Prime International Alliance Inc. κ.α. ν. Rayhill Ltd κ.α., Aγωγή Αρ. 5346/12, 19/8/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A224 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Aγωγή Αρ. 5346/12 Μεταξύ:
- Prime International Alliance Inc., από τις Βρετανικές Παρθένες Νήσους
- Μαρίας Αρτεμίου, από τη Λεμεσό
- Χρύσως Γεωργιάδου, από τη Λεμεσό
- Meritservus Secretaries Limited, από τη Λεμεσό Εναγόντων -και-
- Rayhill Ltd, από τη Λεμεσό
- Erin Resources S.A., από τον Παναμά
- Κυριάκου Χριστοφίδη, από τη Λάρνακα
- Βικτώριας Δημητριάδου, από τη Λάρνακα Εναγομένων -------------------------- Αίτηση ημερ. 22.11.2012 για προσωρινό διάταγμα 19 Αυγούστου 2015 Για ενάγουσα 1-αιτήτρια: κα Κακουλλή για Chrysses Demetriades & Co LLC και κ. A. Μιχαηλίδης για Μιχαηλίδης & Μιχαηλίδης Για ενάγουσες 2, 3 και 4-αιτήτριες: κα Σαμαρά με κα Α. Αντωνίου για ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ ΠΑΥΛΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για εναγόμενη 1-καθ' ης η αίτηση: Ουδεμία εμφάνιση Για εναγόμενη 2-καθ' ης η αίτηση: κ. Ν. Τσαρδελής για Γ. Γεωργίου Για εναγόμενες 3 & 4-καθ' ων η αίτηση: Ουδεμία εμφάνιση ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι διαφορές των διαδίκων ανάγονται σε βάθος χρόνου. Εκτός από την ανωτέρω αγωγή εκκρεμούν και άλλες δικαστικές διαδικασίες μεταξύ τους, τόσο ενώπιον Κυπριακών Δικαστηρίων, όσο και σε άλλες δικαιοδοσίες. Ανάμεσα σε αυτές, είναι και η διαδικασία διαιτησίας ενώπιον του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου του Λονδίνου (LCIA) αντικείμενο της οποίας είναι η εγκυρότητα του τερματισμού της συμφωνίας μετόχων ημερομηνίας 28.4.2005 ανάμεσα στην ενάγουσα και την εναγόμενη
- Είναι παραδεκτό ότι η ενάγουσα 1 (στη συνέχεια "Prime") και η εναγόμενη 2 (στη συνέχεια "Erin") κατέχουν το μετοχικό κεφάλαιο της εναγόμενης 1 (στη συνέχεια "Rayhill"), με ποσοστό 40% και 60%, αντίστοιχα. Οι σχέσεις τους διέπονται από τη συμφωνία μετόχων ημερομηνίας 28.4.2005 (στη συνέχεια "ΣΜ Rayhill). Είναι γι' αυτή τη συμφωνία (SM Rayhill) που εκκρεμεί η διαιτησία ενώπιον του LCIA, μετά από τον τερματισμό της από την Erin. Δικαιούχος των μετοχών της Prime είναι ο Anatoly Ternavskiy στον οποίο, όπως είναι κοινά αποδεκτό, επιβλήθηκαν περιοριστικά μέτρα με βάση τον (ΕΚ) 265/2012 με τον οποίο προστέθηκε ως ένα από τα πρόσωπα που κρίθηκε ότι συνδέονται με το καθεστώς του Προέδρου της Λευκορωσίας Lukashenko, στον οποίο έχουν επιβληθεί περιοριστικά μέτρα, δυνάμει του Κανονισμού (ΕΚ) 765/2006 (Belarus Regulation). Από την άλλη, δικαιούχος των μετοχών της Erin είναι ο κ. Loktionov. Υπήρξε, ως φαίνεται από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, αδιέξοδο στη διαχείριση της Rayhill από τους δύο μετόχους με βάση τις πρόνοιες της ΣΜ Rayhill. Θα πρέπει να σημειωθεί πως η Rayhill έχει συμφέροντα στη Ρωσική εταιρεία "Naftatrans" η οποία φέρεται να διαθέτει περιουσία εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων. Ειδικότερα, η Naftatrans ανήκει αποκλειστικά στην Κυπριακή Εταιρεία Glidefern Ltd στην οποία μέτοχος κατά 50% είναι η Rayhill. Το υπόλοιπο 50% κατέχεται από την εταιρεία Pencιlia Holdings Ltd. Συνεπώς η Rayhill και η Pencilia ελέγχουν την Naftatrans, μέσω της Glidefern. Υπάρχουν αλληλοσυγκρουόμενοι ισχυρισμοί και εκατέρωθεν κατηγορίες για προσπάθειες ελέγχου της Naftatrans από την Prime και Erin, αντίστοιχα. Η μια πλευρά επιρρίπτει στην άλλη την ευθύνη για το αδιέξοδο και την κατηγορεί ότι επιχείρησε και έχει σκοπό να οικειοποιηθεί ή/και να κλέψει τα περιουσιακά στοιχεία της Naftatrans. Καταχωρίστηκαν, όπως έχει προλεχθεί, διάφορες δικαστικές διαδικασίες στις