← Κύπρος

CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD (πρώην MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD) ν. ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΛΟΥΚΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 251/13, 4/8/2015

CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD (πρώην MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD) ν. ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΛΟΥΚΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 251/13, 4/8/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A218 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Ι. Κίτσιου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 251/13 Μεταξύ: CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD (πρώην MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD), εκ Λευκωσίας Εναγόντων - και -

  1. ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΛΟΥΚΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, από τη Λευκωσία
  2. ΛΟΥΚΑΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, από τη Λευκωσία Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 24.03.2015 για απόρριψη αγωγής και/ή διαγραφή Ε/Δ αποκάλυψης εγγράφων Ημερομηνία: 04.08.2015 Για τους Εναγόμενους - Αιτητές: κος Π. Βορκάς για κα Μ. Θρασυβούλου Για τους Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση: κα Εύη Τσολάκη για Γ. Λ. Σαββίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, καταχωρημένο στις 22.01.2013, οι Ενάγοντες αξιώνουν από τους Εναγόμενους €185.864,14 πλέον 12% τόκους ετησίως επί του ποσού των €180.584,99, από τις 10.12.2012, μέχρι εξοφλήσεως, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων, πλέον διατάγματα για πώληση δύο υποθηκευμένων ακινήτων, πλέον έξοδα. Η αξίωση των Εναγόντων προκύπτει στη βάση ισχυρισθείσας τραπεζικής διευκόλυνσης η οποία παραχωρήθηκε στον Εναγόμενο 1, με συμφωνία δανείου, την οποία ο Εναγόμενος 2 εγγυήθηκε. Ο Εναγόμενος 1 αλλά και ο Εναγόμενος 2 παραχώρησαν, ως περαιτέρω εξασφάλιση του δανείου, τις υποθήκες Υ.870/2009 και Υ.869/2009 αντίστοιχα. Οι Εναγόμενοι καταχωρώντας υπεράσπιση στις 25.10.2013 εγείρουν λόγους για τους οποίους, κατά τη θέση τους, οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται στην προώθηση της αγωγής. Περαιτέρω, οι Εναγόμενοι, προβάλλουν θέσεις και ισχυρισμούς οι οποίοι, σύμφωνα μ' αυτούς, δεν δικαιολογούν την επιτυχία της αγωγής ή της έκδοσης διαταγμάτων εκποίησης των επίδικων υποθηκών. Εγείρουν δε Ανταπαίτηση στη βάση των ισχυρισμών τους ότι οι Ενάγοντες παράνομα και/ή αντισυμβατικά παρέδωσαν τα προσωπικά δεδομένα τους στην εταιρεία Artemis Bank Information Systems Ltd στα οποία έχει πρόσβαση η πλειοψηφία των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων της Κύπρου. Κατά συνέπεια οι Εναγόμενοι έχουν δυσφημιστεί και/ή η υπόληψη τους έχει βλαφθεί και/ή δόθηκε η εικόνα ότι είναι αφερέγγυα άτομα, έχουν δε δυσκολίες στην προσωπική τους ζωή αλλά και στην εργασία τους αφού είναι σχεδόν αδύνατο γι΄ αυτούς να διατηρούν τραπεζικούς λογαριασμούς ή να έχουν σχέσεις με άλλες τράπεζες. Οι Ενάγοντες καταχώρισαν Απάντηση και Υπεράσπιση στην ανταπαίτηση με την οποία απορρίπτουν τις θέσεις των Εναγομένων. Στις 09.05.2014 εκδόθηκε ενδιάμεση απόφαση σε αίτηση των Εναγόμενων για διαγραφή ισχυρισμών από την Απάντηση των Εναγόντων. Στις 30.05.2014, οπότε η αγωγή ήταν ορισμένη για οδηγίες, εκδόθηκε διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο οι διάδικοι διατάχθηκαν όπως (α) καταχωρήσουν ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων εντός 45 ημερών και (β) όπως επιτρέψουν επιθεώρηση των εγγράφων που θα αποκάλυπταν εντός 25 ημερών από την αποκάλυψη, η δε αγωγή ορίστηκε για ακρόαση στις 02.12.
