← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. Ανδρέα Χρυσοστόμου κ.α., Αρ. Αγωγής: 5092/14, 4/8/2015

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. Ανδρέα Χρυσοστόμου κ.α., Αρ. Αγωγής: 5092/14, 4/8/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A216 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ.Ι. Κίτσιου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5092/14 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόντων και 1. Ανδρέα Χρυσοστόμου, εκ Λεμεσού 2. Έλενα Αντωνίου, εκ Λεμεσού 3. CHR. D. CHARALAMBOUS CONSTRUCTION LTD Εναγόμενων Αίτηση ημερομηνίας 21.01.2015 για Συνοπτική Απόφαση Ημερομηνία: 04.08.2015 Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κα Δημητριάδη για ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΔΕΠΕ (κ. Α. Αντωνίου κατα την απόφαση) Για τους Εναγόμενους 1 και 2 - Καθ' ων η Αίτηση: κα Παπαγιάννη για ΜΑΡΙΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ ΔΕΠΕ (κ. Μ. Γαβριηλίδης κατα την απόφαση) Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Απαίτηση των Εναγόντων, όπως προκύπτει από το Κλητήριο Ένταλμα, Ειδικώς Οπισθογραφημένο, και καταχωρημένο στις 02.12.2014, είναι εναντίον όλων των Εναγόμενων και αφορά στο ποσό των €164.235,00 πλέον τόκους και έξοδα, δυνάμει χρεωστικού υπολοίπου κατά τις 24.03.2014 οφειλόμενο και πληρωτέο δυνάμει συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 12.11.2007 η οποία συνάφθηκε μεταξύ των Εναγόντων από τη μια και των Εναγόμενων 1 και 2 ως πρωτοφειλετών από την άλλη. Οι δε Εναγόμενοι 3 εγγυήθηκαν την προαναφερόμενη συμφωνία δανείου. Επιπλέον ζητείται διάταγμα που να αναγνωρίζει ότι εκχωρήθηκε υπέρ των Εναγόντων, το αγοραπωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 07.09.2007, το οποίο υπογράφτηκε από τους Εναγόμενους 1 και 2 από τη μια και των Εναγόμενων 3 από την άλλη για ένα διαμέρισμα, και/ή ότι τα δικαιώματα των Εναγόμενων 1 και 2 που έλκονται από αυτό, εκχωρήθηκαν στους Ενάγοντες. Η Αίτηση:- Στις 21.01.2015 οι Ενάγοντες (στο εξής οι Αιτητές) καταχώρησαν Αίτηση (στο εξής η επίδικη Αίτηση) για έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 στη βάση της αξίωσής τους όπως αυτή προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης. Η επίδικη Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Ιωάννη Φώτη, υπαλλήλου των Αιτητών ο οποίος δηλώνει δεόντως εξουσιοδοτημένος από αυτούς για να προβεί στην ένορκη δήλωση. Ως αναφέρει, εργάζεται στην υπηρεσία recoveries των Αιτητών, γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης και χειρίζεται προσωπικά το φάκελο που την αφορά. Αναφέρει περαιτέρω ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 έχουν καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης, μέσω δικηγόρου, στις 14.01.2015, ωστόσο δεν έχουν οποιαδήποτε υπεράσπιση, εξ όσων ειλικρινά πιστεύει και όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι των Αιτητών. Κάνει επίσης αναφορά στη σύναψη συμφωνίας στεγαστικού δανείου (Τεκμήριο 1) για το ποσό των €148.670,00 η οποία υπογράφτηκε στις 12.11.2007. Ως ασφάλεια της παραχώρησης του δανείου, οι