Σταύρου Χατζημιχαήλ ν. Newdiscovery Bricks Ltd, Αρ. Αγωγής: 664/10, 8/7/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A198 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής׃ 664/10 Μεταξύ: Σταύρου Χατζημιχαήλ Ενάγοντα και Newdiscovery Bricks Ltd Eναγομένων Ημερομηνία: 8/7/2015 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους/Αιτητές׃ κα Στ. Στυλιανού (για την απαγγελία της απόφασης η κα Τηλλυρή) Για Ενάγοντα/Καθ' ου η αίτηση: κα Δ. Νικολάου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αφορμή για έκδοση της παρούσας απόφασης αποτέλεσε η αίτηση των εναγομένων ημερομηνίας 10/11/2014 με την οποία επιδιώκουν να τροποποιήσουν την Έκθεση Υπεράσπιση τους. Με την αιτούμενη τροποποίηση οι εναγόμενοι επιδιώκουν ουσιαστικά την διαγραφή της Ανταπαίτησης που είχαν καταχωρήσει και την εισαγωγή προδικαστικής ένστασης ότι οι ενάγοντες δεν δικαιούνται σε θεραπεία για το λόγο ότι κατά τον ουσιώδη που εκτέλεσαν τις εργασίες για τις οποίες διεκδικούν αμοιβή δεν ήταν εγγεγραμμένοι εργολήπτες. Την αίτηση τους υποστηρίζει ένορκος δήλωση του Ανδρέα Νεοκλέους ο οποίος όπως αναφέρει, βρίσκεται στην υπηρεσία των εναγομένων και είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος από αυτούς για να προβεί στην ένορκο δήλωση. Όπως αναφέρει κατά την μελέτη της υπόθεσης και όταν αυτή ήταν ορισμένη για ακρόαση στις 29/10/2014, διαπιστώθηκε ότι η επίδικη συμφωνία πάσχει από ακυρότητα γιατί κατά τον ουσιώδη χρόνο οι εναγόμενοι δεν κατείχαν την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια για την εκτέλεση των εργασιών για τις οποίες διεκδικούν αμοιβή. Ο λόγος που η θέση αυτή δεν συμπεριλήφθηκε από την αρχή στην Έκθεση Υπεράσπισης είναι γιατί το πρόσωπο που είχε τότε την ευθύνη χειρισμού της υπόθεσης, δεν πληροφόρησε ούτε τον ενόρκως δηλούντα, ούτε και τους λοιπούς μετόχους και διευθυντές που εκ των υστέρων ανέλαβαν τη διεύθυνση της εναγόμενης εταιρείας το γεγονός αυτό και το οποίο οι ίδιοι δεν γνώριζαν. Υποστηρίζει περαιτέρω ο ενόρκως δηλών ότι η τροποποίηση είναι απαραίτητη και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, γι' αυτό και θα πρέπει να επιτραπεί αφού έτσι το Δικαστήριο θα έχει ολοκληρωμένη εικόνα των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, ενώ καμία ζημιά δεν θα προκληθεί στον ενάγοντα που δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα. Το αίτημα αυτό των εναγομένων συνάντησε την ένσταση του ενάγοντα ο οποίος και καταχώρησε σχετική ειδοποίηση ένστασης, υποστηρίζοντας ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί για τους ακόλουθους λόγους. Καθότι οι εναγόμενοι δεν δίδουν ικανοποιητικό λόγο γιατί δεν ότι δεν ήταν κάτοχοι της απαιτούμενης άδειας εργολήπτη, γιατί η αίτηση καταχωρήθηκε πολύ καθυστερημένα και χωρίς η καθυστέρηση αυτή να αιτιολογείται με ικανοποιητικό τρόπο, γιατί εάν οι εναγόμενοι επιδείκνυαν τη δέουσα επιμέλεια θα μπορούσαν έγκαιρα να πληροφορηθούν τα όσα σήμερα επιδιώκουν να εισαγάγουν, γιατί η αιτούμενη τροποποίηση συνεπάγεται επαναπροσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και την εισαγωγή νέας βάσης υπεράσπισης, γιατί αυτή δεν είναι αναγκαία αφού η μη συμπερίληψη των αιτούμενων να εισαχθούν νέων ισχυρισμών δεν επηρεάζει το δικαίωμα των εναγομένων να προβάλουν τους ισχυρισμούς τους οποίους θεωρούν αναγκαίους για την υπόθεση τους, γιατί η αίτηση δεν έχει γίνει καλόπιστα και γιατί στην περίπτωση που εγκριθεί θα προκαλέσει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης και τέλος γιατί τυχόν έγκριση της, θα επηρεάσει δυσμενώς τα δικαιώματα του ενάγοντα με τρόπο που δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα. Η ακροαματική διαδικασία περιορίσθηκε σε αγορεύσεις και οι θέσεις και τα επιχειρήματα των διαδίκων, καταγράφονται και προκύπτουν από την αίτηση, την ένσταση και τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν, καθώς επίσης και από τις γραπτές αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων τους, γι' αυτό και δεν θεωρώ απαραίτητο να τα παραθέσω με περισσότερη λεπτομέρεια. Οι αρχές που διέπουν το θέμα της τροποποίησης έχουν εκτεθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd and another
(1989)1 Α.Α.Δ. 33, οι αρχές αυτές συνοψίσθηκαν ως ακολούθως: «α. Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. β. Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30
(2)του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου. γ. Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση του διατάγματος. δ. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο όμως αυτό η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.». Ο κυρίαρχος λόγος όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Geto Trading Import-Export Ltd v. Το Πλοίο M/V Vladimir Vasilief (αρ. 4)
(1993)1 Α.Α.Δ., σ.71 που λαμβάνει υπόψη το Δικαστήριο για να επιτρέψει τροποποίηση είναι η παροχή δυνατότητας στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τις πραγματικές τους διαφορές. Όπως και ο Λόρδος Denning έχει αναφέρει στην υπόθεση Associated Leisure Ltd and others v. Associated Newspapers Ltd [1970] 2 All E.R.754, η οποία και υιοθετήθηκε και στην Κύπρο, σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως την Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 CLR 1, Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 934, «I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money». Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. σ. 704 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής». Όπως τέθηκε και στην απόφαση Νικολάου v. Μιλτιάδου κ.α.
(2007)1(Β) ΑΑΔ 1005 «ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και η διαπίστωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης». Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Αντρέας Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, στη σελίδα 562 της απόφασης λέχθηκε πως: «Όσο φιλελεύθερη και να δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας είναι το σύνολο των περιστατικών και η εισήγηση των Εφεσειόντων στην έκταση που την θέλει να ασκείται μόνο με αναφορά στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης, ανεξάρτητα δηλαδή από οτιδήποτε άλλο, δεν μας βρίσκει σύμφωνους». Όπως αναφέρθηκε στην Βασιλειάδης ν. Πετρολίνα
(1994)
(1)Α.Α.Δ. σ.14: «Άκαμπτοι κανόνες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν θα μπορούσαν να διαγραφούν αλλά παράγοντες με ποικίλλουσα βαρύτητα ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης». Στην Saba v. T.M.P. Agents
(1994)1 AAΔ 426 λέχθηκε ότι: «Η καθυστέρηση δε, δεν είναι αφ΄ εαυτής αποφασιστικής σημασίας. Καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή». Στην υπόθεση Astor Manufacturing & Exporting Ltd κ.α. ν. A & G Leventis κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. σ.72 λέχθηκε ότι ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός και το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας συνυπολογίζει όλους τους παράγοντες που η νομολογία καθιέρωσε διαδραματίζοντες ρόλο καθώς και όλα τα σχετικά γεγονότα στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης. Στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου ν. Α. Ι. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. σ. 934, επετράπηκε η τροποποίηση, παρά το ότι η διαδικασία βρισκόταν σε πολύ προχωρημένο στάδιο και η αίτηση είχε καταχωρηθεί μετά την έναρξη της ακρόασης και αφού είχαν ακουσθεί επτά μάρτυρες, σε υπόθεση μάλιστα όπου είχε διεξαχθεί και επιτόπια έρευνα από το Κτηματολόγιο. Αναφέρθηκαν στην υπόθεση αυτή μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σύγχρονη Νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί σε χρήμα». Στην Ε. Φιλίππου Λτδ v. Compass Insurance Co Ltd
(1990)1 AAΔ 24, υποβλήθηκε αίτημα για τροποποίηση στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων και αφού είχε ήδη ολοκληρωθεί η αγόρευση της μιας πλευράς. Η αίτηση βασιζόταν στο Καν. 90 των Κυπριακών Θεσμών Ναυτοδικείου, όπου η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου σε τέτοιας φύσης υποθέσεις, ασκείται με βάση τις ίδιες αρχές, όπως και στις αστικές υποθέσεις. Αναφέρθηκε στην απόφαση αυτή ότι: «Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο παράγων ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης και εξισορροπούνται μετά από συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης για τελέσφορο επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ τους και των συμφερόντων του δημοσίου στη εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης». Αξίζει στο σημείο αυτό να γίνει αναφορά στην Clive Preece κ.α. v. Νάσως Θεοφίλου Ρωσσίδου,, Πολτ. Εφ. 271/2008, ημερομ. 16/12/2011, όπου έγινε συμπερίληψη όλης της πιο πάνω νομολογίας και όπου το Ανώτατο Δικαστήριο ανάφερε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, Διαταγή 25 καν. 1, παρέχουν δυνατότητα τροποποίησης των δικογράφων. Η επί τούτου απόφαση, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η οποία ασκείται στη βάση καθιερωμένων κριτηρίων. Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα». Στο στάδιο αυτό και πριν προχωρήσω να εξετάσω την ουσία της αίτησης, θεωρώ χρήσιμο να κάμω μια σύντομη αναφορά στα σημαντικά στάδια από τα οποία διήλθε η υπόθεση, όπως αυτά διαφαίνονται από το φάκελο της διαδικασίας. Η αγωγή στα πλαίσια της οποίας η παρούσα αίτηση έχει υποβληθεί, καταχωρήθηκε στις 22/2/
- Με αυτήν ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι μαζί με τους εναγομένους προχώρησε σε συμφωνία όπως οι τελευταίοι κατασκευάσουν σε ακίνητο του, μία οικοδομή σύμφωνα με εγκεκριμένα αρχιτεκτονικά σχέδια και τεχνικούς όρους. Κατά παράβαση της συμφωνίας αυτής, οι εναγόμενοι εγκατέλειψαν το έργο προτού αυτό ολοκληρωθεί, με αποτέλεσμα ο ενάγοντας να υποστεί ζημιές τόσο λόγω αύξησης του ποσού που χρειάστηκε να καταβάλει σε τρίτα πρόσωπα για αποπεράτωση της οικοδομής, αλλά και λόγω κακοτεχνιών στις εργασίες που εκτέλεσαν οι εναγόμενοι και γιατί αυτοί πληρώθηκαν από τον ενάγοντα μεγαλύτερο ποσό από την αξία των εργασιών που είχαν εκτελέσει. Αφού καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης και ακολούθησε σχετική αίτηση, οι εναγόμενοι στις 23/2/2011 καταχώρησαν Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης και στις 23/3/11 καταχωρήθηκε Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση. Στη συνέχεια η υπόθεση ορίσθηκε σε διάφορες ημερομηνίες τόσο για οδηγίες όσο και για ακρόαση, ενώ στο ενδιάμεσο διάστημα και μετά από την έκδοση σχετικού διατάγματος, δόθηκαν από τους εναγόμενους περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες της Έκθεσης Υπεράσπισης. Στις 29/10/2014 και όταν η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση οι εναγόμενοι απέσυραν μετά από άδεια του Δικαστηρίου και τη σύμφωνη γνώμη του ενάγοντα την Ανταπαίτηση τους, ζητώντας παράλληλα αναβολή της ακρόασης για να προχωρήσουν σε καταχώρηση αίτησης τροποποίησης κάτι που έπραξαν καταχωρώντας την υπό κρίση αίτηση στις 10/11/
- Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω την αίτηση λαμβάνοντας υπόψη τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης. Όπως διαφαίνεται από τα πιο πάνω από την καταχώρηση της αγωγής και μέχρι σήμερα έχουν παρέλθει πέντε και πλέον χρόνια χωρίς μέχρι σήμερα η ακρόαση της υπόθεσης να έχει ακόμα ξεκινήσει. Όπως προβάλλεται στην ένορκο δήλωση που στηρίζει την αίτηση η μη συμπερίληψη από την αρχή των ισχυρισμών των οποίων σήμερα επιδιώκεται η εισαγωγή αποδίδεται σε άγνοια ουσιαστικά του γεγονότος ότι οι εναγόμενοι δεν κατείχαν κατά τον ουσιώδη χρόνο την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια εργολήπτη. Και αυτό γιατί το άτομο που είχε τότε την ευθύνη του χειρισμού της υπόθεσης δεν είχε θέσει σε γνώση του ενόρκως δηλούντα αλλά και των μετόχων και διευθυντών που εκ των υστέρων ανέλαβαν τη διεύθυνση των εναγομένων το γεγονός αυτό και το οποίο οι τελευταίοι δεν είχαν υπόψη τους. Όπως αποφασίσθηκε στην υπόθεση Δόμνας Χριστοδούλου πιο πάνω, είναι δυνατό να επιτραπεί τροποποίηση ακόμα και όταν αυτή είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης κάτω βέβαια από κάποιες προϋποθέσεις οι οποίες εάν συντρέχουν ή όχι στην παρούσα περίπτωση θα κριθεί στη συνέχεια. Όσο αφορά το θέμα της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης και όπως και στην υπόθεση Astor, πιο πάνω αποφασίσθηκε, ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός και το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, συνυπολογίζει όλους τους παράγοντες που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντες ρόλο, καθώς και όλα τα σχετικά γεγονότα στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης. Έτσι και στην παρούσα υπόθεση, παρά το γεγονός ότι πρόκειται για παλιά υπόθεση, είναι σημαντικό ότι η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμα ξεκινήσει. Όπως προκύπτει από τα γεγονότα που διαφαίνονται από τον φάκελο του Δικαστηρίου, η υπό κρίση αίτηση τροποποίησης καταχωρήθηκε λίγες μέρες μόνο μετά που το γεγονός του οποίου επιδιώκεται η εισαγωγή περιήλθε σε γνώση των εναγομένων, αφού όπως αναφέρεται και στην ένορκο δήλωση που στηρίζει την υπό κρίση αίτηση αυτό έγινε κατά την προετοιμασία της υπόθεσης για ακρόαση που ήταν ορισμένη στις 29/10/
- Πράγματι και όπως προκύπτει από τα πρακτικά του Δικαστηρίου την ημερομηνία αυτή ζητήθηκε αναβολή της ακρόασης για να καταχωρηθεί αίτηση τροποποίησης, κάτι που έγινε λίγες μέρες μετά και συγκεκριμένα στις 10/11/
- Από τη στιγμή λοιπόν που περιήλθε στην αντίληψη των εναγομένων η ανάγκη για τροποποίηση, δεν παρήλθε άπρακτος οποιοσδήποτε χρόνος μέχρι και την καταχώρηση της αίτησης αφού αυτή και όπως προαναφέρεται καταχωρήθηκε λίγες μέρες μετά. Κρίνεται λοιπόν ότι οι σχετικοί με τα πιο πάνω προβαλλόμενοι λόγοι ένστασης δεν μπορούν να ευσταθήσουν. Ο ενάγοντας προβάλλει επίσης ως λόγο ένστασης ότι τα γεγονότα των οποίων επιδιώκεται η εισαγωγή, συνεπάγονται επαναπροσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και την εισαγωγή νέας βάσης υπεράσπισης. Όμως αυτό δεν συμβαίνει αφού αυτό που επιδιώκεται είναι ουσιαστικά η διεύρυνση της υφιστάμενης υπεράσπισης με την οποία οι εναγόμενοι αρνούνται ότι οφείλουν οποιοδήποτε ποσό στον ενάγοντα με την εισαγωγή προδικαστικής ένστασης σύμφωνα με την οποία οι εναγόμενοι δεν κατείχαν κατά τον ουσιώδη χρόνο την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια για εκτέλεση των εργασιών τις οποίες εκτέλεσαν. Θα πρέπει όμως να λεχθεί ότι ακόμα και στην περίπτωση που κρινόταν ότι με την τροποποίηση εισάγεται νέα βάση υπεράσπισης, αυτή δεν οδηγεί αφευατού σε μη αποδοχή τέτοιου αιτήματος (βλ. Saba v. T.M.P. Agents
(1994)1 AAΔ 426). Είναι επίσης απαραίτητη η τροποποίηση και δικογράφηση των ισχυρισμών αυτών, για να μπορούν οι εναγόμενοι να προβάλουν σχετικούς με την επιδιωκόμενη να εισαχθεί προδικαστική ένσταση ισχυρισμούς. Για τους λόγους αυτούς κρίνεται ότι οι συναφείς με τα πιο πάνω προβαλλόμενοι λόγοι ένστασης δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί. Ως λόγο ένστασης προβάλλει επίσης ο ενάγοντας ότι η υπό κρίση αίτηση δεν προβάλλεται καλόπιστα. Όμως ο λόγος αυτός προβάλλεται με γενικόλογο τρόπο χωρίς τίποτε συγκεκριμένο να τον στηρίζει. Όπως είναι νομολογημένο, για να πετύχει τέτοιος λόγος για κακοπιστία, θα πρέπει η κακοπιστία αυτή να είναι εμφανής, κάτι που δεν συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση, ούτε και έχει υποδειχθεί οτιδήποτε που να το υποδηλοί. Προβάλλεται επίσης ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί γιατί στην περίπτωση έγκρισης της, θα επηρεαστούν δυσμενώς τα δικαιώματα του ενάγοντα με τρόπο που δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα. Κρίνεται ότι και αυτός δεν μπορεί παρά να αποτύχει. Και αυτό γιατί αμέσως μετά την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και την καταχώρηση των τροποποιημένων δικογράφων η υπόθεση θα ορισθεί για ακρόαση. Ο ισχυρισμός δε του ενάγοντα ότι θα με την έγκριση της αίτησης θα τεθεί σε μειονεκτικότερη θέση, παρέμεινε γενικός και αόριστος και συνεπώς μετέωρος καθότι δεν έχουν υποδειχθεί συγκεκριμένα στοιχεία για ποιο λόγο και σύμφωνα με την θέση του ενάγοντα θα συμβεί αυτό. Με βάση όλα τα πιο πάνω, συνεκτιμώντας όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, λαμβάνοντας υπόψη ότι κάθε υπόθεση δικάζεται και αποφασίζεται με βάση τα επίδικα θέματα όπως αυτά εγείρονται στα δικόγραφα, της δυνατότητας που παρέχεται σε κάθε διάδικο να προβάλει ελεύθερα τους ισχυρισμούς του (βλ. Geto, πιο πάνω), σε συνδυασμό με το ότι καμία αδικία ή δυσμενής επηρεασμός θα επέλθει στα δικαιώματα του ενάγοντα, κρίνεται ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, το αίτημα για τροποποίηση να εγκριθεί. Σε σχέση τώρα με το θέμα των εξόδων, χρήσιμα είναι τα όσα αποφασίσθηκαν στην υπόθεση Χαρίλαου Χατζηγέρου v. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου,
(2003)3 ΑΑΔ 31, με την οποία ανατράπηκε ο κανόνας που ίσχυε μέχρι τότε ότι, τα έξοδα σε αίτηση τροποποίησης, επιδικάζονται υπέρ του καθ' ου η αίτηση, γιατί αυτός δεν λάμβανε αρκούντως υπόψη τον κανόνα στον οποίο στηρίζεται η αρχή για επωμισμό της δαπάνης στο διάδικο που προκάλεσε αχρείαστα τα έξοδα. Αποφασίσθηκε στην υπόθεση αυτή ότι, η ορθή τομή σε αυτές τις περιπτώσεις, είναι η επιδίκαση εξόδων στον καθ' ου η αίτηση, του ½ των εξόδων. Αποφασίστηκε σε αυτήν ότι «εφόσον η ακρόαση που προέκυψε από την ένσταση του καθ' ου η αίτηση, απέβη σε όφελος του αιτητή, το 1/2 των εξόδων επιδικάστηκαν υπέρ του καθ' ου η αίτηση» (βλ. Ευσταθίου v. Λαική
(2003)1 ΑΑΔ 1007). Γι' αυτό και υπέρ του ενάγοντα, θα επιδικασθεί μόνο το ½ των εξόδων της αίτησης. Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα για τροποποίηση ως οι παράγραφοι Α (1-7) της αίτησης. Η τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από την σύνταξη του διατάγματος και τυχόν Απάντηση σε αυτήν εντός περαιτέρω 10 ημερών. Τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away expenses), όπως και το ½ των εξόδων της παρούσας αίτησης όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα/καθ' ου η αίτηση και σε βάρος των εναγομένων/αιτητών και να είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ............. Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο, Πρωτοκολλητής civil/interim subject: tropopiisi cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο