← Κύπρος

Matter Developments Limited ν. Βανέσσας Ξενοπούλου κ.α., Αρ. Αγωγής: 3666/13, 4/6/2015

Matter Developments Limited ν. Βανέσσας Ξενοπούλου κ.α., Αρ. Αγωγής: 3666/13, 4/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A146 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Μαυρονικόλα, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3666/13 Μεταξύ: Matter Developments Limited Εναγόντων - και -

  1. Βανέσσας Ξενοπούλου
  2. Alpha Bank Cyprus Limited
  3. Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λίμιτεδ Εναγομένων - - - - - - - - - - - - - - - - - - - Αίτηση ημερομηνίας 28.8.2013 4.6.2015 Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Κ. Καρατσής για N. Pirilides & Associates LLC Για τoυς Εναγόμενους 2 - Καθ΄ ων η Αίτηση: Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους 3-Καθ' ων η Αίτηση: Ντίνος Μαστορούδης & Σία ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την καταχώριση του Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος οι Ενάγοντες στις 28.8.2013 καταχώρισαν και την παρούσα Αίτηση εξασφαλίζοντας την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ως οι παράγραφοι Α και Β της Αίτησης που έχουν ως εξής: «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει στους Εναγομένους 2 και/ή τους διευθυντές και/ή αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους αυτών από του να εισπράξουν και/ή απαιτήσουν την πληρωμή και/ή είσπραξη οποιουδήποτε ποσού δυνάμει της τραπεζικής εγγυήσεως υπ' αρ. 361/2007, ημερ. 22.6.2007, ύψους €375.892 (ΛΚ220.000), την οποία εξέδωσαν οι Εναγόμενοι 3 κατ' ακολουθία αίτησης των Εναγόντων προς όφελος και σε διαταγή των Εναγομένων 2, ως η απαίτηση και/ή εισήγηση της Εναγομένης 1, μέχρι την εκδίκαση και έκδοση τελικής απόφασης στην αγωγή με τον πιο πάν τίτλο και αριθμό και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει στους Εναγομένους 3 και/ή τους διευθυντές και/ή αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους αυτών από του να καταβάλουν και/ή πληρώσουν οποιοδήποτε ποσό κάτω από την πιο πάνω τραπεζική εγγύηση υπ' αρ. 361/2007, ημερ. 22.6.2007, ύψους €375.892 (ΛΚ220.000), μέχρι την εκδίκαση και έκδοση τελικής απόφασης στην αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου». Στην Πολιτική Αίτηση 174/2013 για έκδοση εντάλματος τύπου Certiorari στις 18.9.2013 η φράση «και/ή απαιτήσουν την πληρωμή» στην παράγραφο Α ανωτέρω ακυρώθηκε εκ συμφώνου. Βασίζουν την αίτησή στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.28, θ.θ.1, 2, 3, 7, 8

(1)και 9, στα άρθρα 29, και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, όπως τροποποιήθηκε, στα άρθρα 4, 5 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στο κοινό Δίκαιο, στις αρχές της επιείκειας ως και στη διακριτική εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται εκτίθενται στην συνημμένη ένορκη δήλωση του Κυριάκου Μαυρίκιου, από τη Λεμεσό, ημερομηνίας 27.8.2013, μοναδικού διευθυντή των εναγόντων αιτητών, αρχιτέκτονα στο επάγγελμα ο οποίος δηλώνει ότι γνωρίζει πλήρως και απευθείας τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, αφού ο ίδιος χειρίστηκε όλες τις διαπραγματεύσεις που οδήγησαν στην πιο κάτω περιγραφόμενη αγοραπωλησία καταστημάτων. Ήταν το πρόσωπο που είχε όλες τις επαφές που ακολούθησαν την υπογραφή του σχετικού αγοραπωλητηρίου εγγράφου, τόσο με την εναγόμενη 1, όσο και με τους εναγόμενους 2 και 3. Είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από το Διοικητικό Συμβούλιο των εναγόντων να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση. Υποστηρίζει πως η παρούσα αίτηση αποσκοπεί στην αποτροπή της υλοποίησης του δόλιου και απατηλού σχεδίου των εναγομένων 1 και 2 να απαιτήσουν την πληρωμή κάτω από την πιο κάτω περιγραφόμενη τραπεζική εγγύηση. Δυνάμει αγραπωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 15.6.2007 (Τεκμήριο 1) που έγινε στη Λεμεσό μεταξύ των εναγόντων και της εναγομένης 1, οι ενάγοντες ως εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του ακινήτου επί του οποίου ανεγέρθηκε πολυώροφη οικοδομή πώλησαν στην εναγομένη 1 τα καταστήματα υπ' αριθμό Α, Β και Γ στο ισόγειο της εν λόγω πολυώροφης οικοδομής, δύο εκ των οποίων ενοποιήθηκαν σε ένα κατάστημα της έγκρισης και πλήρους αποδοχής της εναγομένης 1, έναντι συμφωνηθέντος τιμήματος εκ €375.892 (Λ.Κ. 220.000). Όροι του αγοραπωλητηρίου ήταν:
  1. i)Το συμφωνηθέν τίμημα πώλησης θα καταβάλλετο δια ποσού €32.463,43 (ΛΚ19.000) με την ταυτόχρονη υπογραφή του αγοραπωλητηρίου, κάτι που έγινε, ποσό €341.720,28 (ΛΚ200.000) θα καταβάλλετο μέχρι τις 2.7.2007, κάτι το οποίο επίσης έγινε. Ενώ το υπόλοιπο ύψους €1.708 (ΛΚ1.000) θα καταβάλλετο άτοκο ταυτόχρονα με την εγγραφή και μεταβίβαση των καταστημάτων επ' ονόματι της εναγομένης 1.
  2. ii)Οι ενάγοντες θα εξέδιδαν και θα παρέδιδαν στην εναγομένη 1 εγγυητική επιστολή τράπεζας («Τραπεζική εγγύηση») για το ποσό των €374.183,71 (ΛΚ219.000) παρομοίου περιεχομένου με δείγμα που επισυνάφθηκε στο αγοραπωλητήριο εντός 7 εργασίμων ημερών από της υπογραφής του, ούσας προς όφελος της τράπεζας της εναγομένης 1, δηλαδή των εναγομένων 2, η οποία θα εγγυάτο ότι οι ενάγοντες μέχρι 3.8.2013 θα ενέγραφαν τα ως άνω καταστήματα επ' ονόματι της εναγομένης 1 ελεύθερα από οποιαδήποτε υποθήκη και/ή οποιαδήποτε άλλη επιβάρυνση. iii) Η νομική κατοχή των καταστημάτων θα παραδίδετο στην εναγομένη 1, στις 2.7.2007 ταυτόχρονα με την πληρωμή του ποσού των €341.720,28 (ΛΚ200.000), η δε πραγματική κατοχή των καταστημάτων Α και Β θα παρέμενε στους ενοικιαστές σύμφωνα με όρους σχετικού ενοικιαστηρίου εγγράφου, της εναγομένης 1 δικαιουμένης στην λήψη των σχετικών ενοικίων μετά την εκ μέρους της του πιο πάνω ποσού, πράγμα που έγινε.
  3. iv)Oι ενάγοντες ανέλαβαν να γράψουν και μεταβιβάσουν επ' ονόματι της εναγομένης 1 τα τρία καταστήματα εντός έξι χρόνων από την 2.7.2007 και όχι αργότερα από την 3.8.2013 (ένα μήνα μετά την ημερομηνία της τραπεζικής εγγύησης) ελεύθερα από κάθε εμπράγματο βάρος, υποθήκη ή άλλως ταυτόχρονα με την εξόφληση παντός οφειλομένου υπολοίπου.
  4. v)Σε περίπτωση που η εναγομένη 1 και/ή οποιοσδήποτε τρίτος απαιτήσει καταβολή του ποσού της τραπεζικής εγγύησης το αγοραπωλητήριο θα τερματίζεται αυτόματα και η εναγομένη 1 θα υποχρεούται να παραδώσει άμεσα την κατοχή και χρήση των καταστημάτων στους ενάγοντες.
