← Κύπρος

Μαρούλα Κυριάκου Βίκτωρος κ.α. ν. Μάριου Θεμιστοκλή Πασιαρδή, Αρ. Αγωγής: 484/08, 28/8/2015

Μαρούλα Κυριάκου Βίκτωρος κ.α. ν. Μάριου Θεμιστοκλή Πασιαρδή, Αρ. Αγωγής: 484/08, 28/8/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A233 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα Αρ. Αγωγής: 484/08 Μεταξύ: 1.Μαρούλα Κυριάκου Βίκτωρος

  1. Μιχάλης Κυριάκου Βίκτωρος
  2. Πολυκαρπία Κυριάκου Βίκτωρος Εναγόντων και Μάριου Θεμιστοκλή Πασιαρδή Εναγομένου Ημερομηνία: 28/8/2015 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές: κ. Ζ. Νικολαϊδης (για την απαγγελία της απόφασης ο κ. Α. Νεοκλέους) Για Εναγόμενο /Καθ' ου η αίτηση: κ. Λ. Κονναρής Εναγόμενος : παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε η αίτηση ημερομηνίας 10/7/2013 που οι ενάγοντες καταχώρησαν εναντίον του εναγομένου για παρακοή διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 21/3/2012, το οποίο εκδόθηκε εναντίον του τελευταίου στα πλαίσια της παρούσας αγωγής και το οποίο κατά λέξη προνοεί τα ακόλουθα : «Εκδοθεί και διά του παρόντος εκδίδεται διάταγμα το οποίο διατάττεται ο εναγόμενος να άρει την παράνομη επέμβαση όπως πιο κάτω περιγράφεται : Ο Εναγόμενος εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του κτήματος με αριθμό εγγραφής 7648 Φ/Σχ. 58/5 τεμ. 56 εις Επισκοπή Λεμεσού το οποίον συνορεύει με το κτήμα των Εναγόντων με αριθμό εγγραφής 8382 Φ/Σχ. 58/5 τεμ. 312 επενέβη και συνεχίζει να επεμβαίνει στο νότιο μέρος του κτήματος των Εναγόντων παράνομα και χωρίς τη συγκατάθεση τους παρά την επίλυση της συνοριακής διαφοράς από το διευθυντή του τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας με απόφαση του ημερομηνίας 18/5/2006 Η ισχύς του διατάγματος αναστέλλεται για περίοδο ενός χρόνου καθότι πρόκειται για την κατοικία του Εναγομένου ». Η αίτηση εδράζεται στο άρθρο 42 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και στη Δ.40 Θ.Θ.1 και 12 και Δ.48 Θ.2 και 42 Α των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Με την ένορκο δήλωση που στηρίζει την αίτηση, υποστηρίζεται ότι ο εναγόμενος βρίσκεται σε παρακοή του διατάγματος του Δικαστηρίου. Στην αντίπερα όχθη ο εναγόμενος με την ειδοποίηση ένστασης που καταχώρησε προβάλλει ότι υπάρχει πραγματική αδυναμία για συμμόρφωση. Αποτέλεσε κοινό έδαφος ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση στο εκδοθέν διάταγμα του Δικαστηρίου, ότι αυτό επιδόθηκε δεόντως στον εναγόμενο, ότι ο εναγόμενος μετά την έκδοση του διατάγματος υπέβαλε αίτηση στο κτηματολόγιο για οριοθέτηση συνόρων η οποία όμως ακόμα δεν έχει αποφασισθεί. Δεν αμφισβητήθηκε επίσης ότι στο εκδοθέν διάταγμα, δεν καθορίζονται τα τετραγωνικά μέτρα στα οποία υπάρχει η επέμβαση. Διαφωνία υπήρξε ως προς την υποχρέωση του εναγομένου να πράξει κάτι άλλο για να μπορέσει να συμμορφωθεί προς το διάταγμα και ειδικότερα να διορίσει ιδιώτη χωρομέτρη ο οποίος