← Κύπρος

Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ευριπίδη Παπαϊωάννου κ.α., Αρ. Αγωγής: 4507/09, 29/7/2015

Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ευριπίδη Παπαϊωάννου κ.α., Αρ. Αγωγής: 4507/09, 29/7/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A211 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Ι. Κίτσιου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4507/09 Μεταξύ: Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, εκ Λευκωσίας Εναγόντων - και -

  1. Ευριπίδη Παπαϊωάννου, εκ Λεμεσού
  2. Δήμητρας Παπαϊωάννου, εκ Λεμεσού Εναγόμενων Ημερομηνία: 29.07.2015 Για τους Ενάγοντες: κα Β. Αδαμίδου για Νίκος Αναστασιάδης & Συνέταιροι (κα Δήμου κατα την απόφαση) Για τον Εναγόμενο 1: κ. Γ. Διογένους για Αρετή Χαριδήμου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ (κα Χρ. Φιάκκα κατά την απόφαση) Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Απαίτηση των Εναγόντων, στην παρούσα αγωγή, εναντίον των Εναγόμενων, στηρίζεται σε παράβαση συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 15.07.1993 το οποίο δεν εξοφλήθηκε. Με Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα ζητείται απόφαση για το ποσό των €110.619,88 πλέον τόκους 9% επί του ποσού €106.214,55 από 16.06.2009 μέχρι εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές ετησίως. Ζητείται επίσης διάταγμα για εκποίηση υποθηκευμένου ακινήτου ιδιοκτησίας του Εναγόμενου
  3. Εκ μέρους της Εναγόμενης 2 δεν καταχωρήθηκε Σημείωμα Εμφάνισης, ωστόσο δεν προωθήθηκε η απόδειξη της Απαίτησης εναντίον της, προφανώς λόγω του ότι εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας της, ως έχει μαρτυρηθεί κατά την ακρόαση. Ο Εναγόμενος 1 καταχώρησε τροποποιημένη υπεράσπιση, στις 12.02.2014, αρνούμενος καθ' ολοκληρία τους ισχυρισμούς των Εναγόντων. Εγείρει κατ' αρχήν προδικαστική ένσταση ισχυρισθείς ότι, η Έκθεση Απαίτησης δεν αποκαλύπτει βάση αγωγής και πως οι Ενάγοντες κωλύονται στην προώθηση αγωγής εναντίον του, καθότι το αγώγιμο τους δικαίωμα, είχε ή ενδέχεται να έχει παραγραφεί μετά την παρέλευση 10 χρόνων από την ημέρα τερματισμού του επίδικου δανείου έως την καταχώρηση της αγωγής. Οι Ενάγοντες του έδωσαν εύλογα την εντύπωση ότι δεν θα προχωρούσαν με αγωγή εναντίον του. Η καθυστέρηση έθεσε τον Εναγόμενο 1 σε αμηχανία και/ή καταπίεση, και ως εκ τούτου η αγωγή είναι καταχρηστική και/ή κακόπιστη και/ή κακόβουλη. Πλην του ότι αποδέχεται πως σύναψε συμφωνία δανείου με τους Ενάγοντες, ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι η συμφωνία δανείου που υπέγραψε είναι άκυρη και χωρίς νομική ισχύ, λόγω του ότι υπάρχουν σε αυτήν όροι παράνομοι και/ή μονομερώς επιβληθέντες και/ή έχουν τεθεί κατόπιν εκμετάλλευσης εκ μέρους των Εναγόντων της ιδιάζουσας οικονομικής ισχύος τους. Ισχυρίζεται επίσης ότι, η υποθήκη, την οποία παραχώρησε στους Ενάγοντες, είναι άκυρη διότι φέρει ημερομηνία προγενέστερη της συμφωνίας δανείου και/ή ότι εξασφαλίζει πιστωτικές διευκολύνσεις που παρασχέθηκαν μεταγενέστερα της συμφωνίας δανείου και/ή ότι εξασφαλίζει μεγαλύτερο ποσό από αυτό της συμφωνίας δανείου. Αν και ο Εναγόμενος 1 παραδέχεται τον τερματισμό της λειτουργίας του λογαριασμού του δανείου, ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες δεν δικαιούνταν στον τερματισμό κα/ή ότι ο τερματισμός ήταν παράνομος. Αρνείται επίσης ότι ο λογαριασμός του δανείου παρουσίαζε, κατά το χρόνο τερματισμού του, το ισχυριζόμενο, στην Έκθεση Απαίτησης από τους Ενάγοντες, ποσό. Λέγει δε ότι οι Ενάγοντες, κατά παράβαση του περί Τόκων Νόμου του 1977, υπερχρέωναν αυθαίρετα και/ή παράνομα χρηματικά ποσά στο λογαριασμό του ως τραπεζικά δικαιώματα και/ή έξοδα μελέτης και άλλα, καθώς επίσης, τον χρέωναν με παράνομες επιβαρύνσεις και/ή υπερβολικούς τόκους και/ή ανατοκισμό και/ή ανακεφαλαιοποίηση των τόκων. Επιπρόσθετα, ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι, δεν του δόθηκε εύλογος και/ή προβλεπόμενος χρόνος προειδοποίησης, πριν τον τερματισμό του επίδικου δανείου ώστε να λάβει γνώση για την ισχυρισθείσα καθυστέρηση. Ισχυρίζεται δε επιπλέον ότι, επανειλημμένα είχε διαμαρτυρηθεί προς τους Ενάγοντες, γραπτώς και προφορικά, για τις παράνομες και/ή αντισυμβατικές χρεώσεις στο λογαριασμό του και τους κάλεσε όπως διαγράψουν και/ή αφαιρέσουν αυτές, πλην όμως οι Ενάγοντες δεν το έπραξαν. Εξ αιτίας της μη ανταπόκρισης των Εναγόντων, τους ενημέρωσε ότι δεν επιθυμούσε πλέον τη συνεργασία μαζί τους και τους υπέβαλε εύλογη και/η λογική πρόταση προκειμένου να τερματιστεί η συμφωνία και/ή συνεργασία και/ή ο λογαριασμός δανείου, πλην όμως οι Ενάγοντες δεν ανταποκρίθηκαν και/ή δεν του απάντησαν. Οι Ενάγοντες παρέλειψαν να πληροφορούν τον Εναγόμενο 1 και/ή δεν τον πληροφόρησαν επαρκώς αναφορικά με την κίνηση του λογαριασμού του και/ή για τις εκάστοτε χρεωπιστώσεις σ' αυτόν. Διαζευκτικά ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να αξιώνουν τόκους, πέραν του 9% και/ή το ποσό του τόκου δεν μπορεί να ξεπερνά το διπλάσιο του ποσού του αρχικού δανείου, ήτοι €111.058,
  4. Ο Εναγόμενος 1, μέσω επιστολή του συνηγόρου του ημερομηνίας 18.11.2013, πρότεινε εξώδικη διευθέτηση στη βάση της θέσης του ότι δεν πρέπει να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό πέραν των €111.058,00 η οποία όμως δεν έγινε αποδεκτή, μέσω επιστολής των δικηγόρων των Εναγόντων ημερομηνίας 12.12.