  5. vi)Η εναγομένη 1 ανέλαβε όπως οποτεδήποτε οι ενάγοντες εξασφαλίσουν ξεχωριστούς τίτλους των καταστημάτων και αφού οι ενάγοντες δώσουν γραπτή ειδοποίηση προς την εναγομένη 1 με την οποία να την πληροφορούν για την έκδοση του τίτλου και να την καλούν εντός 20 ημερών να πληρώσουν προς αυτούς ολόκληρο το μέχρι τότε οφειλόμενο υπόλοιπο του συμφωνηθέντος τιμήματος πώλησης, ταυτόχρονα με την μεταβίβαση και εγγραφή των καταστημάτων εκ μέρους των εναγόντων. Στις 22.6.2007 οι ενάγοντες αιτητές εξασφάλισαν κατόπιν αιτήσεως τους από τους εναγομένους 3 την τραπεζική εγγύηση η οποία εκδόθηκε όπως η εναγομένη 1 την ζήτησε, προς όφελος και σε διαταγή των εναγομένων 2. Αντίγραφο της επισυνάφθηκε ως τεκμήριο 2. Η τραπεζική εγγύηση εγγυάτο ότι μέχρι τις 3.8.2013 οι ενάγοντες θα ενέγραφαν τα καταστήματα επ' ονόματι της εναγομένης 1 ελεύθερα από οποιαδήποτε υποθήκη ή οποιαδήποτε άλλη επιβάρυνση. Περαιτέρω καθοριζόταν ότι η ισχύς της θα ήταν μέχρι τις 3.9.2013 και οποιαδήποτε απαίτηση θα πρέπει να υποβληθεί στους εναγόμενους 3 γραπτώς και έγκαιρα ώστε να βρίσκεται στα χέρια τους το αργότερο μέχρι την 1 μ.μ. της 3.9.2013, θα καθίστατο δε άκυρη και άνευ οποιασδήποτε ισχύος με την μεταβίβαση των καταστημάτων εκ μέρους των εναγόντων ή την υποθήκευση τους από την εναγομένη 1 προς όφελος των εναγομένων 2. Τέλος προβλεπόταν στην τραπεζική εγγύηση υπό τη μορφή ειδικού όρους όπου σε περίπτωση που το Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού δεν είχε εκδώσει σχετικό τίτλο για τα καταστήματα μέχρι την 3.8.2013 τότε η τραπεζική εγγύηση θα ανανεώνετο αυτόματα για περαιτέρω περίοδο ενός χρόνου κάτω από τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις εκτός της παρούσας πρόνοιας για ανανέωση και θα λήξει πλήρως την 3.9.2014. Είναι η θέση του ότι συμμορφούμενοι πλήρως προς τις συμβατικές τους υποχρεώσεις στη βάση του αγοραπωλητηρίου, προχώρησαν στην εξασφάλιση περί την 25.7.2013 κεχωρισμένο τίτλο ιδιοκτησίας για τα καταστήματα έχοντας ενημερώσει παράλληλα, προς τούτο, την εναγομένη 1, στην οποία παρέδωσε στις 2.8.2013 αντίγραφα των τίτλων ιδιοκτησίας μαζί με επιστολή τους, της ιδίας ημερομηνίας, με την οποία την ενημέρωσε ότι θα πρέπει παράλληλα εντός των επομένων 20 ημερών να τους πληρώσει το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης, ταυτόχρονα με την επ' ονόματι της μεταβίβαση των καταστημάτων, μετά από συνεννόηση και από κοινού καθορισμού ημερομηνίας μεταβίβασης εντός του τεθέντος χρονοδιαγράμματος. Αντίγραφα των τίτλων ιδιοκτησίας των καταστημάτων επισυνάφθηκαν ως Τεκμήρια 3 και 4 και αντίγραφο της επιστολής ως Τεκμήριο 5. Μετά τον Δεκαπεντάγουστο προσπάθησε να επικοινωνήσει με την εναγομένη 1, η οποία δεν ανταποκρινόταν στα μηνύματα. Παράλληλα ενημερώθηκε από τους εναγομένους 3 ότι ήλθαν σε επαφή με τους εναγομένους 2, οι οποίοι του διαμήνυσαν ότι είχαν πληρεξούσιο έγγραφο, εκ μέρους της εναγομένης 1 για να αποδεχτούν την επ' ονόματι της εγγραφή και μεταβίβαση εγγραφή των καταστημάτων, κάτι που ουδέποτε του αποκάλυψε οι εναγόμενοι 1 και 2. Υποστηρίζει ότι ο διευθυντής των εναγομένων 3, τον πληροφόρησε πως οι εναγόμενοι 2 «μασώντας τα λόγια τους», δεν ήθελαν να δεσμευθούν για το θέμα της τραπεζικής εγγύησης και της μεταβίβασης, λέγοντας ότι αναμένουν εντολές από τους ανωτέρω τους από τη Λευκωσία περί του πρακτέου, αφού οι οδηγίες τους ήταν να προχωρήσουν με την υποβολή απαίτησης πληρωμής κάτω από την τραπεζική εγγύηση, αφού είχε παρέλθει ο χρόνος μεταβίβασης που ήταν η 3.8.2013 και τούτο σε πλήρη παραγνώριση του γεγονότος ότι οι κεχωρισμένοι τίτλοι ιδιοκτησίας ήταν ήδη εκδομένοι και οι ενάγοντες ήταν έτοιμοι να τιμήσουν την αναληφθείσα υποχρέωση τους για μεταβίβαση. Αναφέρει ότι προσπάθησε να επικοινωνήσει εκ νέου με την εναγομένη 1, η οποία δεν ανταποκρινόταν, με αποτέλεσμα να καταφύγει στους δικηγόρους του, οι οποίοι με επιστολή τους, ημερομηνίας 23.8.2013, την οποία επέδωσαν την ίδια ημέρα στην εναγομένη 1, την ενημέρωσαν εκ νέου και γραπτώς περί της ετοιμότητας τους να της μεταβιβάσουν, προς τούτο δε την κάλεσαν να παρουσιαστεί στις 26.8.2013 και ώρα 9 π.μ. στο Κτηματολόγιο είτε προσωπικά είτε μέσω πληρεξουσίου για την επ' ονόματι της μεταβίβαση των καταστημάτων, ταυτόχρονα με την εκ μέρους της εξόφληση του τιμήματος πώλησης και οποιοδήποτε άλλων φόρων ή τελών που την βάρυναν δυνάμει του αγοραπωλητηρίου και την επιστροφή της τραπεζικής εγγύησης, σημειώνοντες ότι σε περίπτωση που ήθελε επιδιώξει από κοινού σχεδίου με τους εναγόμενους 2 την είσπραξη της τραπεζικής εγγύησης, οι ενάγοντες θα προχωρούσαν με την λήψη άμεσων δικαστικών μέτρων. Η επιστολή με ένορκη δήλωση επίδοσης επισυνάφθηκαν σαν Τεκμήριο 6. Η εναγομένη 1 με επιστολή της 24.8.2013 (Τεκμήριο 7) την οποία και παρέδωσε τους παρακάλεσε όπως η μεταβίβαση αναβληθεί για μεταγενέστερο χρόνο ενόψει του γεγονότος ότι στο παρών στάδιο αδυνατούσε να εξεύρει τα μεταβιβαστικά τέλη, ενώ παράλληλα δήλωνε ότι θα ζητούσε από τους εναγομένους 2, να παρατείνουν την τραπεζική εγγύηση. Αναφέρει ότι σε επικοινωνία που είχε με τους εναγόμενους 2 την προηγούμενη ημέρα, χωρίς να ξεκαθαρίζουν τις προθέσεις τους, του υπέδειξαν ότι ενδεχόμενα για να αποφευχθεί η απαίτηση πληρωμής της εγγυητικής, θα πρέπει να επιδείξει καλή θέληση ίσως με την πληρωμή των μεταβιβαστικών εξόδων, τα οποία βαρύνουν την εναγομένη 1 και ανάληψη ευθύνης αποπληρωμής μικρού μέρους του δανείου της εναγομένης 1, προς τους εναγόμενους 2. Του έδωσαν δε περιθώριο δύο ημερών για να επανέλθει με συγκεκριμένη πρόταση, διαφορετικά θα προχωρούσαν με υποβολή απαίτησης πληρωμής. Επικοινώνησε αμέσως με τον διευθυντή των εναγομένων 3, στον οποίο μετέφερε τις εν λόγω εκβιαστικές προτάσεις των εναγομένων 2, ο οποίος του ανέφερε ότι οι ίδιοι αν υποβληθεί απαίτηση πληρωμής από τους εναγόμενους 3 δεν έχουν επιλογή από του να πληρώσουν και τούτο παρά το γεγονός ότι γνωρίζουν για την έκδοση των τίτλων ιδιοκτησίας και για την ετοιμότητα τους να μεταβιβάσουν αλλά και την κλήση της εναγομένης 1 να τύχει μεταβίβασης. Η εναγόμενη 1 στην οποία μετέφερε τις εισηγήσεις των εναγόμενων 2 δήλωσε ότι είναι σε δύσκολη θέση αφού το ύψος του χρέους της προς τους τελευταίους είναι πολύ μεγάλο και αδυνατεί να το πληρώσει και οι κάτοχοι δικαιούμενοι στην υποβολή απαίτησης εξαργύρωσης της τραπεζικής εγγύησης είναι οι εναγόμενοι 2. Είναι η θέση του ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 από κοινού σχεδίου και ενώ γνωρίζουν ότι είναι σε θέση να τιμήσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις προσπαθούν παράνομα και δόλια είτε να εξαργυρώσουν το ποσό της τραπεζικής εγγύησης και να εξοφλήσουν έτσι το χρέος της εναγομένης 1, είτε να επιδιώξουν παράνομα οικονομικά ανταλλάγματα όπως τα ζητηθέντα για να περιορίσουν την οικονομική έκθεση της εναγομένης 1, εναντίον τους χρησιμοποιούνται παράνομες και αυθαίρετες μεθόδους με «όπλο» την τραπεζική εγγύηση. Σημειώνει ότι στη βάση του αγοραπωλητηρίου, παράγραφος 3 (κ) σε περίπτωση που η αγοράστρια ή οποιοσδήποτε τρίτος απαιτήσει την καταβολή του ποσού της εγγυητικής, το έγγραφο θα τερματίζεται αυτόματα και η αγοράστρια θα υποχρεώνεται να παραδώσει άμεσα την κατοχή και χρήση του πωλουμένου κτήματος στους πωλητές. Η εναγόμενη 1 όπως και η εναγόμενη 2 δεν εξέφρασαν οποιαδήποτε πρόθεση επιστροφής της κατοχής των καταστημάτων, ταυτόχρονα με την εκ μέρους των εναγομένων 2, εξαργύρωσης και υποβολή αίτησης πληρωμής της τραπεζικής εγγύησης. Περαιτέρω είναι η θέση του ότι σε περίπτωση που πληρωθεί η τραπεζική εγγύηση, οι ενάγοντες θα υποστούν σοβαρή ζημιά για το ισόποσο με δεδομένη δε την δυσμενέστερη οικονομική κατάσταση που επικρατεί και τις χιλιάδες αδιάθετα υποστατικά και την αναμενόμενη άρνηση της εναγομένης 1 να εγκαταλείψει τα ιδιοκτησιακά της δικαιώματα στα καταστήματα και την συνέχιση για τόσα χρόνια είσπραξης των ενοικίων η ζημιά των εναγόντων θα είναι ανυπολόγιστη. Αντίθετα οι εναγόμενοι 1 - 3 δεν κινδυνεύουν να υποστούν καμία απολύτως ζημιά από την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων αφού τα καταστήματα βρίσκονται στην κατοχή και κάρπωση της εναγομένης 1 και οι ίδιοι είναι πανέτοιμοι να της τα μεταβιβάσουν άμεσα, όπως η συμβατικής τους υποχρέωση με την εξόφληση του μικρού υπολοίπου του τιμήματος