Εναγόμενοι 1 και 2 εκχώρησαν τα δικαιώματα τους (συμφωνία εκχώρησης ημερομηνίας 12.11.2007 - Τεκμήριο 3) επί του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, ημερομηνίας 07.09.2007, που σύναψαν με τους Εναγόμενους 3. Επίσης οι Εναγόμενοι 3 παραχώρησαν εγγύηση ύψους ΛΚ104.400,00. Η συμφωνία εγγύησης θα πάψει να ισχύει με την έκδοση χωριστού τίτλου ιδιοκτησίας του ακινήτου - αντικείμενο του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου ημερομηνίας 07.09.2007. Υπήρξε περαιτέρω εξασφάλιση με την εκχώρηση του Εναγόμενου 1, υπέρ των Εναγόντων, των δικαιωμάτων επί ενός ασφαλιστηρίου συμβολαίου ζωής του Εναγόμενου 1 (εκχώρηση ασφάλειας ζωής - Τεκμήριο 5). Το ποσό του δανείου που παραχωρήθηκε στους Εναγόμενους 1 και 2 θα ήταν πληρωτέο σε 312 μηνιαίες δόσεις, ύψους €938,64 έκαστη, πληρωτέας της πρώτης δόσης στις 05.12.2008 και κάθε 5η ημέρα εκάστου επόμενου μηνός, μέχρι τελικής εξόφλησης που θα επερχόταν την 05.10.2034. Συμφωνήθηκε ότι το δάνειο θα χρεωνόταν με συνολικό επιτόκιο 5,250% ετησίως. Ο τόκος θα κεφαλαιοποιούνταν κάθε 6 μήνες, την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους. Στις 19.05.2010, οι Εναγόμενοι 1 και 2 αιτήθηκαν από τους Ενάγοντες, οι οποίοι αποδέχθηκαν (επιστολή Τεκμήριο 7) την αλλαγή στους όρους αποπληρωμής του δανείου ήτοι (α) με πληρωμή μηνιαίων δόσεων των €933,74, αρχής γενομένης από 05.07.2010 με ημερομηνία αποπληρωμής του δανείου την 05.01.2035, (β) οι Ενάγοντες διατήρησαν το δικαίωμα τους να ανακαλέσουν την παραχώρηση αλλαγής του τρόπου αποπληρωμής του δανείου, οι δε Εναγόμενοι θα υποχρεώνονταν να αποπληρώσουν αυτό ως είχε αρχικά συμφωνηθεί. Στις 16.11.2010 με νέο αίτημα των Εναγόμενων 1 και 2, οι Ενάγοντες αποδέχθηκαν (επιστολή Τεκμήριο 8) αλλαγή του τρόπου αποπληρωμής ήτοι (α) πληρωμή μηνιαίων δόσεων ύψους €933,74 έκαστη από 01.01.2011 με ημερομηνία αποπληρωμής τις 05.04.2035, (β) οι Ενάγοντες πάλι διατήρησαν το δικαίωμα τους να ανακαλέσουν την παραχώρηση αλλαγής του τρόπου αποπληρωμής του δανείου, οι δε Εναγόμενοι θα υποχρεώνονταν να αποπληρώσουν αυτό ως είχε αρχικά συμφωνηθεί, και (γ) το επιτόκιο κατα την αναστολή της δόσης για τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2010 αυξήθηκε κατά 0,25%. Περί τις 15.02.2012, με έγγραφο κοινοποίησης (Α έγγραφο κοινοποίησης) - Τεκμήριο 9 - οι Ενάγοντες ενέκριναν Αίτηση των Εναγόμενων 1 και 2, παραχωρώντας σ' αυτούς τις ακόλουθες διευκολύνσεις: (α) Διαγραφή του ποσού των €2.356,60 που αντιστοιχούσε σε καθυστερημένες πληρωμές δόσεων για το δάνειο. (β) Αναστολή τριών μηνιαίων δόσεων για τους μήνες Μάρτιο, Απρίλιο και Μάιο του 2012. (γ) Αλλαγή του τρόπου αποπληρωμής του δανείου σε 272 μηνιαίες δόσεις ύψους €920,00 έκαστη, αρχής γενομένης από 05.06.2012 μέχρι 05.03.2035 και πληρωμή μίας δόσης €1.247,37 κατά την εξόφληση του δανείου στις 05.04.2035. Με βάση το Τεκμήριο 9 οι Αιτητές δικαιούνταν να μεταβάλλουν το βασικό επιτόκιο, τις προσαυξήσεις, τον τόκο υπερημερίας, τις προμήθειες και/ή τραπεζικά δικαιώματα κατά την κρίση τους, οι δε Εναγόμενοι 1 και 2 θα λάμβαναν γνώση