  5. Οι Ενάγοντες, με την Απάντηση τους στην Τροποποιημένη Υπεράσπιση του Εναγόμενου 1, απορρίπτουν όλους τους ισχυρισμούς και τις θέσεις του τελευταίου, επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά τις αρχικές θέσεις τους και/ή θέτοντας θέσεις που καλύπτονται και/ή συνάδουν με τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης. Για την απόδειξη της Απαίτησης οι Ενάγοντες παρουσίασαν δύο μάρτυρες (στο εξής Μ.Ε.) και ο Εναγόμενος 1, προς Υπεράσπισή του, μαρτύρησε ο ίδιος. Κατά την ακροαματική διαδικασία κατατέθηκαν ως Τεκμήρια - έγγραφα στα οποία θα αναφερθεί το Δικαστήριο στην πορεία της απόφασης. Προσαχθείσα μαρτυρία:- Μ.Ε.1 κατέθεσε ο Δαμιανός Τσαγγάρης, υπάλληλος των Εναγόντων εργαζόμενος στην Υπηρεσία Διακανονισμού Χρεών στη Λεμεσό. Αναφέρθηκε κατ' αρχήν στη μετονομασία των Εναγόντων, περί τις 12.07.
  6. Στα καθήκοντα του, μεταξύ άλλων, είναι ο έλεγχος και η παρακολούθηση προβληματικών λογαριασμών ενόψει τερματισμού τους. Αν δεν υπάρξει άμεσος διακανονισμός, τότε ο φάκελος της υπόθεσης διαβιβάζεται στην υπηρεσία που αυτός εργάζεται για λήψη δικαστικών μέτρων. Αυτό έγινε στην περίπτωση του Εναγόμενου 1, εξ ου και ο μάρτυρας έχει στην κατοχή και τον έλεγχο του το φάκελο με τα έγγραφα που αφορούν τον Εναγόμενο
  7. Αναφέρθηκε επίσης στην παραχώρηση δανείου προς τον Εναγόμενο 1 ύψους ΛΚ32.500,00, με βάση γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 15.07.
  8. Ως αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας δανείου, είναι και η εγγύηση που παραχώρησε η Εναγόμενη 2, η οποία έχει πτωχεύσει, έχει δε υποβληθεί, από τους Ενάγοντες, αίτηση για επαλήθευση του χρέους της. Ο Εναγόμενος 1, σε αντάλλαγμα του δανείου που οι Ενάγοντες είχαν αποδεχθεί να του παραχωρήσουν, στις 14.05.1993 ενέγραψε προς όφελος των τελευταίων την υποθήκη Υ.3024/93 για ένα ακίνητό του στην ενορία Αγίου Σπυρίδωνα, στη Λεμεσό. Η υποθήκη ήταν για το ποσό των ΛΚ40.000,00 με τόκο 9% ετησίως από 14.05.1993, πλέον προμήθειες και/ή άλλα τραπεζικά δικαιώματα. Επειδή ο Εναγόμενος 1 δεν κατέβαλλε τις δόσεις για εξόφληση του δανείου του, ως προβλεπόταν στη συμφωνία που υπέγραψε, οι Ενάγοντες του απέστειλαν επιστολή ημερομηνίας 04.02.1999 όπως εντός 15 ημερών εξοφλήσει ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού πλέον τόκους και έξοδα. Λόγω μη ανταπόκρισης του Εναγόμενου 1, οι Ενάγοντες του απέστειλαν και νέα επιστολή ημερομηνίας 16.06.2009 καλώντας τον για τελευταία φορά όπως εντός 7 ημερών εξοφλήσει κάθε χρεωστικό υπόλοιπο προς αυτούς. Οι Ενάγοντες διατηρούν τραπεζικά βιβλία και σε ηλεκτρονική μορφή. Στο σύστημα που τηρείται στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, φυλάσσονται όλες οι πληροφορίες και οι πράξεις των πελατών των Εναγόντων, περιλαμβανομένου και του λογαριασμού του Εναγόμενου 1, καθώς και ηλεκτρονικό αρχείο επαφών και ενεργειών διαχρονικά για κάθε περίπτωση πελατών. Το τραπεζικό βιβλίο, το οποίο τηρείται από τους Ενάγοντες σε ηλεκτρονική μορφή, ήταν από το άνοιγμα του πιο πάνω λογαριασμού μέχρι σήμερα, ένα από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία των Εναγόντων. Όλες οι καταχωρήσεις στο εν λόγω τραπεζικό βιβλίο, συμπεριλαμβανομένων και των καταχωρήσεων για τον επίδικο λογαριασμό, έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών των Εναγόντων. Το τραπεζικό βιβλίο καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν και εξακολουθεί να βρίσκεται φυλαγμένο στις κτιριακές εγκαταστάσεις των Εναγόντων και υπό τον έλεγχο τους. Οι Ενάγοντες, ως χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, διεξάγουν συστηματικά τραπεζικές εργασίες από την 01.01.1944 μέχρι και σήμερα, αδιάλειπτα, με σκοπό το κέρδος. Από το αρχείο το οποίο τηρούν οι Ενάγοντες, παρήχθησαν οι καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού τις οποίες κατέθεσε. Αφορούν την περίοδο από την 15.07.1993 μέχρι και τη 17.12.2013, και τις επισύναψε με πιστοποιητικό υπογεγραμμένο από τον ίδιο (Τεκμήριο 12). Αφού συγκρίθηκαν από τον ίδιο με την αρχική καταχώρηση στο ηλεκτρονικό αρχείο διαπίστωσε ότι ήταν ορθές. Για την ετοιμασία των καταστάσεων λογαριασμού του Εναγόμενου 1 έλαβε υπόψη όλες τις συναλλαγές. Διερχόμενος αυτές μία προς μία, αφαίρεσε όλες τις χρεώσεις καθώς και τους αναλογούντες σε σχέση με αυτές τόκους, τις οποίες οι Ενάγοντες δεν αξιώνουν. Από το ηλεκτρονικό αρχείο των Εναγόντων, τύπωσε τις καταστάσεις οι οποίες αποστέλλονταν ταχυδρομικώς στον Εναγόμενο 1 τις οποίες κατέθεσε (Τεκμήριο 13). Μ.Ε.2 κατέθεσε η Έλενα Γαβριήλ, επίσης υπάλληλος των Εναγόντων, εργαζόμενη στην Υπηρεσία Διακανονισμού Χρεών από 04.09.2003 μέχρι σήμερα. Είναι μία εκ των λειτουργών που της ανατέθηκε ο χειρισμός, ο έλεγχος και η παρακολούθηση του τραπεζικού λογαριασμού για το δάνειο του Εναγόμενου
  9. Επειδή ο τελευταίος δεν εκπλήρωσε τις συμβατικές υποχρεώσεις του, οι Ενάγοντες τερμάτισαν τη λειτουργία του λογαριασμού του δανείου του με επιστολή ημερομηνίας 04.02.