να του καθορίσει την έκταση της επέμβασης και έτσι να καταστεί δυνατή η συμμόρφωση του με αυτό. Ως μοναδικός μάρτυρας για τους ενάγοντες κλήθηκε και κατάθεσε ο δικηγόρος κ. Ν. Νεοκλέους, ο οποίος και σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρέχεται από το Νόμο κατάθεσε ως μέρος της κύριας του εξέτασης γραπτή δήλωση την οποία ετοίμασε (Τεκμήριο Α) και στη συνέχεια αντεξετάσθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγομένου. Ανάφερε ότι μέχρι σήμερα ο εναγόμενος εξακολουθεί να παρακούει το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 21/3/2012 και να επεμβαίνει στο νότιο μέρος του ακινήτου των εναγόντων. Και αυτό παρά το γεγονός ότι το εκδοθέν διάταγμα, του επιδόθηκε προσωπικά στις 15/6/2012 και δεν τελεί υπό αναστολή καθότι η περίοδος αναστολής ενός χρόνου που είχε δοθεί, έχει εκπνεύσει. Είπε ακόμα ότι η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ημερομηνίας 18/5/2006, η οποία δεν έχει εφεσιβληθεί από τον εναγόμενο και της οποίας το περιεχόμενο ο εναγόμενος γνωρίζει, είναι κατατεθειμένη στο φάκελο του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο
  3. Ήταν επίσης η θέση του ότι κατά την επιτόπια εξέταση που έγινε από λειτουργό του κτηματολογίου στις 22/10/2002 και στην οποία ο εναγόμενος ήταν παρών, έγιναν οι απαραίτητες μετρήσεις και η επέμβαση καθορίσθηκε επί τόπου από τον λειτουργό. Γι' αυτό και υποστήριξε ότι ο εναγόμενος σκόπιμα παραβαίνει το εκδοθέν δικαστικό διάταγμα και κάλεσε το Δικαστήριο να τον τιμωρήσει και να τον υποχρεώσει να συμμορφωθεί. Αντεξεταζόμενος δέχθηκε ότι δεν γνωρίζει σε πόσα τετραγωνικά μέτρα γης επεμβαίνει ο εναγόμενος και επανέλαβε ότι η έκταση της επέμβασης αυτής καθορίσθηκε με την απόφαση του Διευθυντή του κτηματολογίου ο οποίος όπως είπε κατέληξε στην απόφαση του αυτή την οποία και απέστειλε στους ενδιαφερομένους χωρίς αυτή να εφεσιβληθεί. Είπε ακόμα ότι κατά την ακροαματική διαδικασία της αγωγής ετοιμάσθηκαν σχεδιαγράμματα στα οποία καθοριζόταν η επέμβαση και ότι σύμφωνα με τα όσα ο ίδιος ο εναγόμενος του είχε αναφέρει, αποτάθηκε από τις 5/9/2012 στο κτηματολόγιο για οριοθέτηση. Ήταν όμως η θέση του ότι εάν ο εναγόμενος είχε αμφιβολίες για την έκταση της επέμβασης, θα έπρεπε να αποταθεί σε ιδιώτη χωρομέτρη να του την καθορίσει και όχι στο κτηματολόγιο που εδώ και 2 ½ χρόνια δεν έχει ολοκληρώσει τη διαδικασία. Σε ερώτηση που του υποβλήθηκε ποιο μέρος του σπιτιού στο νότιο μέρος πρέπει να κατεδαφίσει ο εναγόμενος για να συμμορφωθεί με το διάταγμα του Δικαστηρίου απάντησε κατά λέξη «Στο νότιο μέρος. Είναι αόριστο μεν αλλά σε συνδυασμό με απόφαση κτηματολογίου, είναι πολύ συγκεκριμένο». Όταν αμέσως του υποβλήθηκε ότι η έκθεση του κτηματολογίου δεν καθορίζει και πάλι τα τετραγωνικά μέτρα, υποστήριξε ότι με τα διάφορα σχέδια, χωρομετρικά τοπογραφικά και άλλα και επειδή αυτά είναι επί κλίμακας μπορεί οποιοσδήποτε