← Κύπρος

Αλέξανδρος Χαραλάμπους ν. Amathus Aegeas Ltd κ.α., Αγωγή Ναυτοδικείου αρ.: 3/10, 31/7/2015

Αλέξανδρος Χαραλάμπους ν. Amathus Aegeas Ltd κ.α., Αγωγή Ναυτοδικείου αρ.: 3/10, 31/7/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A215 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Αγωγή Ναυτοδικείου αρ.: 3/10 Αίτηση ημερ.: 22/4/2015 Μεταξύ: Αλέξανδρος Χαραλάμπους, εκ Λεμεσού Ενάγοντας Και

  1. Amathus Aegeas Ltd, εκ Λεμεσού
  2. Αρχή Λιμένων Κύπρου, εκ Λευκωσίας
  3. Μεθόδιος Κάτσιης, Νέο Λιμάνι Λεμεσού Εναγόμενοι -------------------------------------------------- 31/7/2015 Για τον Ενάγοντα/Καθ' ου η Αίτηση: κα Λ. Χατζηλοϊζου για κ. Χρ. Χατζηλοϊζου Για τον Εναγόμενο 1/Αιτητή: κ. Χριστοφή για Αντρέας Γιωρκάτζης Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους 2 και 3/Καθ' ων η Αίτηση: κ. Π. Μακρίδης για Τάσσος Παπαδόπουλλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. (Η κα Αβραάμ για ν' ακούσει απόφαση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Ενάγοντας, με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή του, αξιώνει εναντίον των Εναγόμενων, αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες και άλλες ζημιές, τις οποίες ισχυρίζεται ότι υπέστη, συνεπεία εργατικού ατυχήματος, το οποίο επεσυνέβη κατά την 29/6/2006, κατά την εκφόρτωση δεσμών με ράβδους σιδήρου από αμπάρι του πλοίου M/V Nadezda, το οποίο ήταν ελλιμενισμένο στο λιμάνι Λεμεσού, για την πρόκληση του οποίου καθιστά υπεύθυνους τους Εναγόμενους. Οι Εναγόμενοι 1, στο δικόγραφο της Απάντησης τους στην αναφορά του Ενάγοντα, εγείρουν προδικαστική ένσταση, ισχυριζόμενοι ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί ή ανασταλεί λόγω παραγραφής της αγώγιμου δικαιώματος, επί του οποίου βασίζεται. Σε ενδιάμεσο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, συγκεκριμένα μετά που ακούστηκε η μαρτυρία του Επιθεωρητή Εργασίας, Ανδρέα Ανδρέου (Μ.Ε.1) και του Ενάγοντα (Μ.Ε.2), οι Εναγόμενοι 1 υπέβαλαν την υπό εξέταση αίτηση, με την οποία ζητούν την έκδοση διατάγματος, με το οποίο η παρούσα αγωγή να ανασταλεί ή απορριφθεί, λόγω παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος. Σύμφωνα με τα γεγονότα, τα οποία περιγράφονται στο σώμα της αίτησης, όπως αυτά αναδύονται από το φάκελο της υπόθεσης, το κλητήριο ένταλμα της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, κατεχωρήθη την 30/12/
  4. Ο Ενάγοντας αξιώνει από τους Εναγόμενους αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες, έξοδα και ζημιές που υπέστη την 29/6/
  5. Ο Ενάγοντας εναντιώθηκε στην αιτούμενη θεραπεία. Με την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασής του, προβάλλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης: "(α) Η αίτηση είναι αδικαιολόγητη, κακόπιστη (mala fide) και επιδιώκει σκοπούς άλλους από αυτούς που θέτει η νομολογία, ο Νόμος και οι Κανονισμοί και ασκείται καταχρηστικά. (β) Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση ουδόλως δικαιολογούν την παροχή των ζητουμένων θεραπειών και/ή διαταγμάτων και/ή δεν αποκαλύπτονται γεγονότα που να δικαιολογούν