  10. Μετά τον τερματισμό, οι Ενάγοντες είχαν ενημερώσει τον Εναγόμενο 1 και τον είχαν καλέσει να προσέλθει στα γραφεία τους με στόχο την εξεύρεση εξώδικης διευθέτησης. Προκύπτει, από το αρχείο που διατηρούν οι Ενάγοντες, ότι στις 27.06.2000 υπήρξε συνάντηση με τον Εναγόμενο 1 στα γραφεία των Εναγόντων. Ο Εναγόμενος 1 υπέβαλε πρόταση για αποπληρωμή, τόσο των προσωπικών υποχρεώσεών του, οι οποίες αφορούν την επίδικη συμφωνία δανείου, όσο και τις υποχρεώσεις της εταιρείας του E.P. & A. Motors Ltd. Παρότι η πρόταση αυτή εγκρίθηκε από τη διοίκηση των Εναγόντων, ο Εναγόμενος 1 δεν επανήλθε για την υλοποίηση και υπογραφή σχετικών εγγράφων. Στις 06.03.2002 οι Ενάγοντες καταχώρησαν αίτηση αναγκαστικής πώλησης δύο ακινήτων δυνάμει της υποθήκης Υ.3023/
  11. Τα προαναφερόμενα ακίνητα είναι αυτά που βαρύνονται και από την υποθήκη Υ.3024/1993 η οποία παραχωρήθηκε για το επίδικο δάνειο, όμως μέχρι σήμερα δεν υπήρξε οποιοδήποτε αποτέλεσμα. Επίσης, σύμφωνα με τα αρχεία των Εναγόντων, ο τότε δικηγόρος του Εναγόμενου 1, είχε συνάντηση στις 12.10.2006 με το διευθυντή της υπηρεσίας διακανονισμού χρεών, Ανδρέα Καούλλα, στα γραφεία των Εναγόντων, και υπέβαλε πρόταση για συνολική διευθέτηση του χρέους, και ζητώντας χρόνο για να συνεννοηθεί με τον πελάτη του, ωστόσο, ο τελευταίος, δεν επανήλθε, παρόλο που οι Ενάγοντες επεδίωξαν στις 20.10.2006 να επικοινωνήσουν μαζί του. Σύμφωνα πάλι με τα αρχεία των Εναγόντων, υπήρξε συνάντηση στα γραφεία τους με τον Εναγόμενο 1 στις 22.05.
  12. Ο Εναγόμενος 1 ανέφερε ότι τα παιδιά του είχαν πρόθεση να προχωρήσουν σε δάνειο για εξόφληση των υποχρεώσεών του. Ακόμη, ο Εναγόμενος 1, ενημέρωσε τους Ενάγοντες ότι είχε πρόθεση να πωλήσει τα ενυπόθηκα ακίνητα σε περίπτωση που βρισκόταν αγοραστής και συμφέρουσα τιμή. Στις 10.06.2008, ο Εναγόμενος 1 υπέβαλε πρόταση στους Ενάγοντες για διευθέτηση των υποχρεώσεών του, η οποία δεν έγινε αποδεκτή από τους Ενάγοντες και του ζητήθηκε να υποβάλει νέα βελτιωμένη πρόταση. Δεν υπήρξε νέα πρόταση από τον Εναγόμενο 1, αλλά ούτε και αποπληρωμή χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού του, οπότε καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή. Ο Εναγόμενος 1 στη μαρτυρία του ανέφερε ότι σύναψε δάνειο το 1993 με τους Ενάγοντες για το ποσό των ΛΚ32.500,
  13. Μέχρι το 1998 είχε πληρώσει ΛΚ20.800,
  14. Ως εκ τούτου το υπόλοιπο, χωρίς τους τόκους θα ήταν ΛΚ11.700,
  15. Περί το 1995 οι Ενάγοντες άρχισαν να χρεώνουν το λογαριασμό του δανείου του με έξοδα διαχείρισης/παρακολούθησης του λογαριασμού και άλλα έξοδα, και/ή με άλλες παράνομες και αντισυμβατικές χρεώσεις. Επίσης κάθε μήνα χρέωναν το λογαριασμό του με έξοδα καθυστέρησης δόσης με επιπλέον τόκο. Παρόλο που στις 23.02.1996 απέστειλε επιστολή στους Ενάγοντες γνωστοποιώντας τους ότι δεν αποδεχόταν τις παράνομες χρεώσεις τους, δεν πήρε ποτέ απάντηση. Μέχρι το 1997 και 1998 οι Ενάγοντες συνέχισαν τις παράνομες χρεώσεις. Στις 31.12.1998 απέστειλε εκ νέου επιστολή στους Ενάγοντες, με κοινοποίηση στον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου τους, στη Λευκωσία, και στον Περιφερειακό Διευθυντή Λεμεσού, αναφέροντας ότι δεν αποδεχόταν τις παράνομες και/ή αντισυμβατικές χρεώσεις στο λογαριασμό του. Παρότι ο Πρόεδρος των Εναγόντων του έστειλε επιστολή, γνωστοποιώντας του την παραλαβή της επιστολή του, δεν πήρε απάντηση στη θέση του ή το παράπονό του. Επειδή δεν πήρε απάντηση αποτάθηκε τηλεφωνικά στον τότε υπεύθυνο των δανείων, στο υποκατάστημα Μακαρίου Γ' στη Λεμεσό, και του ανέφερε για τις παράνομες χρεώσεις, πλην όμως του αναφέρθηκε ότι επρόκειτο για νόμιμες χρεώσεις και άρα δεν μπορούσαν να αφαιρεθούν. Τότε αντιλήφθηκε ότι ο τρόπος που η τράπεζα χειριζόταν το δάνειο του ήταν τέτοιος που ίσως δεν θα μπορούσε ποτέ να το εξοφλήσει. Αναφέρθηκε δε σε συγκεκριμένα χρηματικά ποσά ως χρεωθέντα παράνομα και/ή αντισυμβατικά, με επίκληση σχετικών καταστάσεων λογαριασμού που του απέστελλαν οι Ενάγοντες. Το 1998 ενόψει των όσων αντιλήφθηκε, σταμάτησε να πληρώνει τις δόσεις του, αφού δεν συμφωνούσε με τις παράνομες χρεώσεις που μονομερώς και αυθαίρετα επέβαλλαν οι Ενάγοντες. Μετά την επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 04.02.1999 που του απέστειλαν οι Ενάγοντες, αποτάθηκε στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού το οποίο θα του παραχωρούσε δάνειο, μέχρι ΛΚ100.000,00, με απώτερο σκοπό να εξοφλήσει το επίδικο δάνειο προς τους Ενάγοντες. Αποτάθηκε στη συνέχεια στους Ενάγοντες, μιλώντας τηλεφωνικά με τον Ανδρέα Καούλλα, τότε υπεύθυνο του νομικού τμήματος των Εναγόντων στην Υπηρεσία Διακανονισμού Χρεών, ως επίσης τον επισκέφθηκε στο γραφείο του. Ο Ανδρέας Καούλας του ανέφερε ότι έπρεπε να εξοφλήσει όλα τα δάνεια του, δηλαδή το επίδικο καθώς και ένα δάνειο προς την εταιρεία E.P. & A. Motor Ltd, τα οποία ανέρχονταν σε ΛΚ110.000,
  16. Ο Εναγόμενος 1 ανέφερε στον Α. Καούλα ότι είχε ήδη αιτηθεί δάνειο από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού, και ότι μπορούσε να πληρώσει το ποσό των ΛΚ100.000,00, ως επίσης του υπέδειξε ότι θα έπρεπε να αφαιρεθούν όλα τα έξοδα που χρεώθηκαν στο λογαριασμό του ώστε να μειωθεί το υπόλοιπο και να μπορέσει να το εξοφλήσει. Οι Ενάγοντες αρνήθηκαν το διακανονισμό που τους πρότεινε και η προσπάθεια του για διευθέτηση ναυάγησε από υπαιτιότητα των Εναγόντων. Το 2008 με δική του πρωτοβουλία, πήγε στο γραφείο του τότε υπεύθυνου του νομικού τμήματος της Υπηρεσίας Διακανονισμού Χρεών των Εναγόντων, ο οποίος του ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι μπορούσε να προτείνει στους Ενάγοντες ένα χρηματικό ποσό για πλήρη εξόφληση των υποχρεώσεων του. Ως εκ τούτου, στις 10.06.2008 ο Εναγόμενος 1 έστειλε επιστολή στους Ενάγοντες, προτείνοντας συνολική διευθέτηση των δανείων του, πλην όμως η πρόταση του δεν έγινε αποδεκτή. Στις 16.06.2009 του στάληκε επιστολή, από το νομικό τμήμα των Εναγόντων, όπου τον καλούσαν να εξοφλήσει το υπόλοιπο του δανείου του ανερχόμενο σε €122.614,