  3. Ο χρόνος για αποκάλυψη εγγράφων παρατάθηκε και για τους δύο διάδικους κατόπιν σχετικών γραπτών αιτήσεών τους. Ακολούθησαν δε σχετικές ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης εγγράφων. Στις 02.12.2014 η ακρόαση της αγωγής αναβλήθηκε λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου και προγραμματίστηκε ξανά για ακρόαση στις 14.05.
  4. Μέχρι σήμερα η ακρόαση της αγωγής δεν έχει αρχίσει. Στις 24.03.2015, οι Εναγόμενοι (στο εξής οι Αιτητές) καταχώρισαν Αίτηση (στο εξής η επίδικη Αίτηση) με την οποία ζητούν: (Α) Διαγραφή και/ή παραμερισμό και/ή ακύρωση του κλητηρίου εντάλματος λόγω μη συμμόρφωσης των Εναγόντων με τα διατάγματα και/ή οδηγίες του Δικαστηρίου ημερομηνίας 30.05.2014 και 12.11.
  5. (Β) Απόρριψη της αγωγής λόγω μη προώθησης της. (Γ) Διαγραφή, παραμερισμό και/ή ακύρωση των ενόρκων δηλώσεων αποκάλυψης εγγράφων που καταχωρήθηκαν εκ μέρους των Εναγόντων, στις 15.07.2014 και 19.11.2014, από τις Έλενα Περικλέους και Ευρυδίκη Γιαννακού αντίστοιχα. Η επίδικη Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Παντελή Παναγιώτου, Εναγόμενου 1 ο οποίος δηλώνει ότι είναι εξουσιοδοτημένος από τον Εναγόμενο 2 για να προβεί στην ένορκη δήλωση. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση γίνεται αναφορά στο ιστορικό και στην εξέλιξη της υπόθεσης, ειδικότερα, στο ότι στις 30.05.2014 οι διάδικοι διατάχθηκαν από το Δικαστήριο για να προβούν σε ένορκη αποκάλυψη εγγράφων. Εκ μέρους των Εναγόντων καταχωρήθηκαν σχετικές ένορκες δηλώσεις στις 15.07.2014 και 19.11.2014 από την Έλενα Περικλέους, δικηγορική υπάλληλο, και την Ευρυδίκη Γιαννακού, δικηγόρο στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Ενάγοντες. Εξ' όσων συμβουλεύεται από τη δικηγόρο του ο Εναγόμενος 1, οι προαναφερόμενες ένορκες δηλώσεις δεν βρίσκονται σε συμμόρφωση με το διάταγμα και/ή τις οδηγίες του Δικαστηρίου καθότι θα έπρεπε να καταχωρηθούν από τους Ενάγοντες, που είναι ο διάδικος, μέσω κάποιου προσώπου που να γνωρίζει για την ορθότητα και την αλήθεια του περιεχομένου τους. Δεν δόθηκε οποιαδήποτε αιτιολογία γιατί οι ένορκες δηλώσεις δεν έγιναν από τους Ενάγοντες αλλά έγιναν από τρίτα για την υπόθεση πρόσωπα. Οι Ενάγοντες (στο εξής Καθ΄ων η Αίτηση) ενίστανται στην επίδικη Αίτηση και ως εκ τούτου στις 14.05.2015 καταχώρησαν Ειδοποίηση Περί Πρόθεσης Ένστασης. Προβάλλουν κατ' αρχή θέμα δεδικασμένου λόγω απόρριψης παρόμοιας αίτησης των Αιτητών σε προγενέστερο στάδιο. Περαιτέρω, προβάλλουν τη θέση ότι η επίδικη Αίτηση είναι αντινομική, αβάσιμη, παράτυπη καθότι η ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει φέρει προγενέστερη ημερομηνία από την επίδικη Αίτηση. Περαιτέρω προβάλλεται η θέση ότι υπάρχει πλήρης συμμόρφωση με τις οδηγίες του Δικαστηρίου, και πως οι ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης των εγγράφων δεν αφορούν μαρτυρία, και ως εκ τούτου μπορούσαν να καταχωρηθούν και από τρίτα πρόσωπα, πλην των διαδίκων. Μοναδικός σκοπός της επίδικης Αίτησης, κατά τους Καθ' ων η Αίτηση, είναι η καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής. Οι λόγοι ένστασης συνοδεύονται από ένορκη δήλωση του Γιάννη Φώτη, ο οποίος, ως