οποίες δεν χρειάζεται να γίνει αναφορά, αφού κρίνεται πως δεν είναι αναγκαίο για σκοπούς εκδίκασης της επίδικης αίτησης. Είναι, πιστεύω, αρκετό να καταγραφούν τα γεγονότα που σχετίζονται με την παρούσα διαδικασία. Έχουν ως ακολούθως: (α) Στις 17.8.2012 η Erin απέστειλε στην Prime ειδοποίηση τερματισμού της ΣΜ Rayhill, κατ' επίκληση του αναφερθέντος Belarus Regulation. (β) Ακολούθως, στις 29.8.2012, υπόβαλε την αναφερθείσα αίτηση διαιτησίας στο LCIA, ζητώντας δήλωση ότι η SM Rayhill έχει ματαιωθεί, λόγω της παράβασης της από την Prime. Σημειώνεται ότι είχε προηγηθεί ειδοποίηση τερματισμού από την Erin τον Αύγουστο του 2009 για την οποία υπάρχει σε εκκρεμότητα άλλη δικαστική διαδικασία στην Κύπρο. (γ) Στις 2.10.2012, η Erin καταχώρισε αγωγή εναντίον των εναγόντων 2, 3 και 4 στην παρούσα υπόθεση, στα πλαίσια της οποίας εξασφάλισε προσωρινό διάταγμα (στις 4.10.2012) το οποίο τους απαγόρευε, ανάμεσα σε άλλα, να συμμετέχουν σε οποιαδήποτε συνεδρία του Δ.Σ της Rayhill χωρίς την προηγούμενη έγκριση των μετόχων της, υπογράφουν οποιοδήποτε έγγραφο εκ μέρους και/ή δια λογαριασμό της και προβαίνουν σε οποιαδήποτε ενέργεια η οποία θα είχε ως σκοπό τη μη διεξαγωγή ή την αναβολή της Ετήσιας Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της, που θα λάμβανε χώρα στις 12.10.
- (δ) Στις 5/10/2012, η Prime, στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης Αρ. 799/12, εξασφάλισε Προσωρινό Διάταγμα εναντίον της Erin και της Rayhill, το οποίο, μεταξύ άλλων, αφορούσε την προγραμματισθείσα Γενική Συνέλευση της 12/10/
- Το εν λόγω Διάταγμα ορίστηκε επιστρεπτέο στις 11/10/
- Εκείνην την ημέρα, με τη σύμφωνη γνώμη των δικηγόρων των μερών, η υπόθεση αναβλήθηκε για τις 12/10/2012, ημερομηνία κατά την οποία, με συμφωνία των μερών, η Ετήσια Γενική Συνέλευση των μετόχων της Rayhill, προγραμματίστηκε εκ νέου για την τέταρτη εργάσιμη ημέρα μετά είτε την οριστικοποίηση είτε την παύση της ισχύος του εκδοθέντος Διατάγματος της 5/10/2012 από το Δικαστήριο. Στις 29/10/2012, μετά από αίτηση της Erin, στα πλαίσια αίτησης της φύσεως certiorari, η ισχύς του Διατάγματος της 5/10/2012 ανεστάλη, με αποτέλεσμα, στις 2/11/2012, να γίνει Γενική Συνέλευση των Μετόχων της Rayhill, όπου αποφασίστηκε η παύση των εναγουσών 2 και 3 από τη θέση των Διευθυντών της εταιρείας και η αντικατάστασή τους από τους εναγόμενους 3 και
- (ε) Ακολούθησε η καταχώριση της παρούσας αγωγής στις 22.11.2012 στα πλαίσια της οποίας, οι ενάγοντες εξασφάλισαν μονομερώς, στις 23.11.2012, προσωρινό διάταγμα το οποίο απαγορεύει στους εναγόμενους 3 και 4, όπως, υπό την ιδιότητα τους ως διευθυντές της Rayhill, χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση των Prime και Erin, προβαίνουν στη λήψη οποιασδήποτε απόφασης και/ή ενέργειας και/ή στην αποξένωση και/ή στη διάθεση και/ή στην επιβάρυνση οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου της Rayhill και/ή στην αποδοχή/έγκριση μεταβίβασης μετοχών της Erin στη Rayhill και/ή σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο και/ή στην εγγραφή οποιουδήποτε νέου μετόχου στη Rayhill, μέχρι την εκδίκαση και έκδοση τελικής απόφασης. (στ) Στα πλαίσια αίτησης της φύσεως certiorari που καταχώρισαν οι εναγόμενοι 2, 3 και 4, πέτυχαν την ακύρωση του επίδικου διατάγματος με πρωτόδικη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 22.3.2013 (Τεκμήριο 8 στην ένορκη δήλωση της Χρ. Αχιλλέως που υποστηρίζει την ένσταση). Οι ενάγοντες καταχώρισαν εφέσεις και το Εφετείο, επιτρέποντας τις εφέσεις, ακύρωσε την αναφερθείσα απόφαση με την απόφαση του ημερομηνίας 10.1.2014 (Τεκμήριο 9 στην Ε/Δ της Χρ. Αχιλλέως που υποστηρίζει την ένσταση). Αναβίωσε έτσι το επίδικο προσωρινό διάταγμα. H Prime παραπονείται ότι η Erin, ενεργώντας κακόπιστα και αξιοποιώντας την αναστολή εκτέλεσης του επίδικου διατάγματος που εξασφάλισε στην αναφερθείσα αίτηση για άδεια καταχώρισης αίτησης της φύσεως certiorari (η οποία τελικά απορρίφθηκε) πραγματοποίησε τη Γενική Συνέλευση, πετυχαίνοντας την αντικατάσταση των εναγόντων 2 και3 με τους εναγόμενους 3 και