με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή με ειδοποίηση με τον προσφορότερο κατά την κρίση των Αιτητών τρόπο. Σε περίπτωση δε καθυστερήσεως πληρωμής, το δάνειο θα επιβαρυνόταν με τόκο υπερημερίας 6% επί του ποσού των καθυστερήσεων. Στις 22.08.2012 με νέο έγγραφο κοινοποίησης (Β έγγραφο κοινοποίησης) - Τεκμήριο 10 - οι Ενάγοντες αποδέχθηκαν, εγκρίνοντας νέα Αίτηση των Εναγόμενων 1 και 2, παραχωρώντας σ' αυτούς περαιτέρω διευκολύνσεις, ήτοι: (α) διαγραφή του ποσού €2.120,14 που αντιστοιχούσε σε καθυστερημένες δόσεις έναντι της αποπληρωμής του δανείου. (β) Αναστολή 4 μηνιαίων δόσεων στην αποπληρωμή του δανείου. (γ) Αλλαγή του τρόπου αποπληρωμής του δανείου, με μηνιαίες δόσεις ύψους €920,00 από 05.01.2013 μέχρι 05.09.2020 και του ποσού των €986,35 από 05.10.2020 μέχρι 05.05.2034 πλέον πληρωμή τελικής δόσης €979,25 κατά την 05.06.2034. Με βάση το Τεκμήριο 10 οι Αιτητές δικαιούνταν να μεταβάλλουν το βασικό επιτόκιο, τις προσαυξήσεις, τον τόκο υπερημερίας, τις προμήθειες και/ή τραπεζικά δικαιώματα κατά την κρίση τους, οι δε Εναγόμενοι 1 και 2 θα λάμβαναν γνώση με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή με ειδοποίηση με τον προσφορότερο κατά την κρίση των Αιτητών τρόπο. Σε περίπτωση δε καθυστερήσεως πληρωμής, το δάνειο θα επιβαρυνόταν με τόκο υπερημερίας 3% επί του ποσού των καθυστερήσεων Με το ίδιο ποσοστό τόκου υπερημερίας θα επιβαρύνονταν και τυχόν υφιστάμενες, κατά τις 22.08.2012, υποχρεώσεις των Εναγόμενων 1 και 2. Οι Αιτητές με επιστολή ημερομηνίας 04.07.2013 προς τους Εναγόμενους 1 και 2 (Τεκμήριο 11) απαίτησαν την πληρωμή καθυστερημένων δόσεων και έθεσαν προθεσμία εξόφλησης ολόκληρου του χρεωστικού υπολοίπου του επίδικου δανείου. Επιστολή της ίδιας ημερομηνίας αποστάληκε και στους Εναγόμενους 3 (Τεκμήριο 12). Επειδή δεν υπήρξε εξόφληση του δανείου, οι Αιτητές με νέα επιστολή ημερομηνίας 24.03.2014 προς τους Εναγόμενους 1 και 2 (Τεκμήρια 13 και 14) τερμάτισαν τη λειτουργία του δανείου και ζήτησαν την εξόφληση του ποσού ύψους €164.235,00 προειδοποιώντας τους ότι η μη συμμόρφωση με το περιεχόμενο της επιστολής θα συνεπαγόταν τη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον τους. Οι Εναγόμενοι 3 ενημερώθηκαν περί του τερματισμού του λογαριασμού του δανείου με επιστολή επίσης 24.03.2014 (Τεκμήριο 15) καθώς και για το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού του δανείου. Οι Εναγόμενοι ουδέν ποσό κατέβαλαν μετά τις προαναφερόμενες επιστολές. Ο Ιωάννης Φώτη αναφέρει επίσης ότι εξέδωσε προσωπικά, στις 24.03.2014, κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 16), όπου φαίνεται το χρεωστικό υπόλοιπο των Εναγόμενων 1 και 2, ήτοι €164.235,00 πλέον τόκο 6,25% από 24.03.2014 με κεφαλαιοποίηση δύο φορές το χρόνο μέχρι εξόφλησης. Τέλος αναφέρει ότι εξ όσων καλύτερα γνωρίζει και πιστεύει, οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 δεν έχουν Υπεράσπιση στην αγωγή και πως πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Η Ένσταση:- Οι Εναγόμενοι 1 και 2 (στο εξής Καθ' ων η Αίτηση) καταχώρησαν Ειδοποίηση Περί Πρόθεσης Ένστασης προβάλλοντας λόγους περί αβάσιμης