την παροχή των ζητουμένων θεραπειών. (γ) Οι προθέσεις των Εναγομένων 1/Αιτητών δεν είναι γνήσιες. (δ) Οι Εναγόμενοι 1/Αιτητές προέβηκαν στην καταχώρηση της αίτησης τους πολύ καθυστερημένα και ουδόλως δικαιολογούν την καθυστέρηση αυτή. (ε) Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα προκαλέσει βλάβη στον Ενάγοντα/Καθ' ου η Αίτηση. (στ) Τα επίδικα θέματα που αμφισβητούνται είναι κυρίως πραγματικά και υπάρχουν πολλά αμφισβητούμενα και πολύπλοκα πραγματικά γεγονότα και θέματα που δεν είναι ούτε καθαρά ούτε σαφή. Το Σεβαστό Δικαστήριο δεν μπορεί σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο να αποφασίσει επί του εγειρόμενου θέματος αφού για να το κάνει χρειάζεται να προβεί σε ευρήματα γεγονότων και να αποφασίσει πάνω σε περίπλοκα και ασαφή γεγονότα και νομικά θέματα τα οποία ουσιαστικά αποτελούν και την ουσία της υπόθεσης και τα οποία δεν έχει ολοκληρωμένα σε αυτό το στάδιο ενώπιον του. (ζ) Κατάλληλος χρόνος και/ή στάδιο για να αποφασίσει το Σεβαστό Δικαστήριο τον ισχυρισμό της παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος του Ενάγοντα/Καθ' ου η Αίτηση είναι μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας. (η) Τα δικαιώματα του Ενάγοντα/Καθ' ου η Αίτηση ως αυτά καθορίζονται κάτω από το Άρθρο 30 του Συντάγματος προσβάλλονται και καταπατούνται. (θ) Η Αίτηση πάσχει νομικά και/ή είναι νομικά και/ή ουσιαστικά αβάσιμη καθ' ότι δεν στηρίζεται σε οποιαδήποτε σχετική πρόνοια και/ή Άρθρο Νόμου Κυπριακού Νόμου περί παραγραφής. (ι) Καμία εκ των βάσεων και/ή αιτιών αγωγής του Ενάγοντα δεν έχει παραγραφεί δυνάμει των σχετικών με την παραγραφή Κυπριακών Νόμων. (κ) Το Limitation Act 1939 δεν ισχύει και σύμφωνα με τα Άρθρα 19 και 29

(1)(γ), 29
(1)(ε) και 29
(2)(α) και 29
(3)του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 το Δικαστήριο δεν μπορεί και δεν πρέπει να αποφασίσει δυνάμει των προνοιών του Αγγλικού Νόμου αυτού. (λ) Σχετικοί με την παρούσα αγωγή Νόμοι για την παραγραφή είναι το Άρθρο 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, ο περί Παραγραφής Νόμος Κεφάλαιο 15 όπως αυτός τροποποιήθηκε μεταγενέστερα μεταξύ άλλων με τους Νόμους Ν.16(Ι)/2009, Ν.20(Ι)/2010, Ν.111(Ι)/2010, Ν.41(Ι)/2011, Ν.159(Ι)/2011, ο περί Παραγραφής Αγωγίμων Δικαιωμάτων Νόμος του 2012 Ν.66(Ι)/2012όπως αυτός τροποποιήθηκε μεταξύ άλλων από τους Νόμους Ν.41(Ι)/2014, Ν.159(Ι)/2013και Ν.190(Ι)/
  1. (μ) Είναι ενάντια στις αρχές της επιείκειας και/ή των προνοιών των Νόμων και/ή της Νομολογίας να καθοριστεί μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας το ζήτημα της παραγραφής. (ν) Η Αίτηση είναι ουσιαστικά και τυπικά αβάσιμη.» Η ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης του Ενάγοντα υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του ιδίου. Ένας εκ των ισχυρισμών της ως άνω ενόρκου δηλώσεως του είναι και το ότι για το επίδικο ατύχημα κατεχωρήθη στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, την 6/6/2008 η αγωγή 2538/