- Με τον τρόπο αυτό πέτυχε να ελέγχει πλήρως την Rayhill, κατά παράβαση, όπως εισηγείται, της ΣΜ Rayhill. Πιο συγκεκριμένα, η prime υποστηρίζει ότι σύμφωνα με τις πρόνοιες της ΣΜ Rayhill (Τεκμήριο 2 στην Ε/Δ της Χρ. Σαββίδου που υποστηρίζει την αίτηση) απαιτείται ομόφωνη απόφαση των μετόχων για τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης σε σχέση με τις δραστηριότητες της Rayhill. Παραπέμπει, επί του προκειμένου, στον όρο 2.1 του Τεκμηρίου 2, ο οποίος προβλέπει τα ακόλουθα: "Any and all matters relating to the operations of Rayhill shall be resolved jointly by the Shareholders. All resolutions shall be adopted by the shareholders unanimously." Σε ελεύθερη μετάφραση: «Οποιαδήποτε και όλα τα θέματα που σχετίζονται με τις δραστηριότητες της Rayhill θα αποφασίζονται από κοινού από τους μετόχους. Όλα τα ψηφίσματα της θα υιοθετούνται από τους μετόχους ομόφωνα». Στην ένορκη δήλωση της Χρ. Σαββίδου ημερομηνίας 22.11.2012, επισυνάπτεται, επιπρόσθετα, γνωμάτευση Άγγλου δικηγόρου, Τεκμήριο 33, (R. Hollington QC) με βάση την οποία ο πιο πάνω όρος εξυπακούει ότι απαιτείται ομόφωνη απόφαση για τον διορισμό, παύση ή αντικατάσταση των διευθυντών της Rayhill. Η Prime υποστηρίζει, περαιτέρω, πως το ψήφισμα ημερομηνίας 2.11.2012, δεν παραβίασε μόνο τη ΣΜ Rayhill, αλλά και τη Συμφωνία ημερομηνίας 12.10.2012 η οποία είχε συνομολογηθεί ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, στα πλαίσια της πρωτογενούς Αίτησης 799/2012, η οποία προέβλεπε ότι η Γενική Συνέλευση της Rayhill θα επαναοριζόταν 4 ημέρες μετά που το Προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε στις 5.10.2012 στα πλαίσια της πιο πάνω αίτησης, έπαυε να ισχύει, η οριστικοποιείτο (Τεκμήριο 31 της Ε/Δ Χρ. Σαββίδου). Στην πολυσέλιδη ένορκη δήλωση της Χρ. Σαββίδου που υποστηρίζει την αίτηση, γίνεται λεπτομερής αναφορά στα πιο πάνω γεγονότα. Αναφέρονται επίσης οι προηγούμενες ενέργειες της Erin να πάρει τον έλεγχο της Rayhill, αποκλείοντας την Prime καθώς και σε άλλες δικαστικές διαδικασίες που καταχωρίστηκαν και εκκρεμούν. Ανάμεσα σε άλλα αναφέρεται στον τερματισμό της ΣΜ Rayhill από την Erin τον Αύγουστο του έτους 2009 και στην προσπάθεια της να μεταβιβάσει μέρος των μετοχών της σε θυγατρική της εταιρεία ώστε να αποκτούσε δύο ψήφους στις Γενικές Συνελεύσεις. Η ενέργεια αυτή αναχαιτίστηκε, όπως εξηγεί, με προσωρινό διάταγμα που πέτυχε η Prime στα πλαίσια της αγωγής 4311/
- Το υπό αναφοράν προσωρινό διάταγμα, όπως εξηγείται στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Θ. Χριστοδούλου, εξακολουθεί να ισχύει, αφού απορρίφθηκε τόσο η έφεση όσο και η αίτηση παραμερισμού ημερομηνίας 28.8.2012 (Τεκμήρια 8 και 9 στην Σ Ε/Δ του Θ. Χριστοδούλου). Οι εναγόμενοι καταχώρισαν γραπτή ένσταση που υποστηρίζεται από μακροσκελή ένορκη δήλωση της Χρ. Αχιλλέως δίδοντας τη δική τους εκδοχή, τόσο για τα γεγονότα που οδήγησαν στην αποστολή της Ειδοποίησης Τερματισμού όσο και για τις επιλήψιμες, κατά την εισήγηση τους, ενέργειες της Prime και του ιδιοκτήτη της. Υποστηρίζουν, ανάμεσα σε άλλα, ότι η καταχώριση της αγωγής αντίκειται στις πρόνοιες του Belarus Regulation. Αναφέρουν, επίσης, πως περί τα τέλη του έτους 2012, οι μετοχές της Naftatrans πωλήθηκαν σε τρίτα πρόσωπα έναντι ευτελούς ανταλλάγματος, αφήνοντας σαφείς αιχμές για συνωμοσία της Prime και του ιδιοκτήτη της (Ternavskiy) στην απάτη που έγινε εις βάρος της Erin. Για την κατ' ισχυρισμόν απάτη, κατεχωρήθη η αγωγή αρ. 60/2013 Ε.