  17. Στις 30.07.2009 ο Εναγόμενος 1 έστειλε επιστολή στους Ενάγοντες και τους καλούσε σε συνάντηση. Τους ανέφερε δε, στην εν λόγω επιστολή, για την αδικαιολόγητη καθυστέρηση των 10 χρόνων στη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον του. Ακολούθησε η αγωγή με την οποία οι Ενάγοντες ζητούν το ποσό των €110.619,88 ενώ με την κατάσταση λογαριασμού που παρουσίασαν στο Δικαστήριο φαίνεται ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού του είναι €166.678,68 αλλά και με άλλη κατάσταση λογαριασμού, που είναι Τεκμήριο 12, οι Ενάγοντες προέβηκαν σε αναπροσαρμογή του ποσού, μειώνοντας την απαίτηση τους στις €108.835,00, γεγονός που τον δικαιώνει ως προς τις παράνομες χρεώσεις. Θεωρεί, ο Εναγόμενος 1, ότι οι Ενάγοντες του συμπεριφέρθηκαν με λανθασμένο τρόπο με απώτερο σκοπό να αποκομίσουν κέρδος σε βάρος του, ενόψει της υποθήκης που τους παραχώρησε, αφού αυτοί αισθάνονταν εξασφαλισμένοι και γι' αυτό δεν προχώρησαν αμέσως στην καταχώρηση αγωγής. Το αντίθετο όμως έπραξαν εγείροντας εναντίον του την αγωγή 2550/00, στα πλαίσια παραχώρησης προσωπικής εγγύησης του προς την εταιρεία E.P. & A. Motors Ltd, επειδή δεν υπήρξε εξασφάλιση με ακίνητα. Μετά την ολοκλήρωση των μαρτυριών, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων ανέπτυξαν με επιχειρήματα τις θέσεις των διαδίκων. Από πλευράς Εναγόντων, η καταληκτική εισήγηση είναι πως δικαιολογείται η έκδοση απόφασης στη βάση της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού, που οι Ενάγοντες παρουσίασαν, και στην οποία δεν υπάρχουν οποιεσδήποτε χρεώσεις πέραν από τις προβλεπόμενες στη συμφωνία δανείου. Από πλευράς του Εναγόμενου 1, ο ευπαίδευτος συνήγορος του, εστίασε την εισήγηση του σε τρία ζητήματα, (α) στο ότι ισχύουν και έχουν εφαρμογή οι πρόνοιες του Ν.2/77, Περί Τόκου Νόμος, αφού η συμφωνία δανείου τερματίστηκε το 1999, (β) ότι εξ αιτίας παράβασης του εν λόγω νόμου η επίδικη συμφωνία δανείου είναι άκυρη και (γ) αν η συμφωνία κριθεί νόμιμη, τότε η απόφαση του Δικαστηρίου δεν πρέπει να είναι για ποσό μεγαλύτερο του διπλάσιου του αρχικού ποσού του δανείου. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευχέρεια και παρακολούθησε με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους σε συνδυασμό με το περιεχόμενο των τεκμηρίων που έχουν κατατεθεί, το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους. Οι Μ.Ε. άφησαν καλή εντύπωση στο Δικαστήριο, κρίνεται πως επρόκειτο για πρόσωπα τα οποία κατέθεσαν όσα γνώριζαν για την υπόθεση, λόγω των καθηκόντων τους. Ξεκαθάρισαν τα σημεία όπου η μαρτυρία τους προερχόταν από μη προσωπική γνώση. Ως θα διαφανεί και αργότερα επί αρκετών ουσιωδών στοιχείων, η μαρτυρία τους, κατά την αντεξέταση τους, δεν αμφισβητήθηκε. Η αμφισβήτηση τους αφορά σε νομικές θέσεις, κυρίως στο χαρακτηρισμό των διάφορων χρεώσεων επί των καταστάσεων λογαριασμών και όχι επί των γεγονότων. Από την πλευρά του ο Εναγόμενος 1, επίσης άφησε καλή εντύπωση, ήταν συνεπής και σταθερός στη μαρτυρία του, δεν παρατηρήθηκε οποιαδήποτε αντίφαση ή άλλο κλονιστικό στοιχείο της αξιοπιστίας του. Αναφορικά με τις διάφορες τοποθετήσεις του, που σχετίζονται με επιχειρήματα και νομικές θέσεις, θα αποφανθεί το Δικαστήριο, σε κατοπινό στάδιο. Διαφαίνεται δε πως επί των ουσιωδών γεγονότων, δεν υπάρχει διαφωνία, αλλά κάτι τέτοιο υπάρχει μόνο ως προς την αντίληψη που οι μάρτυρες έχουν ή ερμήνευσαν τα γεγονότα. Παρατηρείται πως η σύναψη της συμφωνίας είναι αποδεκτή από τον Εναγόμενο 1, επίσης αποδεκτή είναι και η παύση πληρωμής των δόσεων του το 1998, καθώς επίσης η αποστολή προς τον Εναγόμενο 1 των δύο επιστολών των Εναγόντων ημερομηνίας 04.02.1999 και 16.06.
  18. Αποδεκτές είναι και οι συναντήσεις που έγιναν ενδιάμεσα των δύο προαναφερόμενων επιστολών. Ευρήματα Δικαστηρίου: Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, τα ουσιώδη πραγματικά και αδιαμφισβήτητα γεγονότα που διέπουν την παρούσα υπόθεση, και τα οποία συνιστούν ευρήματα του Δικαστηρίου, έχουν ως εκτίθενται στη συνέχεια: Οι Ενάγοντες είναι τραπεζικός οργανισμός. Στα πλαίσια των εργασιών τους, στις 15.07.1993, σύναψαν γραπτή συμφωνία δανείου (Τεκμήριο 4) με τον Εναγόμενο 1, πρωτοφειλέτη, για το ποσό των ΛΚ32.500,
  19. Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι το εν λόγω ποσό παραχωρήθηκε στον Εναγόμενο
  20. Σύμφωνα με τη συμφωνία δανείου, ο Εναγόμενος 1 θα αποπλήρωνε το δάνειο του με το ποσό των ΛΚ400,00 μηνιαίως, της πρώτης δόσης πληρωτέας την 15.08.
  21. Επίσης, σύμφωνα με τους όρους 3 και 4 του Τεκμηρίου 4, συμφωνήθηκαν τα ακόλουθα: «
  22. ................................. Νοείται πάντοτε ότι η Τράπεζα θα έχη το δικαίωμα να απαιτήση καθ' οιανδήποτε στιγμήν την αποπληρωμήν του ρηθέντος δανείου ή οιουδήποτε υπολοίπου τούτου, οπότε το ρηθέν δάνειον ή οιονδήποτε υπόλοιπον αυτού καθίσταται αμέσως πληρωτέον και απαιτητόν.