πώλησης και την επιστροφή της τραπεζικής εγγύησης. Εξ όσων τον πληροφορούν οι δικηγόροι των εναγόντων συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτουμένων διαταγμάτων, εναντίον όλων των εναγομένων, συμπεριλαμβανομένων των εναγομένων 3 που είναι αναγκαίοι διάδικοι Πρόκειται για κλασική περίπτωση προσπάθειας εξαπάτησης από κοινού σχεδίου (των εναγόντων) εκ μέρους των εναγομένων 1 και 2, στην οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να επέμβει για σκοπούς απονομής δικαιοσύνης, αφού η από κοινού ενέργειες των εναγομένων 1 και 2, σε σχέση με την τραπεζική εγγύηση είναι διαποτισμένες με έκδηλη παρανομία. Οι εναγόμενοι 2/Καθ'ων η αίτηση στις 12.11.2013 καταχώρηση ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως στην αίτηση των αιτητών την οποία βάσισε στους ακόλουθους λόγους: α) Η μονομερής αίτηση των αιτητών είναι παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθεση των Διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου. β) Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης των δικαιωμάτων των εναγομένων 2 και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court). γ) Εάν το προσωρινό διάταγμα γίνει απόλυτο θα πλήξει την απονομή της δικαιοσύνης και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να οριστικοποιηθεί και μη ακυρωθεί υπό τις περιστάσεις. δ) Οι οποιεσδήποτε διαφορές των εναγόντων με τον εναγόμενο 1 ουδεμία σχέση έχουν με την ανέκκλητη υποχρέωση που ανέλαβαν οι εναγόμενοι 3 προς τους εναγόμενους 2, δυνάμει αιτήματος των εναγόντων, να πληρώσουν το ποσό της εγγυητικής σε πρώτη ζήτηση. ε) Η ιδιαίτερη σχέση και βεβαιότητα που δημιουργείται με μιαν τραπεζική εγγύηση πρέπει να αντικρίζεται σαν σχέση ανεξάρτητη από την συναλλαγή με την οποία σχετίζεται. στ) Το προσωρινό διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί εφόσον τέτοιου είδους διατάγματα δεν πρέπει να εκδίδονται γιατί επεμβαίνουν με τραπεζικές πιστωτικές επιστολές και εγγυητικές και εφόσον δεν τίθεται - αποκαλύπτεται θέμα απάτης ή δόλου εκ μέρους του δικαιούχου. ζ) Οι ενάγοντες/αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και ενήργησαν με κακή πίστη, αφού αποκρύβουν από το Δικαστήριο όλη την αλήθεια. η) Οι αιτητές δεν παρουσιάζουν και δεν έχουν καλές πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής τους καθότι δεν παραθέτουν λεπτομέρειες δόλου και απάτης εκ μέρους των εναγομένων 2. θ) Η παρούσα αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίου Νόμου 14/60 δι' έκδοση απαγορευτικού διατάγματος. ι) Οι ενάγοντες / αιτητές αποκρύβουν από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα που, πολύ πιθανόν εάν τα γνώριζε το Δικαστήριο δε θα εξέδιδε το προσωρινό διάταγμα μονομερώς. κ) Οι ενάγοντες / αιτητές κωλύονται από το να ζητούν την ακύρωση και/ή την μη πληρωμή της εγγυητικής στους εναγομένους 2. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της κας Γιώτας Μάντη, ημερομηνίας 12.11.2013, υπαλλήλου των εναγομένων 2 / καθ' ων η αίτηση, προϊσταμένης στο Τμήμα Καθυστερήσεων Λεμεσού. Αναφέρει ότι γνωρίζει από προσωπική γνώση και από επικοινωνία που είχε με συναδέλφους της στο κατάστημα Ομονοίας, στη Λεμεσό, όλα τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση και έχει λάβει στην κατοχή της όλα τα έγγραφα που έχουν σχέση με την αγωγή και της ημερομηνίας 28.8.2013. Λαμβάνει δε νομική συμβουλή από τους εξωτερικούς νομικούς συμβούλους τους. Ανέγνωσε την ένορκη δήλωση του Μαυρίκιου, ημερ. 28.8.2013 και δηλώνει πως οι Καθ' ων η αίτηση 2 συμφωνούν και παραδέχονται το περιεχόμενο των παραγράφων 3, 4, 5 και 6 της πιο πάνω ένορκης δήλωσης. Αρνείται πως υπάρχει δόλιο και απατηλό σχέδιο των εναγομένων 1 και 2 με σκοπό την πληρωμή της τραπεζικής εγγυητικής που εκδόθηκε από τους εναγόμενους 3, κατόπιν αιτήσεως του ενάγοντος προς όφελος των εναγομένων 2. Υποστηρίζει δε πως τα όσα αναφέρει ο Μαυρικίου στην ένορκη δήλωση του δεν στοιχειοθετούν δόλο ή απάτη και δηλώνει πως τα αληθή και πραγματικά γεγονότα έχουν ως εξής: α) Δεν γνωρίζει κατά πόσο οι ενάγοντες παρέδωσαν στην εναγομένη 1 αντίγραφα των τίτλων ιδιοκτησίας των καταστημάτων στις 2.8.2013. Δέχεται όμως ότι ως τράπεζα ειδοποιήθηκαν από τους ενάγοντες ύστερα από επίσκεψη του Μαυρίκιου, στο κατάστημα Ομονοίας στη Λεμεσό, περί τα τέλη Αυγούστου, ότι πριν τις 3.8.2013 είχαν εκδοθεί ξεχωριστοί τίτλοι εγγραφής για τα καταστήματα. Σημειώνει ότι ειδικός όρος που υπήρχε στην εγγυητική επιστολή, τεκμήριο 2, της ένορκης δήλωση Μαυρικίου, καθίστατο άνευ αντικειμένου και η εφαρμογή του καθίστατο άκυρη εφόσον οι τίτλοι είχαν εκδοθεί από το Κτηματολόγιο Λεμεσού, πριν την 3.8.2013 και άρα η αυτόματη ανανέωση της εγγυητικής μέχρι τις 3.8.2014 δεν μπορούσε να καταστεί δυνατή. Επομένως η εναγόμενη 2 / Καθ'ων η αίτηση με βάση την εγγυητική επιστολή, ημερομηνίας 22.6.2007 και το περιεχόμενο αυτής μπορούσε να υποβάλουν απαίτηση σύμφωνα με αυτή, μέχρι την 3.9.2013 εφόσον η εγγυητική ίσχυε μέχρι την 3.9.2013. Αν όμως κατά την περίοδο ισχύος της εγγυητικής μεταβιβάζοντο τα καταστήματα στην εναγόμενη 1 και υποθηκεύοντο προς όφελος των εναγομένων 2 (και άρα θα αντικαθιστούσε η υποθήκη την εγγυητική ως εξασφάλιση των εναγομένων 2) η εγγυητική θα καθίστατο άκυρη. Αυτό όμως δεν έγινε. β) Ο λόγος που δεν έγινε η μεταβίβαση των τίτλων εγγραφής των καταστημάτων από τους ενάγοντες στην εναγόμενη 1, όπως οι εναγόμενοι 2 πληροφορήθηκαν, με επιστολή της εναγομένης 1, ημερομηνίας 24.8.2013 (Τεκμήριο 7) στις 26.8.2013 είναι διότι η εναγομένη 1 αδυνατούσε στο στάδιο εκείνο να εξεύρει τα μεταβιβαστικά τέλη. Στην επιστολή της λέει ότι είναι απόλυτα βέβαιη ότι η τιτλοποίηση θα γίνει από μέρους της μόλις θα δώσει προς τούτο εύλογη ειδοποίηση εκ των προτέρων. Ζητούσε επίσης και την ανανέωση της εγγυητικής, πράγμα που δεικνύει ότι σε καμία περίπτωση δεν υπήρχε προσυνεννόηση ή απάτη ή δόλος, εκ μέρους των εναγομένων 1 και 2 και πρόθεση της ήταν να μεταβιβαστούν τα καταστήματα στο όνομα της. Σημειώνει ότι ούτε οι εναγόμενοι 2 να επικοινωνήσουν με την εναγομένη 1, η οποία δεν απαντούσε στα τηλεφωνήματα των εναγομένων 2 και η μόνη ενημέρωση που είχαν ήταν η επιστολή της, ημερομηνίας 24.8.2013. γ) Οι εναγόμενοι 2 είχαν πληρεξούσιο από την εναγομένη 1 ημερομηνίας 22.6.2007 (Τεκμήριο 1) το οποίο δεν μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν και να προχωρήσουν στην μεταβίβαση των τίτλων εγγραφής των καταστημάτων, καθότι ήδη η εναγόμενη 1 ήθελε να μεταβιβαστούν τα καταστήματα στο όνομα της αλλά δεν μπορούσε λόγω αδυναμίας εξεύρεσης των μεταβιβαστικών τελών. Η ύπαρξη του πληρεξουσίου εγγράφου δεν σημαίνει ότι οι εναγόμενοι 2 ήταν υποχρεωμένοι να προβούν στην μεταβίβαση των ακινήτων στο όνομα της εναγομένης 1, ως πληρεξούσιοι αντιπρόσωποι της. Εν πάση περιπτώσει ουδέποτε οι ενάγοντες κάλεσαν τους εναγομένους 2, ως πληρεξούσιους αντιπροσώπους της εναγομένης 1, έστω μετά που έλαβαν γνώση για το πληρεξούσιο, να προσέλθουν στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού και να προχωρήσουν με την μεταβίβαση των τίτλων. Ούτε οι ενάγοντες ειδοποίησαν γραπτώς τους εναγόμενους 2 για την έκδοση ξεχωριστών τίτλων εγγραφής και δεν έλαβαν την επιστολή, ημερομηνίας 23.8.2013, που έστειλαν οι ενάγοντες στην εναγόμενη 1 με κοινοποίηση στους εναγόμενους 2. Επικοινώνησε μαζί της λειτουργός των εναγομένων 3, όπου συμφώνησαν ότι η κίνηση των εναγόντων να εκδώσει τίτλους ιδιοκτησίας πριν την 3.8.2013 ακύρωνε την εφαρμογή του ειδικού όρου της εγγυητικής η αυτόματη ανανέωση για περαιτέρω περίοδο ενός χρόνου, κάτω από τους ίδιους όρους. Οι ενάγοντες είχαν ειδοποιήσει τους εναγόμενους 2 για την έκδοση τίτλων πολύ αργότερα από την 3.8.2013. Η κίνηση των εναγόντων να εκδώσει τίτλους πριν 3.8.2013 δεν άφηνε περιθώρια στους εναγομένους 2 άλλης επιλογής πλην της απαίτησης της εγγυητικής και ανέφερε στην λειτουργό των εναγομένων 3 ότι ανέμενε οδηγίες από τους ανωτέρους της, σχετικά με την υποβολή απαίτησης. Το ίδιο ανέφεραν στον κ. Μαυρικίου όταν επισκέφθηκε το κατάστημα Ομονοίας Λεμεσού. δ) Όπως της ανέφεραν οι συνάδελφοι της στο κατάστημα Ομονοίας στη Λεμεσό, οι ισχυρισμοί Μαυρικίου για πρόταση πληρωμής μεταβιβαστικών εξόδων από τους ενάγοντες, ουδέποτε έγινε. Εξηγήθηκε στον Μαυρικίου, ότι σύμφωνα με τους όρους της εγγυητικής, η