αναφέρει, βρίσκεται στην υπηρεσία Αιτητών, προφανώς εννοεί των Καθ΄ ων η Αίτηση, και είναι εξουσιοδοτημένος από τους Καθ' ων η Αίτηση για να προβεί στην ένορκη δήλωση. Τα όσα αναφέρει στην ένορκη του δήλωση κρίνεται ότι αφορούν, σε πλείστο βαθμό, επιχειρήματα, θέσεις και δικανικούς συλλογισμούς στα οποία το Δικαστήριο δεν χρειάζεται να αναφερθεί επί του παρόντος. Αναφέρει, ωστόσο, επιπλέον ότι εάν το Δικαστήριο κρίνει ορθό να δώσει σχετικές οδηγίες και παράταση χρόνου, οι Ενάγοντες είναι διατεθειμένοι να προβούν σε αποκάλυψη εγγράφων, μέσω δικής του ένορκης δήλωσης, η οποία θα είναι ίδια με το περιεχόμενο των δύο ενόρκων δηλώσεων που καταχωρήθηκαν ήδη. Η ακροαματική διαδικασία της επίδικης Αίτησης διεξάχθηκε στη βάση των προαναφερόμενων ενόρκων δηλώσεων και των αγορεύσεων των ευπαιδεύτων συνηγόρων των διαδίκων. Κύρια διαφωνία παραμένει το κατά πόσο οι ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης εγγράφων που καταχωρήθηκαν για λογαριασμό των Εναγόντων, είναι έγκυρες ή άκυρες και θα πρέπει να παραμεριστούν ή ακόμη να απορριφθεί η αγωγή λόγω μη προώθησης της, εξ αιτίας μη συμμόρφωσης με το διάταγμα του Δικαστηρίου για αποκάλυψη εγγράφων. Οι θέσεις των διαδίκων προβάλλουν εκ διαμέτρου αντίθετες. Υπήρξε εκτενής αναφορά και από τις δύο πλευρές. Το Δικαστήριο διατηρεί κατά νου τις θέσεις τους και δεν κρίνει απαραίτητο να τις επαναλάβει. Θα αναφερθεί σ' αυτές στο βαθμό που κρίνει αναγκαίο για την αιτιολόγηση της απόφασής του. Νομική πτυχή:- Νομική βάση της Αίτησης είναι το άρθρο 2 του Νόμου 14/60, οι Διαδικαστικοί Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας, Δ.1 Κ.2, Δ.20, Δ.21 Κ.1, Δ.26 Κ.1-10, Δ.28 Κ.1-4 και 12, Δ.48 Κ.1-9, ως επίσης η γενική πρακτική και σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Οι κατ' εξοχήν διατάξεις οι οποίες διέπουν την επίδικη Αίτηση είναι οι διατάξεις της Δ.28 Κ.1, 2, 3 το κείμενο των οποίων παρατίθεται. «
  6. Any party may, without filing any affidavit, apply to the Court or a Judge for an order directing any other party to any cause or matter to make discovery on oath of the documents which are or have been in his possession or power relating to any matter in question therein. On the hearing of such application the Court or Judge may either refuse or adjourn the same, if satisfied that such discovery is not necessary, or not necessary at that stage of the cause or matter, or make such order, either generally or limited to certain classes of documents, as may, in the Court's or Judge's discretion, be thought fit : provided that discovery shall not be ordered when and so far as the Court or Judge shall be of opinion that it is not necessary either for disposing fairly of the cause or matter or for saving costs. If an order is made for discovery, such order shall specify the time within which the party directed to make discovery shall file his affidavit.
  7. The affidavit to be made by a party against whom such order as is mentioned in Rule 1 of this Order has been made shall be in Form 22 and shall specify which (if any) of the documents therein mentioned such party objects to produce.