χωρομέτρης και τοπογράφος να καθορίσει το εμβαδόν χωρίς δυσκολία. Ως προς τα γεγονότα για τα οποία υπήρξε αμφισβήτηση ο μάρτυρας εξέφρασε κάποιες απόψεις οι οποίες ως τέτοιες και ελλείψει εμπειρογνωμοσύνης δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Τέτοια περίπτωση ήταν αυτή στην οποία ισχυρίσθηκε ότι με βάση τα χωρομετρικά και τοπογραφικά σχέδια που είναι επί κλίμακας, μπορεί να καθορισθεί το εμβαδόν του μέρους του ακινήτου στο οποίο υπάρχει επέμβαση. Προσήγαγε επίσης ο μάρτυρας και εξ' ακοής μαρτυρία, όπως ότι, κατά την επιτόπια εξέταση που έγινε από λειτουργό του κτηματολογίου στις 22/10/2002, έγιναν οι απαραίτητες μετρήσεις και η επέμβαση καθορίσθηκε επί τόπου από τον λειτουργό. Σύμφωνα με τον Περί Αποδείξεως Νόμο, Κεφ.9 όπως έχει τροποποιηθεί, η εξ' ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται πλέον για τον λόγο αυτό. Η βαρύτητα όμως που θα της προσδοθεί, εναπόκειται στο Δικαστήριο, το οποίο μπορεί να λάβει υπόψη του διάφορους παράγοντες, οι οποίοι ενδεικτικά και μόνο εκτίθενται στο Νόμο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, στην εξ' ακοής αυτή μαρτυρία, δεν θα προσδοθεί καμία βαρύτητα. Και αυτό γιατί ο μάρτυρας δεν προσδιόρισε την πηγή των γνώσεων του και τυχόν απόδοση βαρύτητας στους ισχυρισμούς που προέβαλε, θα ήταν αντίθετη με το στοιχείο της θετικότητας που απαιτείται σε αυτής της φύσης τις διαδικασίες για τη διαπίστωση γεγονότων που είναι ίδια με την διαπίστωση των γεγονότων σε ποινική υπόθεση, δηλαδή πέρα από κάθε λογική αμφιβολία. Ο εναγόμενος στη δική του μαρτυρία που ήταν και η μοναδική για την πλευρά του, υποστήριξε ότι υπάρχει πραγματική αδυναμία προς συμμόρφωση. Και αυτό γιατί το εκδοθέν διάταγμα είναι αόριστο αλλά και γιατί αίτηση για οριοθέτηση του ακινήτου του που υπέβαλε στο κτηματολόγιο, στην προσπάθεια του ακριβώς να συμμορφωθεί, δεν έχει ακόμα αποφασισθεί παρά το ότι έχει καταβάλει και επιπρόσθετο ποσό για επίσπευση της διαδικασίας. Υποστήριξε ότι είχε και εξακολουθεί να έχει πρόθεση να συμμορφωθεί με το διάταγμα, όμως δεν μπορεί να το πράξει, γιατί δεν γνωρίζει επακριβώς τα τετραγωνικά μέτρα στα οποία υπάρχει επέμβαση και τα οποία πουθενά δεν αναφέρονται αφού ακόμα και στις μετρήσεις του κτηματολογίου διαφάνηκε να υπάρχει διαφορά στην έκταση της επέμβασης. Είπε ακόμα ότι στην προσπάθεια του για επίλυση της διαφοράς, ζήτησε από τους ενάγοντες να του πουλήσουν το μέρος του ακινήτου στο οποίο υπάρχει επέμβαση, αλλά η απάντηση ήταν αρνητική. Εξήγησε ότι την οικία μέρος της οποίας επεμβαίνει στο ακίνητο των εναγόντων, την αγόρασε κτισμένη από κάποιο Άγγλο και ο ίδιος δεν έκαμε οποιεσδήποτε μετατροπές, ενώ στο ακίνητο που γίνεται η επέμβαση υπάρχουν ελαιόδεντρα από τότε που ο ίδιος αγόρασε την οικία και ήταν πάντοτε περιφραγμένο. Εξήγησε τις ενέργειες στις οποίες προτίθεται να προβεί για να μπορέσει να συμμορφωθεί όταν