Δ. Λεμεσού από την Rayhill εναντίον, μεταξύ άλλων, του Anatoly Ternavskiy. Oι εναγόμενοι υποστηρίζουν, ότι η Prime με τις ενέργειες της έχει βραχυκυκλώσει τη λήψη αποφάσεων στη Rayhill, σημειώνοντας πως επιπρόσθετα προωθεί και αίτηση εκκαθάρισης της εταιρείας. Δεν απαιτείται όμως να γίνει εκτενής αναφορά στις επιλήψιμες ενέργειες που αποδίδει η Erin στην Prime με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Τούτο γιατί ο ευπαίδευτος συνήγορος της Erin, περιόρισε τους λόγους ένστασης: (α) στο ότι η έγερση της αγωγής παραβιάζει τον Κανονισμό (ΕΚ) 765/2006 (Belarus Regulation). (β) στην απουσία μαρτυρίας σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60, ήτοι στο ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς και (γ) στην απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων. Σε σχέση με την απόκρυψη αναφέρουν ότι οι ενάγοντες, ενώ παρουσίασαν τον κ. Loktionov ότι συνεργάστηκε με την Lymnifolk σε μια προσπάθεια να εξαπατήσουν την Glidefern, τον Ternavskiy κ.α. παρέλειψαν να αποκαλύψουν ότι με την αγωγή που κινήθηκε στη Ρωσία δεσμεύθηκε και η περιουσία του Loktionov. Εγείρονται και πολλοί άλλοι ισχυρισμοί και λόγοι ένστασης, όπως καθυστέρηση, κατάχρηση κ.λ.π. αλλά δεν απαιτείται να παρατεθούν με λεπτομέρεια, αφού, όπως αναφέρθηκε πριν, έχουν εγκαταλειφθεί. Με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων με παραπομπές στην πλούσια επί των εγειρομένων θεμάτων νομολογία. Οι συνήγοροι των αιτητών, αφού παρέθεσαν τα πιο πάνω γεγονότα, επεσήμαναν πως η ΣΜ Rayhill παραμένει ισχυρή και δεσμευτική μέχρι σήμερα εφόσον δεν εκδόθηκε οποιαδήποτε απόφαση με την οποία να δηλώνεται ότι ο τερματισμός στον οποίο προέβη μονομερώς η Erin, είναι νόμιμος και έγκυρος. Με δεδομένο, συνέχισαν, ότι τα μέρη συμφώνησαν πως κάθε απόφαση τους πρέπει να λαμβάνεται ομόφωνα, οι αιτητές έχουν καταδείξει συζητήσιμη υπόθεση με ορατή πιθανότητα επιτυχίας, αφού με τη μαρτυρία που προσκόμισαν, έχει στοιχειοθετηθεί η παράβαση της συμφωνίας από την Erin. Επιπρόσθετα, υπόδειξαν, η Erin έχει παραβιάσει και τη συμφωνία ημερομηνίας 12.10.2012 που συνομολογήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Όσον αφορά τους τρεις λόγους στους οποίους στηρίζεται τελικά η ένσταση της Erin επεσήμαναν τα ακόλουθα: Α. Οι πρόνοιες του Belarus Regulation δεν εμποδίζουν τους αιτητές από του να προωθούν την αγωγή και την εξεταζόμενη αίτηση, καθόσον: (α) Η συμπερίληψη του Anatoly Ternavskiy στον κατάλογο με τα άτομα που υπόκεινται σε περιορισμούς, δεν τον εμποδίζει να εγείρει ή να προωθήσει μια αγωγή για να προστατεύσει τα δικαιώματα του. (β) Δεν υπάρχει οποιαδήποτε πρόνοια στο Belarus Regulation η οποία επιβάλλει στα επηρεαζόμενα πρόσωπα περιορισμούς στο δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη. (γ) Αντίθετα, το άρθρο 3
(1)(β) του Κανονισμού προβλέπει τη δυνατότητα αποδέσμευσης κεφαλαίων προκειμένου να καλυφθούν δαπάνες που έχουν σχέση με την παροχή νομικών υπηρεσιών. (δ) Η θέση των δικηγόρων του Anatoly Ternavskiy ότι ο Κανονισμός δεν περιορίζει το δικαίωμα των καθορισμένων προσώπων (designated persons) να προσφεύγουν στη δικαιοσύνη για την προστασία της περιουσίας τους, επιβεβαιώθηκε μέσω αλληλογραφίας, από την αρμόδια Υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (service for Foreign Policy Instruments). Παραπέμπει προς τούτο στο Τεκμήριο 2 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του Θ. Χριστοδούλου, ημερομηνίας 1.8.