  23. Το ρηθέν δάνειον θα χρεώνηται (α) Με τόκον προς 9% ετησίως επί ημερησίων υπολοίπων, του τοιούτου τόκου υπολογιζομένου και καταβαλλομένου την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Προς υπολογισμόν του τόκου, θα λογίζωνται οι μήνες προς όσας έκαστος τούτων έχει ημέρας, προς εύρεσιν δε του τόκου θα λαμβάνηται ως διαιρέτης το εκ 360 ημερών εμπορικόν έτος. Νοείται ότι η Τράπεζα θα δικαιούται να καταλογίζη τα έναντι του δανείου εκάστοτε κατατιθέμενα ποσά πρώτον προς εξόφλησιν ή μερικήν εξόφλησιν των μέχρι της ημέρας της καταθέσεως δεδουλευμένων τόκων, προμηθείας και δικαιωμάτων, τυχόν δε υπόλοιπον έναντι του κεφαλαίου. Οι τόκοι θα κεφαλαιοποιούνται την 30ην Ιουνίου και/ή την 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους, νοουμένου ότι η τοιαύτη κεφαλαιοποίησις δεν θα αντίκειται προς την εκάστοτε ισχύουσαν Νομοθεσίαν. (β) Με προμήθειαν προς ..% εκάστην εξαμηνίαν, υπολογιζομένην επί του μεγαλυτέρου χρεωστικού υπολοίπου το οποίον ήθελεν παρουσιάσει το δάνειον κατά την σχετικήν εξάμηνον περίοδον. (γ) Με τραπεζικά δικαιώματα προς ..... εξαμηνιαίως, των τοιούτων δικαιωμάτων καταβαλλομένων την 30ην Ιουνίου, και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Νοείται πάντοτε ότι η Τράπεζα θα έχη το δικαίωμα καθ' οιονδήποτε στιγμήν ήθελε αποφασίσει, δι' εγγράφου προς τον χρεώστην ειδοποιήσεως να αυξομειώνη το ρηθέν ποσοστόν επιτοκίου εντός του ορίου του εκάστοτε εν ισχύι νομίμου επιτοκίου και/ή να τροποποιή το ποσοστόν προμηθείας και/ή Τραπεζικά δικαιώματα (Ledger Fees) και/ή επιβαρύνη τον λογαριασμόν με ποσοστόν προμηθείας και/ή με Τραπεζικά δικαιώματα (Ledger Fees) όπως επίσης και με οιαδήποτε ποσά οφειλόμενα και πληρωτέα υπό του χρεώστου εξ οιασδήποτε άλλης αιτίας κατά την απόλυτον κρίσιν της εάν η παρούσα δεν προνοή τοιαύτας επιβαρύνσεις· νοείται περαιτέρω ότι η τοιαύτη αύξησιν και/ή μείωσιν και/ή τροποποίησις και/ή επιβάρυνσις θα έχη ισχύν από της ημερομηνίας της αποστολής της τοιαύτης ειδοποιήσεως ή τοιαύτης μεταγενεστέρας ημερομηνίας ως ήθελε καθορισθή εις την τοιαύτην ειδοποίησιν.» O Εναγόμενος 1 είχε παραχωρήσει προς τους Ενάγοντες, στις 14.05.1993, την υποθήκη Υ.3024/93 μαζί με άλλο πρόσωπο (βλέπε Τεκμήριο 8) για το ποσό των ΛΚ40.000,00 πλέον τόκο 9% από 14.05.1993 μέχρι εξόφλησης. Ο Εναγόμενος 1 ενώ πλήρωνε κανονικά τις δόσεις του, περί το 1995, αντιλήφθηκε ότι ο λογαριασμός του χρεωνόταν με έξοδα που δεν καλύπτονταν από τη συμφωνία δανείου. Διαμαρτυρήθηκε προς τους Ενάγοντες οι οποίοι όμως δεν προέβηκαν σε σχετικές αφαιρέσεις. Στη συνέχεια, ο Εναγόμενος 1, περί τα μέσα του 1998, επειδή συνεχίστηκε η χρέωση εξόδων στο λογαριασμό του, που δεν καλύπτονταν από τη συμφωνία δανείου, σταμάτησε την πληρωμή των μηνιαίων δόσεων για εξόφληση. Ακολούθησε στις 04.02.1999 επιστολή των Εναγόντων προς τον Εναγόμενο 1, Τεκμήριο 9, με την οποία κλήθηκε εντός 15 ημερών να καταβάλει ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο το οποίο τότε, κατά τους Ενάγοντες, ήταν ΛΚ27.512,12, πλέον τόκους. Ο Εναγόμενος 1 δεν κατέβαλε το ποσό που του ζητήθηκε με την επιστολή, Τεκμήριο 9, ακολούθησε συνάντηση, μεταξύ του και του Ανδρέα Καούλλα εκ μέρους των Εναγόντων, προκειμένου να βρεθεί διευθέτηση. Ο Εναγόμενος πρότεινε την εξόφληση του επίδικου δανείου, αφού ήταν έτοιμος προς τούτο, από δάνειο που είχε εξασφαλίσει από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού, νοουμένου ότι θα του αφαιρούσαν τις αντισυμβατικές χρεώσεις, πλην όμως αυτό δεν έγινε εκ μέρους των Εναγόντων. Συναντήσεις είχαν γίνει και το 2000, το 2006 και το 2008 για σκοπούς διευθέτησης. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 13 (προτελευταία σελίδα), η κατάσταση λογαριασμού του Εναγόμενου 1 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο, την 30.06.2014 το ποσό των €193.407,08 ενώ σύμφωνα με το Τεκμήριο 12, το χρεωστικό υπόλοιπο, αφαιρουμένων πλέον οποιωνδήποτε άλλων χρεώσεων πλην του τόκου, ήταν μέχρι τις 17.12.2013, €108.835,
  24. Νομική πτυχή: Η παρούσα υπόθεση είναι πολιτική, η απόσειση του βάρους απόδειξης θα κριθεί με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους Ενάγοντες όπως αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους οι οποίοι περιλαμβάνονται στην έκθεση απαίτησης. Η απόσειση του βάρους απόδειξης θα αποτιμηθεί υπό το φως της παραδεκτής και αξιόπιστης μαρτυρίας, υπό το πρίσμα πάντοτε του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου διευκρινίζεται και τονίζεται πως η απόσειση του βάρους απόδειξης συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αξιόπιστη. Με βάση τους δικογραφημένους ισχυρισμούς, των διαδίκων, καθώς και τα επιχειρήματα τους όπως προωθήθηκαν στις αγορεύσεις, το όλο θέμα άπτεται της γραπτής συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 15.07.1993, και της δικαιολογημένης ή μη απαίτησης εξόφλησης του με την επιστολή 04.02.1999 κατόπιν παράβασης της συμφωνίας από τον Εναγόμενο 1 ή και χωρίς τέτοια παράβαση. Είναι νομολογημένο, πως κατ' εφαρμογή του Κεφ. 149, η παράβαση συμφωνίας παρέχει την επιλογή, στο ανυπαίτιο συμβαλλόμενο μέρος, είτε να εμμείνει στην εκτέλεση της συμφωνίας, διεκδικώντας αποζημιώσεις εξ αιτίας της παράβασης, είτε να καταγγείλει τη σύμβαση και να διεκδικήσει αποζημιώσεις ή άλλες θεραπείες εξ αιτίας της παράβασης. Συμπέρασμα Δικαστηρίου: Πριν προχωρήσει το Δικαστήριο στην εξέταση για έγκριση ή μη της Απαίτησης των Εναγόντων, κρίνεται ορθό όπως απαντηθεί η προδικαστική ένσταση που έχει εγερθεί στην Υπεράσπιση, εξ αιτίας της σπουδαιότητας που αυτή έχει. Παραπονείται ο Εναγόμενος 1, και εγείρει ως προδικαστική ένσταση, πως η αγωγή δεν θα πρέπει να επιτύχει εξ' αιτίας του ότι οι Ενάγοντες καθυστέρησαν για περίοδο 10 ετών στη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον του. Η νομολογία επί του θέματος υπαγορεύει πως αυτό θα πρέπει να εξετάζεται μέσα στα πλαίσια της κάθε υπόθεσης και εντός των γεγονότων αυτής. Το όλο ζήτημα δεν θα πρέπει να είναι ασύνδετο με το αν δίδεται η εντύπωση ή δικαιολογημένα δημιουργείται τέτοια σε Εναγόμενο, ότι οι πιστωτές του εγκατέλειψαν ή αποποιήθηκαν των δικαιωμάτων τους. Στην παρούσα περίπτωση, κρίνεται ότι τα γεγονότα της υπόθεσης δεν συνηγορούν υπέρ του συμπεράσματος ότι οι Ενάγοντες, οποτεδήποτε, εγκατέλειψαν τα δικαιώματα τους ή αποποιήθηκαν αυτών ή ότι ήταν δικαιολογημένο για τον Εναγόμενο 1 να αντιληφθεί κάτι τέτοιο. Αυτό, ενόψει των απαιτήσεων των Εναγόντων, για πληρωμή και εξόφληση του δανείου κατά τις συναντήσεις που είχαν με τον Εναγόμενο 1, περί το 2000, το 2006 και το 2008, ενδιάμεσα, της επιστολής ημερομηνίας 04.02.1999 (Τεκμήριο 9) και της τελευταίας επιστολής ημερομηνίας 16.06.2009 (Τεκμήριο 10). Ταυτόχρονα κατ' αυτές τις συναντήσεις ο Εναγόμενος 1 υπέβαλλε προτάσεις για διευθέτηση, έτοιμος να καταβάλει το χρηματικό ποσό που πίστευε ότι όφειλε ή αυτό που ήταν συμφέρον γι' αυτόν για σκοπούς διευθέτησης. Το 2008 απέστειλε και σχετική επιστολή - Τεκμήριο