ολοκληρωθεί η οριοθέτηση από το κτηματολόγιο, προσθέτοντας ότι το όλο σχέδιο της περιοχής παρουσιάζει προβλήματα καθότι εκτός από την δική του επέμβαση στο νότιο μέρος του ακινήτου και στο δικό του ακίνητο υπάρχει επέμβαση από άλλο πρόσωπο στο ανατολικό μέρος. Αντεξεταζόμενος υποστήριξε ότι το κτηματολόγιο ποτέ δεν του υπέδειξε με ακρίβεια το μέρος που υπάρχει επέμβαση έτσι ώστε να μπορεί να συμμορφωθεί, αλλά όλα ήταν στο «περίπου». Ακόμα και στο σχέδιο που του είχε αποσταλεί το μέρος της επέμβασης καθοριζόταν μόνο με κάποιο χρώμα. Εξήγησε τους λόγους για τους οποίους δεν αποτάθηκε σε ιδιώτη χωρομέτρη, λέγοντας ότι δεν το έκαμε για να έχει επίσημο και τελειωτικό αποτέλεσμα από το κτηματολόγιο. Για τους λόγους αυτούς επέμενε ότι δεν μπορεί να προσχωρήσει σε συμμόρφωση με το εκδοθέν διάταγμα παρά την επιθυμία του. Το άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την αντίκριση θεμάτων, όπως το εξεταζόμενο. Για την εφαρμογή του πιο πάνω άρθρου και όπως επαναβεβαιώθηκε στην υπόθεση Πετράκη ν. Petraki,

(2002)1Β ΑΑΔ 911, πρέπει να τηρηθούν απαρέγκλιτα και με αυστηρότητα οι προϋποθέσεις της Δ.42Α. Οι πρόνοιες της Διαταγής αυτής (Δ.42Α) συνιστούν τις δικονομικές διατάξεις που ρυθμίζουν την άσκηση της πολιτικής δικαιοδοσίας που παρέχει το άρθρο 42 του Ν.14/60. (Βλ. Krashias Shoes Factory v. Adidas
(1989)1 Α.Α.Δ. 750). Η διαπίστωση της ευθύνης ατόμου που κατηγορείται για παρακοή δικαστικού διατάγματος είναι, όπως έχει νομολογηθεί ιδιόμορφη γιατί ενώ εντάσσεται στο πεδίο της αστικής δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, η στοιχειοθέτηση και απόδειξη της κατηγορίας συναρτώνται με τα θέσμια και τους κανόνες της ποινικής δίκης. Η απόδειξη συνακόλουθα κάθε γεγονότος, όπως και κάθε προϋπόθεσης, βαρύνει, όπως και σε ποινική υπόθεση τον κατήγορο και πρέπει να είναι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και Κώστα ν. Κώστα
(2003)1 Α.Α.Δ. 269). Όπως λέχθηκε και στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Δρόσος Μιχαηλίδης ν. Margita Μιχαηλίδου Poliakova, Αρ. Εφ. 22/09, ημερομηνίας 24.2.2011, «Η διαδικασία της αστικής παρακοής προσομοιάζει της ποινικής διαδικασίας όχι μόνο λόγω του γεγονότος ότι επιφέρει ανάλογες σοβαρές είτε οικονομικές κυρώσεις υπό τύπο προστίμου ή κατάσχεση περιουσίας, είτε ακόμη και στέρηση ελευθερίας με φυλάκιση, αλλά και διότι όλα τα τυπικά και ουσιαστικά εχέγγυα του ποινικού δικαίου πρέπει να ικανοποιούνται. (In re Bramblevale Ltd
(1970)Ch. 18 και Savings and Investment Bank Ltd v. Gasco (No 2)
(1988)1 All E.R. 975). Η αστική παρακοή κατά συνέπεια κρίνεται ως υπαρκτή μόνο εφόσον ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο στον αναμενόμενο βαθμό, υπερπηδώντας το βάρος απόδειξης που έχει που είναι αυτό της βεβαιότητας ενοχής πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (δέστε και David Bean: Injunctions 8η έκδ.
(2004)σελ. 90-1 παρ. 6.18 και 6.19, όπου περιγράφεται και η όλη διαδικασία στη δικάσιμο). Γι΄ αυτό το λόγο η νομολογία έχει διαχρονικά και με συνέπεια ακολουθήσει τη γραμμή ότι για να είναι δυνατή η τιμωρία ενός καθ΄ ου η αίτηση, τα διατάγματα θα πρέπει να εξειδικεύονται με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια ώστε να μην αφήνεται αμφιβολία ως προς το ποιες πράξεις απαγορεύονται και υπό ποία ιδιότητα. Η πράξη ή παράλειψη του καθ΄ ου για την οποία εκ των υστέρων ζητείται η τιμωρία του, πρέπει να εμπίπτει εντός των ρητών και αναμφισβήτητων προδιαγραφών που το λεκτικό του διατάγματος καταγράφει. (δέστε τις υποθέσεις Iberian Trust Ltd v. Founders Trust and Investment Co Ltd
(1932)All E.R. 176 [Repr.] και P.A. Thomas & Co and Others v. Mould and Others
(1968)1 All E.R. 963). Στο σύγγραμμα των Borris & Lowe: "The Law of Contempt" 2η έκδ., σελ. 395, αναφέρεται ότι: «Thus although persons are under a duty to comply strictly with the terms of an injuction, the Courts will only punish a person for contempt upon adequate proof of the following points. First, it must be established that the terms of the injunction are clear and unambiquous; secondly it must be shown that the defendant has had proper notice of such terms; and thirdly, there must be clear proof that the terms have been broken by the defendant.» Για να καταδειχθεί παρακοή, όπως έχει λεχθεί και στην υπόθεση Λάζαρος Μαύρος ν. Θεόδωρου Στυλιανού
(1998)1 Α.Α.Δ. 2389, πρέπει να ικανοποιείται και η αντικειμενική υπόσταση («actus reus»), αλλά και η υποκειμενική υπόσταση («mens rea»), του αδικήματος της αστικής καταφρόνησης όπως προδιαγράφεται στο άρθρο 42 του Νόμου αρ. 14/60. Στη δε υπόθεση Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά
(1993)1 Α.Α.Δ. 309, λέχθηκε με αναφορά στη Μουζούρης ν. Xylophagou Plantations Ltd
(1977)1 C.L.R. 287, ότι: «.. για να στοιχειοθετηθεί η καταφρόνηση πρέπει να αποδειχθεί η ηθελημένη ανυπακοή του καθ΄ ου η αίτηση προς την απόφαση του δικαστηρίου, δηλαδή πρόθεση ανυπακοής προς το διάταγμα του δικαστηρίου. Το αποτέλεσμα της ανυπακοής αφ΄ εαυτού δεν αρκεί• πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος του δικαστηρίου.» Τυχόν παράβαση των όρων ενός διατάγματος χωρίς πρόθεση ή κατά τυχαίο τρόπο δεν επιφέρει βεβαίως την καταδίκη του καθ΄ ου, εφόσον η συμπεριφορά του δεν κατέδειξε είτε αδιαφορία προς το διάταγμα, είτε εκ προθέσεως καταστρατήγηση των όρων του. (δέστε Fairclough & Sons v. Manchester Ship Canal Co. (No. 2)