οποία είναι ξεχωριστή συμφωνία από το αγοραπωλητήριο, αυτοί οφείλουν να προχωρήσουν σε απαίτηση. Οι εναγόμενοι 2 στις 29.2013 έχουν υποβάλει απαίτηση πληρωμής της εγγυητικής επιστολής ημερομηνίας 22.6.2006, με βάση τους όρους αυτής στους εναγόμενους 3. Επιστολή απαίτησης επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 2. Με βάση τα πιο πάνω ισχυρίζεται ότι σε καμιά περίπτωση οι εναγόμενοι 2 οργάνωσαν οποιοδήποτε κοινό σχέδιο με την εναγομένη 1. Ουδεμία επικοινωνία έχουν μαζί της ούτε είχαν πριν ή κατά την περίοδο που εκδόθηκαν οι τίτλοι εγγραφής για τα ακίνητα που αγόρασε από τους ενάγοντες. Είναι η θέση της πως οι ενάγοντες ουδεμία ζημιά θα έχουν υποστεί σε περίπτωση που πληρωθεί το ποσό της εγγυητικής στους εναγόμενους 2 από τους εναγόμενους 3. Το πωλητήριο έγγραφο θα ακυρωθεί και αν τα καταστήματα που αγόρασε η εναγόμενη 1 από αυτούς, θα περιέλθουν και πάλι στην κατοχή τους. Τα ακίνητα σήμερα είναι στο όνομα των εναγόντων και όσο αφορά την χρήση των καταστημάτων αυτή θα πρέπει να απαιτηθεί από τους ενάγοντες, σύμφωνα με το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, στο οποίο οι εναγόμενοι 2 δεν είναι μέρος. Οι εναγόμενοι 2 είναι μέρος της εγγυητικής επιστολής, ημερομηνίας 22.6.2007 και πρέπει να εξεταστεί ξεχωριστά από τους όρους του πωλητηρίου εγγράφου. Η διαφορά δε των εναγόντων με την εναγομένη 1 δεν ενδιαφέρει τους εναγόμενους 2. Περαιτέρω είναι η θέση της ότι δεν έχει αποδειχθεί δόλος ή απάτη ή συμπαιγνία μεταξύ των εναγομένων 1 και 2. Στην έκθεση απαίτησης των εναγόντων δεν υπάρχουν λεπτομέρειες δόλου ή απάτης και δεν έχουν αποδειχθεί οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου. Είναι ο ισχυρισμός της ότι οι ενάγοντες / αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και ενήργησαν με κακή πίστη αφού απέκρυψαν από το Δικαστήριο τα πραγματικά γεγονότα είτε εσκεμμένα είτε επειδή η μαρτυρία του Μαυρίκιου αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία και αυτή δεν καταγράφηκε όπως ακριβώς ειπώθηκε. Οι εναγόμενοι 2 ενήργησαν βάση των όρων της εγγυητικής και ως εκ τούτου δικαιούνται στην πληρωμή αυτής. Είναι η θέση των εναγομένων 2 ότι δόλος και απάτη υπάρχει εναντίον τους και όχι εναντίον των εναγόντων. Οι ισχυρισμοί των εναγόντων παραμένουν αόριστοι και ατεκμηρίωτοι ως προς την απόδειξη δόλου από την πλευρά των εναγομένων 2 ή εναγομένης 1 και ως προς την απόδειξη ότι η τράπεζα γνώριζε για τον ισχυριζόμενο δόλο και απάτη της εναγομένης 1. Τέλος υποστηρίζει ότι ουδεμία ζημιά θα υποστούν οι ενάγοντες εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα καθότι όπως οι ίδιοι αναφέρουν στην ένορκη δήλωση του Μαυρικίου εάν απαιτηθεί η πληρωμή της εγγυητικής τότε αυτόματα ακυρώνεται το πωλητήριο έγγραφο, μεταξύ αυτών και της εναγομένης 1 και θα υποχρεούται η εναγομένη 1 να παραδώσει άμεσα κατοχή και χρήση των καταστημάτων που αγόρασε στους ενάγοντες. Εισηγείται δε την ακύρωση του προσωρινού διατάγματος. Προτού προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων, θα εξετάσω τους λόγους ένστασης όπως εξειδικεύονται και υποστηρίζονται με γεγονότα (βλ. Σοφοκλέους ν. Ταβελούδη κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 92). Πρώτα θα εξετάσω αν ευσταθεί ο ισχυρισμός των εναγομένων-καθ' ων η Αίτηση ότι οι ενάγοντες-αιτητές δεν αποκάλυψαν στο Δικαστήριο όλα τα γεγονότα που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου κατά την εξέταση της μονομερούς αίτησης. Αποτελεί πάγια θέση της νομολογία ότι μια μονομερής αίτηση είναι υψίστης πίστεως ("uberrima fides") και παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση, οδηγεί στην ακύρωση της διαταγής που δόθηκε στη μονομερή αίτηση. Σε παράλειψη παρουσίασης των γεγονότων αυτών ενώπιον του Δικαστηρίου στην ex parte αίτηση, η οποία μπορεί να θεωρηθεί ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο απαντά: «Δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε. Η Γιώτα Μάντη στην ένορκη δήλωση της ημερ. 12.11.2013 υποστηρίζει ότι οι ενάγοντες/αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια αφού απέκρυψαν από το Δικαστήριο τα πραγματικά γεγονότα είτε επειδή η μαρτυρία του κ. Μαυρίκιου αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία και αυτή δεν καταγράφηκε όπως ακριβώς ειπώθηκε. Κατά την γνώμη μου οι εναγόμενοι 2/καθ' ων η αίτηση δεν εξειδικεύουν στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση συγκεκριμένα γεγονότα που να υποστηρίζουν τους συγκεκριμένους λόγους ένστασης ως προς το καθήκον αποκάλυψης. Πιστεύω ότι οι ενάγοντες/αιτητές αποκάλυψαν όλα τα ουσιαστικά γεγονότα που θα μπορούσαν να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση, συνεπώς οι λόγοι ένστασης (ζ) και (i) απορρίπτονται. To ζήτημα του κατά πόσο το προσωρινό διάταγμα το οποίο εκδόθηκε μετά από μονομερή αίτηση θα συνεχίσει να βρίσκεται σε ισχύ, αποφασίζεται με βάση τα γεγονότα που υποστηρίζουν τη μονομερή αίτηση για την έκδοση του προσωρινού διατάγματος. Ο κανόνας είναι ότι δεν επιτρέπεται η επανόρθωση παράλειψης πρωθύστερα έτσι ώστε να μεταβληθεί ή αλλοιωθεί η εικόνα που δόθηκε πρωταρχικά στο δικαστήριο (βλ. αναφορικά με την Νicolaou Bros Tourist Enterprises Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 201, 214, Stav. Geor. & Son (Scrap Metals) Ltd v. Πλοίου Lipa
(2000)1 A.A.Δ. 1976, 1981). Το βάρος απόδειξης βρίσκεται καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας οριστικοποίησης στους ενάγοντες-αιτητές. Η μόνη υποχρέωση που έχουν οι εναγόμενοι-καθ'ων η αίτηση είναι να δείξουν ότι ο αιτητής κατά το στάδιο της μονομερούς αίτησης δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις έκδοσης του διατάγματος (βλ. GCC Computers Ltd v. Pencil Datacom Ltd
(2000)1 A.A.Δ. 1584 που αφορά αίτηση για επίδοση κλητηρίου στο εξωτερικό. Η αρχή όμως είναι η ίδια). Ο τρόπος εφαρμογής του άρθρου 32 εξετάστηκε και αναλύθηκε σε μεγάλο αριθμό υποθέσεων. Υποδεικνύονται στη Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 τα εξής: «Στη διαδικασία του προσωρινού διατάγματος, το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο. Το καθήκον του περιορίζεται στη διαπίστωση κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που απαιτούνται για επιτυχία: (α) Σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση. (β) Ορατή προοπτική και/ή πιθανότητα ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία στην αγωγή. (γ) Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος. Το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης.» Το Δικαστήριο στο τελικό στάδιο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει και το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή ν. Χ"Βασίλη
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Η ύπαρξη απλώς των τριών θεσμικών προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή (βλ. Κούνουνα ν. C. & A. Simonos Ltd
(2002)1 A.A.Δ. 1361, 1366). Δεν τίθεται θέμα οριστικής διάγνωσης στο πλαίσιο διαδικασίας για έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος ως προς τα θέματα που συνάπτονται προς τα επίδικα της αγωγής. Είναι στοιχειώδες πως δεν τίθεται σε αυτό το στάδιο ζήτημα απόδειξης της βάσης της αγωγής. (Βλ. Νικόλα ν. Κεφάλα κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1400). Έχει δε επεξηγηθεί στην Τσιολάκκη κ.ά ν. Στυλιανίδης
(1992)1 Α.Α.Δ. 782 ο όρος «υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκασιν» που τίθεται στην επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960 (Ν.14/60). Επιβάλλει την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης (arguable case) ως προϋπόθεση για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος (βλ. Οdysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 A.A.Δ. 557, στη σελ. 569). Η δεύτερη προϋπόθεση του πιο πάνω άρθρου αναλύθηκε στην υπόθεση Πουργουρίδης κ.ά. ν. Μέζου κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, στη σελίδα 207 όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλει στις εφεσείουσες να δείξουν ότι έχουν πιθανότητα επιτυχίας. Όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates & Others