  8. If a party ordered to make discovery of documents fails so to do, he shall not afterwards be at liberty to put in evidence on his behalf in the action any document he failed to discover or to allow to be inspected, unless the Court is satisfied that he had sufficient excuse for so failing, in which case the Court may allow such document to be put in evidence on such terms as it may think fit.» Οι πιο πάνω διατάξεις έλκουν την καταγωγή τους από τους αγγλικούς θεσμούς ήτοι στο O.31 r.12 και 13, συνεπώς, τα όσα σχετικά αναφέρονται στο σύγγραμμα The Annual Practice 1958 μπορούν να καθοδηγήσουν το Δικαστήριο ως προς την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Αξιολόγηση εκατέρωθεν θέσεων και συμπέρασμα:- Πριν προχωρήσει το δικαστήριο στην ουσία της επίδικης αίτησης κρίνει ορθό να αποφανθεί επί του θέματος, που εγείρουν οι Καθ' ων η Αίτηση, και δη ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την επίδικη Αίτηση δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη, επειδή καταχωρήθηκε την προηγούμενη ημέρα της καταχώρησης της αίτησης. Παρόμοιο ζήτημα κρίθηκε στην υπόθεση S.A. CONSTANTINOU LIMITED κ.α. v. MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD

(2009)1Α Α.Α.Δ.754 όπου αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Η πιο πάνω εισήγηση είναι ανεδαφική. Κανένας από τους θεσμούς που έχουν επικληθεί δεν απαγορεύει την υπογραφή μιας ένορκης δήλωσης πριν από την καταχώριση μιας ενδιάμεσης αίτησης σε αγωγή που εκκρεμεί ενώπιον Δικαστηρίου. Η Διαταγή 39, Θεσμός 3 προνοεί απλά ότι μια ένορκη δήλωση θα τιτλοφορείται με το θέμα ή για το ζήτημα στο οποίο αναφέρεται. Μια ένορκη δήλωση θα μπορούσε να θεωρηθεί ως αντικανονική όταν αυτή καταχωρείται πριν από την καταχώριση της αγωγής, αν και το πρόβλημα θα μπορούσε να θεραπευθεί με την κατάθεση νέας ένορκης δήλωσης. Όπως έχει τονιστεί στη Stavros Hotels Apartments Ltd. κ.ά. (Aρ. 1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 389, μια ένορκη δήλωση θεωρείται αντικανονική και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη όταν υπογράφηκε πριν από την καταχώριση της αγωγής, αν και σε μια τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο μπορεί να απαιτήσει την ανάληψη υποχρέωσης επανόρκισης και κατάθεση μια νέας ένορκης δήλωσης. Στην παρούσα περίπτωση ο τίτλος της ένορκης δήλωσης είναι αρκούντως ικανοποιητικός, αφού αναφέρεται στον τίτλο της αγωγής που ήδη εκκρεμεί και έχει επισυναφθεί στην ένσταση που έχει καταχωρηθεί, η οποία αναφέρεται "ως πρόθεση ένστασης στη συνέχιση του εκδοθέντος διατάγματος της 8/5/2007". Η σχετική εισήγηση απορρίπτεται.» Συνακόλουθα της πιο πάνω νομολογίας, ο σχετικός λόγος ένστασης απορρίπτεται. Κρίνεται ακόμη ορθό όπως, σε αυτό το στάδιο, αποφασισθεί και ο λόγος ένστασης, περί ύπαρξης δεδικασμένου, ο οποίος επίσης απορρίπτεται. Το γεγονός ότι το Δικαστήριο απέρριψε, προηγούμενη αίτηση των Αιτητών, λόγω μη εμφάνισης τους την ημέρα που αυτή ήταν ορισμένη για ακρόαση, δεν δημιουργείται δεδικασμένο. Η απόρριψη δεν σχετιζόταν με την ουσία των ισχυρισμών των Αιτητών. Γίνεται παραπομπή στην υπόθεση RECNEX TRADING LIMITED κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΙΜΙΤΕΔ ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολιτική Έφεση 71/11, ημερομηνίας 16.04.2014 όπου αναφέρθηκε πως «.