  2. Λόγω του ότι λανθασμένα είχε καταχωρηθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο, αντί στο Ανώτατο Δικαστήριο, δικαιοδοσία Ναυτοδικείου, στις 3/11/2009 απεσύρθη, άνευ βλάβης δικαιωμάτων και πληρώθηκαν τα έξοδα των δικηγόρων των Εναγόμενων. Την 30/12/2009 κατεχωρήθη στο Ανώτατο Δικαστήριο η παρούσα αγωγή, η οποία παραπέμφθηκε για εκδίκαση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού και έλαβε τον αριθμό 3/
  3. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 συντάχθηκαν με το μέρος των Εναγόμενων 1, υποστηρίζοντας την υπό εξέταση αίτηση. Η υπό εξέταση αίτηση στηρίζεται στους περί Δικαιοδοσίας Ναυτοδικείου Διαδικαστικούς Κανονισμούς του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου του 1893, Κανονισμοί 5, 6, 89, 203-213 και 237, στο Administration of Justice Act του 1956, στο Limitation Act 1939, στον περί Δικαστηρίων Νόμο του 1960 (Ν.14/60)άρθρα 19 μέχρι και 29, ως επίσης και επί της εγγενούς εξουσίας και πρακτικής του Δικαστηρίου. Η ένσταση του Ενάγοντα στηρίζεται στους περί Δικαιοδοσίας Ναυτοδικείου Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 1893 (Cyprus Admiralty Jurisdiction Order 1893) Κανονισμούς 5, 6, 7, 89, 203-213 και 237, άρθρα 21-24, στα άρθρα 19 και 29 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, στο Άρθρο 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, στον περί Παραγραφής Νόμο Κεφάλαιο 15 όπως αυτός τροποποιήθηκε μεταγενέστερα μεταξύ άλλων με τους Νόμους Ν.16(Ι)/2009, Ν.20(Ι)/2010, Ν.111(Ι)/2010, Ν.41(Ι)/2011, Ν.159(Ι)/2011, στον περί Παραγραφής Αγωγίμων Δικαιωμάτων Νόμο του 2012 Ν.66(Ι)/2012όπως αυτός τροποποιήθηκε μεταξύ άλλων από τους Νόμους Ν.41(Ι)/2014, Ν.159(Ι)/2013και Ν.190(Ι)/2014, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και στο Δίκαιο της επιείκειας και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Αυτό το οποίο, κατ' ουσία ζητείται, με την υπό εξέταση αίτηση, είναι όπως το Δικαστήριο επιληφθεί προδικαστικά, στο στάδιο αυτό, του ζητήματος της παραγραφής, το οποίο, όπως έχει ήδη αναφερθεί, εγείρεται στην Απάντηση των Εναγόμενων
  4. Ο Κανονισμός 89, των περί Δικαιοδοσίας Ναυτοδικείου Διαδικαστικών Κανονισμών, του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Cyprus Admiralty Jurisdiction Order 1893), προνοεί τα ακόλουθα: "
  5. Either party may apply to the Court or Judge to decide forthwith any question of fact or of law raised by any pleading, and the Court or Judge shall thereupon make such order as to him shall seem fit." Στην υπόθεση Bauer Spezialtienfbau GMBH και άλλοι ν. Divnogorsk Shipping Co Ltd
(1994)1 A.A.Δ. 685, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η νομολογία δείχνει μάλλον ότι, ο Κανόνας 89, παρά τη διατύπωσή του, ερμηνεύεται ουσιαστικά με τον ίδιο τρόπο που ερμηνεύεται η Δ.25 θ.2 και η Δ.27 θ.1, δηλαδή σαν εφαρμοζόμενος μόνο στις περιπτώσεις στις οποίες εγείρονται καθαρά και αποκλειστικά νομικά σημεία και όχι θέματα τα οποία αφορούν γεγονότα ή ανάμεικτα γεγονότα και νομικά σημεία. Και αν ακόμα δηλαδή το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει προδικαστικά θέματα γεγονότων όπως προκύπτει από τη διατύπωση του Κανόνα 89, η δικαιοδοσία αυτή δεν φαίνεται να εφαρμόζεται στις περιπτώσεις στις οποίες τα γεγονότα τα οποία επιδιώκεται να εκδικασθούν προδικαστικά δεν είναι απλά αλλά είναι περίπλοκα και εξαρτώνται από την προσαγωγή και αξιολόγηση εκτεταμένης μαρτυρίας, τοσούτω μάλλον όταν είναι ανάμεικτα με περίπλοκα και αβέβαια νομικά θέματα. Μάλιστα ακόμα και αποκλειστικά νομικά σημεία τα οποία δεν είναι απλά και καθαρά αλλά περίπλοκα και ασαφή δεν θεωρούνται κατάλληλα για προδικαστική ένσταση.» Στην υπόθεση P.T. Kiani Kertas v. Interorient Navigation Company Limited και άλλων (Αρ. 1)
(2001)1 Α.Α.Δ. 300, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Μόνο καθαρά νομικά θέματα, προκύπτοντα από αμφισβητούμενα γεγονότα, που αποφασίζουν και την πορεία της δίκης, μπορούν να δικασθούν προδικαστικά στα πλαίσια του θ.89. ............................... ............................................................................................................ παρά το ότι ο θ.89, σε αντίθεση με τη Δ.27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, αναφέρεται σε "question of fact or of law", έχει εφαρμογή μόνο προκειμένου περί καθαρού νομικού σημείου και δεν έχει εφαρμογή προκειμένου περί πραγματικών θεμάτων ή ανάμεικτων νομικών και πραγματικών θεμάτων που αμφισβητούνται (Bauer Spezialtienfbau GMBH κ.ά. ν. Divnogorsk Shipping Co Ltd
(1994)1 Α.Α.Δ. 685).» Η Δ.27 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών έτυχε ερμηνείας στην υπόθεση Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 225, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Ό,τι προκύπτει από τη νομολογία, είναι ότι η επίλυση θέματος προδικαστικά και, γενικότερα, η επίλυση θέματος έξω από το πλαίσιο της δίκης - το φυσιολογικό πεδίο για τη διαπίστωση των γεγονότων και τον καθορισμό των δικαιϊκών τους συνεπειών - αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, προσφυγή στο οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσον τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά. Δικαιολογείται, συνεπώς η επίκληση της Διάταξης 27 εφόσον το συζητούμενο θέμα αποκρυσταλλώνεται σε καθαρά νομικό θέμα, η λύση του οποίου μπορεί να επιδιωχθεί με την ίδια ευχέρεια σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας.» Στην υπόθεση Malachtou v. Armefti
(1984)1 CLR 548 οι προϋποθέσεις εφαρμογής της Δ.27 τέθηκαν ως ακολούθως: «Only pure issues of law should be dealt with under Order 27, rule 1, which if decided in one way are going to be decisive of litigation between the parties; and the factual substratum thereof must not be in dispute. The Court called upon to decide a preliminary point of law should first know the undisputed facts giving rise to the legal issues he is invited to resolve. If the facts are not settled the best course is to proceed under Order 33 i.e. the hearing of the whole action. A decision under Order 27, rule 1 when the facts are not settled will inevitably lead to declarations in abstracto or to use the wording in the case of Georgallides (supra) to decide academic questions something impermissible and quite outside the task entrusted to the Courts." Σύμφωνα με την επιχειρηματολογία του ευπαίδευτου συνηγόρου των Εναγόμενων 1, όπως αυτή αναπτύσσεται στην γραπτή του αγόρευση, το δίκαιο που εφαρμόζεται στις υποθέσεις Ναυτοδικείου είναι, με βάση το άρθρο 29
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου (14/60), το δίκαιο που εφαρμοζόταν από το Ανώτατο Δικαστήριο της Αγγλίας, κατά την εκδίκαση υποθέσεων ναυτικής δικαιοδοσίας, κατά την προηγούμενη της ανεξαρτησίας μέρα, όπως αυτό θα ετροποποιείτο με Νόμο της Δημοκρατίας. Το δίκαιο που εφαρμοζόταν, κατά τον ως άνω χρόνο, από το Ανώτατο Δικαστήριο της Αγγλίας, είναι το Administration of Justice Act του 1956 το οποίο καθορίζει συγκεκριμένα και λεπτομερώς τη ναυτική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας και συνεπώς του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου ως Ναυτοδικείου. Νοουμένου δε ότι ουδεμία τροποποίηση έχει γίνει, διά Νόμου της Δημοκρατίας το Δικαστήριο, κατά την άσκηση της ναυτικής του δικαιοδοσίας, εφαρμόζει αποκλειστικά τη νομοθεσία που εφαρμοζόταν στην Αγγλία, πριν την 1η Οκτωβρίου, 1960. Η νομοθεσία που εφαρμοζόταν στην Αγγλία, κατά τον ως άνω χρόνο, σε σχέση με την παραγραφή των αγώγιμων δικαιωμάτων, είναι το Limitation Act, 1939 (Halsbury's Laws of England, fourth edition, volume 28, παράγραφος 601, υπό τον τίτλο Acts in Force). Συμφώνως του άρθρου 2
(1)του ως άνω νομοθετήματος, σε αγωγές για αποζημιώσεις για αμέλεια ή παράβαση καθήκοντος, όταν οι αξιούμενες από τον Ενάγοντα αποζημιώσεις συνίστανται ή περιλαμβάνουν αποζημιώσεις σε σχέση με προσωπικές βλάβες σε οποιοδήποτε πρόσωπο, η περίοδος παραγραφής μειώνεται από έξι σε τρία χρόνια. Με βάση το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι το επίδικο ατύχημα επεσυνέβη την 29/6/2006, η δε παρούσα αγωγή κατεχωρήθη στις 30/12/2009, το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα έχει ήδη παραγραφεί, ενόψει του ότι η παρούσα αγωγή κατεχωρήθη σε χρόνο μεγαλύτερο των τριών χρόνων από την ημερομηνία πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόμενων 2 και 3 υιοθέτησε όλα τα πιο πάνω, επιπλέον δε υποστήριξε ότι ο περί Αστικών Αδικημάτων Νόμος, Κεφ. 148, ρητά αναφέρει ότι οι πρόνοιες του, περιλαμβανομένων και των προνοιών του περί παραγραφής, δεν επηρεάζουν τις οποιεσδήποτε αξιώσεις Ναυτοδικείου (άρθρο 69 του Κεφ. 148). Όπως επίσης υποστήριξε, στον περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμο (66
(1)/2012), όχι μόνο δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε αξιώσεις Ναυτοδικείου αλλά, αντίθετα, καταγράφεται ξεκάθαρα στο άρθρο 24 η πρόθεση του νομοθέτη να αφήσει αναλλοίωτες και ανεπηρέαστες τις προθεσμίες παραγραφής για τις όποιες αξιώσεις Ναυτοδικείου τυχόν εγείρονται. Από πλευράς της, η ευπαίδευτη συνήγορος του Ενάγοντα στη γραπτή της αγόρευση υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι τα θέματα τα οποία προκύπτουν στην παρούσα αγωγή δεν είναι μόνο νομικά, αλλά κυρίως πραγματικά και βασίζονται σε γεγονότα που θα πρέπει να τεθούν ολοκληρωμένα ενώπιον του Δικαστηρίου. Γι' αυτό, δεν πρέπει να αποφασίσει επ' αυτών το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό. Από αντιπαραβολή των όσων έχουν τεθεί ενώπιον μου, προκύπτει ως αδιαμφισβήτητο γεγονός το ότι το επίδικο ατύχημα επεσυνέβη την 29/6/
  1. Αδιαμφισβήτητη επίσης υπήρξε η ημερομηνία καταχώρησης της παρούσας αγωγής ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, που είναι η 30/12/
  2. Καθίσταται λοιπόν φανερό ότι υπάρχει, κατ' αρχήν, ενώπιον του Δικαστηρίου, το κοινά παραδεκτό πραγματικό υπόβαθρο, στη βάση του οποίου θα μπορούσε να εξεταστεί η αίτηση. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο Ενάγοντας στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης του ισχυρίζεται ότι για το ίδιο ατύχημα ηγέρθη ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού η αγωγή υπ' αρ. 2538/08, την 6/6/
  3. Ενόψει του ότι είχε καταχωρηθεί λανθασμένα στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, απεσύρθη άνευ βλάβης δικαιωμάτων, την 3/11/2009 και επανακαταχωρήθηκε ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου την 30/12/
  4. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω καθώς και από όσα αναφέρονται στην γραπτή αγόρευση της συνηγόρου του, ο Ενάγοντας προβάλλει ζήτημα διακοπής του χρόνου παραγραφής, λόγω της καταχώρησης της υπό τον ως άνω αριθμό αγωγής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, η οποία προηγήθηκε της παρούσας. Στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα το ζήτημα της καταχώρησης της ως άνω αγωγής ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και της ισχυριζόμενης διακοπής της παραγραφής εγείρεται με αναφορά στο Άρθρο 17[1] του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου (66
(1)/2012), το οποίο ρητά προνοεί ότι ο χρόνος παραγραφής διακόπτεται με την έγερση αγωγής, αν η αγωγή αποσυρθεί κατά τρόπο που δεν δημιουργεί δεδικασμένο. Όμως, από τη στιγμή που προβάλλεται ισχυρισμός για καταχώρηση της ως άνω αγωγής ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, καθίσταται πλέον επιβεβλημένη, κατά την άποψη μου, η εξέταση του ζητήματος της τυχόν διακοπής της παραγραφής σε γενικότερο πλαίσιο και ανεξαρτήτως του νομοθετήματος το οποίο τυγχάνει εφαρμογής στην υπό εξέταση περίπτωση. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνω ακόμα ότι το Άρθρο 68[2] του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, όπως έχει τροποποιηθεί από το Νόμο 171
(1)/2006, καθορίζει ότι οι αγωγές για αστικά αδικήματα θα πρέπει να εγείρονται εντός τριών χρόνων από την πρόκληση της πράξης, ή παράλειψης η οποία συνιστά το αστικό αδίκημα. Έχοντας κατά νουν αφενός ότι μια εκ των βάσεων της αγωγής του Ενάγοντα είναι το αστικό αδίκημα της αμέλειας, αφετέρου ότι η παρούσα αγωγή κατεχωρήθη μετά την πάροδο των τριών χρόνων από την ημερομηνία του επίδικου ατυχήματος, το ζήτημα της τυχόν διακοπής της παραγραφής θα πρέπει να εξεταστεί ακόμα και στην περίπτωση που αποφάσιζα ότι, αναφορικά με την ισχυριζόμενη αμέλεια των Εναγόμενων, το νομοθέτημα που τυγχάνει εφαρμογής, σε σχέση με την παραγραφή, είναι το Άρθρο 68 του Κεφ.
  1. Αυτό το οποίο παρατηρώ είναι ότι το εγειρόμενο ζήτημα της διακοπής της παραγραφής δεν σχολιάζεται από τους Εναγόμενους. Το μόνο σχετικό που αναφέρθηκε, κατά το στάδιο των αγορεύσεων, από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγόμενων 2 και 3, είναι ότι ο ισχυρισμός περί διακοπής της παραγραφής με την έγερση της ως άνω αγωγής, ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, δεν δικογραφείται από τον Ενάγοντα, γι' αυτό δεν υπάρχει το ανάλογο έρεισμα για προβολή του στο στάδιο αυτό. Είμαι της άποψης ότι το κατά πόσο απαιτείτο ειδική δικογράφηση του ισχυρισμού για έγερση της ως άνω αναφερόμενης αγωγής, εκ μέρους του Ενάγοντα, είναι ζήτημα το οποίο θα εξεταστεί από το Δικαστήριο, στο κατάλληλο στάδιο. Είναι φανερό ότι, στο στάδιο αυτό, εγείρονται εκ μέρους του Ενάγοντα, δύο ζητήματα. (α) Το κατά πόσο είχε πράγματι εγερθεί η υπό τον ως άνω αριθμό αγωγή, πριν την καταχώρηση της παρούσας και (β) κατά πόσο η έγερση της ως άνω αγωγής διέκοψε την περίοδο παραγραφής. Αναμφίβολα, η επίλυση του υπό (β) ζητήματος προϋποθέτει την κατάληξη σε εύρημα ότι πράγματι, είχε εγερθεί η ως άνω αγωγή από τον Ενάγοντα. Για να αποφασιστεί, όμως, αυτό από το Δικαστήριο, θα πρέπει να υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου το αναγκαίο και αδιαμφισβήτητο υπόβαθρο μαρτυρίας. Μέχρι στιγμής όμως δεν έχει παρουσιαστεί, από πλευράς Ενάγοντα, μαρτυρία, στα πλαίσια της ακρόασης της αγωγής, για καταχώρηση της ως άνω αγωγής ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Καθίσταται λοιπόν φανερό ότι το ζήτημα αυτό, ενόψει της φύσης του, δεν μπορεί να αποφασιστεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Αναμφίβολα, δεν πρόκειται για αμιγώς νομικό ζήτημα. Έχοντας κατά νουν όλα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω, έχω καταλήξει ότι το εγερθέν υπό των Εναγόμενων 1 ζήτημα δεν μπορεί να αποφασιστεί, στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, ενόψει του ότι εμπερικλείει ζητήματα πραγματικών γεγονότων τα οποία μόνο στο πλαίσιο της κανονικής δίκης μπορούν να αποφασιστούν από το Δικαστήριο. Στο σημείο αυτό, παρενθετικά, θα ήθελα να αναφέρω ότι τυχόν κατάληξη του Δικαστηρίου, σε τελικό στάδιο, ότι η έγερση της ως άνω αγωγής έχει διακόψει την περίοδο της παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος του Ενάγοντα, θα καθιστά πλέον το ζήτημα του ποιο νομοθέτημα τελικώς εφαρμόζεται, ακαδημαϊκής μόνο σημασίας. Ένας επιπρόσθετος λόγος για τον οποίο θα απέρριπτα την αίτηση, είναι το στάδιο στο οποίο έχει υποβληθεί. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η υπό εξέταση αίτηση υπεβλήθη ενδιάμεσα της ακροαματικής διαδικασίας, συγκεκριμένα μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του Ενάγοντα (Μ.Ε.2). Ας σημειωθεί ότι είχε προηγηθεί η καταχώρηση παρόμοιας αίτησης, η οποία απεσύρθη από τους Εναγόμενους 1 τη μέρα της ακρόασης της. Ακολούθησε, την αμέσως επόμενη μέρα, η καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Η επεξήγηση που δόθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγόμενων 1, για το χρόνο που επέλεξε να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση, είναι το ότι ανέμενε να ακουστεί η μαρτυρία του Ενάγοντα, κατά τρόπο ώστε να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, ως αδιαμφισβήτητο πλέον γεγονός, η ημερομηνία πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος. Είμαι της άποψης ότι δεν ήταν αναγκαίο να ακουστεί πρώτα η μαρτυρία του Ενάγοντα, για να υποβληθεί η παρούσα αίτηση. Ο Ενάγοντας, τόσο στην αρχική του αναφορά, όσο και στην τροποποιημένη, αναφέρει ως ημερομηνία πρόκλησης του ατυχήματος την 29/6/
  2. Από τη στιγμή, λοιπόν, που η ημερομηνία πρόκλησης του ατυχήματος ήταν δεδομένη και αδιαμφισβήτητη, η υπό εξέταση αίτηση θα μπορούσε να υποβληθεί σε αρχικό στάδιο της αγωγής, σίγουρα δε πολύ πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφέρω ακόμα ότι το Δικαστήριο, κατά την ημερομηνία που θα ακουγόταν η μαρτυρία του πρώτου μάρτυρα του Ενάγοντα, πριν ακόμα ξεκινήσει η μαρτυρία του, απευθυνόμενο στο συνήγορο των Εναγόμενων 1 τον είχε ρωτήσει αν θα προωθείτο η προδικαστική ένσταση που εγειρόταν στην Απάντηση των Εναγόμενων. Ο κ. Χριστοφή όμως απάντησε αρνητικά. Είμαι της άποψης ότι το στάδιο στο οποίο υπεβλήθη η αίτηση, μετά που ακούστηκε μέρος της μαρτυρίας της πλευράς του Ενάγοντα, δεν είναι το κατάλληλο για να αποφασιστεί το εγειρόμενο ζήτημα, έξω από το πλαίσιο της κανονικής δίκης. Από τη στιγμή που η πλευρά των Εναγόμενων δεν προώθησε το ζήτημα αυτό στο κατάλληλο στάδιο, θεωρώ ότι λανθασμένα επιδιώκει την επίλυση του, στο στάδιο αυτό. Για όλους τους λόγους που έχω αναφέρει πιο πάνω, καταλήγω ότι η υπό εξέταση αίτηση δεν έχει περιθώρια επιτυχίας. Όσον αφορά τα έξοδα, δεν βλέπω οποιοδήποτε λόγο για απόκλιση από τον γενικό κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα. Ενόψει όμως του ότι το ζήτημα ηγέρθη από τους Εναγόμενους 1, κρίνω ότι τα έξοδα δεν θα πρέπει να επιβαρύνουν και τους Εναγόμενους 2 και 3, παρά το ότι υποστήριξαν τις θέσεις των Εναγόμενων
  3. Η αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγόμενων 1, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. Η αγωγή επαναορίζεται για συνέχιση της ακρόασης την 16/10/15, η ώρα 10.30 π.μ. (Υπ.) ........... Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΘΘ/ΑΓ Subject: Civil / Other actions / Interim Αναφορά: Αίτηση για προδικαστική εξέταση νομικού σημείου [1] «
  4. Ο χρόνος παραγραφής διακόπτεται και θεωρείται ότι αρχίζει εκ νέου εξ υπαρχής στις ακόλουθες περιπτώσεις: .............................................................................................................................................................. (γ) με την έγερση αγωγής· αν η αγωγή αποσυρθεί κατά τρόπο που δεν δημιουργεί δεδικασμένο ή απορριφθεί για λόγους μη ουσιαστικούς, ο χρόνος που έχει διαρρεύσει από της εγέρσεως της αγωγής, θεωρείται χρόνος αναστολής του χρόνου παραγραφής και εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 15 και σε περίπτωση που ο δικαιούχος εγείρει ταυτόσημη αγωγή μέσα σε έξι μήνες, ο χρόνος παραγραφής θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή.» [2] «
  5. Καμιά αγωγή δεν εγείρεται για αστικό αδίκημα, εκτός αν αυτή εγερθεί- (α) εντός τριών ετών αμέσως μετά την πράξη ή παράλειψη για την οποία εγέρθηκε η αγωγή, ............................................................................................................................................................» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.