← Κύπρος

Chr. Kettis Trading Co Ltd ν. Silverland Constructions & Developments Ltd, Αρ. Αγωγής 163/14, 27/8/2015

Chr. Kettis Trading Co Ltd ν. Silverland Constructions & Developments Ltd, Αρ. Αγωγής 163/14, 27/8/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A229 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 163/14 Μεταξύ: Chr. Kettis Trading Co Ltd Εναγόντων και Silverland Constructions & Developments Ltd Εναγομένων Ημερομηνία: 27/8/2015 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές׃ κ. Χρ. Ιωάννου Κίτσιος Για Εναγόμενους/Καθ΄ων η Αίτηση: κ. Α. Παπαδόπουλος Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για έκδοση της παρούσας απόφασης αποτέλεσε η αίτηση που καταχώρησαν οι ενάγοντες/αιτητές στις 14/3/2014 για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Αυτή υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Χριστόφορου Κεττή, διευθυντή των εναγόντων. Αναφέρεται στην ένορκο αυτή δήλωση ότι οι εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση, οφείλουν στους ενάγοντες το ποσό των Ε9.435.60= και δεν έχουν υπεράσπιση στην αγωγή. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των εναγόντων το αξιούμενο ποσό, αποτελεί υπόλοιπο συνεχούς λογαριασμού από αγορά και παραλαβή εμπορευμάτων (Τεκμήριο Α στην αίτηση) και ειδικότερα συστημάτων κλιματισμού τα οποία οι ενάγοντες τοποθέτησαν κατόπιν εντολής των εναγομένων σε υποστατικά στο Σούνι Λεμεσού στα οποία οι τελευταίοι είχαν συμφέρον. Στις 3/9/2013 οι εναγόμενοι απέστειλαν στους ενάγοντες τηλεομοιότυπο (Τεκμήριο Β στην αίτηση) στο οποίο καταγράφεται το υπόλοιπο του λογαριασμού που οι εναγόμενοι οφείλουν στους ενάγοντες και το οποίο είναι σύμφωνο και με το υπόλοιπο που παρουσιάζεται στην κατάσταση λογαριασμού που τηρούν οι ενάγοντες. Λόγω της μη πληρωμής του αξιούμενου ποσού οι ενάγοντες μέσω των δικηγόρων τους επέδωσαν στους εναγομένους επιστολή ημερομηνίας 25/1/2013 (Τεκμήριο Γ στην αίτηση) και με αυτήν απαιτούσαν την πληρωμή του ποσού αυτού. Οι δικηγόροι των εναγομένων απάντησαν με δική τους επιστολή ημερομηνίας 9/12/2013 (Τεκμήριο Δ στην αίτηση) λέγοντας ότι δεν είχαν γνώση του υπολοίπου και διαφωνούσαν, ζητώντας παράλληλα αναλυτική κατάσταση λογαριασμού. Στη συνέχεια οι δικηγόροι των εναγόντων απάντησαν στους τότε δικηγόρους των εναγομένων με τηλεομοιότυπο ημερομηνίας 10/12/2013 (Τεκμήριο Ε στην αίτηση). Στο σημείο αυτό πρέπει να διευκρινιστεί ότι η αναφορά σε κάποιο σημείο της ένορκης δήλωσης σε άλλη ημερομηνία (10/3/2014), όπως προκύπτει τόσο από την ίδια την επιστολή όσο και από άλλη αναφορά που γίνεται και πάλι στην ένορκη δήλωση φαίνεται να οφείλεται σε δακτυλογραφικό λάθος. Για τους λόγους αυτούς και επειδή οι εναγόμενοι δεν έχουν καλή υπεράσπιση αλλά καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης με μοναδικό στόχο την καθυστέρηση της διαδικασίας, οι ενάγοντες αιτούνται την έγκριση της αίτησης. Η αίτηση συνάντησε την ένσταση των εναγομένων οι οποίοι και καταχώρησαν σχετική ειδοποίηση ένστασης, η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Παναγιώτη Μακεδόνα, ενός εκ των διευθυντών της εναγόμενης εταιρείας. Σε αντίθεση με τα όσα οι ενάγοντες προβάλλουν, οι εναγόμενοι, αρνούνται το βάσιμο της αξίωσης των εναγόντων και ισχυρίζονται ότι συνεργασία με τους ενάγοντες είχαν μόνο σε μία περίπτωση για την οποία υπήρξε πλήρης εξόφληση. Αποτελεί πεποίθηση τους ότι η αξίωση εναντίον τους