  25. Άρα δεν ήταν δικαιολογημένο να πιστεύει ότι οι Ενάγοντες εγκατέλειψαν την αξίωση τους. Το θέμα της καθυστέρησης στην έγερση αγωγής βεβαίως παραμένει ως μια ανεπιθύμητη επιλογή, γεγονός που έχει επισημανθεί κατ' επανάληψη από το Ανώτατο Δικαστήριο, πλην όμως δεν έγινε αποδεκτό πως η πάροδος 10 ετών είναι ικανή, ενόψει και των ενδιάμεσων διαπραγματεύσεων ή διαβουλεύσεων για σκοπούς διευθέτησης, να δημιουργήσει υπεράσπιση η οποία να εμποδίζει την προώθηση ή την επιτυχία αγωγής. Γίνεται παραπομπή στην πολύ πρόσφατη απόφαση, στην Πολιτική Έφεση 16/2010 Airtec Airconditioning Ltd v. Αλέκας Παπακόκκινου ημερομηνίας 17.07.2015 όπου, αν και είχαν παρέλθει 11 χρόνια στην έγερση αγωγής, λόγος έφεσης, παρόμοιος με την προδικαστική ένσταση που συζητείται, απορρίφθηκε. Προχωρώντας, στην ουσία της διαφοράς, οι Ενάγοντες για να επιτύχουν στην απαίτηση τους οφείλουν να αποδείξουν τα πιο κάτω: (α) Τη σύναψη έγκυρης συμφωνίας δανείου, και παραχώρηση του ποσού του δανείου στον Εναγόμενο
  26. (β) Παράβαση εκ μέρους του Εναγόμενου 1 όρων της σύμβασης δανείου ώστε να δικαιολογείται τερματισμός αυτής, ή δικαίωμα απαίτησης πληρωμής ολόκληρου του ποσού του δανείου. (γ) Ότι υπάρχει απλήρωτο ποσό, χρέος, από τον Εναγόμενο 1, και (δ) Σύναψη έγκυρης Σύμβασης και Δήλωση Υποθήκης - Υ.3024/
  27. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα προαναφερθέντα, στη νομική πτυχή αλλά και στα ευρήματα, εξετάζεται στη συνέχεια κατά πόσο οι Ενάγοντες απέσεισαν το βάρος απόδειξης που τους αναλογεί για τα στοιχεία (α) έως (δ) (ανωτέρω). (α) Σύναψη έγκυρης συμφωνίας δανείου και παραχώρηση του ποσού του δανείου στον Εναγόμενο
  28. Με βάση τα όσα στοιχεία βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι συνάφθηκε στις 15.07.1993 συμφωνία δανείου με την οποία οι Ενάγοντες θα παραχωρούσαν στον Εναγόμενο 1 το ποσό των ΛΚ32.500,
  29. Το ότι το ποσό του δανείου παραχωρήθηκε στον Εναγόμενο 1 δεν αμφισβητήθηκε, είναι αποδεκτό γεγονός. Ο Εναγόμενος 1, ωστόσο, αμφισβητεί, ότι πρόκειται για έγκυρη συμφωνία. Συσχετίζει τη θέση του με παράνομες χρεώσεις, είτε κατα παράβαση της συμφωνίας δανείου είτε κατα παράβαση του Περί Τόκου Νόμου, Ν.2/
  30. Ο Εναγόμενος 1 έχει δίκαιο ότι οι Ενάγοντες χρέωναν το λογαριασμό του με έξοδα, τα οποία δεν είχαν συμβατικό δικαίωμα. Αυτό προκύπτει από το περιεχόμενο των καταστάσεων λογαριασμών - Τεκμήριο 13 - στο οποίο φαίνονται χρεώσεις επιβαρύνσεων και άλλων εξόδων, πέραν από το συμβατικό τόκο. Άλλωστε, αυτό έμμεσα το αποδέχθηκαν οι Ενάγοντες προβαίνοντας σε νέα κατάσταση λογαριασμού - Τεκμήριο 12 - στην οποία δεν περιλαμβάνονται τέτοιες χρεώσεις. Ωστόσο αυτό έδινε στον Εναγόμενο 1 το δικαίωμα να καταγγείλει τη συμφωνία, ζητώντας την ακύρωσή της. Δεν το έπραξε, ως εκ τούτου η συμφωνία δανείου παρέμεινε σε ισχύ. Προφανώς δεν το έπραξε γιατί θα ήταν αμέσως απαιτητό ολόκληρο το υπόλοιπο του δανείου του και δεν ήταν έτοιμος να το αποπληρώσει άμεσα. Επέλεξε να επιμείνει στην ισχύ της συμφωνίας. Η χρέωση όμως εξόδων ή τόκων πέραν από τα συμφωνηθέντα, δεν καθιστά τους όρους της συμφωνίας άκυρους ή άκυρη τη συμφωνία. Οι όροι ήταν καθόλα έγκυροι, είναι δε άλλο θέμα αν παραβιάστηκαν από τους Ενάγοντες. (β) Παράβαση εκ μέρους του Εναγόμενου 1 όρων της σύμβασης δανείου ώστε να δικαιολογείται τερματισμός αυτής ή δικαίωμα απαίτησης πληρωμής ολόκληρου του ποσού του δανείου. Όταν ο Εναγόμενος 1, επιλέγοντας να μην καταγγείλει τη συμφωνία δανείου, περί τα μέσα του 1998 σταμάτησε να πληρώνει τις μηνιαίες δόσεις του ενεργοποίησε το συμβατικό δικαίωμα των Εναγόντων για να καταστήσουν πληρωτέο και απαιτητό ολόκληρο το υπόλοιπο του δανείου. Σημειώνεται πως σύμφωνα με τον όρο 3 του Τεκμηρίου 4 (συμφωνία δανείου) οι Ενάγοντες είχαν το δικαίωμα οποτεδήποτε και χωρίς οποιαδήποτε προϋπόθεση ή όρο να τερματίσουν τη λειτουργία του λογαριασμού και να απαιτήσουν το ποσό του δανείου που έδωσαν στον Εναγόμενο
  31. Εν πάση περιπτώσει, εφόσον ο Εναγόμενος 1 παραβίασε τον όρο των πληρωμών, νόμιμα οι Ενάγοντες απαίτησαν την εξόφληση του δανείου, με την επιστολή ημερομηνίας 02.04.1999 - Τεκμήριο
  32. Το ότι ζητούσαν λανθασμένο ποσό, αφού χρέωναν το λογαριασμό με έξοδα που δεν δικαιούνταν, αφορά το ύψος του υπόλοιπου του χρέους και όχι στο νόμιμο της απαίτησής τους. (γ) Ότι υπάρχει απλήρωτο ποσό, χρέος, από τον Εναγόμενο
  33. Από την προσαχθείσα μαρτυρία κρίνεται πως οι Ενάγοντες απέδειξαν ότι εφόσον ο Εναγόμενος 1, μετά την επιστολή - Τεκμήριο 9 - δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό, υπάρχει χρέος απλήρωτο. Το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού του Εναγόμενου 1, σύμφωνα με το Τεκμήριο 12, το οποίο δεν περιλαμβάνει έξοδα ή επιβαρύνσεις ή άλλες δαπάνες που δεν συμφωνήθηκαν, ανέρχεται στο ποσό των €108.835,
  34. (δ) Σύναψη έγκυρης Σύμβασης και Δήλωση Υποθήκης - Υ.3024/
  35. Η σύναψη σύμβασης και δήλωσης της πιο πάνω αναφερόμενης υποθήκης, δεν αμφισβητείται από τον Εναγόμενο
  36. Εγείρεται, ωστόσο, θέμα εγκυρότητας της εν λόγω υποθήκης, επειδή αυτή υπογράφτηκε πριν τη συμφωνία δανείου και πως δεν αφορούσε ή κάλυπτε το δάνειο. Ο ισχυρισμός αυτός, κρίνεται, ότι έθετε τους Ενάγοντες σε απόδειξη τέτοιων στοιχείων που να μη χωρεί αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. T.G. & Sons Importing Ltd κ.α.