(1982)1 C.L.R. 557, η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. Σύμφωνα με τη Odysseos (πιο πάνω), στη σελίδα 569, η πιθανότητα στα πλαίσια της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60, απαιτεί από τις εφεσείουσες να δείξουν ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας.» Η πρώτη προϋπόθεση ικανοποιείται εάν αντικειμενικά από τα δικόγραφα προκύπτει η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής. Ακολούθως, το Δικαστήριο θα πρέπει να προχωρεί στην εξέταση της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας του Ενάγοντα, με βάση τη μαρτυρία και τα στοιχεία που έχει ενώπιον του (βλ. Hellenic Bank Public Company Limited v. Alpha Panareti Public Limited Πολ. Έφ. 145/2011 ημερ. 13.6.2013). Η έκδοση διατάγματος υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Η άσκηση διακριτικής εξουσίας δεν πρέπει να παραγνωρίζει και την ποιότητα της αξίωσης, η διάγνωση της οποίας δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλ. την Ανδρέα Κυτάλα ν. Άννας Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253). Σ΄ αυτό το στάδιο το Δικαστήριο δεν θα επιλύσει την ουσιαστική διαφορά των αιτητών με τους καθ' ων η αίτηση. Αναπόφευκτα όμως θα πρέπει να διαπιστώσει κατά πόσο ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60. Με το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, οι ενάγοντες αιτούνται τα ακόλουθα: "A. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου διατάσσον την Εναγομένη 1 όπως παρουσιαστεί ενώπιον του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού εντός 3 ημερών από της εκδόσεως του Διατάγματος και/ή εντός τέτοιου άλλου χρονικού διαστήματος που το Δικαστήριο ήθελε αποφασίσει, για να τύχει μεταβίβασης ή/και εγγραφής των εκ μέρους της αγορασθέντων 3 καταστημάτων υπ' αρ. Α, Β και Γ, που είχαν ενοποιηθεί σε 2, δηλ. των καταστημάτων υπ' αρ. Α και Β και του καταστήματος Γ, που αγόρασε δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου ημερ. 15.06.2007 (καλουμένου στο εξής το «Αγοραπωλητήριο»), γενομένου στη Λεμεσό μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγομένης 1, και συγκεκριμένα των καταστημάτων (
  1. i)υπ' αρ. εγγρ. 0/75037, Φ/Σχ 54/580201, επί τεμαχίου 514, τοποθεσία «Πάροδος Λεωφ. Λεοντίου Α΄», στην ενορία Αγίου Νεκταρίου, κατάστημα αρ. 7 με μεσοπάτωμα στην οδό Αίγλης αρ. 3 στη Λεμεσό και (
  2. ii)υπ' αρ. εγγρ. 0/75038, Φ/Σχ 54/580201, επί τεμαχίου 514, τοποθεσία «Πάροδος Λεωφ. Λεοντίου Α΄», στην ενορία Αγίου Νεκταρίου, κατάστημα αρ. 8 με μεσοπάτωμα στην οδό Αίγλης αρ. 3 στη Λεμεσό, με αντάλλαγμα την ταυτόχρονη εκ μέρους της Εναγομένης 1 πληρωμή προς τους Ενάγοντες του υπολοίπου του τιμήματος πώλησης των εν λόγω καταστημάτων ύψους €1.708 (καλουμένων στο εξής τα «Καταστήματα»), καθώς και την παράδοση και/ή επιστροφή προς τους Ενάγοντες της τραπεζικής εγγυήσεως υπ' αρ. 361/2007, ημερ. 22.06.2007, ύψους €375,892 (Λ.Κ.220,000), (καλουμένης στο εξής η «Τραπεζική Εγγύηση»), την οποία εξέδωσαν οι Εναγόμενοι 3 κατ' ακολουθία Αίτησης των Εναγόντων, προς όφελος και διαταγή των Εναγομένων 2 ως η απαίτηση και/ή εισήγηση της Εναγομένης 1. Β. Δήλωση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι οι Ενάγοντες έχουν τιμήσει όλες τις υποχρεώσεις τους έναντι της Εναγομένης 1 δυνάμει του Αγοραπωλητησίου. Γ. Δήλωση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι η Εναγομένη 1 παραβίασε ουσιωδώς το Αγοραπωλητήριο δια της εκ μέρους της παράλειψης να καταβάλει προς τους Ενάγοντες παν εκ μέρους της οφειλόμενο ποσό δυνάμει του Αγοραπωλητηρίου εντός 20 ημερών από της πληροφόρησης της κατά ή περί την 01.08.2013 περί της έκδοσης των κεχωρισμένων τίτλων ιδιοκτησίας των Καταστημάτων και να παρουσιαστεί ταυτόχρονα για την επ' ονόματι της τιτλοποίηση τούτων και/ή δια της από κοινού σχεδίου με τους Εναγόμενους 2, προσπάθειας εξαπάτησης των Εναγόντων κατά ή περί την 26.08.2013 μέσω της παράνομης εξαργύρωσης ή και πληρωμής της Τραπεζικής Εγγυήσεως και/ή της παράνομης προσπάθειας και/ή αξίωσης εξαργύρωσης και/ή πληρωμής προς τους Εναγόμενους 2, του ποσού της Τραπεζικής Εγγυήσεως, κατά τον πιο πάνω χρόνο. Δ. Απόφαση του Δικαστηρίου προς όφελος των Εναγόντων και εναντίον της Εναγομένης 1 για το ποσό των €1.708 υπόλοιπο του συμφωνηθέντος τιμήματος πώλησης των Καταστημάτων δυνάμει του Αγοραπωλητηρίου. Ε. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου δια του οποίου να παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται η Τραπεζική Εγγύηση ταυτόχρονα με την επ' ονόματι της Εναγομένης 1 μεταβίβαση ή/και εγγραφή των Καταστημάτων και την εκ μέρους της τελευταίας πληρωμή του ποσού των €1.708 υπολοίπου του συμφωνηθέντος τιμήματος πώλησης των Καταστημάτων δυνάμει του Αγοραπωλητηρίου. Στ. Διηνεκές Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να εμποδίζονται οι Εναγόμενοι 3 από του να πληρώσουν προς την Εναγομένη 1 και/ή τους Εναγομένους 2 ολόκληρο και/ή οποιοδήποτε μέρος του ποσού της Τραπεζικής Εγγυήσεως. Ζ. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η Εναγόμενη 1 και/ή οι Εναγόμενοι 2 δεν νομιμοποιούνται να πληρωθούν και/ή να εξαργυρώσουν και/ή να υποβάλουν απαίτηση για πληρωμή κάτω από την Τραπεζική Εγγύηση και/ή Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου εμποδίζον τους Εναγομένους 1 ή και 2 από του να πληρωθούν ή και να εξαργυρώσουν την Τραπεζική Εγγύηση. Η. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η υποβολή απαίτησης από τους Εναγομένους 1 και 2 για πληρωμή κάτω από την Τραπεζική Εγγύηση, είναι προϊόν δόλου και/ή απάτης και/ή συνομωσίας προς εξαπάτηση και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή αμέλειας εκ μέρους των Εναγομένων 2. Θ. Γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις ύψους €375,892 (Λ.Κ.220,000), για απάτη και/ή ψευδείς παραστάσεις η οποία διεπράχθη σε βάρος και προς ζημιά των Εναγόντων κατά ή περί την 26.08.2013. Ι. Γενικές αποζημιώσεις εναντίον των Εναγομένων 2 για αμέλεια στην άσκηση των καθηκόντων τους έναντι των Εναγόντων. Κ. Τιμωρητικές και παραδειγματικές (PUNITIVE) αποζημιώσεις για όλες τις ζημιές και/ή απώλειες που υπέστηκαν οι Ενάγοντες από τις δόλιες και/ή απατηλές ενέργειες των Εναγομένων και/ή οιουδήποτε εξ' αυτών και/ή συνεπεία αμέλειας αυτών. Λ. Διαζευκτικά απόφαση εναντίον των εναγομένων για το ποσό των €375,892 (Λ.Κ.200,000), που αντιπροσωπεύει την αξία της Τραπεζικής Εγγύησης που δόλια και/ή απατηλά οι Εναγόμενοι 1 και 2 απαίτησαν την πληρωμή και/ή το πιο πάνω ποσό υπό μορφή Γενικών και/ή Ειδικών αποζημιώσεων.» Οι ενάγοντες έχουν καταχωρίσει την Έκθεση Απαίτησης τους στις 12.11.2013. Με κοινό αίτημα των δικηγόρων των διαδίκων η υπόθεση αναβλήθηκε επανειλημμένως αφού δήλωναν ότι η υπόθεση θα διευθετείτο με την χρηματοδότηση της εναγομένης 1, όσον αφορά τα μεταβιβαστικά, και την μεταβίβαση των καταστημάτων επ' ονόματι της και την ταυτόχρονη υποθήκευση τους. Από την νομολογία προκύπτει ότι η έκδοση τέτοιας φύσεως διαταγμάτων εναντίον τραπεζών δεν είναι συνήθης γιατί η εγγύηση όπως στην παρούσα περίπτωση γνωστή ως demand guarantee υπάρχει υποχρέωση συμμόρφωσης αφότου ζητηθεί πληρωμή δεδομένου ότι τηρήθηκαν οι όροι παραχώρησης της εγγύησης. Είναι εντούτοις αναμφισβήτητο ότι τα πρωτόδικα Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία παροχής προσωρινής προστασίας και στην περίπτωση των demand guarantees παρόλο που φειδωλεύονται στην άσκηση της. Η περιορισμένη αυτή εξουσία έχει οριοθετηθεί από την υπόθεση Bolivinter Oil SA v. Chase Manhattan Bank NA
(1984)1 Lloyd's Rep. 251. Εξαίρεση αποτελεί σαφώς η περίπτωση εξαπάτησης. Διαφωτιστική στο θέμα είναι η απόφαση του Λόρδου Diplock στη United City Merchants (Investments) Ltd v. Royal Bank of Canada
(1983)1 AC 168, 183: «Τo this general statement of principle as to the contractual obligations of the confirming bank to the seller, there is one established exception: that is, where the seller, for the purpose of drawing on the credit, fraudulently presents to the confirming bank documents that contain, expressly or by implication, material representations of fact that to his knowledge are untrue. Η υπόθεση Bolivinter Oil, ανωτέρω, ήταν περίπτωση απαγορευτικού διατάγματος πληρωμής απευθυνόμενου σε Τράπεζα. Είναι όμως δυνατή και η έκδοση διατάγματος που απαγορεύει στο δικαιούχο την ανάληψη του ποσού της εγγύησης: Themehelp Ltd v. West [1995] 4 All ER 215». (βλ. Ivan Syvokon v. Veno (Overseas) Inc. κ.α.
