτομέρειες των οποίων παρατίθενται στην ανταπαίτηση. Υποστηρίζουν πως η υπό αναφορά ενέργεια της Τράπεζας ήταν αυθαίρετη, κακόπιστη, εκδικητική και εκβιαστική και είχε ως συνέπεια να παραλύσουν όλες οι δραστηριότητες του Κοινοτικού Συμβουλίου. Με την ανταξίωση ζητούν διάταγμα άρσης της παγοποίησης των υπό αναφοράν λογαριασμών. Ζητούν επίσης ανταπαιτητικά την αφαίρεση από τον επίδικο λογαριασμό όλων των αντισυμβατικών χρεώσεων και την κήρυξη τους ως παράνομων και καταχρηστικών. Στις 5.6.2015, ήτοι την ιδία ημέρα που καταχώρισαν την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση, όπως πιο πάνω αναφέρεται, οι εναγόμενοι απευθύνθηκαν στο Δικαστήριο μονομερώς, επιδιώκοντας την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων για αποπαγοποίηση και αποδέσμευση των ποσών που βρίσκονται κατατεθειμένα στους λογαριασμούς που έχουν δεσμευθεί από την ενάγουσα Τράπεζα. Το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για επίδοση της αίτησης, ώστε να ακουστεί και η πλευρά των εναγόντων, οι οποίοι καταχώρισαν γραπτή ένσταση υποστηρίζοντας το αδικαιολόγητο του αιτήματος. Η αίτηση του εναγομένου Κοινοτικού Συμβουλίου υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του γραμματέα, ο οποίος αποδέχεται την συνομολόγηση της επίδικης συμφωνίας δανείου ύψους €1.725.000,

  1. Επισυνάπτει μάλιστα την επιστολή προσφοράς της ενάγουσας τράπεζας (Τεκμήριο 1), εφόσον, όπως εξηγεί, δεν κατέστη δυνατό να εξασφαλίσει αντίγραφο της συμφωνίας δανείου. Συνεχίζοντας αναφέρει πως το εναγόμενο Κοινοτικό Συμβούλιο παραχώρησε υποθήκη με δύο ακίνητα ιδιοκτησίας των εναγομένων στις Πάνω Πλάτρες, προς εξασφάλιση του δανείου. Περαιτέρω υποστηρίζει πως η συμφωνία ήταν ετεροβαρής και επιβλήθηκε από την ενάγουσα στους εναγόμενους οι οποίοι αποδέχθηκαν να υπογράψουν, επειδή είχαν ανάγκη τη δανειοδότηση. Στη συμφωνία, προσθέτει, περιέχονται καταχρηστικές ρήτρες και παράνομοι όροι, γεγονός που οδήγησε σε παράνομες χρεώσεις τόκων, ανατοκισμούς και άλλες αδικαιολόγητες χρεώσεις στον επίδικο λογαριασμό του δανείου. Αρχικά, αναφέρει, οι εναγόμενοι κατέβαλλαν τις δόσεις τους στην ενάγουσα αλλά σταμάτησαν τις πληρωμές λόγω οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπισαν και συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν. Καταβάλλουν όμως προσπάθειες να εξεύρουν τρόπους προκειμένου να αποπληρώσουν το δάνειο. Στις 14.5.2015, αναφέρει στη συνέχεια, επισκέφθηκε τα γραφεία των εναγομένων υπάλληλος της ενάγουσας τράπεζας και τους ενημέρωσε ότι οι λογαριασμοί που τηρούσε το Κοινοτικό Συμβούλιο στην τράπεζα παγοποιήθηκαν από την ενάγουσα την προηγούμενη 13.5.