Αίτησης, ανυπαρξίας των προϋποθέσεων για έκδοση συνοπτικής απόφασης, ότι η Αίτηση είναι κακόβουλη, εκδικητική και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Ότι οι Καθ' ων η Αίτηση έχουν πολύ καλή υπεράσπιση, καθώς επίσης, ότι οι ισχυρισμοί τους περιέχουν τέτοια θέματα για τα οποία θα πρέπει να τους δοθεί το δικαίωμα να παρουσιάσουν την εκδοχή τους. Οι λόγοι ένστασης υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1 - Καθ'ου η Αίτηση 1, ο οποίος δηλώνει εξουσιοδοτημένος, για να προβεί στην ένορκη δήλωση, από την Εναγόμενη 2 - Καθ' ης η Αίτηση 2. Προβάλλεται κατ' αρχήν η θέση ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την επίδικη Αίτηση γίνεται από πρόσωπο το οποίο δεν γνωρίζει θετικά τα γεγονότα που να αποδεικνύουν την υπόθεση, αφού η μαρτυρία του προέρχεται από πληροφορίες που υπάρχουν σε έγγραφα. Αναφέρει, επίσης ο Καθ' ου η Αίτηση 1, ότι διαφωνεί και αρνείται το αξιούμενο ποσό και πως οι χρεώσεις των δόσεων ήταν καταχρηστικές και/ή παράνομες και/ή υπερβολικές. Την ίδια θέση έχει και για το ύψος των τόκων υπερημερίας, για τα έξοδα ή τις χρεώσεις. Οι Αιτητές, κατά τον ισχυρισμό του, προέβαιναν αυθαίρετα σε ανατοκισμό του χορηγηθέντος δανείου. Τόσο αυτός όσο και η Καθ' ης η Αίτηση 2, ουδέποτε έλαβαν οποιαδήποτε επιστολή από τους Αιτητές. Σε κάθε περίπτωση, εκφράζεται η θέση ότι οι Αιτητές δεν συμμορφώθηκαν με τις πρόνοιες του σχετικού συμβολαίου καθώς και του νόμου που διέπει το επίδικο θέμα. Σε περίπτωση δε που εκδοθεί απόφαση, αυτό θα σήμαινε ότι το Δικαστήριο αποστερεί στους Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 το δικαίωμα να υπερασπιστούν προσκομίζοντας ουσιαστικούς μάρτυρες. Η ακροαματική διαδικασία της Αίτησης διεξάχθηκε στη βάση των προαναφερόμενων ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την επίδικη Αίτηση καθώς και την Ειδοποίηση Περί Πρόθεσης Ένστασης. Στις αγορεύσεις, οι δύο πλευρές αναφέρθηκαν στη σχετική επί του θέματος νομολογία, καλώντας το Δικαστήριο να υιοθετήσει την εκδοχή τους. Έμφαση δόθηκε από πλευράς Καθ' ων η Αίτηση στο ότι ο Ιωάννης Φώτη δεν έχει προσωπική γνώση επί των όσων κατέθεσε στην ένορκη του δήλωση. Από την πλευρά των Αιτητών γίνεται λόγος για απόδειξη όλων των προϋποθέσεων για έκδοση Συνοπτικής Απόφασης και πως οι Καθ' ων η Αίτηση καθυστερούν τη διαδικασία, χωρίς να έχουν οποιαδήποτε Υπεράσπιση. Νομική πτυχή:- Νομική βάση της επίδικης Αίτησης είναι η Δ.18 Κ.1(α) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία παρατίθεται αυτούσια: «Ο.18, r.1(
  2. a)Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend.» Σε ελεύθερη μετάφραση: «Όπου ο Εναγόμενος εμφανίζεται σε κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με τη Διάταξη 2 Κανονισμός 6, ο Ενάγοντας μπορεί, με ένορκη δήλωση την οποία θα κάνει ο ίδιος ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα, βεβαιώνοντας την αιτία της αγωγής και το ποσό που απαιτείται (αν υπάρχει) και αναφέροντας ότι από ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, να αποταθεί για απόφαση για το ποσό που απαιτείται μαζί με τόκο (αν υπάρχει) ή για ανάκτηση γης (με ή χωρίς ενοίκιο) ή για παράδοση συγκεκριμένου κινητού πράγματος, ανάλογα με την περίπτωση και τα έξοδα, μπορεί να δοθεί απόφαση υπέρ του Ενάγοντα, εκτός εάν ο Εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα είναι ουσιώδη για να του δοθεί δικαίωμα υπεράσπισης.» Από τη γραμματική ερμηνεία της πιο πάνω διάταξης, καθώς και την πλούσια νομολογία που την έχει εφαρμόσει μέχρι σήμερα, προκύπτει ότι το Δικαστήριο, πριν εξετάσει τους ισχυρισμούς ενός Εναγόμενου, ως προς το κατά πόσο υπάρχει συζητήσιμη υπεράσπιση, θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι πληρούνται οι πιο κάτω προϋποθέσεις: (α) Το κλητήριο ένταλμα να είναι ειδικά οπισθογραφημένο, δυνάμει της Δ.2, Κ.6. (β) Να έχει καταχωρηθεί Σημείωμα Εμφάνισης, και (γ) Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για συνοπτική απόφαση θα πρέπει να γίνεται από τον Ενάγοντα, ή από πρόσωπο που μπορεί θετικά να ορκιστεί ως προς τα γεγονότα, και που μπορεί να επαληθεύσει το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται, και να δηλώνει ότι εξ΄ όσων πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Σε περίπτωση που πληρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις, τότε αμέσως μετατοπίζεται στον Εναγόμενο το βάρος της απόδειξης ότι έχει καλή υπεράσπιση, ή ότι έχουν αποκαλυφθεί τέτοια γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν δικαίωμα για να υπερασπιστεί σε διαδικασία πλήρους ακρόασης. Ουσιαστικά η πλήρωση των πιο πάνω προϋποθέσεων, σχετίζεται άμεσα με την ενεργοποίηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για να κάνει χρήση της διαδικασίας για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Στην υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ,

(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, γίνεται διάκριση αφενός μεν των προσώπων που μπορούν να ορκιστούν θετικά για τα γεγονότα μιας υπόθεσης, και αφετέρου των προσώπων που ορκίζονται με βάση τα όσα πληροφορούνται και πιστεύουν, τονίζοντας ότι η Δ.39 Κ. 2 αφορά μόνο τις ενδιάμεσες αιτήσεις όπου μπορεί κάποιος ενόρκως δηλών να κάνει αναφορά σε γεγονότα που είναι εξ΄ ακοής. Βέβαια, πλέον η εξ΄ ακοής μαρτυρία επιτρέπεται σε κάθε διαδικασία εκτός αν το Δικαστήριο κρίνει ορθό να μην την επιτρέψει. Επίσης επιβεβαιώνεται από την πιο πάνω απόφαση, η λογική αναγκαιότητα, ότι εκεί που ο Ενάγοντας είναι νομικό πρόσωπο, την ένορκη δήλωση θα κάνει κάποιο φυσικό πρόσωπο το οποίο όμως γνωρίζει θετικά τα γεγονότα της υπόθεσης. Όσον αφορά την έννοια της λέξης «θετικά» ως προς την αναφορά των γεγονότων, στην ίδια υπόθεση (Αθηνούλλα Δημητρίου) αναφέρθηκε ότι, το ζήτημα του κατά πόσο ένα πρόσωπο είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, και εντός της έννοιας της Δ.18 Κ. 1, πρέπει να κρίνεται με βάση τα γεγονότα και τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, καθώς και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης, ενώ πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει η φύση της αξίωσης. Η ιδιαίτερη φύση της συνοπτικής απόφασης έχει τονιστεί μεταξύ άλλων, και στην υπόθεση Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 239, όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις κυπριακές όσο και αγγλικές αποφάσεις είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο Εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη δήλωση του αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε θα πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (CY.E.M.S. CO LTD v. The Central Co-Operative Industries Co ltd
(1982)1 A.A.Δ. 897). Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» Περαιτέρω στην Ετήσια Πρακτική του 1958, Τόμος 1, στη σελίδα 243, αναφέρονται τα πιο κάτω, στα πλαίσια της Δ.14 των Αγγλικών Θεσμών, η οποία είναι ίδια με τη Δ.18 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας: «The purpose of O.14 is to enable a plaintiff to detain a summary judgment without trial, if he can prove his claim clearly; and if the defendant is unable to set up a bona fide defence or raise an issue against the claim which ought to be tried (Rodsents v. Plant
(1985)1 Q.B.597).» Στη σελίδα 248 του πιο πάνω συγγράμματος αναφέρεται ότι, αν στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου αποκαλύπτεται υπεράσπιση, είναι γενικά αχρείαστο για τον Ενάγοντα να καταχωρήσει απαντητική ένορκη δήλωση, εκτός αν είναι σε θέση να παρουσιάσει έγγραφα που να δείχνουν καθαρά την αναλήθεια της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου. Σχετική επίσης είναι η υπόθεση Χριστάκης Αυγουστή και άλλοι ν. Γεώργιου Πίριλλου,
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 5 όπου αναφέρεται πως όταν τα νομικά και πραγματικά ζητήματα, λόγω της φύσεως τους, είναι απλά και καθίσταται δυνατό για το Δικαστήριο να μορφώσει άποψη, χωρίς περαιτέρω διευκρίνιση στο στάδιο της δίκης, τότε πρέπει να εκδίδεται συνοπτική απόφαση υπέρ του Ενάγοντα. Αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών και συμπέρασμα:- Είναι σαφές και συνάγεται από την πιο πάνω νομολογία, ότι το κύριο ερώτημα που τίθεται, μεταξύ άλλων επιμέρους ερωτημάτων, είναι κατά πόσο η παρούσα υπόθεση αφορά καθαρή και κατάλληλη περίπτωση, ούτως ώστε να εκδοθεί συνοπτική απόφαση, έχοντας κατά νου τη φύση της διαφοράς. Προέχει ωστόσο η εξέταση, κατά πόσο πληρούνται οι βασικές προϋποθέσεις ούτως ώστε να μετατοπίζεται, στους Καθ' ων η Αίτηση, το βάρος απόδειξης ότι έχουν συζητήσιμη υπεράσπιση ή ότι έχουν θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια γεγονότα και ισχυρισμούς, οι οποίοι τους παρέχουν το δικαίωμα να υπερασπιστούν σε διαδικασία πλήρους ακρόασης της αγωγής. Προκύπτει αβίαστα, μέσα από τον φάκελο της υπόθεσης, ότι η αγωγή των Αιτητών καταχωρήθηκε με Κλητήριο Ένταλμα Ειδικά Οπισθογραφημένο, και ότι οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρισαν εμφάνιση στις 14.01.2015. Παραμένει το ερώτημα κατά πόσο προκύπτει από την ένορκη δήλωση του Ιωάννη Φώτη ότι επιβεβαιώνεται θετικά η απαίτηση των Αιτητών και το ύψος αυτής, έστω, έχοντας προσωπική γνώση αρκετών γεγονότων που στηρίζουν την απαίτηση. Η απάντηση στο ερώτημα θα πρέπει να δοθεί, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση της απαίτησης, η οποία αποτελεί σημαντικό κριτήριο στην κρίση του Δικαστηρίου. Οι Αιτητές στηρίζουν την απαίτηση τους σε παραχώρηση δανείου προς τους Καθ' ων η Αίτηση, το οποίο τερματίστηκε καθότι υπήρχαν καθυστερήσεις στις πληρωμές. Ζητείται, ως εκ τούτου η έκδοση απόφασης επί ολόκληρου του χρεωστικού υπολοίπου για το οποίο παρουσίασαν ως Τεκμήριο 16 έγγραφο το οποίο ονομάζουν κατάσταση λογαριασμού, η οποία τυπώθηκε από ηλεκτρονικό υπολογιστή μέσω του μάρτυρα, Ιωάννη Φώτη. Με κάθε σεβασμό στη θέση των Αιτητών, το εν λόγω έγγραφο δεν συνιστά κατάσταση λογαριασμού, έστω και έτσι αναφέρεται στο έγγραφο, αλλά προφανώς αποτελεί την τελευταία σελίδα κατάστασης λογαριασμού, με μία καταχώρηση ως προς το υπόλοιπο του λογαριασμού. Κρίνεται όμως ότι, η φύση της Απαίτησης, λαμβάνοντας υπόψη τους όρους της αρχικής συμφωνίας δανείου, αλλά και τις μεταγενέστερες εγκρίσεις διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν στους Ενάγοντες, και ειδικότερα τους όρους περί του ύψους του επιτοκίου, των ποσοστών τόκου υπερημερίας, και την αλλαγή στο ύψος της δόσης, ήταν επιβεβλημένο, για τους Αιτητές, να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου ολοκληρωμένη κατάσταση λογαριασμού, ούτως ώστε να μπορεί να ελεγχθεί ότι οι όποιες χρεώσεις επιτοκίου και τόκων υπερημερίας συνάδουν με τα συμφωνηθέντα. Δεν το έπραξαν και ενόψει της αμφισβήτησης από τους Καθ' ων η Αίτηση του χρεωστικού υπολοίπου, με ισχυρισμό ότι υπήρξαν παράνομες ή αντισυμβατικές χρεώσεις επιτοκίων ή τόκων υπερημερίας, το Δικαστήριο δεν αισθάνεται βέβαιο ως προς το ύψος του χρεωστικού υπολοίπου, παρά μόνο αν υπήρχε ενώπιον του πλήρης κατάσταση λογαριασμού. Δεν μπορεί, κατ' επέκταση, το Δικαστήριο με σιγουριά και βεβαιότητα να απορρίψει τη θέση των Καθ' ων η Αίτηση ότι υπάρχουν παράνομες η αντισυμβατικές χρεώσεις ως προς το ύψος του επιτοκίου ή των τόκων υπερημερίας. Αναφέρεται τέλος, ίσως εκ του περισσού, ότι δεν παραγνωρίζεται το γεγονός ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον των Εναγόμενων 3 στη βάση του ίδιου εγγράφου, χωρίς πλήρη κατάσταση λογαριασμού, όμως επρόκειτο για μονομερή αίτηση, χωρίς εμφάνιση ή αμφισβήτηση του ύψους του χρεωστικού υπολοίπου. Συνακόλουθα των πιο πάνω, κρίνεται ότι οι Αιτητές δεν απέδειξαν όλες τις προϋποθέσεις που όφειλαν, λαμβανομένης υπόψη της φύσης της απαίτησης, και ως εκ τούτου δεν μετατίθεται στους Καθ' ων η Αίτηση το βάρος απόδειξης συζητήσιμης υπεράσπισης ή στοιχείων που να δικαιολογούν την παραχώρηση δικαιώματος καταχώρησης υπεράσπισης. Ενόψει των προαναφερόμενων η επίδικη Αίτηση δεν δύναται να επιτύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα αυτής επιδικάζονται προς όφελος των Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον των Αιτητών. Να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και να πληρωθούν στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ............. Δ. Ι. Κίτσιος, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΔ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Πολιτική Δικονομία - Αίτηση για συνοπτική απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.