πιθανό να οφείλεται σε λάθος λόγω του ότι οι ενάγοντες είχαν μακροχρόνια συνεργασία με την εταιρεία Country Rose Ltd, η οποία ελέγχεται από τα ίδια πρόσωπα όπως και οι εναγόμενοι και η οποία επίσης δραστηριοποιείται στους ίδιους τομείς με τους εναγομένους, δηλαδή με την ανέγερση και πώληση κατοικιών στην περιοχή Σούνι- Ζανατζιά. Για το λόγο αυτό θεωρούν πιθανό ότι οι ενάγοντες αντί να χρεώνουν την εταιρεία Country Rose Ltd, να χρέωναν τους εναγομένους. Εν πάση περιπτώσει αναγνωρίζουν ότι οι ενάγοντες εκδήλωσαν την απαίτηση τους για πληρωμή επιπρόσθετου ποσού και για το λόγο αυτό τους απέστειλαν και επιστολή μέσω των δικηγόρων τους. Επειδή όμως οι ίδιοι εμμένουν στη θέση ότι κανένα ποσό δεν οφείλουν, ζήτησαν από τους ενάγοντες να τους αποστείλουν αναλυτικά στοιχεία και τιμολόγια προς επιβεβαίωση της αξίωσης τους, κάτι όμως που οι τελευταίοι παρέλειψαν να πράξουν, στοιχείο που κατά την εκτίμηση τους επιβεβαιώνει τη θέση τους ότι κανένα ποσό δεν οφείλεται. Απορρίπτουν επίσης τον ισχυρισμό του ενόρκως δηλούντα στην αίτηση ότι οι ίδιοι απέστειλαν στους ενάγοντες με τηλεμοιότυπο κατάσταση λογαριασμού την οποία τηρούσαν (Τεκμήριο Β στην αίτηση) και ισχυρίζονται ότι αυτή δεν είναι γνήσια, καθότι ουδέποτε εκδόθηκε από τους εναγομένους και γι' αυτό δυνατόν να είναι πλαστογραφημένη. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι τα τεκμήρια που έχουν επισυναφθεί στην αίτηση δεν μπορούν να καταδείξουν την ανυπαρξία καλής υπεράσπισης καθώς δεν παρουσιάζουν ξεκάθαρη απαίτηση εναντίον των εναγομένων αλλά αυτή παραμένει ασαφής και ατεκμηρίωτη, καθότι οι ενάγοντες αρνήθηκαν να εφοδιάσουν τους εναγομένους τα στοιχεία και τιμολόγια που οι τελευταίοι τους είχαν ζητήσει, ενώ παράλληλα δεν τα επισύναψαν στην αίτηση τους ως τεκμήρια. Μετά την καταχώρηση της ειδοποίησης ένστασης οι ενάγοντες αιτήθηκαν και μετά από ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 22/4/2015, τους δόθηκε άδεια και καταχώρησαν στις 4/5/2015 συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Με αυτήν, απορρίπτουν τους ισχυρισμούς που προβάλλουν οι εναγόμενοι με την ένορκο δήλωση που στηρίζει την ειδοποίηση ένστασης τους περί εξόφλησης του αξιούμενου ποσού, όπως επίσης και τους ισχυρισμούς τους για πλαστογράφηση του Τεκμηρίου Β στην αίτηση για διάφορους λόγους που αναφέρονται σε αυτήν και τους οποίους στο στάδιο αυτό δεν θεωρώ απαραίτητο να επαναλάβω. Επισύναψαν δε σε αυτήν ως τεκμήρια αποτέλεσμα έρευνας από το τμήμα Εφόρου Εταιρειών και δύο τιμολόγια. Ακολούθησε στη συνέχεια και συγκεκριμένα στις 5/6/2015 κατόπιν και πάλι άδειας του Δικαστηρίου, που αυτή τη φορά δόθηκε με τη σύμφωνη γνώμη των συνηγόρων των αιτητών, η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από τους καθ' ων η αίτηση. Σε αυτήν επαναλαμβάνουν διάφορους ισχυρισμούς τους που εκτίθενται στην ένορκη τους δήλωση που στηρίζει την ειδοποίηση ένστασης και ειδικότερα τον ισχυρισμό τους για πλήρη εξόφληση και την άρνηση της εκ μέρους τους της αποστολής προς τους αιτητές κατάστασης λογαριασμού (Τεκμήριο Β στην αίτηση). Πρόσθετα αναφέρουν ότι παρά την εξόφληση αυτή, οι αιτητές ουδέποτε παρέδωσαν στους καθ' ων η αίτηση εξοφλητική ή άλλη απόδειξη. Ισχυρίζονται ακόμα ότι στην επιστολή τους ημερομηνίας 9/12/2013 (Τεκμήριο Δ στην αίτηση), προέβαλαν τη θέση ότι κανένα ποσό δεν οφείλουν στους αιτητές και παρά το γεγονός αυτό ζήτησαν παράλληλα από τους τελευταίους να τους