(2004)1 Α.Α.Δ. 180, αναφέρθηκε ότι: «Το κατά πόσο σε μια συγκεκριμένη υπόθεση μια εγγύηση είναι συνεχής ή όχι είναι ζήτημα που σχετίζεται με την πρόθεση των μερών όπως εκφράζεται μέσα από το λεκτικό που χρησιμοποίησαν, όπως αυτό γίνεται δίκαια αντιληπτό με την έννοια που έχει χρησιμοποιηθεί και η πρόθεση αυτή διακριβώνεται με τον καλύτερο τρόπο με το να εξετάζεται η σχετική κατάσταση των μερών κατά το χρόνο συγγραφής του εγγράφου* (βλ. Pollock and Mulla Indian Contract and Specific Relief Acts, 9η εκ., 1972, σελ. 619). Έχει περαιτέρω νομολογηθεί ότι το θέμα δεν μπορεί να αποφασισθεί με βάση μόνο την απλή ερμηνεία του εγγράφου χωρίς να εξεταστούν οι συνθήκες που το περιβάλλουν για να ανευρεθεί ποιό ήταν το αντικείμενο το οποίο τα μέρη είχαν κατά νούν όταν δόθηκε η εγγύηση** (Hefffield v. Meadows [1869] L.R. 4 C.P. 595, 599). Στο σύγγραμμα "Law of Guarantees" 3rd ed. των Geraldine Mary Andrews και Richard Millett σελ. 90 υποδεικνύεται ότι «μια ειδική (specific) εγγύηση είναι εκείνη που καλύπτει μια συγκεκριμένη υποχρέωση, ή μια συγκεκριμένη πράξη ή σειρά πράξεων π.χ. τα ποσά που οφείλονται δυνάμει αναγνωρισθείσης σειράς τιμολογίων. Συνεχής εγγύηση είναι εκείνη που καλύπτει υποχρεώσεις ή πράξεις αποπληρωμής δόσεων οι οποίες συνεχίζουν να λαμβάνουν χώραν μεταξύ του πρωτοφειλέτη και του πιστωτή, όπως τα δάνεια τα οποία είναι πληρωτέα από καιρού εις καιρόν επί τρεχούμενου λογαριασμού μεταξύ προμηθευτή αγαθών και συνήθους αγοραστού ή μεταξύ τραπεζίτη και πελάτη. Υποδεικνύεται, επίσης - στη σελ. 91 - ότι γενικώς όπου υπάρχει ασάφεια το Δικαστήριο κλίνει υπέρ της ερμηνείας της εγγύησης ως ειδικής παρά ως συνεχούς κατ' επίκληση του κανόνα contra proferentem. Αναφορικά με την ευχέρεια λήψης υπόψη των συνθηκών που περιβάλλουν την πράξη οι ευπαίδευτοι συγγραφείς παραπέμπουν (βλ. σελ. 91) στην Ιρλανδική υπόθεση Governor of the Bank of Ireland v. McCabe [1995] 4 J.I. B.L. 9-71 στην οποία κρίθηκε ότι η εγγύηση, σε σχέση με δάνειο, η οποία ανέφερε ότι ήταν δεσμευτική ως συνεχής ασφάλεια (continuing security) ήταν ειδική εγγύηση η οποία έπαυσε να ισχύει όταν το δάνειο αποπληρώθηκε στην Τράπεζα. Τέλος υποδεικνύουν (βλ. σελ. 91) ότι η πρόθεση για δημιουργία συνεχούς εγγύησης μπορεί να συναχθεί απλώς από την αναφορά σε «οποιοδήποτε χρέος» ("any debt") ή «οποιαδήποτε ποσά χρημάτων» ("any sums of money") τα οποία παρέχονται στον πρωτοφειλέτη».» Η σύμβαση και δήλωση υποθήκευσης - Τεκμήριο 8 - φαίνεται να συνάφθηκε στις 14.05.1993, δύο μήνες δηλαδή πριν τη συμφωνία δανείου. Δεν είναι ξεκάθαρο από το κείμενο του Τεκμηρίου 8 ότι δόθηκε ως εξασφάλιση ειδικά για το επίδικο δάνειο. Το ότι υπήρχαν και άλλες τραπεζικές διευκολύνσεις προς τον Εναγόμενο 1 δεν αμφισβητείται. Σημειώνεται ακόμη πως το επίδικο δάνειο δόθηκε στον Εναγόμενο 1 ως πρωτοφειλέτη, με εγγύηση της Δήμητρας Παπαϊωάννου, ενώ το Τεκμήριο 8 συνάφθηκε μεταξύ των Εναγόντων από τη μια και των Ευριπίδη Ι. Παπαϊωάννου (Εναγόμενος 1), και κάποιου Νέστωρα Ι. Παπαϊωάννου από την άλλη. Επίσης, μεγαλύτερη σύγχυση προκαλεί το γεγονός ότι στην πρώτη σελίδα του Τεκμηρίου 8, το οποίο κατατέθηκε σε μορφή φωτοαντιγράφου, το όνομα του Ευριπίδη Παπαϊωάννου είναι διαγραμμένο και χειρόγραφα αναγράφεται η λέξη «απηλλάγη». Επιπρόσθετα, στο Τεκμήριο 8, σελίδα 2, χειρόγραφα αναφέρεται ότι ο αριθμός εγγραφής Β414 «Μεταφέρθηκε στις εγγρ. Β436-47 (Α2295/92)» ενώ στην 6η σελίδα του ίδιου Τεκμηρίου υπάρχει αναφορά, με σφραγίδα του Διευθυντή του Κτηματολογίου, στην οποία αναφέρεται ότι «Το ακίνητο υπ' αρ. εγγραφής 436,7,8,9, 440,1,3,4,6,7 Αγ. Σπυρίδωνας απηλλάγη εκ της υποθήκης τούτης .. ενυποθήκου δανειστού αφού ούτος έλαβε το ποσό £ ... Ημερομηνία 23.4.96». Τέλος, στην πρώτη σελίδα του Τεκμηρίου 8, αναφέρεται πως οι ενυπόθηκοι οφειλέτες ανέλαβαν την υποχρέωση να καταβάλουν το ποσό των ΛΚ40.000,00 στις 17.05.1993, δηλαδή δύο μήνες πριν τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας δανείου. Ουδείς εκ των Μ.Ε. έδωσε εξηγήσεις για τα πιο πάνω ερωτηματικά και ως εκ τούτου δεν προκύπτει ξεκάθαρα ότι η υποθήκη Υ.3024/93 δόθηκε ως εξασφάλιση για την παραχώρηση του επίδικου δανείου. Ενόψει των πιο πάνω, ανεξάρτητα της επιτυχίας της Απαίτησης, κρίνεται ότι δεν θα ήταν δικαιολογημένη η έκδοση διατάγματος εκποίησης της υποθήκης Υ.3024/93. Πριν το Δικαστήριο προχωρήσει στην έκδοση ή μη απόφασης στη βάση της χρηματικής απαίτησης των Εναγόντων, παραμένει ακόμα ένα θέμα για το οποίο πρέπει να αποφανθεί. Είναι το κατά πόσο οι Ενάγοντες δικαιούνται σε απόφαση για το ποσό των €108.835,46 ή θα πρέπει να ισχύει η πρόνοια του άρθρου 6 του Ν.2/77 οπότε το ποσό διαφοροποιείται. Η θέση της Υπεράσπισης είναι πως, εφόσον η συμφωνία δανείου υπογράφηκε το 1993, και τερματίστηκε στις 04.02.1999, άρα πριν την ισχύ του Νόμου 160