- (ε) Το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη είναι θεμελιώδες δικαίωμα και κατοχυρώνεται από το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα ανθρώπινα δικαιώματα. (στ) Η επίκληση των όσων αναφέρονται στην ανατραπείσα απόφαση στην Πολιτική αίτηση αρ. 198/2012, δεν βοηθά τους εναγόμενους, καθόσον η απόφαση ανατράπηκε. (ζ) Σε κάθε περίπτωση, κατέληξαν οι συνήγοροι, οι θεραπείες που ζητούνται με την αίτηση δεν συνεπάγονται διάθεση οικονομικών πόρων άμεσα ή έμμεσα, προς όφελος του Anatoly Ternavskiy, μέσα στην έννοια του Κανονισμού. Β. Σε σχέση με την κατ' ισχυρισμόν απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, υποστήριξαν πως οι αιτητές επιδεικνύοντας καλή πίστη, έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα ουσιώδη γεγονότα. Το κατά πόσο εκδόθηκαν ασφαλιστικά μέτρα εναντίον του κ. Loktionov στη Ρωσία, στα πλαίσια της αγωγής που αναφέρθηκε, δεν αποτελεί ουσιώδες γεγονός το οποίο θα μπορούσε να επηρεάσει την κρίση του Δικαστηρίου. Όλα τα γεγονότα που σχετίζονται και αφορούν τη διαδικασία αποκαλύφθηκαν και το Δικαστήριο είχε ενώπιον του όλα τα γεγονότα για να ασκήσει την κρίση του. Γ. Όσον αφορά τέλος τον κίνδυνο ανεπανόρθωτης ζημιάς, υπέδειξαν την μέχρι σήμερα συμπεριφορά της Erin, υποστηρίζοντας πως όποτε δεν υπήρχε σε ισχύ διάταγμα του Δικαστηρίου, παραβίαζε τη ΣΜ Rayhill. Είναι ως εκ τούτου επάναγκες να διατηρηθεί σε ισχύ το διάταγμα, διαφορετικά υπάρχει ο κίνδυνος να προβεί σε περαιτέρω μονομερείς ενέργειες, είτε για να διορίσει αλλοδαπούς διευθυντές είτε για να οικειοποιηθεί τα εναπομείναντα περιουσιακά στοιχεία της Rayhill. H συνήγορος των εναγόντων 2, 3 και 4, υιοθετώντας την αγόρευση των συνηγόρων της ενάγουσας 1, επεσήμανε πως η αλλαγή των αξιωματούχων της Rayhill ήταν παράνομη όπως επεξηγήθηκε στην ένορκη δήλωση του Ιωαννίδη που υποστηρίζει την αίτηση. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς των εναγομένων ότι οι αιτητές είχαν την ευκαιρία να εμποδίσουν την απόφαση για την παύση των αξιωματούχων της Rayhill και δεν το έπραξαν, υπόδειξε πως οι εναγόμενοι, παρέλειψαν να αναφερθούν στη συμφωνία ημερομηνίας 12.10.2012 η οποία έλαβε χώραν ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της πρωτογενούς αίτησης αρ. 799/
- Ο συνήγορος της Erin, αναπτύσσοντας τον πρώτο λόγο ένστασης, εισηγήθηκε πως είναι καθαρά νομικό ζήτημα αφού είναι παραδεκτό ότι ο Anatoly Ternavskiy υπόκειτο στους περιορισμούς του Belarus Regulation και κατά συνέπεια, με βάση τον Κανονισμό, δεσμεύτηκαν τα περιουσιακά του στοιχεία, ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνονται οι μετοχές της Prime καθώς και τα συμφέροντα του στις Rayhill, Glidefern και Naftatrans. Συνεχίζοντας, παρέπεμψε στις διαπιστώσεις που περιέχονται στην πρωτόδικη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολιτική Αίτηση αρ. 198/12, οι ποίες, κατά την εισήγηση του, δεν ανατράπηκαν από την εφετειακή απόφαση. Ότι δηλαδή ο Anatoly Ternavskiy χρησιμοποιεί στο έδαφος της ΕΕ (Κυπριακή Δημοκρατία) την Prime, που αποτελεί περιουσιακό του στοιχείο κατά παράβαση του άρθρου 2
(2)του Κανονισμού, που αναφέρει ότι: "No funds or economic resources shall be made available directly or indirectly, to or for the benefit of the natural or legal persons, entities or bodies listed in the Annex ." Καταλήγοντας ο συνήγορος εισηγήθηκε πως οι επιδιώξεις του Ternavskiy με την παρούσα αγωγή, εμπίπτουν σαφώς στις απαγορεύσεις του Κανονισμού, εφόσον συνιστούν "χρήση κεφαλαίων", όπως αναφέρεται στο άρθρο 1.2 του Κανονισμού. Παραβιάζουν, επίσης το δεύτερο μέρος του άρθρου 1.2 αφού ο Anatoly Ternavskiy με τις διεκδικήσεις του στην αγωγή επιδιώκει να έχει πρόσβαση, έλεγχο και λόγο στη λήψη αποφάσεων που σχετίζονται με τον τρόπο διαχείρισης, διάθεσης, αξιοποίησης, εκμετάλλευσης και διεκδίκησης