αποστείλουν αναλυτικά στοιχεία για να διερευνήσουν τους ισχυρισμούς, στοιχεία όμως που δεν έλαβαν ποτέ. Η ακροαματική διαδικασία περιορίσθηκε σε αγορεύσεις. Οι θέσεις και τα επιχειρήματα των διαδίκων, καταγράφονται και προκύπτουν αναλυτικά από την αίτηση, την ένσταση και τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν, καθώς επίσης και από τις γραπτές αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων τους, γι' αυτό και δεν θεωρώ απαραίτητο να τα παραθέσω. Η αίτηση για συνοπτική απόφαση εδράζεται στη Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και οι αρχές που διέπουν το ζήτημα, έχουν πολύ καλά νομολογηθεί (βλ. Νεάρχου και άλλου ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου)

(2005)1 Α.Α.Δ 818, Ιωάννης Ανδρονίκου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ.
(2007)1 Α.Α.Δ. 977 και Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πέγειας v. CAA Travel Media Ltd.,
(2008)1Β ΑΑΔ 837). Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Μάρκος Νικολάου Λτδ v. Adamko Constructions Ltd,
(2005)1Α Α.Α.Δ 376 : «Η Διαταγή 18, οι πρόνοιες της οποίας αποτέλεσαν τη νομική βάση της διαδικασίας, παρέχει στον ενάγοντα την ευχέρεια να λάβει απόφαση γρήγορα και χωρίς να προηγηθεί η εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Ο αποκλεισμός προβολής υπεράσπισης από τον εναγόμενο, κατά παράκαμψη της συνηθισμένης διαδικασίας που προβλέπεται στους θεσμούς, καθιστά επιτακτική την ανάγκη όπως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης γίνεται με πολλή φειδώ και με βάση τα καθορισμένα κριτήρια. Στην Παναγιώτης Ζερβός v. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1 Α.Α.Δ. 1968, λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Να υποδείξουμε αυτό που έχει λεχθεί πολλές φορές, και αποκτά μεγαλύτερη σημασία σήμερα ενόψει της ορθής αντίληψης που έχει επικρατήσει, ως προς τα δικαιώματα δηλαδή που έχει ο διάδικος βάσει των προνοιών του άρθρου 30 του συντάγματος μας και τις ανάλογες διατάξεις της Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η συνοπτική διαδικασία που προβλέπεται στη Δ.18, Κ1(α) πρέπει να περιορίζεται στις περιπτώσεις όπου έκδηλα καταδεικνύεται πως ο εναγόμενος δεν έχει καμιά υπεράσπιση στην εναντίον του αγωγή.» Η δυνατότητα δηλαδή για έκδοση συνοπτικής απόφασης, πρέπει να αντικρίζεται και μέσα από το πρίσμα των προνοιών του άρθρου 30 του Συντάγματος, όπου ορίζεται ότι κάθε διάδικος έχει δικαίωμα να προσφύγει στο Δικαστήριο και να προβάλει τις θέσεις και τα επιχειρήματα του στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας, καθώς επίσης και των διατάξεων της Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Στο Annual Practice του 1958, σελ. 24, αναφέρεται ότι δεν εκδίδεται συνοπτική απόφαση όπου προκύπτει σοβαρή διαφωνία ως προς τα γεγονότα και το Νόμο. Κανένας εναγόμενος δεν πρέπει να αποκλείεται να προβάλει την υπεράσπιση του εκτός εάν πράγματι είναι πολύ καθαρό ότι δεν έχει υπόθεση στην υπό συζήτηση αγωγή. Όπως δε αναφέρεται και στο Annual Practice του 1967 στη σελ. 121: «Η εξουσία για έκδοση συνοπτικής απόφασης, δυνάμει της Δ.14, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς και μόνο για λόγους καθυστέρησης (Jones v. Stones