(1897)Sol Jo 225 και Borrie & Lowe 2η έκδ. σελ. 400-1)». Στην εξεταζόμενη υπόθεση δεν αμφισβητήθηκε η επίδοση του διατάγματος ούτε και η ύπαρξη δέουσας οπισθογράφησης με προειδοποίηση για τις συνέπειες που ενέχει η παρακοή του διατάγματος, στοιχεία που είναι απαραίτητα για στοιχειοθέτηση της συγκεκριμένης κατηγορίας (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(2003)1 Α.Α.Δ. 1085). Για το λόγο αυτό, αλλά για άλλους που θα διαφανούν στη συνέχεια τα θέματα αυτά δεν θα με απασχολήσουν. Αυτό που αμφισβητήθηκε ήταν η δυνατότητα του εναγομένου να συμμορφωθεί με το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 21/3/2012. Και αυτό γιατί όπως εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγομένου δεν περιλαμβάνεται σε αυτό χρόνος συμμόρφωσης, αλλά και γιατί είναι ασαφές αφού σε αυτό δεν προσδιορίζεται η έκταση στην οποία υπάρχει η επέμβαση. Αντίθετη βέβαια ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγόντων, με αποτέλεσμα και οι δύο να επιχειρηματολογήσουν επί του θέματος με τις γραπτές αγορεύσεις τις οποίες ετοίμασαν. Η αναγκαιότητα όπως συγκεκριμένος χρόνος τεθεί στο διάταγμα προκύπτει από την ίδια τη Δ.34Θ.5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όπου καθορίζεται ρητά ότι κάθε διάταγμα πρέπει να αναφέρει το χρόνο εντός του οποίου η πράξη θα πρέπει να διενεργηθεί. Σχετική είναι η απόφαση Ε. Μιχαηλίδου v. Αττίπα
(1999)
(1)ΑΑΔ 1620 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η έκδοση διατάγματος άμεσα εκτελεστού δεν σημαίνει πως ικανοποιεί και τη ρητή απαίτηση για προσδιορισμό χρόνου μέσα στον οποίο η πράξη την οποία εντέλλεται πρέπει να τελεστεί. Είναι αυτονόητο ότι αδρανεί η επιταγή για όσο χρόνο το διάταγμα τελεί υπό αναστολή εκτέλεσης. Η απαίτηση για προσδιορισμό χρόνου σύμφωνα με τη Δ.34 θ.5 τίθεται με δοσμένη τη δυνατότητα εκτέλεσης του διατάγματος. Απαιτείται ρητά να προσδιορίζεται ο χρόνος ή ο χρόνος μετά την επίδοση της απόφασης ή του διατάγματος μέσα στον οποίο η πράξη πρέπει να τελεστεί και δεν μπορεί να θεωρείται ότι αυτό ικανοποιείται απλώς επειδή το διάταγμα ή η απόφαση δεν τελούν υπό αναστολή εκτέλεσης». Η αναγκαιότητα αυτή επιβεβαιώθηκε στην Δρόσος πιο πάνω, της οποίας σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα. «Υπό το φως της ανωτέρω νομολογίας και αυτής που θα αναφερθεί κατωτέρω, αλλά και των δεδομένων που καταγράφησαν στην αρχή του σκεπτικού, κρίνεται ότι η πρωτόδικη απόφαση είναι εμφανέστατα λανθασμένη τόσο από νομικής άποψης, όσο και από πλευράς κρίσης επί των γεγονότων της. Οι λέξεις που καταγράφηκαν στο διάταγμα «το αργότερο μέχρι τις 30.07.07» είναι σαφέστατες και η απλή γραμματική ερμηνεία τους, αλλά και η ανάγνωση τους από τον μέσο κοινό άνθρωπο θα έδινε αναμφιβόλως το στίγμα ότι η εφεσίβλητη όφειλε να συμμορφωθεί με τη σχετική υποχρέωση που καταγράφηκε στην παρ. (iii) του εκ συμφώνου διατάγματος, οποτεδήποτε μεταξύ του χρόνου που άρχετο από την επίδοση σ΄ αυτή του διατάγματος, μέχρι και τη λήξη της ημέρας της 30.07.07. Αυτό σε συμφωνία και με την πρόνοια της Δ.34 θ. 5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που καθορίζει ότι κάθε διάταγμα θα αναφέρει το χρόνο «within which the act is to be done». Το ακριβές λεκτικό του διατάγματος εκτίθεται πιο πάνω και δεν προτίθεμαι να το επαναλάβω. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του, δεν προσδιορίζεται σε αυτό χρόνος μέσα στον οποίο ο εναγόμενος όφειλε να άρει την παράνομη επέμβαση. Τίποτε για αυτό δεν αναφέρεται, με αποτέλεσμα να είναι για το λόγο αυτό η τύχη της αίτησης προδιαγεγραμμένη. Εξετάζοντας περαιτέρω τις πρόνοιες του, κρίνεται ότι αυτό είναι και ασαφές και αόριστο γιατί δεν καθορίζεται με τρόπο ακριβή και σαφή ούτε η έκταση του μέρους στο οποίο γίνεται η επέμβαση. Απλά αναφέρεται ότι ο εναγόμενος διατάζεται να παύσει να επεμβαίνει στο νότιο μέρος του κτήματος των εναγόντων χωρίς τίποτε άλλο να προσδιορίζει. Ποιο είναι δηλαδή το νότιο αυτό μέρος και ποια ακριβώς έκταση καταλαμβάνει. Ως αποτέλεσμα και για το λόγο αυτό η αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη. Πρέπει να πω ότι η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγόντων για τις ενέργειες που ο εναγόμενος όφειλε να κάμει για να προσδιορίσει ο ίδιος την ακριβή έκταση της επέμβασης, δεν με βρίσκει σύμφωνη αφού το ίδιο το διάταγμα του Δικαστηρίου πρέπει να είναι σαφές και ξεκάθαρο. Όπως προαναφέρεται, η θετικότητα που απαιτείται στη διαπίστωση των γεγονότων που συνθέτουν διαδικασία καταφρόνησης Δικαστηρίου, είναι ιδία με την διαπίστωση των γεγονότων σε ποινική υπόθεση, δηλαδή πέρα από κάθε λογική αμφιβολία. Στην εξεταζόμενη περίπτωση δεν διαφάνηκε ότι ο εναγόμενος έχει επιδείξει οποιαδήποτε αδιαφορία προς το διάταγμα. Αντίθετα και παρά την ασάφεια του, αποτάθηκε στο κτηματολόγιο για οριοθέτηση του ακινήτου του και πλήρωσε για επίσπευση της διαδικασίας έτσι ώστε να μπορέσει να συμμορφωθεί με αυτό. Δυστυχώς όμως μέχρι σήμερα, η διαδικασία αυτή δεν έχει ολοκληρωθεί. Δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου καμία μαρτυρία που να τείνει να καταδείξει ηθελημένη ενέργεια εκ μέρους του, δηλαδή ενέργεια που να δεικνύει πρόθεση, δηλαδή ένοχη σκέψη, για μη συμμόρφωση προς το διάταγμα. Με βάση λοιπόν τα όλα περιστατικά της υπόθεσης κρίνεται ότι δεν έχει αποδειχθεί ούτε και η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος, δηλαδή η ηθελημένη πρόθεση του εναγομένου για καταστρατήγηση του διατάγματος (βλ. Δρόσος πιο πάνω). Η απουσία και αυτού του στοιχείου αποτελεί επιπρόσθετο λόγο για απόρριψη της αίτησης. Συνακόλουθα η αίτηση ημερομηνίας 10.7.2013 απορρίπτεται με έξοδα εναντίον των εναγόντων/αιτητών και υπέρ του καθ' ου η αίτηση/εναγομένου όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής civil/interim subject: parakoi diatagmatos cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.