(1)/99 (Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου) ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 01.01.2001, οποιαδήποτε χρέωση πέραν του ποσοστού 9% δεν είναι επιτρεπτή αλλά ούτε και είναι επιτρεπτή η έκδοση απόφασης για τόκους καθυστερήσεων οι οποίοι να υπερβαίνουν το διπλάσιο του αρχικού χρέους ή κεφαλαίου. Οι Ενάγοντες ετοίμασαν το Τεκμήριο 12 - κατάσταση λογαριασμού - στην οποία δεν περιλαμβάνονται χρεώσεις δαπανών ή άλλων εξόδων ή επιβαρύνσεων αλλά μόνο ο τόκος 9% ή και μικρότερο ποσοστό όταν αυτό ίσχυε. Το αξιούμενο ποσό περιορίζεται πλέον, στη βάση του Τεκμηρίου 12, και είναι το ποσό των €108.835,
  1. Το ποσό αυτό, σύμφωνα με το Τεκμήριο 12 διαχωρίζεται σε €45.273,29 ως τοκοφόρο κεφάλαιο και €63.562,17 ως εισπρακτέοι τόκοι. Αν και το τελευταίο ποσό φαίνεται να υπερβαίνει το ποσό του αρχικού χρέους, ήτοι ΛΚ32.500,00 (€55.529,55), κρίνεται ότι το άρθρο 6 του Ν.2/1977 δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση. Ο λόγος που δεν εφαρμόζεται ο Ν.2/1977και ειδικότερα το άρθρο 6, είναι επειδή ο εν λόγω νόμος έχει καταργηθεί το 2001 ρητά από το Ν.160(i)/
  2. Η αγωγή καταχωρήθηκε το 2009, όταν δεν ήταν σε ισχύ ο Ν.2/1977, ο δε Ν.160(i)/1999, που τον κατάργησε, δεν προνοεί οτιδήποτε, υπό τύπο μεταβατικών διατάξεων, που να επιτρέπουν την εφαρμογή του Ν.2/1977 και ειδικότερα του άρθρου 6, αν και το έχει κάνει για άλλες νομοθεσίες (βλέπε άρθρο 6 του Ν.160(i)/1999). Ενόψει των πιο πάνω, κρίνεται ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται σε απόφαση για το ποσό των €108.835,46 πλέον τόκο 9% επί του ποσού των €45.273,29 από 09.09.2014, ως το Τεκμήριο
  3. Συνακόλουθα όλων των πιο πάνω εκδίδεται απόφαση, προς όφελος των Εναγόντων και εναντίον του Εναγόμενου 1, για το ποσό των €108.835,46 πλέον τόκο 9% επί του ποσού των €45.273,29 από 09.09.2014 μέχρι εξόφλησης. Αναφορικά με τα έξοδα, ο κανόνας είναι πως αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχουν ειδικοί λόγοι περί του αντιθέτου. Στην υπόθεση Ανδριανή Τιμοθέου Αρέστη ν. Αναστασίας Ιωάννου Λαδόκονου
(1996)1 Α.Α.Δ. 646), αναφέρθηκαν τα εξής: «Όπως υποδεικνύεται στη Θρασυβούλου ν. Arto Estates Limited
(1993)1 A.A.Δ. 12, απόκλιση από τον κανόνα αυτό "δικαιολογείται μόνο εφόσο συντρέχουν ικανοί λόγοι που ανάγονται στη γενεσιουργό αιτία της πρόκλησης των εξόδων της δίκης ή μέρους τους". (Βλ., επίσης, Χάσικος και Άλλοι ν. Χαραλαμπίδη
(1990)1 A.A.Δ. 389.». Στην παρούσα υπόθεση, διαπιστώθηκε ότι σε όλα τα στάδια της, αρχής γενομένης της επιστολής ημερομηνίας 04.02.1999 αλλά και καθ' όλα τα στάδια των διαπραγματεύσεων, μέχρι και την αξίωση στην Έκθεση Απαίτησης, πλην του ποσού που εν τέλει οι Ενάγοντες περιόρισαν κατά την ακρόαση με το Τεκμήριο 12, αυτοί ζητούσαν πάντοτε πολύ μεγαλύτερα χρηματικά ποσά (μέχρι και €193.407,27 - Τεκμήριο 13), από αυτό που δικαιούνται. Κρίνεται ορθό όπως μη επιδικασθούν έξοδα εναντίον του Εναγόμενου 1. Ο Εναγόμενος 1 ουσιαστικά δικαιώνεται ως προς τη μη πληρωμή του ποσού που κάθε φορά οι Ενάγοντες αξίωναν και παρά τις προτάσεις ή εισηγήσεις του για αφαίρεση των αντισυμβατικών χρεώσεων και ενώ ήταν έτοιμος με δάνειο που έκανε στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού να εξοφλήσει, οι Ενάγοντες δεν μείωναν την Απαίτηση τους. Αν οι Ενάγοντες δεν προέβαιναν σε υπερχρεώσεις και αποδέχονταν πληρωμή χωρίς αυτές, τότε δεν θα υπήρχε ανάγκη για δίκη και δημιουργία εξόδων. Κρίνεται κατάλληλη η περίπτωση όπως οι Ενάγοντες στερηθούν των εξόδων της δίκης. Ορθότερη διαταγή κρίνεται όπως η κάθε πλευρά επωμισθεί τα έξοδα της. (Υπ.) ................ Δ. Ι. Κίτσιος, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΔ Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Συμβάσεις - Τραπεζικό δάνειο - Υπερχρεώσεις τόκων επιβαρύνσεων - Ν.2/77 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.