(1984)A.C. 122). Αποτελεί γενική αρχή ότι όταν ο εναγόμενος αποδεικνύει ότι έχει μια καλόπιστη υπεράσπιση, πρέπει να του δοθεί άδεια να υπερασπισθεί (Saw v. Hakin, 5 T.L.R, 72, Ironclad, etc., Co. V. Gardner, 4 T.L.R 18, Ward v. Plumbley, 6 T.L.R 198, Yorkshire Banking Co. V. Beatson, 4 C.P.D 213, Ray v. Banker, 4 ExD. 279). Οι ενάγοντες έχουν την υποχρέωση να ικανοποιήσουν τις προϋποθέσεις που τίθενται από τη Δ.18 Θ. 1 (α) και αυτές πρέπει να εξετάζονται με αυστηρότητα και απόλυτη σχολαστικότητα. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι οι ακόλουθες. (α) Το κλητήριο ένταλμα να είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 Θ.6, (β) ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση, (γ) να έχει καταχωρηθεί από τον ενάγοντα ή για τον ενάγοντα ένορκος δήλωση με βάση τον καθορισμένο τύπο, δηλαδή να υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση του ίδιου του ενάγοντα ή άλλου προσώπου το οποίο να μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα, να επιβεβαιώνει την αιτία αγωγής και να δηλώνεται ότι όπως ο ενόρκως δηλών πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Η τήρηση των πιο πάνω προϋποθέσεων σχετίζεται με την ίδια τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και η μη ικανοποίηση τους στερεί από το Δικαστήριο τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση (βλ. Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, 135). Εφόσον οι πιο πάνω προϋποθέσεις ικανοποιηθούν, τότε το βάρος μετατίθεται στον εναγόμενο να αποδείξει ότι έχει υπεράσπιση επί της ουσίας (defence on the merits) και να αποκαλύψει τέτοια λεπτομερή γεγονότα (disclose such facts), ώστε να του δοθεί η δυνατότητα να προβάλει την υπεράσπιση του. Σε σχέση με την υπεράσπιση που πρέπει να αποκαλυφθεί ότι υπάρχει, λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά στην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πέγειας ν. CAA Travel Media Ltd,
(2008)1Β Α.Α.Δ 837, «Όπως, ορθά, παρατήρησε το πρωτόδικο δικαστήριο η υπεράσπιση θα έπρεπε να αποκαλύπτεται ενόρκως, όχι υπό μορφή γενικών και αόριστων ισχυρισμών αλλά με παράθεση λεπτομερειών της υπεράσπισης ώστε να υποστηρίζεται το βάσιμο της προβολής της. Διαζευκτικά οι εναγόμενοι-εφεσείοντες θα έπρεπε να αποκαλύψουν τέτοια γεγονότα που να τους δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστούν, ή τουλάχιστον να δείξουν ότι η υπεράσπιση τους μπορεί τουλάχιστον να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης (Δέστε: Αυγουστή κ.ά. ν. Πίριλλου
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 5 και Λαζάρου ν. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817)». Με βάση όλα τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η υπό κρίση αίτηση πληροί όλες τις προϋποθέσεις και τα κριτήρια που τίθενται από τη Δ.18 και από τη νομολογία, ώστε να διαφανεί κατά πόσο μπορεί να ενεργοποιηθεί η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης και στην περίπτωση που διαφανεί ότι αυτά συντρέχουν, τότε να εξετασθεί εάν οι καθ' ων η αίτηση πέτυχαν να καταδείξουν ότι έχουν καλή υπεράσπιση επί της ουσίας ή έχουν αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που είναι ικανοποιητικά για να τους δοθεί το δικαίωμα υπεράσπισης. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν αμφισβητήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση και είναι πρόδηλο ότι πληρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18 Θ.1 ότι δηλαδή, το κλητήριο ένταλμα είναι ειδικά οπισθογραφημένο και ότι οι καθ' ων η αίτηση έχουν καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. Είναι όμως θέση των τελευταίων ότι η απλή αναφορά των αιτητών σε σχέση με την ύπαρξη καλής υπεράσπισης δεν είναι ικανοποιητική και για το λόγο αυτό το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση. Δεν θα συμφωνήσω με την εισήγηση αυτή του ευπαίδευτου συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση. Και αυτό γιατί στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την αίτηση ρητά αναφέρεται και με τρόπο ικανοποιητικό ότι οι καθ' ων η αίτηση δεν έχουν καμία υπεράσπιση. Όπως αναφέρεται και στο Annual Practice του 1958, σελ. 24, πιο πάνω, δεν εκδίδεται συνοπτική απόφαση εκεί όπου προκύπτει σοβαρή διαφωνία ως προς τα γεγονότα, στοιχείο που υπάρχει στην εξεταζόμενη περίπτωση. Όπως προκύπτει από την καταχωρηθείσα Έκθεση Απαίτησης, την αίτηση για συνοπτική απόφαση, την ένορκο δήλωση που την στηρίζει καθώς και τη συμπληρωματική που καταχώρησαν όπως προαναφέρεται μετά από άδεια του Δικαστηρίου, οι αιτητές επιδιώκουν την έκδοση συνοπτικής απόφασης λόγω της παράλειψης των καθ' ων η αίτηση να ξοφλήσουν το ποσό που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους παραμένει οφειλόμενο. Από την άλλη οι καθ' ων η αίτηση στην αντίπερα όχθη, προβάλλουν αντίθετους ισχυρισμούς. Αναφέρουν ότι οι ίδιοι συνεργασία με τους αιτητές είχαν σε μία μόνο περίπτωση και ότι για αυτήν έχουν προβεί σε πλήρη εξόφληση και ότι ποτέ οι αιτητές δεν τους έδωσαν απόδειξη. Λέγουν περαιτέρω ότι οι αιτητές συνεργάσθηκαν με μια άλλη εταιρεία η οποία επίσης ελέγχεται από τα ίδια πρόσωπα όπως και οι καθ' ων η αίτηση και γι' αυτό πιθανό να έγινε κάποιο λάθος. Στην The Chain Gulf Traders Ltd κ.α. v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(1997)1 (Β) ΑΑΔ 1168, αναφέρθηκε ότι : «Οι εφεσείοντες υποστήριξαν πως η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου προς αυτή την κατεύθυνση ήταν εσφαλμένη και παρέπεμψαν στις σελ. 193 και 197 τουAnnual Practice του
  1. Αναφέρονται εκεί αποφάσεις (βλ. και τις σελ. 265 και 269 της έκδοσης του 1958) σύμφωνα με τις οποίες, σε σχέση με λογαριασμούς, πρέπει να χορηγείται άδεια για υπεράσπιση όταν υπάρχει εύλογη αιτία για έρευνα προς εξακρίβωση του οφειλόμενου ποσού και, επίσης, όταν εγγυητής δεν αποδέχεται το χρέος και δεν φαίνεται πως απλώς επιδιώκει καθυστέρηση. Ας σημειωθεί ότι οι εφεσείοντες αμφισβητούν την αξίωση, αφού όπως εξήγησαν, δεν ήταν σε θέση να την επιβεβαιώσουν. Και αναφέρθηκαν σε έκταση σε όσα θεωρούσαν ότι έδειχναν πως γνησίως διεκδικούσαν άδεια για υπεράσπιση, με τα οποία όμως δεν ασχολήθηκε, κάτω από το πιο πάνω πρίσμα, το πρωτόδικο Δικαστήριο αφού έκρινε πως λόγοι όπως οι προβληθέντες, δεν δικαιολογούσαν την παροχή άδειας για υπεράσπιση». Έτσι και στην εξεταζόμενη περίπτωση έχει διαφανεί ότι οι καθ' ων η αίτηση πραγματικά αμφισβητούν την αξίωση και δεν επιδιώκουν απλώς να καθυστερήσουν την εκδίκαση της υπόθεσης. Έχουν θέσει κάποια γεγονότα τα οποία καταδεικνύουν ότι δεν πρόκειται για ξεκάθαρη υπόθεση, αλλά υπάρχει συζητήσιμο θέμα το οποίο δεν επιτρέπει στο στάδιο αυτό την έκδοση συνοπτικής απόφασης, γι' αυτό και θα πρέπει να τους δοθεί η δυνατότητα να ακουσθούν και να προβάλουν τους ισχυρισμούς τους. Οι ισχυρισμοί που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αποκαλύπτουν ότι υπάρχει εύλογη αιτία που καθιστά αναγκαία την έρευνα για να διαφανεί εάν όντως υπάρχει οφειλόμενο ποσό και ποιο. Και αυτό γιατί οι καθ' ων η αίτηση προβάλλουν ισχυρισμό για εξόφληση του ποσού που αξιώνεται, με παράλληλο ισχυρισμό άρνησης των αιτητών να τους παραδώσουν εξοφλητική απόδειξη. Αναφέρουν ακόμα ότι μόνο σε μία περίπτωση έχουν συνεργασθεί με τους αιτητές με τους οποίους όμως και όπως υποδεικνύουν, συνεργασία είχε μια άλλη εταιρεία, η Country Rose Ltd, η οποία ελέγχεται από τα ίδια πρόσωπα όπως και η καθ' ης η αίτηση εταιρεία και για το λόγο αυτό μπορεί να έγινε κάποιο λάθος στη χρέωση. Εκτός όλων των πιο πάνω αρνούνται την εγκυρότητα του Τεκμηρίου Β και ισχυρίζονται ότι ουδέποτε ετοίμασαν και απέστειλαν προς αυτούς τη συγκεκριμένη κατάσταση λογαριασμού. Επιπρόσθετα πρέπει να λεχθεί ότι στην κατάσταση αυτή, την οποία οι μεν αιτητές επικαλούνται και οι δε καθ' ων η αίτηση αρνούνται, το όνομα της εταιρείας που αναγράφεται είναι Silverland Developments Ltd και όχι το όνομα της αιτήτριας εταιρείας όπως αυτό είναι καταγεγραμμένο στον τίτλο της αγωγής. Παρόλο που το ζήτημα αυτό δεν έχει εγερθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο των καθ' ων η αίτηση, εν τούτοις η άρνηση έκδοσης και αποστολής του Τεκμηρίου Β στην αίτηση σε συνδυασμό και με το πιο πάνω, με οδηγούν στην κατάληξη ότι θα πρέπει να επιτραπεί στους καθ' ων η αίτηση να προβάλουν την υπεράσπιση τους. Πρέπει να λεχθεί ότι ασάφεια παρατηρείται και στο όνομα του προσώπου όπως αναγράφεται στο Τεκμήριο Α στην αίτηση που είναι σύμφωνα με τους αιτητές η κατάσταση λογαριασμού που οι ίδιοι τηρούν. Κάλεσε το Δικαστήριο ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόντων να εκδώσει συνοπτική απόφαση αν όχι για ολόκληρο το ποσό της απαίτησης, τουλάχιστον για το μέρος εκείνο το οποίο σύμφωνα με τη θέση του οι εναγόμενοι δεν αρνούνται και προκύπτει από το τιμολόγιο, Τεκμήριο 3 για το ποσό των Ε795.90= . Και τούτο ασκώντας την εξουσία που του παρέχει η Δ.18 Θ.
  2. Στην Γεωργίου Αγαθαγγέλου Γεωργίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1 (Α) ΑΑΔ 274), επικυρώθηκε η πιο κάτω προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου και της οποίας το ακόλουθο απόσπασμα εκτίθεται στην απόφαση. «Το Δικαστήριο κατά την εξέταση αίτησης αυτής της μορφής δεν προβαίνει σ' αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών. Σε συνάρτηση με αμφισβητούμενο γεγονός ή γεγονότα το Δικαστήριο θα επιτρέψει την χωρίς όρους κατάθεση υπεράσπισης όταν ο εναγόμενος εγείρει ένα σημαντικό γεγονός που απαιτείται να εκδικαστεί». Με βάση τους εκατέρωθεν προβαλλόμενους ισχυρισμούς, κρίνεται ότι ούτε η εισήγηση αυτή μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη, παρόλο που πράγματι τίποτε δεν αναφέρουν οι καθ' ων η αίτηση για το συγκεκριμένο τιμολόγιο. Και αυτό για τους ίδιους λόγους που πιο πάνω εκτίθενται. Όπως προκύπτει από όλα τα πιο πάνω η αίτηση θα έχει απορριπτική κατάληξη. Ενόψει όλων των πιο πάνω, κρίνεται ότι δεν είναι αναγκαία η εξέταση οποιουδήποτε άλλου ζητήματος. Συνακόλουθα η αίτηση ημερομηνίας 14/3/2014 απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση και εναντίον των εναγόντων/αιτητών όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και τα οποία να καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. Η Έκθεση Υπεράσπισης να καταχωρηθεί εντός 20 ημερών. Κατά τα λοιπά να ακολουθηθούν οι Θεσμοί. (Υπ.) ......... ..... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής civil/ interim subject. sinoptiki apofasi cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.