Οι ενδιάμεσες αποφάσεις, πλην ειδικών περιπτώσεων, δεν θεωρούνται τελεσίδικες ακόμη και αν αποφασίζεται τελικώς ένα ζήτημα το οποίο κρίνεται δεσμευτικό για την μετέπειτα διαδικασία. Η απόρριψη μιας ενδιάμεσης αίτησης δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τελική και ως εκ τούτου η καταχώριση νέας δεν μπορεί να προσκρούσει στην αρχή του δεδικασμένου.». Δεν υπάρχει, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, υπόβαθρο το οποίο να δικαιολογεί ειδική περίπτωση ώστε να δημιουργηθεί δεδικασμένο. Προκύπτει ότι το κύριο επιχείρημα των Αιτητών, επί της ουσίας της επίδικης Αίτησης, είναι πως οι ένορκες αποκαλύψεις εγγράφων πρέπει να καταχωρούνται μόνο από τους διάδικους. Είναι γεγονός ότι το λεκτικό της Δ.28 αντανακλά σε διάδικο προκειμένου για την αποκάλυψη των εγγράφων. Ταυτόχρονα όμως δεν φαίνεται, μέσα από τη νομολογία που έχει ερμηνεύσει την εν λόγω διαταγή, να απαγορεύεται η καταχώρηση ένορκης δήλωσης για αποκάλυψη εγγράφων από άλλο πρόσωπο εκτός από το διάδικο που διατάχθηκε. Ούτως ή άλλως, στην περίπτωση των νομικών προσώπων, όπως είναι οι Καθ' ων η Αίτηση στην παρούσα υπόθεση, την ένορκη δήλωση θα την έκανε κάποιο φυσικό πρόσωπο. Τίθεται το ερώτημα εάν πρέπει αυτό το πρόσωπο να είναι εργοδοτούμενος ή υπάλληλος ή αξιωματούχος των Καθ' ων η Αίτηση, ως είναι η θέση των Αιτητών, ή μπορούσε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Το Δικαστήριο κρίνει πως δεν είναι αναπόφευκτο τέτοια ένορκη δήλωση να γίνεται από υπάλληλο ή εργοδοτούμενο ή αξιωματούχο του νομικού προσώπου. Είθισται να γίνεται από τέτοια πρόσωπα, όμως όταν υπάρχει η εξουσιοδότηση, δεν γίνεται κατανοητό γιατί να μην μπορεί να δοθεί τέτοια ένορκη δήλωση και από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, το οποίο δεν καθίσταται βέβαια διάδικος επειδή προβαίνει στην ένορκη δήλωση αλλά είναι ένας απλός μάρτυρας για το σκοπό της αποκάλυψης (βλέπε The Annual Practice 1958 σελ. 712 «Party for Purpose of Discovery»). Η ουσία και ο σκοπός της αποκάλυψης εγγράφων έγκειται στο ότι γνωρίζει ο διάδικος ποια έγγραφα έχει στην κατοχή του ο αντίδικος του, και πως η αποκάλυψη που γίνεται θα δεσμεύει το διάδικο που την κάνει. Αυτός ο σκοπός μπορεί, κατά το Δικαστήριο, να επιτυγχάνεται, όχι μόνο με την αποκάλυψη απευθείας από το διάδικο αλλά, και από κάποιο άλλο πρόσωπο το οποίο είναι εξουσιοδοτημένο από το διάδικο για να προβεί στην αποκάλυψη. Εφόσον το στοιχείο της εξουσιοδότησης συντρέχει, τότε δεν μπορεί να γίνεται λόγος για μη συμμόρφωση με τις οδηγίες ή το διάταγμα του Δικαστηρίου. Σκοπός είναι να λάβει γνώση ο αντίδικος των εγγράφων που είχε ή έχει στην κατοχή του ο διάδικος που διατάχθηκε. Ενδεχομένως στην περίπτωση διαδίκων που είναι φυσικά πρόσωπα, να χρειάζεται να εξηγηθεί στο Δικαστήριο τυπικά ο λόγος που ο διάδικος δεν μπορεί ο ίδιος να καταχωρήσει την ένορκη δήλωση. Εάν επικρατούσε αντίθετη άποψη θα προκαλούνταν παράλογα αποτελέσματα. Προφανώς διάδικοι που ζουν σε άλλη χώρα θα έπρεπε να ταξιδεύουν ειδικά για το σκοπό της αποκάλυψης. Εκείνο που θα πρέπει να ενδιαφέρει είναι αν όντως ο διάδικος, με την εξουσιοδότηση σε άλλο πρόσωπο, έχει εκπληρώσει το καθήκον του απέναντι στο Δικαστήριο και στον αντίδικό του προκειμένου να επιτευχθεί ο σκοπός του θεσμού - διαδικασίας που εξυπηρετεί η αποκάλυψη εγγράφων. Παρεμβάλλει εδώ αναγκαίο να αναφερθεί πως η ένορκη δήλωση αποκάλυψης ημερομηνίας 15.07.2014 ούτως ή άλλως δεν είναι έγκυρη αφού καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα και γι' αυτό άλλωστε ζητήθηκε παράταση χρόνου από τους Καθ' ων η Αίτηση, οπότε καταχώρησαν την ένορκη δήλωση ημερομηνίας 19.11.
  1. Αυτή η ένορκη δήλωση καταχωρήθηκε εμπρόθεσμα, αφού ο χρόνος παρατάθηκε για 15 ημέρες στις 12.11.
  2. Στην παρούσα περίπτωση ο διάδικος - Καθ' ων η Αίτηση είναι νομικό πρόσωπο και επέλεξε να εξουσιοδοτήσει κάποιο φυσικό πρόσωπο για να προβεί στην ένορκη δήλωση εκ μέρους του. Το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν υπήρχε αναγκαιότητα το πρόσωπο που προέβηκε στην ένορκη δήλωση να ήταν υπάλληλος ή αξιωματούχος ή εργοδοτούμενος των Καθ' ων η Αίτηση. Σημασία έχει ότι υπάρχει εξουσιοδότηση των Καθ' ων η Αίτηση και κατ' επέκταση αυτοί θα δεσμεύονται από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που καταχωρήθηκε εκ μέρους τους. Επιπλέον, αν οι Αιτητές επιθυμούσαν, για κάποιο ειδικό λόγο, την ένορκη δήλωση αποκάλυψης να κάνει αξιωματούχος ή διευθυντής των Καθ' ων η Αίτηση, θα έπρεπε να επιδώσουν το διάταγμα του Δικαστηρίου, και τότε θα μπορούσε να συζητηθεί θέμα μη συμμόρφωσης το οποίο βέβαια θα αξιολογείτο από το Δικαστήριο. Η λογική επιβάλλει όπως το Δικαστήριο επικεντρωθεί στο σκοπό αλλά και στη διασφάλιση του θεσμού της αποκάλυψης εγγράφων. Η ένορκη δήλωση αποκάλυψης ημερομηνίας 19.11.2014, εκ μέρους και για λογαριασμό των Εναγόντων, οι οποίοι είναι νομικό πρόσωπο, έγινε από φυσικό πρόσωπο για σκοπούς συμμόρφωσης με το διάταγμα του Δικαστηρίου. Οι Ενάγοντες επέλεξαν και εξουσιοδότησαν πρόσωπο που, έστω δεν είναι εργοδοτούμενό τους αλλά δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο του δικηγόρου τους. Η εν λόγω δικηγόρος δεν χειρίζεται την υπόθεση για τους Καθ' ων η Αίτηση. Δεν θα ήταν ορθό να θεωρηθεί ότι οι Καθ' ων η Αίτηση δεν έχουν συμμορφωθεί με το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 30.05.2014, ο χρόνος του οποίου παρατάθηκε στις 12.11.
  3. Ούτε χρειαζόταν να επιβεβαιωθεί η αλήθεια του περιεχομένου των εγγράφων που αποκαλύφθηκαν, ως εισηγείται η πλευρά των Αιτητών. Περαιτέρω, οι Καθ' ων η Αίτηση επιλέγοντας να εξουσιοδοτήσουν το συγκεκριμένο πρόσωπο, για να προβούν στην ένορκη αποκάλυψη, δεσμεύονται από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 19.11.2014, και προφανώς, για να παρουσιάσουν στη δίκη, οποιαδήποτε έγγραφα που δεν αποκαλύφθηκαν, θα πρέπει να δώσουν τις αναγκαίες εξηγήσεις στο Δικαστήριο (Δ.28 Κ.3). Ενόψει όλων των πιο πάνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν θα ήταν ορθό να παραμερισθεί η ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων που καταχωρήθηκε στις 19.11.2014, εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση, ιδιαίτερα όταν ενόρκως, από τον υπάλληλο τους (βλέπε ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση), αναφέρεται ότι σε περίπτωση που διαταχθούν να κάνουν νέα ένορκη δήλωση, το περιεχόμενο της ως προς τα αποκαλυφθέντα έγγραφα θα είναι το ίδιο. Πολύ δε περισσότερο δεν θα ήταν δίκαιο, στη βάση του ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση με διάταγμα του Δικαστηρίου από τους Καθ' ων η Αίτηση, ως εισηγούνται οι Αιτητές, να απορριφθεί η αγωγή τους. Ενόψει όλων των προαναφερόμενων κρίνεται ότι η επίδικη Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα αυτής επιδικάζονται προς όφελος των Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον των Αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Να καταβληθούν στο τέλος της δίκης επί της αγωγής. (Υπ.) .............. Δ.Ι. Κίτσιος, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΔ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Διαγραφή ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.