  2. Την ίδια ημέρα τους απεστάλη κατάσταση λογαριασμού στην οποία φαίνονταν όλοι οι λογαριασμοί που παγοποιήθηκαν, με τα υπόλοιπα τους (Τεκμήριο 2). Αναφερόμενος στον κάθε ένα από τους λογαριασμούς που δεσμεύτηκαν, υποστηρίζει πως πρόκειται για λογαριασμούς στους οποίους κατατίθενται χρήματα τα οποία ανήκουν κυρίως στους πολίτες της κοινότητας Πάνω Πλατρών και χρησιμοποιούνται για την εξυπηρέτηση των κοινωφελών σκοπών για τους οποίους υφίστανται και λειτουργούν οι εναγόμενοι. Ειδικότερα, στον λογαριασμό 034605005812 με υπόλοιπο ύψους €82.325,33 κατατίθενται χρήματα για τις τρέχουσες ανάγκες της κοινότητας, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι πληρωμές των μισθών των υπαλλήλων του Κοινοτικού Συμβουλίου. Ο λογαριασμός αυτός τροφοδοτεί κατ' ουσία τον τρεχούμενο λογαριασμό με αρ. 034601003963 με υπόλοιπο €19.270,46, ο οποίος επίσης παγοποιήθηκε. Ο τρεχούμενος λογαριασμός με αρ. 034601003599 περιλαμβάνει καταθέσεις για χρήματα που ανήκουν σε πολίτες της κοινότητας και αφορούν ενδεχόμενες ζημιές σε δρόμους. Περιγράφονται, τέλος, τέσσερις άλλοι λογαριασμοί με μικρά υπόλοιπα που δεν υπερβαίνουν συνολικά τις €15.000,
  3. Δεδομένου, συνεχίζει, ότι οι πλείστοι των λογαριασμών που δεσμεύθηκαν και παγοποιήθηκαν αφορούν χρήματα των πολιτών της κοινότητας, η δέσμευση τους συνεπάγεται κατακράτηση των χρημάτων των πολιτών και πρόκληση μιας χαώδους και συγχυτικής κατάστασης, με αλυσιδωτές επιπτώσεις που οδήγησε σε στασιμότητα κάθε δραστηριότητας του κοινοτικού συμβουλίου και παρέλυσε την λειτουργία του. Αναφέρεται περαιτέρω στα προβλήματα και στις δυσχέρειες που συνεπάγεται για το Κοινοτικό Συμβούλιο η δέσμευση των λογαριασμών, που εκτείνονται, ανάμεσα σε άλλα, στην αδυναμία είσπραξης των φορολογιών από τους κατοίκους της κοινότητας, αδυναμία πληρωμής τρεχουσών υποχρεώσεων της κοινότητας, καθώς και αδυναμία εκτέλεσης κάθε κοινωφελούς έργου που ανέλαβε το Κοινοτικό Συμβούλιο ή βρίσκεται σε εξέλιξη. Η ενέργεια της ενάγουσας τράπεζας, καταλήγει, είναι εκβιαστική, κακόπιστη και εκδικητική, εφόσον το επίδικο χρέος είναι εξασφαλισμένο με υποθήκες. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Κωνσταντίνου Χωραίτη, υπαλλήλου της ενάγουσας τράπεζας. Υιοθετώντας τους λόγους ένστασης, υποστηρίζει πως οι ενάγοντες ενήργησαν νομότυπα και με βάση δικαίωμα που τους παρέχεται από τη συμφωνία δανείου, η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α στην ένσταση. Αφού εν συνεχεία αναφέρεται στην επίδικη συμφωνία δανείου και στην παράλειψη των εναγομένων να συμμορφωθούν με τους όρους αποπληρωμής του δανείου, επισημαίνει πως η ενάγουσα τερμάτισε τη λειτουργία του λογαριασμού και της επίδικης συμφωνίας από τον Οκτώβριο του 2014 με την επιστολή Τεκμήριο Γ, αφού προηγουμένως είχε αποσταλεί η προειδοποιητική επιστολή Τεκμήριο Β. Καταλήγοντας, υποστηρίζει πως δεν δικαιολογείται το αίτημα, δεδομένου ότι το υπόλοιπο του χρέους των εναγομένων προς την ενάγουσα υπερβαίνει σήμερα τα €2.180.000,
  4. Τυχόν αποδέσμευση των λογαριασμών θα οδηγήσει στην αποξένωση των χρημάτων που είναι κατατεθειμένα στους λογαριασμούς και η ζημιά της ενάγουσας θα μεγεθυνθεί, με κίνδυνο να μην μπορέσει να εισπράξει το λαβείν της. Σε αντίθετη περίπτωση, με τη συνέχιση της παγοποίησης των λογαριασμών, οι εναγόμενοι δεν κινδυνεύουν να υποστούν σοβαρή οικονομική ζημιά, εφόσον έχουν τη δυνατότητα να εξασφαλίσουν πιστωτικές διευκολύνσεις από άλλο τραπεζικό οργανισμό, υποθηκεύοντας άλλη ακίνητη περιουσία τους, γεγονός που, όπως αναφέρει, δηλώθηκε από εκπροσώπους των εναγομένων σε συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στις 12.6.2015 στα πλαίσια συζήτησης για εξεύρεση εξώδικης διευθέτησης. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων με παραπομπές στην πλούσια επί των εγειρομένων θεμάτων νομολογία. Ο συνήγορος των εναγομένων, αφού αναφέρθηκε στα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, δίδοντας ιδιαίτερη έμφαση στις σοβαρές επιπτώσεις που υφίσταται η κοινότητα αλλά και στους κινδύνους για πρόκληση περαιτέρω ζημιών και απωλειών, εισηγήθηκε πως είναι κατάλληλη περίπτωση, για να ασκήσει το Δικαστήριο τη διακριτική του ευχέρεια προς όφελος των εναγομένων. Αναλύοντας τις νομολογιακά καθιερωμένες αρχές, εισηγήθηκε πως οι εναγόμενοι με τη μαρτυρία που προσκόμισαν έχουν ικανοποιήσει όλες τις προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Επισημαίνοντας, τέλος, πως το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει σαφώς υπέρ της έκδοσης των διαταγμάτων, κάλεσε το Δικαστήριο να εξασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ των αιτητών. Εις ότι αφορά το κατ' ισχυρισμόν δικαίωμα της Τράπεζας για επίσχεση, επεσήμανε πως τα χρήματα που είναι κατατεθειμένα στους λογαριασμούς, ανήκουν στους κατοίκους της κοινότητας. Παρέπεμψε επί του προκειμένου στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η Έκδοση, Τόμος 28, Παρα. 525, όπου υποδεικνύεται, με αναφορά σε Αγγλικές αυθεντίες, ότι δεν διατηρεί δικαίωμα επίσχεσης η Τράπεζα στις περιπτώσεις όπου γνωρίζει ότι οι καταθέσεις έχουν τη μορφή καταπιστεύματος. Υπόδειξε, περαιτέρω, πως η Τράπεζα έχει τερματίσει τη δανειακή σύμβαση και δεν τυγχάνει εφαρμογής ο σχετικός όρος της συμφωνίας που της παρέχει το δικαίωμα για επίσχεση. Τεκμηριώνοντας την εισήγηση του παρέπεμψε στο σύγγραμμα Το Δίκαιο των Συμβάσεων, του δικηγόρου Π.Γ. Πολυβίου, 2ος Τόμος σελ. 658 επ. όπου γίνεται αναφορά σε σχετική νομολογία. Όσον αφορά τέλος τις πρόνοιες του άρθρου 129 του Κεφ. 149, υποστήριξε πως αφορούν σε επίσχεση αγαθών τα οποία με βάση την ερμηνεία που δίδεται στη σχετική νομοθεσία δεν περιλαμβάνουν χρήματα. Η συνήγορος των εναγόντων, υποστήριξε πως οι ενάγοντες έχουν μια καθαρή υπόθεση εναντίον των εναγομένων, που προκύπτει από συμφωνία δανείου, η οποία έγινε αποδεκτή από τον γραμματέα. Δεδομένου, επεσήμανε, ότι ο γραμματέας των εναγομένων, αποδέχθηκε ότι οι εναγόμενοι αδυνατούσαν να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους, παραβαίνοντας τους όρους αποπληρωμής του δανείου, η υπόθεση των εναγόντων παρουσιάζεται ιδιαίτερα ισχυρή, σε αντίθεση με την υπεράσπιση και ανταπαίτηση των εναγομένων, που δεν παρουσιάζει προοπτικές επιτυχίας. Υπόδειξε, επίσης, ότι η παγοποίηση των λογαριασμών έγινε με βάση συμβατικό δικαίωμα της ενάγουσας, δικαίωμα που της αναγνωρίζεται και από τον περί Συμβάσεων Νόμο (Άρθρο 129 του Κεφ.149). Το δικαίωμα για επίσχεση, υποστήριξε, δεν εξαφανίζεται επειδή η Τράπεζα τερμάτισε τη συμφωνία και παρέπεμψε επί του προκειμένου σε πρωτόδικη απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου (Μ. Ματθαίου, Α.Ε.Δ.) στην αγωγή 2339/20015 της Alpha Bank v. Κυβέλης Ουρανίου κ.α., ημερομηνίας 30.7.
  5. Εν κατακλείδι, εισηγήθηκε πως δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Οι αρχές με βάση τις οποίες ασκείται η ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, δυνάμει του άρθρου 32 του Ν. 14/60 για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι ευρύτατα γνωστές. Καθώς έχει νομολογηθεί, ο αιτητής οφείλει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι:
  6. Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση,
  7. με ορατή πιθανότητα επιτυχίας και
  8. εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις αναλύθηκαν και ερμηνεύθηκαν σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. (βλ. ανάμεσα σε άλλες, Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others

(1982)1 C.L.R. 557, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015). Πέραν των πιο πάνω προϋποθέσεων το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας. (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χατζηβασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152). Έχει επίσης νομολογηθεί πως στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων επί του πραγματικού και νομικού υποβάθρου των επιδίκων θεμάτων (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Όπως υποδείχθηκε στην T.A. Micrologic Comp. Consult. Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1Γ A.A.Δ.1802, στην ενδιάμεση αυτή διαδικασία για έκδοση προσωρινού διατάγματος εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Στην κρινόμενη υπόθεση, το αίτημα υποβάλλεται από τους εναγόμενους. Είναι γνωστό ότι μετά την τροποποίηση του άρθρου 32 του Ν.14/60 με το Νόμο 17
(1)/2004, παρέχεται η εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει απαγορευτικά διατάγματα μετά από αίτηση είτε του ενάγοντα είτε και του εναγομένου. Έχει βέβαια νομολογηθεί ότι εάν η θεραπεία που ζητείται από τον εναγόμενο δεν πηγάζει από την απαίτηση του ενάγοντα ή δεν συνδέεται με το αγώγιμο δικαίωμα, ο εναγόμενος για να μπορεί να ζητήσει παρεμπίπτον διάταγμα θα πρέπει να καταχωρίσει ανταπαίτηση (βλ. Igor Zacharov κ.α. Πολιτική Αίτηση αρ. 115/2012, ημερ. 18.1.2013) Έχω εξετάσει την αίτηση υπό το πρίσμα των πιο πάνω νομικών αρχών, έχοντας συνεκτιμήσει τις θέσεις των δυο πλευρών, όπως διατυπώνονται στα δικόγραφα και στην αίτηση-ένσταση, καθώς και όλα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι έθεσαν με επιμέλεια υπόψη του Δικαστηρίου. Για τους λόγους που εξηγώ αμέσως μετά, κρίνω πως δεν είναι κατάλληλη περίπτωση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων υπέρ των εναγομένων (εξ ανταπαιτήσεως εναγόντων). Από τις έγγραφες προτάσεις, τις ένορκες δηλώσεις των δυο πλευρών και τα Τεκμήρια που κατατέθηκαν, η ενάγουσα τράπεζα παρουσιάζεται να έχει μια ισχυρή αξίωση εναντίον του εναγόμενου κοινοτικού συμβουλίου, που υπερβαίνει τα €2 εκ. Η αξίωση στηρίζεται σε υπόλοιπο λογαριασμού με βάση σύμβαση δανείου (Τεκμήριο Α στην ένσταση). Η υπεράσπιση των εναγομένων, μετά από την παραδοχή του γραμματέα ότι υπέγραψαν τη συμφωνία δανείου, περιορίζεται σε γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς περί ακυρότητας της δανειακής σύμβασης και για παράνομες χρεώσεις, χωρίς να παρατίθενται επαρκείς και σαφείς επεξηγήσεις. Από την ίδια γενικότητα και αοριστία, χαρακτηρίζεται και η ανταπαίτηση των εναγομένων σε σχέση με κατ' ισχυρισμόν παράνομες χρεώσεις, καταχρηστικές ρήτρες και ανατοκισμούς που, όπως ισχυρίζονται, οδήγησαν σε αδικαιολόγητη αύξηση του υπολοίπου. Σε σχέση με την ανταξίωση για την δέσμευση των λογαριασμών, υποστηρίζουν πως η ενέργεια της τράπεζας ήταν παράνομη, αντισυμβατική, χωρίς εξουσία και αντίθετη με την πρακτική. Από την πλευρά της η ενάγουσα τράπεζα, κατάθεσε τη συμφωνία δανείου στην οποία περιέχονται σαφείς όροι που της παρέχουν τέτοιο δικαίωμα. Ειδικότερα, οι όροι 7 και 8 του Τεκμηρίου Α στην ένσταση, προβλέπουν τα ακόλουθα: «
  1. Εννοείται ότι σε όλη τη διάρκεια των δοσοληψιών με την Τράπεζα και ως την πλήρη και τελική εξόφληση όλων των ποσών που οφείλονται στην Τράπεζα, η Τράπεζα, για εξασφάλιση ή εγγύηση οποιωνδήποτε χρημάτων και υποχρεώσεων, οι οποίες οφείλονται σήμερα ή δυνατό να οφείλονται στο μέλλον από τον πελάτη προς την Τράπεζα (είτε προσωπικά είτε μαζί με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο και με οποιαδήποτε άλλη ονομασία ή επωνυμία) και είτε οι υποχρεώσεις αυτές έγιναν ή δυνατόν να γίνουν απαιτητές ή είναι άμεσες ή έμμεσες θα έχει γενικά δικαίωμα επίσχεσης (General Preferential Lien) πάνω σε κάθε και οποιοδήποτε ποσό χρημάτων, αξιών, εμπορευμάτων, πιστώσεων ή άλλων περιουσιακών στοιχείων στην κατοχή της διαπραγματεύσιμων εγγράφων, όπως και πάνω στο ενεργητικό κάθε φύσης που ανήκουν στον Πελάτη, τα οποία σε οποιαδήποτε στιγμή μπορούν να περιέλθουν στην κατοχή, φύλαξη ή έλεγχο της Τράπεζας (συμπεριλαμβανομένων επιταγών που δίνονται στην Τράπεζα για είσπραξη), για πληρωμή και/ή εξόφληση υποχρεώσεων του Πελάτη προς την Τράπεζα.