των περιουσιακών του στοιχείων. Όσον αφορά την απόκρυψη ουσιωδών ισχυρισμών, εισηγήθηκε πως οι ενάγοντες, παρόλο που παρουσίασαν με την αίτηση τους τον κ. Loktionov να επιχειρεί με τεχνάσματα και διάφορες ενέργειες να εξαπατήσει τον Ternavskiy και να αποσπάσει τα περιουσιακά στοιχεία των εταιρειών (Prime, Rayhill, Glidefern και Naftatrans) αναφέροντας μεταξύ άλλων την υπόθεση με την κατ' ισχυρισμόν απάτη της Lymnifolk και τη διαδικασία που κινήθηκε στη Ρωσία, παρέλειψαν να αποκαλύψουν ότι στην διαδικασία εκείνη δεσμεύτηκε και η περιουσία του Loktionov. Σε σχέση, τέλος, με την τρίτη προϋπόθεση, εισηγήθηκε πως οι ισχυρισμοί των εναγόντων επί του ζητήματος είναι γενικοί και αόριστοι και δεν ικανοποιούν, ούτε κατ' ελάχιστο, την υπό αναφορά προϋπόθεση. Παραπέμποντας σε νομολογία επί του ζητήματος, υπόδειξε πως δεν είναι αρκετό να τίθεται γενικά ισχυρισμός περί ανεπανόρθωτης ζημιάς, χωρίς το αναγκαίο υπόβαθρο γεγονότων που να τον υποστηρίζει. Οι ενάγοντες, κατέληξε, όφειλαν να είχαν δώσει περισσότερες λεπτομέρειες για να ικανοποιήσουν την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32. Οι αρχές με βάση τις οποίες ασκείται η ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, δυνάμει του άρθρου 32 του Ν. 14/60 για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι ευρύτατα γνωστές. Καθώς έχει νομολογηθεί, ο αιτητής οφείλει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι: 1. Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, 2. με ορατή πιθανότητα επιτυχίας και 3. εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις αναλύθηκαν και ερμηνεύθηκαν σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. (βλ. ανάμεσα σε άλλες, Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015). Πέραν των πιο πάνω προϋποθέσεων το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας. (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χατζηβασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152). Έχει επίσης νομολογηθεί πως στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων επί του πραγματικού και νομικού υποβάθρου των επιδίκων θεμάτων (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Όπως υποδείχθηκε στην T.A. Micrologic Comp. Consult. Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1Γ A.A.Δ.1802, στην ενδιάμεση αυτή διαδικασία για έκδοση προσωρινού διατάγματος εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Έχω εξετάσει την αίτηση υπό το πρίσμα των πιο πάνω νομικών αρχών, έχοντας λάβει δεόντως υπόψη τις θέσεις και εισηγήσεις των μερών και όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι εισηγήθηκαν με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους. Αρχίζοντας από τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32, εκτιμώ ότι ήταν ορθή και δίκαιη η στάση του συνηγόρου της Erin να μην επιμείνει στις αρχικές θέσεις της εναγομένης 2 πως δεν υπάρχει ικανοποιητική μαρτυρία σε σχέση με τα ζητήματα αυτά. Το Δικαστήριο, έχοντας εξετάσει το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε με την αίτηση και την ένσταση, αποφαίνεται πως ικανοποιούνται οι δυο πρώτες προϋποθέσεις. Με βάση τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου με την αίτηση, η εναγόμενη 2 συγκάλεσε Γενική Συνέλευση της εναγόμενης 1 και έπαυσε τους αξιωματούχους της (ενάγοντες 2, 3 και 4), αντικαθιστώντας τους με τους εναγόμενους 3 και
- Και τούτο, παρά την αντίθεση της ενάγουσας 1 και παρά τη συμφωνία που φέρεται να είχε συνομολογηθεί ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης Αρ. 799/12, με βάση την οποία συμφωνήθηκε όπως η Γενική Συνέλευση της Rayhill πραγματοποιηθεί την τέταρτη εργάσιμη ημέρα μετά την οριστικοποίηση ή (ανάλογα με την απόφαση του Δικαστηρίου) την παύση της ισχύος του Διατάγματος που είχε εκδοθεί από το Δικαστήριο στις 5.10.
- Χωρίς να παραγνωρίζονται οι ισχυρισμοί και οι υπερασπίσεις που προβάλλουν οι εναγόμενοι, κρίνω πως οι ενάγοντες έχουν παρουσιάσει μια συζητήσιμη υπόθεση με ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας, όπως ερμηνεύθηκαν οι υπό αναφοράν προϋποθέσεις από τη νομολογία. Υποδεικνύεται πως στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε ενδελεχή αξιολόγηση της μαρτυρίας, αποφεύγοντας να καταλήξει σε τελικά ευρήματα επί του πραγματικού και νομικού υποβάθρου της υπόθεσης. Ερχόμενος στην τρίτη προϋπόθεση, εκτιμώ πως από το σύνολο των γεγονότων που έχουν τεθεί, φαίνεται να υπάρχει κίνδυνος πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς στους ενάγοντες, σε περίπτωση που το διάταγμα παύσει να ισχύει. Το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται την εισήγηση της Erin ότι οι ισχυρισμοί των αιτητών για πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς είναι γενικοί και αόριστοι. Από μόνο του το γεγονός ότι η Erin προχώρησε με την αντικατάσταση των αξιωματούχων της Rayhill, χωρίς τη συγκατάθεση της Prime και παρά την περί του αντιθέτου συμφωνία τους ως προς το χρόνο προγραμματισμού της Γενικής Συνέλευσης, υποδηλώνει κινδύνους για περαιτέρω μονομερείς αποφάσεις και ενέργειες, χωρίς τη συγκατάθεση της Prime, όπως προβλέπεται στη ΣΜ Rayhill. Πολύς λόγος έγινε για τις πρόνοιες του Belarus Regulation. Το Δικαστήριο εκτιμά πως δεν είναι του παρόντος να αποφασιστεί αυτό το θέμα. Είναι αρκετό, για τους σκοπούς της εκδικαζόμενης αίτησης, να υποδειχθεί πως τα προσωρινά διατάγματα που έχουν εκδοθεί, δεν παραβιάζουν τον Κανονισμό. Οι επιδιωκόμενες με την αίτηση θεραπείες αποσκοπούν στη διατήρηση του status quo ante, μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. Αλλά και επί της ουσίας του ζητήματος οι θεραπείες που επιδιώκονται με την αγωγή, δεν θα μπορούσαν να εκληφθούν ότι παραβιάζουν τις πρόνοιες του Κανονισμού. Ο Ternavskiy, επιδιώκει μέσω της αγωγής να προστατεύσει τα δικαιώματα της Prime (εταιρείας που του ανήκει, όπως είναι παραδεκτό) από κατ' ισχυρισμόν παράνομες ενέργειες της Erin. Δεν επιδιώκεται η αποξένωση ή η διάθεση των περιουσιακών του στοιχείων, τα οποία έχουν δεσμευθεί και παγοποιηθεί με βάση τις πρόνοιες του Κανονισμού. Αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή με βάση τις πρόνοιες 1 και 2 του Κανονισμού, τα άτομα που υπόκεινται στα περιοριστικά μέτρα που επιβλήθηκαν με τον Κανονισμό, δεν έχουν δικαίωμα να καταχωρίσουν αγωγή για να προστατεύσουν την περιουσία τους από κατ' ισχυρισμόν παράνομες ή άδικες πράξεις τρίτων, θα οδηγούσε σε παράλογα αποτελέσματα. Με κάθε σεβασμό προς τις αντίθετες εισηγήσεις της Erin, δεν μπορεί να είναι αυτό το πνεύμα των περιορισμών του Belarus Regulation. Συμφωνώ με την εισήγηση των συνηγόρων των εναγόντων πως με τα περιοριστικά μέτρα που επιβλήθηκαν στα καθορισμένα πρόσωπα (designated persons), δεν περιορίζεται ούτε αποκλείεται η δυνατότητα τους να λάβουν μέτρα για προστασία της περιουσίας τους. Ο Κανονισμός δεν έχει αποστερήσει την περιουσία από τα επηρεαζόμενα πρόσωπα αλλά την έχει δεσμεύσει και την έχει παγοποιήσει. Σε κάθε περίπτωση, εκτιμώ πως η καταχώριση της αγωγής δεν εμπίπτει «ξεκάθαρα» στις απαγορεύσεις του Κανονισμού όπως εισηγείται ο ευπαίδευτος συνήγορος της Erin. Ως εκ τούτου δεν θα ήταν ορθό να αποφασιστεί, στο πρώιμο αυτό στάδιο, ότι η Prime εμποδίζεται να εγείρει την αγωγή λόγω των περιοριστικών μέτρων που έχουν επιβληθεί με τον Κανονισμό στον Ternavskiy. Ούτε η εισήγηση πως υπήρξε ουσιώδης απόκρυψη γεγονότων κρίνεται βάσιμη. Εξετάζοντας την αίτηση σφαιρικά και αντικειμενικά, κρίνω πως οι αιτητές έχουν παραθέσει όλα τα ουσιώδη γεγονότα που σχετίζονται με την επίδικη διαφορά. Το γεγονός ότι δεν αναφέρθηκε ότι δεσμεύθηκε και η περιουσία του Loktionov στην αγωγή που καταχωρίστηκε στη Ρωσία, είναι όντως μια παράλειψη από την πλευρά των αιτητών. Δεν πρόκειται όμως για κάποιο ουσιώδες γεγονός που θα μπορούσε να επηρεάσει την κρίση του Δικαστηρίου για την έκδοση του επίδικου προσωρινού διατάγματος. Όπως υποδείχθηκε επανειλημμένα, το καθήκον του διαδίκου για πλήρη αποκάλυψη, αφορά τα ουσιώδη γεγονότα που θα μπορούσαν να επενεργήσουν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στη χορήγηση ή μη της επιδιωκόμενης με μονομερή αίτηση θεραπείας και δεν εκτείνεται στην υποχρέωση αποκάλυψης γενικά όλων των γεγονότων που σχετίζονται με κάποιο τρόπο με την υπόθεση (βλ. ανάμεσα σε άλλες, Harvadskeiy Prumysloy Hold A.S.Κ. Daventree Resourses Ltd κ.ά.