(1998)1(Β) ΑΑΔ 625, σελ. 631). Οι εγγυητικές επιστολές είναι έγγραφα υψίστης εμπορικής πίστης. Όπως τα αξιόγραφα, έτσι και οι εγγυητικές επιστολές μπορούν να αντιμετωπίζονται σαν χρήματα μετρητά. Οι εγγυητικές επιστολές έχουν αυτονομία και ανεξαρτησία και δεν επηρεάζονται από την αρχική συμφωνία την οποίαν διασφαλίζουν. Ο σκοπός τους δεν είναι η διασφάλιση της αρχικής συμφωνίας αλλά η διασφάλιση της αξιοπιστίας των συναλλαγών και της εμπορικής πίστης. Είναι θεμελιωμένο ότι η υποχρέωση της τράπεζας ή του πιστωτικού ιδρύματος που εκδίδει την εγγυητική, προκύπτει αμέσως μόλις ο δικαιούχος ικανοποιήσει τους όρους και τις προϋποθέσεις που τέθηκαν για πληρωμή της εγγυητικής (βλ. Σ.Π.Ε. Πέγειας ν. CAA Travel Media Ltd
(2008)1 Α.Α.Δ. 837). Στο σύγγραμμα Elligers' Modern Banking Law, 4η έκδ., σελ. 847, το ζήτημα συνοψίζεται ως εξής: «A common form of security is an unconditional performance 'guarantee' - more properly described as a performance bond - given by a bank in favour of a beneficiary to secure the obligations under a contract, often to be performed overseas. Examples include a bond given to an owner to secure the performance of the contractor pursuant to a building contract or given to a vendor of goods to secure payment of the purchase price by the buyer. The usual unconditional performance bond makes it clear that the bank is liable to pay simply upon a demand being made by the beneficiary, as in a bond which states 'the bank unconditionally undertakes and covenants to pay on demand any sum or sums which may from time to time be demanded'. The beneficiary is entitled to demand the sums without proving any default by the other party to the underlying transaction and the bank must pay unless it knows the claim is fraudulent[1]. Unconditional performance bonds are analogous to letter of credit[2] or promissory notes payable on demand[3].» Όσον αφορά το ζήτημα του δόγματος της αυτονομίας, στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, 27η έκδ. στις παραγρ. 33-371 και 33-372 αναφέρονται τα εξής: «An irrevocable credit constitutes an independent contract between the issuing banker and the seller, and is not qualified by or subject to the terms of the contract of sale, made between the buyer and the seller, or the contract between the issuing banker and the buyer. ................ Thus, the buyer cannot enjoin the issuing bank from honouring a draft presented by the seller and accompanied by the required documents merely because the seller has failed to perform his contract with the buyer, e.g. by supplying goods of an inferior quality. ................ There are only two exceptions to the autonomy doctrine. The first arises in cases in which the transaction is tainted with illegality. ................ The only other exception to the autonomy doctrine applies where the seller has committed a fraud, e.g. has tendered a forged document or one which, to the seller's knowledge, contains a false and fraudulent description of the goods. The reason for this exception is that the courts will not assist the fraudulent seller to carry out his fraud, and will grant the buyer an injunction precluding the banker from honouring a draft accompanied by a fraudulent tender. Apart from protecting the buyer, the fraud principle is essential from the bank's point of view as a forged or fraudulent document is a worthless security. It is also an ineffective document. ...» Όσον αφορά το ζήτημα της εξαπάτησης, στο σύγγραμμα Paget's Law of Banking, 13η έκδ., σελ. 869 - 871, αναφέρονται τα εξής σχετικά: «The fraud exception is in reality a limitation of the guarantor's undertaking. A guarantor does not undertake to pay on a demand which is plainly fraudulent. If a bank pays in such circumstances, it acts beyond its authority and is not entitled to reimbursement from its principal. The limitation gives rise to two questions. First, what constitutes fraud on the part of the beneficiary? Second, in what circumstances will a bank be treated as knowing of that fraud? (
  1. a)Fraud by the beneficiary A beneficiary's demand is fraudulent if: (
  2. i)the beneficiary has no right to payment under the underlying contract; and (
  3. ii)the beneficiary has no genuine belief in such right. 'Honest belief is enough': State Trading Corpn of India Ltd v. E D & F Man (Sugar) Ltd (per Lord Denning MR), cited in United Trading Corpn SA and Murray Clayton Ltd v. Allied Arab Bank[4]. If the beneficiary has an honest belief, it does not matter whether that belief is justified or not. It is necessary to distinguish fraud committed by the beneficiary from fraud committed by third parties. As regards fraud by the beneficiary, the law is authoritatively stated by Lord Diplock in United City Merchants (Investments) Ltd v. Royal Bank of Canada[5]. Having referred to the principle that the seller and confirming bank deal in documents, not in goods, he continued[6]: "To this general statement of principle as to the contractual obligations of the confirming bank to the seller, there is one established exceptions: that is where the seller, for the purpose of drawing on the credit, fraudulently presents to the confirming bank documents that contain, expressly or by implication, material representations of fact that to his knowledge are untrue ... The exception for fraud on the part of the beneficiary seeking to avail himself of the credit is a clear application of the maxim ex turpi causa non oritur actio or, if plain English is to be preferred, "fraud unravels all". The courts will not allow their process to be used by a dishonest person to carry out a fraud." (
  4. b)Bank's knowledge of fraud As regards fraudulent drawings on a valid instrument, a bank is not justified in refusing to pay unless fraud is clearly established. The expressions used in Edward Owen (Engineering) Ltd v. Barclays Bank International Ltd (above) include: 'established or obvious fraud to the knowledge of the bank'[7], clear fraud of which the bank has notice[8], and fraud that is 'obvious or clear to the bank'[9]. These are general, if emphatic tests, but three specific points can be made about them. First, it is clear that a mere allegation of fraud is insufficient. The bank's customer must produce evidence to prove the allegation. Second, even if the beneficiary has on the face of it made a fraudulent demand, he must normally be given the opportunity to answer the allegation. His answer may disclose a genuine dispute. Third, the evidence, together with any explanation offered by the beneficiary, must be such that fraud is the only realistic inference. If the facts before the bank are consistent with honesty, then the bank must pay notwithstanding that they are also consistent with fraud. In practice, it is very difficult for the bank's customer to establish clear and obvious fraud. A beneficiary who maintains demand for payment in the face of an allegation of fraud is almost bound to make allegations of breach of contract against the principal. The bank then finds itself between two disputing parties and is in no position to reject the beneficiary's allegations, still less to conclude that those allegations are not only wrong, but dishonest.» Όσον αφορά την έκδοση μονομερούς διατάγματος απαγορεύοντος την πληρωμή, στη σελίδα 872 του ιδίου συγγράμματος αναφέρεται: «In Bolivinter Oil SA v. Chase Manhattan Bank[10], the Court of Appeal made the following observations on the grant of ex parte injunctions restraining payment under letters of credit, performance bonds and guarantees: "... Judges who are asked, often at short notice and ex parte, to issue an injunction restraining payment by a bank under an irrevocable letter of credit or performance bond or guarantee should ask whether there is any challenge to the validity of the letter, bond or guarantee itself. If there is not or if the challenge is not substantial, prima facie no injunction should be granted and the bank should be left free to honour its contractual obligation, although restrictions may well be imposed upon the freedom of the beneficiary to deal with the money after he has received it. The wholly exceptional case where an injunction may be granted is where it is proved that the bank knows that any demand for payment already made or which may thereafter be made will clearly be fraudulent. But the evidence must be clear, both as to the fact of fraud and as to the bank's knowledge. It would certainly not normally be sufficient that this rests upon the uncorroborated statement of the customer, for irreparable damage can be done to a bank's credit in the relatively brief time which must elapse between the granting of such an injunction and an application by the bank to have it discharged." Although these observations were directed to ex parte injunctions, they apply with equal force where the application is inter partes. There are two major hurdles to be cleared by the applicant for an injunction restraining payment:
(1)to establish a serious issue to be tried that the fraud exception applies; and
(2)to establish that the balance of convenience is in favour of the grant of an injunction. The circumstance in which both proposition can be established will be exceedingly rare.» Στην πρόσφατη απόφαση Pakistan Cables Limited v. NSB General Trading (Overseas) Co κ.α.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1711, ο Ναθαναήλ Δ. θέτει το ζήτημα ως εξής: «Αυτές οι διεθνείς πιστώσεις θεωρούνται στο διεθνές εμπόριο, (όπως και οι εγγυητικές - «performance bonds»), ως μετρητά χρήματα στην απουσία δε ισχυρότατου λόγου περί του αντιθέτου, δεν νοείται η μη πληρωμή ή μη εκτέλεση της πίστωσης. Μόνο η ύπαρξη δόλου, ισχυρισμός που όχι μόνο πρέπει να τίθεται από τον διάδικο, αλλά και να αποδεικνύεται από πλήρη και επαρκή στοιχεία, αναχαιτίζει την πληρωμή. Είναι γι΄ αυτό το λόγο που τα Δικαστήρια σπάνια επεμβαίνουν στο μηχανισμό των τραπεζικών υποχρεώσεων που δημιουργούνται μέσω των ανέκκλητων τραπεζικών υποχρεώσεων. Όπως έχει αναφερθεί στην R.D. Harbottle (Mercantile) Ltd & another v. National Westminster Bank Ltd & others
(1977)2 All E.R. 862, αυτές οι υποχρεώσεις «... are the life-blood of international commerce». Εκτός από την περίπτωση καθαρού δόλου στον οποίο εμπλέκεται ή έχει γνώση η ίδια η τράπεζα, τα Δικαστήρια αφήνουν τους εμπορευόμενους να διευθετήσουν τις διαφορές τους κάτω από τις συμβατικές δοσοληψίες που εκατέρωθεν ανέλαβαν, στα Δικαστήρια ή με διαιτησία. Όπως λέχθηκε στην ίδια υπόθεση: "The Courts are not concerned with their difficulties to enforce such claims; these are risks which the merchants take." Τα Δικαστήρια για τους προαναφερθέντες λόγους δεν χορηγούν κατά κανόνα ούτε απαγορευτικά διατάγματα μη πληρωμής της πίστωσης επεμβαίνοντας και αναστατώνοντας, με αυτό τον τρόπο, την ασφάλεια που πρέπει να διέπει τις συναλλαγές του διεθνούς εμπορίου, (δέστε Malas (trading as Hamzen Malas & Sons v. British Imex Industries Ltd
(1958)2 Q.B. 127 και Edward Owen Engineering Ltd v. Barclays Bank International Ltd
(1978)1 All E.R. 976). Η όλη φιλοσοφία που διέπει αυτού του είδους τις συναλλαγές έχει τεθεί από τον Diplock J. στην Ian Stach Ltd v. Baker Bosley Ltd
(1958)2 Q.B. 130, ως: "a direct undertaking by the banker that the seller, if he presents the documents as required in the required time, will receive payment."» Στην πιο πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Hellenic Bank Public Company Limited v. Alpha Panareti Public Limited Πολ. Έφ. 145/2011 ημερ. 13.6.2013 υποδεικνύονται τα εξής: «Είναι δεδομένη η αυτοτέλεια της εγγυητικής επιστολής .............. (Δέστε σχετικά το σύγγραμμα των Pollock & Mulla: Indian Contract and Specific Relief Acts 13η έκδ. Επαναδημοσίευση 2000, Τόμος Β΄, σελ. 1777-1793, καθώς και την υπόθεση Edward Owen Engg Ltd v. Barclays Bank Intl Ltd
(1978)1 All E.R. 976). Μια εγγυητική επιστολή εκδιδόμενη από τραπεζικό ίδρυμα αποτελεί στη βάση σαφούς νομολογίας ανέκκλητη επιβεβαίωση ότι θα πληρωθεί στη βάση των όρων της και γι΄ αυτό τα Δικαστήρια σπανίως επεμβαίνουν με την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων ώστε η εγγυητική να μην πληρωθεί ή να μην εκτελεσθεί. Οι εγγυητικές θεωρούνται στο εμπόριο ουσιαστικά ως μετρητά χρήματα και στην απουσία ισχυρότατου λόγου προς το αντίθετο δεν νοείται η μη πληρωμή ή η μη εκτέλεση της εγγυητικής. Ως τέτοιος λόγος έχει νομολογιακά αναγνωρισθεί μόνο η ύπαρξη δόλου που θα πρέπει να βαρύνει τον δικαιούχο της εγγυητικής και να είναι ταυτόχρονα και στη γνώση της τράπεζας. Έχει δε λεχθεί αυθεντικά από τη νομολογία ότι ο ισχυρισμός δόλου πρέπει όχι μόνο να τίθεται από τον ένα των διαδίκων, αλλά και να υποστηρίζεται από πλήρη και επαρκή στοιχεία ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να τον αξιολογήσει, έστω σε πρωταρχικό στάδιο, όταν ασχολείται με τη δυνατότητα έκδοσης προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος, (Δέστε σχετικά τις υποθέσεις R D Harbottle (Mercantile) Ltd & another v. National Westminster Bank Ltd & others
(1877)2 All E.R. 862, Malas (trading as Hamzen Malas & Sons v. British Imex Industries Ltd
(1958)2 Q.B.D. 127 και Themelhelp Ltd v. West and others
(1995)4 All E.R. 215).» Κατά την ακροαματική διαδικασία οι δύο πλευρές περιορίστηκαν σε αγορεύσεις τις οποίες υπέβαλαν γραπτώς. Η πλευρά της αιτήτριας εταιρείας δεν έκανε χρήση της δυνατότητας που παρέχει η Δ.48, θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για αντεξέταση της ομνύουσας την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση. Συναφώς θεωρώ ότι το περιεχόμενο της εν λόγω ενόρκου δηλώσεως παρέμεινε αδιαμφισβήτητο. Με κριτήριο τις πιο πάνω νομικές αρχές και με αναφορά στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και στα γεγονότα όπως προβάλλονται στις ένορκες δηλώσεις και τεκμήρια που υποστηρίζουν την Αίτηση και την Ειδοποίηση για Πρόθεση Ένστασης αντίστοιχα, που γίνεται αναφορά πιο πάνω, και έχοντας υπόψη τις θέσεις των δικηγόρων των διαδίκων, θα εξετάσω κατά πόσο το προσωρινό διάταγμα το οποίο εκδόθηκε στις 28.8.13 θα γίνει απόλυτο. Στην προκειμένη υπόθεση δεν αμφισβητείται η εγκυρότητα της εγγυητικής επιστολής με αριθμό 361/2007, ημερομηνίας 22.6.2007 (Τεκμ.2) από το κείμενο της οποίας προκύπτουν τα εξής: Οι εναγόμενοι 2 παραχώρησαν δάνειο στην εναγόμενη 1 με σκοπό αυτή να ανταποκριθεί στους όρους του αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερ. 15.6.2007 που υπέγραψε με τους ενάγοντες για την αγορά τριών καταστημάτων Α, Β και Γ από τους τελευταίους. Η τραπεζική εγγύηση εκδόθηκε από τους εναγόμενους 3 στις 22.6.2007 κατόπιν αιτήσεως των εναγόντων προς όφελος και διαταγή των εναγομένων
  1. Η τραπεζική εγγύηση εγγυάτο τους ενάγοντες ότι μέχρι τις 3.8.2013 θα ενέγραφαν τα καταστήματα Α, Β και Γ επ' ονόματι της εναγόμενης 1 ελεύθερα από οποιαδήποτε υποθήκη και/ή οποιαδήποτε άλλη επιβάρυνση. Καθοριζόταν ότι η ισχύς της θα ήταν μέχρι τις 3.9.2013 και οποιαδήποτε απαίτηση θα έπρεπε να υποβληθεί στους εναγόμενους 3 γραπτώς και εγκαίρως ώστε να βρίσκεται στα χέρια τους το αργότερο μέχρι την 1.00 μ.μ. της 3.9.2013, θα καθίστατο δε άκυρη και άνευ οποιασδήποτε ισχύος με την μεταβίβαση των καταστημάτων Α, Β και Γ των εναγόντων ή την υποθήκευση τους από την εναγομένη 1 προς όφελος των εναγομένων
  2. Περαιτέρω, προβλεπόταν στην τραπεζική εγγύηση υπό την μορφή ειδικού όρου ότι σε περίπτωση που το κτηματολογικό γραφείο Λεμεσού δεν έχει εκδώσει ξεχωριστό τίτλο για τα καταστήματα Α, Β και Γ μέχρι τις 3.8.2013, τότε η τραπεζική εγγύηση θα ανανεώνετο αυτόματα για περαιτέρω περίοδο ενός χρόνου κάτω από τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις εκτός της πρόνοιας για ανανέωση και θα λήξει πλήρως την 3.9.
  3. Με βάση τους όρους της εγγυητικής επιστολής οι εναγόμενοι 3 εκδότες της τραπεζικής εγγύησης ανέλαβαν να πληρώσουν στους εναγόμενους 2 το ποσό των Λ.Κ.220.000 χωρίς οποιαδήποτε αναφορά και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε ένσταση των εναγόντων αμέσως με τη λήψη της γραπτής απαίτησης τους η οποία να αναφέρει ότι οι ενάγοντες δεν έχουν μέχρι την 3.8.2013 εγγράψει ή μεταβιβάσει την περιουσία, ελεύθερη από οποιαδήποτε υποθήκη και/ή οποιαδήποτε άλλη επιβάρυνση στο όνομα της εναγομένης 1 και να ζητούν πληρωμή σύμφωνα με την εγγύηση. Οι εναγόμενοι 2 απέστειλαν επιστολή προς τους εναγόμενους 3 στις 2.9.2013 και με βάση τις προϋποθέσεις της εγγυητικής απαίτησαν την πληρωμή της. Μελέτησα με προσοχή την οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος (παρατίθεται ανωτέρω) για να διαπιστώσω κατά πόσο τα αγώγιμα δικαιώματα που διατυπώνει περιλαμβάνουν ισχυρισμό περί δόλου ή απάτης των εναγομένων. Είναι θεμελιωμένο ότι αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα υποβάλλεται στα πλαίσια ύπαρξης αγώγιμου δικαιώματος το οποίο δίνει δικαίωμα στον αιτητή, σε ουσιαστική θεραπεία (βλ. Αναφ. Igor Zhigachov κ.α. Πολ. Αίτηση 115/2012 ημερομηνίας 18.1.2013, Hellenic Bank Public Company Limited v. Alpha Panareti Public Limited (ανωτέρω)). Σύμφωνα με τις νομικές αρχές ανωτέρω, αλλά και το σχετικό πρότυπο ως προς το τι πρέπει να συμπεριλάβουν στο δικόγραφο τους οι αιτητές (βλ. Bullen & Leake and Jacob's "Precedents of Pleadings", 13η έκδοση, σελ. 120, πρότυπο 93). Οι αιτητές, οφείλουν να ισχυριστούν αλλά και να αποδείξουν ότι η απαίτηση πληρωμής έγινε κατά παράβαση των όρων της εγγυητικής επιστολής ή ότι η απαίτηση πληρωμής έγινε δολίως και ότι η εκδότρια τράπεζα γνώριζε για τον εν λόγω δόλο. Το αιτούμενο διάταγμα υπό την παράγραφο Α (ανωτέρω) του παρακλητικού της αίτησης αφορά την έκδοση διατάγματος που να απαγορεύει στο δικαιούχο (εναγομένους 2) την ανάληψη του ποσού της εγγύησης και το διάταγμα υπό την παράγραφο Β του παρακλητικού της αίτησης αφορά την περίπτωση απαγορευτικού διατάγματος πληρωμής απευθυνομένου στην τράπεζα (εναγόμενους 3). Οι εναγόμενοι 3 δεν έχουν καταχωρίσει ένσταση, στην προκειμένη υπόθεση, όμως, δεν υπάρχει ισχυρισμός στο δικόγραφο αλλά ούτε και μαρτυρία ότι η εκδότρια τράπεζα, εναγόμενοι 3, γνώριζαν για τον ισχυριζόμενο δόλο. Όπως είναι νομολογημένο, η εγγυητική επιστολή αποτελεί αυτόνομη σύμβαση μεταξύ της εκδότριας τράπεζας και του δικαιούχου και δεν περιορίζεται ούτε είναι υποκείμενη των όρων της σύμβασης πώλησης μεταξύ του αιτητή και του αγοραστή. Ο αιτητής δε, δεν μπορεί να επιβάλει στην εκδότρια τράπεζα να μην τιμήσει την εγγυητική επιστολή όταν ο δικαιούχος αξιώσει την πληρωμή της εγκαίρως και εγκύρως, επικαλούμενος τους όρους της εγγυητικής. Υπάρχουν δύο εξαιρέσεις στην αυτονομία της σύμβασης εγγύησης. Πρώτον, όταν αυτή μολύνθηκε από παρανομία και δεύτερον, όταν ο δικαιούχος διέπραξε απάτη. Με την αγωγή τους οι ενάγοντες - αιτητές υποστηρίζουν πως οι εναγόμενοι 2 επέδειξαν δόλια ή παράνομη συμπεριφορά έναντι των εναγόντων (βλ. παραγρ. Γ και Η του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος). Ισχυρισμός περί δόλου βρίσκεται στην ένορκη δήλωση του Κυριάκου Μαυρίκιου στις παραγράφους 15 και 19 της ένορκης δήλωσης του ημερομηνίας 28.8.2013 που έχουν ως εξής: «
  4. Είναι φανερό ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 από κοινού σχεδίου και ενώ γνωρίζουν ότι είμαστε σε θέση να τιμήσουμε τις συμβατικές μας υποχρεώσεις, προσπαθούν παράνομα και δόλια είτε να εξαργυρώσουν το ποσό της Τραπεζικής Εγγύησης και να «εξοφλήσουν έτσι το χρέος της Εναγομένης 1», είτε να επιδιώξουν παράνομα οικονομικά ανταλλάγματα, όπως τα ζητηθέντα, για να περιορίσουν, προς ζημιά μας, την οικονομική έκθεση της Εναγομένης 1 έναντι τους χρησιμοποιούντες παράνομες και αυθαίρετες μεθόδους με «όπλο» την Τραπεζική Εγγύηση. ..............
  5. Πρόκειται για κλασσική και πασιφανή περίπτωση προσπάθεια εξαπάτησης από κοινού σχεδίου των Εναγόντων εκ μέρους των Εναγομένων 1 και 2 στην οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να επέμβει για σκοπούς απονομής δικαιοσύνης, αφού οι από κοινού ενέργειες των Εναγομένων 1 και 2 σε σχέση με την Τραπεζική Εγγύηση είναι διαποτισμένες με έκδηλη παρανομία.» Οι ενάγοντες - αιτητές οφείλουν να αποδείξουν ότι η απαίτηση των εναγομένων 2 ήταν δόλια. Ο απλός ισχυρισμός όπως γίνεται πιο πάνω, δεν είναι αρκετός. Οι ενάγοντες - αιτητές όφειλαν να προσκομίσουν τέτοια μαρτυρία που να αποδεικνύουν ότι η πληρωμή της εγγυητικής θα αποτελεί πράξη δόλου και απάτης. Οι ενάγοντες - αιτητές είχαν υποχρέωση να παρουσιάσουν πλήρη και επαρκή στοιχεία σχετικά με τον ισχυρισμό δόλου πράγμα το οποίο απέτυχαν να πράξουν. Στις πιο πάνω παραγράφους με γενικότητα καταλογίζεται δόλος εναντίον των εναγομένων 2 σε σχέση με την εγγυητική επιστολή (Τεκμ. 2). Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η αιτία να μην μεταβιβαστούν τα καταστήματα επ' ονόματι της εναγόμενης 1 ήταν η αδυναμία της να πληρώσει τα μεταβιβαστικά τέλη στο Κτηματολόγιο και η αδυναμία της να εξεύρει χρηματοδότηση προς τούτο. Οι ενάγοντες εξέδωσαν ξεχωριστούς τίτλους για τα καταστήματα Α, Β και Γ πριν την 3.8.2013 συναφώς είχαν υποχρέωση να τα εγγράψουν επ' ονόματι της εναγόμενης 1 πριν την 3.8.
  6. Εφόσον ξεχωριστοί τίτλοι εξεδόθηκαν πριν την 3.8.2013 η τραπεζική εγγύηση δεν θα ανανεώνετο πέραν της 3.9.2013, συνεπώς οι εναγόμενοι 2 είχαν υποχρέωση να υποβάλουν γραπτώς στους εναγόμενους 3 μέχρι την 1.00 μ.μ. της 3.9.2013 την απαίτηση τους άλλως η εγγυητική καθίστατο άκυρη. Οι εναγόμενοι 2 απαίτησαν νόμιμα την πληρωμή τους στις 2.9.
  7. Από τα πιο πάνω, είναι φανερό ότι οι ενάγοντες/αιτητές δεν κατάφεραν να αποσείσουν το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών τους, επομένως δεν ικανοποιούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/
  8. Περαιτέρω, όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση του πιο πάνω άρθρου, επίσης δεν πληρείται, εφόσον οι ενάγοντες δεν έχουν καταδείξει με ποιο τρόπο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του διατάγματος. Υπενθυμίζω πως οι ενάγοντες, πέραν των διαταγμάτων, αξιώνουν και αποζημιώσεις εναντίον των εναγομένων. Ως εκ των ανωτέρω, η Αίτηση απορρίπτεται και το εκδοθέντα διατάγματα παύουν να ισχύουν. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων 2 - καθ' ων η αίτηση και σε βάρος των εναγόντων - αιτητών όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........................................................... Μ. Μαυρονικόλας, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΛ Subject: Civil/Other Action/Interim Αναφορά: Παρεμπίπτον προσωρινό διάταγμα [1] Edward Owen Engineering Ltd v. Barclays Bank International Ltd
(1978)Q.B. 159 [2] R. D. Harbouttle (Mercantile) Ltd v. National Westminster Bank Ltd
(1978)Q.B. 146; Solo Industries UK Ltd v. Canara Bank
(2001)1 W.L.R. 1800 at 1804 [3] Edward Owen Engineering Ltd v. Barclays Bank International Ltd
(1978)1 Q.B. 159 at 170-171 [4]
(1985)2 Lloyd's Rep 554n at 559, CA [5]
(1983)1 AC 168,
(1982)2 All E.R. 720, HL [6]
(1983)1 AC 168 at 183,
(1982)2 All E.R. 720 at 725 [7]
(1978)QB 159,
(1978)1 All E.R. 976 C.A., Lord Denning MR at 169D, [8]
(1978)QB 159,
(1978)1 All E.R. 976 C.A., Browne LJ at 173A [9]
(1978)QB 159,
(1978)1 All E.R. 976 C.A., Geoffrey Lane LJ at 175H [10]
(1984)1 Lloyd's Rep 251 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.