  2. Η Τράπεζα δικαιούται οποιαδήποτε στιγμή και χωρίς προειδοποίηση προς τον Πελάτη να ενώνει ή να συνενώνει ή συγχωνεύει όλους ή οποιουσδήποτε λογαριασμούς του Πελάτη μαζί με όλες ή οποιεσδήποτε υποχρεώσεις του προς την Τράπεζα και να συμψηφίζει ή να μεταφέρει οποιοδήποτε ποσό ή ποσά τα οποία βρίσκονται ή θα βρεθούν σε πίστη του σε οποιοδήποτε λογαριασμό ή λογαριασμούς για ή έναντι εξόφλησης μέρους ή όλων των υποχρεώσεων του Πελάτη προς την Τράπεζα οποιασδήποτε φύσης, σύμφωνα με οποιοδήποτε λογαριασμό ή για οποιοδήποτε άλλο λόγο, είτε οι υποχρεώσεις αυτές έγιναν απαιτητές είτε ενδέχεται να καταστούν απαιτητές είτε είναι άμεσες είτε έμμεσες είτε είναι προσωπικές ή αλληλέγγυες ή κοινές μαζί με άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα.» Υποστηρίζουν βέβαια οι εναγόμενοι πως στην περίπτωση που υπάρχει τέτοια πρόνοια στη συμφωνία δανείου, «τότε αυτή η πρόνοια είναι καταχρηστική και/ή παράνομη» (παράγραφος 14 Ανταπαίτησης). Ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων, στην αγόρευση του εισηγήθηκε πως παρά την ύπαρξη των πιο πάνω όρων, η ενάγουσα δεν είχε δικαίωμα επίσχεσης ή δέσμευσης των λογαριασμών που διατηρούσε η ενάγουσα, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω. Το Δικαστήριο θα αποφύγει να προβεί σε τελικές διαπιστώσεις ως προς το εγειρόμενο ζήτημα, υποδεικνύοντας την πάγια νομολογιακή αρχή πως δεν είναι το κατάλληλο στάδιο για εξαγωγή συμπερασμάτων ως προς τα πραγματικά και νομικά ζητήματα της υπόθεσης. Για τους σκοπούς και τις ανάγκες της αίτησης, περιορίζεται απλά να επισημάνει την ύπαρξη των πιο πάνω όρων στη συμφωνία. Οι ανωτέρω επισημάνσεις, σε συνάρτηση με την πολύ καλή υπόθεση της ενάγουσας και την, εκ πρώτοις όψεως, ανίσχυρη υπεράσπιση των εναγομένων, οδηγούν το Δικαστήριο στην κατάληξη πως δεν δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων. Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει, βεβαίως, τις αρνητικές επιπτώσεις και τις δυσκολίες που θα αντιμετωπίσουν οι εναγόμενοι από τη δέσμευση όλων των λογαριασμών του Κοινοτικού Συμβουλίου. Δεν μπορεί όμως να μην συνυπολογίσει και την αξίωση των εναγόντων που στηρίζεται σε ένα δάνειο ύψους €1.725.000,00, το οποίο, όπως έγινε αποδεκτό, χορηγήθηκε από την ενάγουσα Τράπεζα στους εναγόμενους, με βάση την αναφερθείσα δανειακή σύμβαση. Για τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται, με έξοδα εις βάρος των αιτητών-εξ ανταπαιτήσεως εναγόντων - και υπέρ των εναγόντων-εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων -, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, αλλά να είναι πληρωτέα στο τέλος. (Υπ.) .............. Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Συντηρητικό Διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.