(2008)1(Β) Α.Α.Δ. 801 και Χρίστου Ευσταθίου ν. Dicran Ouzounian & Co Ltd, Π.Ε. 292/2010 ημερ. 20.1.2014). Στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. v. Adeona Holdings Ltd, Π.Ε. Ε6/2014, ημερ. 27.02.2015, αφού επαναδιατυπώθηκαν οι πιο πάνω αρχές, παρατέθηκαν και τα ακόλουθα σχόλια: «Λόγω των δραστικών επιπτώσεων που συνήθως ακολουθούν εύρημα δικαστηρίου ότι δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη, τα τελευταία χρόνια διαπιστώθηκαν δύο φαινόμενα. Πρώτον, μια δικαιολογημένη φοβία εκ μέρους των δικηγόρων των αιτητών ως προς τον κίνδυνο να θεωρηθεί η πλευρά τους ότι δεν προέβη σε πλήρη αποκάλυψη. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να τίθενται ενώπιον των δικαστηρίων όγκοι εγγράφων, τα οποία, χωρίς οποιαδήποτε επεξήγηση, τις περισσότερες φορές τείνουν να συσκοτίζουν παρά να διαφωτίζουν το δικαστήριο. Όπως τονίστηκε από το αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση National Bank of Sharjah v. Dellborg, The Times, December 24, 1992 (CA), υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά μεταξύ ειλικρινούς και πλήρους αποκάλυψης και του κατακλυσμού του δικαστηρίου με σωρεία εγγράφων, πλείστα των οποίων είναι μη ουσιώδη και αχρείαστα για τους σκοπούς που τίθενται ενώπιον του δικαστηρίου. Γι' αυτό είναι πολύ σημαντικό όπως στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, να επεξηγείται με τρόπο λακωνικό η σημασία των εγγράφων που επισυνάπτονται. Περαιτέρω, θα πρέπει να τονίζεται το σημαντικό μέρος των εγγράφων, ώστε τα ουσιώδη θέματα να αναδύονται εύκολα με μια απλή συνδυασμένη ανάγνωση της ένορκης δήλωσης και των εγγράφων. Διαφορετικά υπάρχει κίνδυνος η αποκάλυψη να μην θεωρηθεί ειλικρινής και πλήρης. Το δεύτερο φαινόμενο που παρατηρείται, αφορά τους δικηγόρους των Καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι τα τελευταία χρόνια προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τις όποιες ελλείψεις στην ένορκη δήλωση του αντιδίκου τους, υποβάλλοντας ακραίες και αβάσιμες εισηγήσεις για μη αποκάλυψη, αγνοώντας το γεγονός ότι η σχετική νομολογία δίδει έμφαση στη μη αποκάλυψη «ουσιωδών γεγονότων». Παρατηρούμε ότι αυτό συνήθως γίνεται όταν οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος επί της ουσίας είναι λίγες, οπότε εναποτίθενται όλες οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος στη μη αποκάλυψη κάποιου στοιχείου, το οποίο τις περισσότερες φορές δεν είναι καθόλου ουσιώδες. Χωρίς να θέλουμε με κανένα τρόπο να αδυνατίσουμε ποσώς την υποχρέωση για ειλικρινή και πλήρη αποκάλυψη, θα πρέπει να τονίσουμε το αυτονόητο, ότι τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποπροσανατολίζονται από αβάσιμες εισηγήσεις που δίδουν έμφαση στη μη αποκάλυψη κάποιου ασήμαντου στοιχείου, το οποίο δεν αφορά σε ουσιώδες γεγονός. Ούτε ο κανόνας πρακτικής για ακύρωση του διατάγματος σε περίπτωση μη αποκάλυψης, θα πρέπει να αφεθεί να μετατραπεί σε εργαλείο αδικίας (βλ. Brink´s-Mat Elcombe, ανωτέρω).» Στην εξεταζόμενη περίπτωση, καταλήγω πως δεν υπήρξε απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος από τους αιτητές, μέσα στην έννοια των αρχών που καθιέρωσε η νομολογία. Συνοψίζοντας, καταλήγω πως ουδείς από τους λόγους ένστασης ευσταθεί. Κρίνω πως πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις και είναι ορθό και δίκαιο, όπως οριστικοποιηθεί το προσωρινό διάταγμα. Παρόλο που δεν έχει υποστηριχθεί το αντίθετο, θεωρώ ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει σαφώς υπέρ της διατήρησης του εκδοθέντος διατάγματος. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, το προσωρινό διάταγμα οριστικοποιείται, με ισχύ μέχρι την αποπεράτωση της αγωγής. Τα παρακλητικά 1, 2 και 6 της αίτησης απορρίπτονται, αφού δεν έχουν προωθηθεί. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των αιτητών-εναγόντων και θα βαρύνουν της καθ' ης η αίτηση-εναγόμενη 2, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή αλλά να είναι πληρωτέα στο τέλος. (Υπ.) ............. Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Προσωρινό Διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο