ELENA ODZHIMADU ν. CHR. KARAOLIS CONTRACTORS-DECELOPERS LTD, Αρ. Αγωγής: 1887/11, 18/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A249 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Δ. Ι. Κίτσιου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1887/11 Μεταξύ: ELENA ODZHIMADU από τη Ρωσία και τώρα στη Λεμεσό Ενάγουσας και CHR. KARAOLIS CONTRACTORS-DECELOPERS LTD από τη Λεμεσό Εναγόμενους ------------------- Ημερομηνία: 18.09.2015 Για την Ενάγουσα: κ. Στ. Στυλιανού (κα Δ. Νικολάου κατά την απόφαση) Για τους Εναγόμενους: κ. Γ. Χριστοδούλου για Λ. Παπαφιλίππου & Σία (κα Ειρ. Ηλία κατά την απόφαση) ΑΠΟΦΑΣΗ Η αξίωση της Ενάγουσας, εναντίον των Εναγομένων στην παρούσα αγωγή, είναι για το ποσό των €100.800,00 πλέον τόκους και έξοδα. Το εν λόγω ποσό, ως η Ενάγουσα ισχυρίζεται, δόθηκε ως αντάλλαγμα και/ή αντιπαροχή η οποία απέτυχε και/ή απωλέσθηκε και/ή ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και/ή αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή χρήματα ληφθέντα και παρακρατηθέντα. Σύμφωνα με την 'Έκθεση Απαίτησης η Ενάγουσα συμφώνησε τον Ιούλιο του 2008, προφορικά και/ή εν μέρει προφορικά και εν μέρει γραπτώς να αγοράσει από τους Εναγόμενους μία κατοικία, η οποία θα ανεγειρόταν στο κτιριακό συγκρότημα Sunsmile στη Μουτταγιάκα, για το ποσό των Λ.Κ.333.000,00 ήτοι €568.964,
- Μεταξύ των όρων της συμφωνίας ήταν: «(α) Ότι η Ενάγουσα, θα κατέβαλε στους Εναγόμενους έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος πώλησης, το ποσό των €100.000,
- (β) Ότι οι Εναγόμενοι θα διαμεσολαβούσαν και/ή μεριμνούσαν και/ή φρόντιζαν και/ή λάμβαναν όλα τα αναγκαία μέτρα και/ή ενέργειες για να αποταθούν σε εμπορική Τράπεζα, είτε μόνοι ή και από κοινού με την Ενάγουσα, με σκοπό η Ενάγουσα να εξασφαλίσει δάνειο και/ή χρηματοδοτική διευκόλυνση για κάλυψη ή και εξόφληση του υπόλοιπου ποσού του προαναφερόμενου τιμήματος πώλησης. (γ) Ότι η εξασφάλιση από εμπορική Τράπεζα του προαναφερόμενου δανείου και/ή χρηματικής διευκόλυνσης και/ή πίστωσης, ήταν αναγκαία προϋπόθεση και/ή όρος της πιο πάνω συμφωνίας και/ή της παραμονής της σε ισχύ και/ή για τη δεσμευτικότητα της. (δ) Ότι σε περίπτωση μη εξασφάλισης του προαναφερόμενου τραπεζικού δανείου και/ή πίστωσης και/ή χρηματοδότησης ή σε περίπτωση αδυναμίας των Εναγομένων να εξασφαλίσουν αυτό, υποχρεούνταν να επιστρέψουν στην Ενάγουσα, το ποσό ή ποσά που αυτή θα τους κατέβαλλε έναντι του πιο πάνω τιμήματος πώλησης.» Στη συνέχεια παρ΄ ότι οι Εναγόμενοι μαζί με την Ενάγουσα αποτάθηκαν σε εμπορική Τράπεζα για εξασφάλιση δανείου προς εξόφληση του υπολοίπου του τιμήματος της κατοικίας που η Ενάγουσα αγόρασε, δεν έγινε κατορθωτή η εξασφάλιση δανείου. Ως αποτέλεσμα ήταν, σύμφωνα με την Ενάγουσα, η συμφωνία της με τους Εναγόμενους να καταστεί ανίσχυρη, ανενεργός και χωρίς νομική ισχύ, συνεπώς κατέστηκε επιστρεπτέο το ποσό των €100.000,00 που αυτή είχε καταβάλει ως προκαταβολή προς τους Εναγόμενους. Επιπλέον η Ενάγουσα ζητά το ποσό των €800,00 που πλήρωσε για πρόσθετο εξοπλισμό κουζίνας. Οι Εναγόμενοι παρ΄ ότι υποσχέθηκαν στην Ενάγουσα την επιστροφή των πιο πάνω ποσών που τους κατέβαλε, δεν τήρησαν τις υποσχέσεις τους. Στην Υπεράσπιση τους, όπως αυτή τροποποιήθηκε στις 10.10.2014, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η συμφωνία τους με την Ενάγουσα ήταν προφορική και όχι γραπτή. Λένε πως ουδέποτε συμφώνησαν να μεσολαβήσουν με οποιοδήποτε τρόπο για εξασφάλιση δανείου ή άλλη πιστωτική διευκόλυνση για το υπόλοιπο του τιμήματος που θα κατέβαλλε η Ενάγουσα, πολύ δε περισσότερο ότι κάτι τέτοιο ήταν όρος ή προϋπόθεση για την παραμονή της συμφωνίας σε ισχύ. Ούτε και συμφωνήθηκε πως θα επιστρεφόταν το ποσό της προκαταβολής, αν δεν εξασφαλιζόταν δάνειο για το υπόλοιπο του τιμήματος. Επίσης ότι δεν συζητήθηκε καθόλου θέμα επιπτώσεων από τη μη εξασφάλιση δανείου καθ΄ ότι η Ενάγουσα ήταν σίγουρη ότι θα εξασφάλιζε δάνειο. Όταν δε απορρίφθηκε η αίτηση της Ενάγουσας για δάνειο, οι Εναγόμενοι της συνέστησαν να αποταθεί στην Εθνική Τράπεζα με την οποία αυτοί συνεργάζονταν. Όταν η Ενάγουσα δεν μπόρεσε να εξασφαλίσει δάνειο από την Εθνική Τράπεζα τους εισηγήθηκε να βρει άλλο αγοραστή. Τρία χρόνια μετά τη συμφωνία οι Εναγόμενοι με δική τους πρωτοβουλία και με έξοδα ύψους €40.000,00 στα οποία υποβλήθηκαν, υπό μορφή πληρωμής προμήθειας σε διαμεσολαβητή, πώλησαν σε τρίτο πρόσωπο την επίδικη κατοικία. Η πώληση δε στο νέο αγοραστή επέφερε ζημιά στους Εναγόμενους καθ΄ ότι πωλήθηκε σε χαμηλότερη τιμή από αυτή που συμφωνήθηκε με την Ενάγουσα. Υπήρξε επιπλέον ζημιά στους Εναγόμενους από το γεγονός ότι προέβηκαν σε δάνειο για την ανέγερση της κατοικίας, υποβαλλόμενοι σε τόκους. Για τους προαναφερόμενους λόγους οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι δεν οφείλουν στην Ενάγουσα οποιοδήποτε ποσό από αυτό που τους κατέβαλε ως προκαταβολή. Στην Απάντηση της, η Ενάγουσα, ισχυρίζεται ότι δεν αποτάθηκε για δάνειο σε πολλές τράπεζες αλλά μόνο στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ με την οποία οι Εναγόμενοι συνεργάζονταν και εξασφάλιζαν πιστώσεις και/ή δανειοδοτικές διευκολύνσεις για τους αγοραστές κατοικιών - πελάτες τους. Παραδέχεται ότι οι Εναγόμενοι πώλησαν σε τρίτο πρόσωπο την επίδικη κατοικία πλην όμως σε μεγαλύτερη τιμή από αυτή που την αγόρασε. Αρνείται ακόμη ότι υπήρξε, στη νέα πώληση, μεσολαβητής και πως πληρώθηκε σ΄ αυτόν, ή για τέτοιο σκοπό, το ποσό των €40.000,
- Προσαχθείσα μαρτυρία: Κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσαν 3 μάρτυρες για την απόδειξη της Απαίτησης (στο εξής Μ.Ε.) και 2 μάρτυρες για την Υπεράσπιση. Κατατέθηκαν δε 16 Τεκμήρια, θα γίνει αναφορά σ΄ αυτά αν κριθεί αναγκαίο στη συνέχεια. Η Μ.Ε.1 Elena Odzhimadu - Ενάγουσα, κατέθεσε ότι είναι από τη Ρωσία. Τον Ιούλιο του 2008 έκανε προφορική συμφωνία με τους Εναγόμενους μέσω του διευθυντή αυτών Ανδρέα Καραολή για την αγορά μίας κατοικίας με αριθμό Β-27 η οποία θα ανεγειρόταν στο κτιριακό συγκρότημα, γνωστό ως Sunmile, στην Μουτταγιάκα με συμφωνημένο τίμημα Λ.Κ.333.000,00 ή €568.964,
- Συμφωνήθηκαν δε τα ακόλουθα: (α) Ότι η Ενάγουσα, θα κατέβαλε ως προκαταβολή στους Εναγόμενους έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος πώλησης, το ποσό των €100.000,
- (β) Ότι οι Εναγόμενοι θα διαμεσολαβούσαν ή θα μεριμνούσαν για να αποταθούν σε εμπορική Τράπεζα, είτε μόνοι ή και από κοινού με την Ενάγουσα, με σκοπό αυτή να εξασφαλίσει δάνειο για κάλυψη ή και εξόφληση του υπόλοιπου ποσού του τιμήματος πώλησης. (γ) Ότι η εξασφάλιση από εμπορική Τράπεζα του προαναφερόμενου δανείου, ήταν αναγκαία προϋπόθεση ή όρος της συμφωνίας ώστε αυτή να είναι σε ισχύ ή δεσμευτική. (δ) Ότι σε περίπτωση μη εξασφάλισης δανείου οι Εναγόμενοι, υποχρεούνταν να επιστρέψουν στην Ενάγουσα, το ποσό ή ποσά που αυτή θα τους κατέβαλλε έναντι του πιο πάνω τιμήματος πώλησης. Στις 07.07.2008 και στις 05.09.2008, η Ενάγουσα, κατέβαλε στους Εναγόμενους τα ποσά των €82.000,00 και €18.000,00 αντίστοιχα. Ακολούθως η Ενάγουσα μαζί με την Julia Geftar, υπάλληλο των Εναγομένων, αποτάθηκαν στην Εθνική Τράπεζα με σκοπό να εξασφαλιστεί δάνειο και χρηματοδότηση της Ενάγουσας για εξόφληση της επίδικης κατοικίας. Η Εθνική Τράπεζα απόρριψε το αίτημα. Η Ενάγουσα δεν αποτάθηκε σε άλλη τράπεζα για δάνειο. Ανέφερε η Ενάγουσα επίσης ότι, με την προοπτική της απόκτησης της επίδικης κατοικίας κατέβαλε το ποσό των €800,00 για πρόσθετο εξοπλισμό κουζίνας. Μετά που δεν εγκρίθηκε το δάνειο της η Ενάγουσα κάλεσε τους Εναγόμενους να της επιστρέψουν το συνολικό ποσό των €100.800,00 το οποίο είχε καταβάλει αφού η συμφωνία δεν μπορούσε να ολοκληρωθεί ή να είναι πλέον σε ισχύ. Οι Εναγόμενοι μέσω του διευθυντή τους, Ανδρέα Καραολή, της υποσχέθηκαν επανειλημμένα ότι θα της επέστρεφαν το εν λόγω ποσό, ωστόσο αθέτησαν την υπόσχεση τους μέχρι το 2009, γι΄ αυτό δόθηκαν οδηγίες σε δικηγόρο, Φεβρουάριο του 2011, ο οποίος τους απέστειλε σχετική επιστολή, ζητώντας την επιστροφή των χρημάτων που αυτή κατέβαλε στους Εναγόμενους. Ανέφερε ακόμη η Ενάγουσα πως, πέραν από την μη επιστροφή των χρημάτων που οι Εναγόμενοι εισέπραξαν από αυτήν και δεν της επέστρεψαν, πώλησαν την επίδικη κατοικία σε νέο αγοραστή για το ποσό των €650.000,00, ως της είχε αναφέρει η Julia Geftar, και ως εκ τούτου κέρδισαν περί τις €81.000,
- Η Julia Geftar ήταν και παρούσα κατά τις συναντήσεις της Ενάγουσας με το διευθυντή των Εναγομένων όταν ο τελευταίος της υποσχόταν ότι θα της επέστρεφε τα χρήματα που πλήρωσε για την αγορά της κατοικίας. Μ.Ε.2 κατέθεσε η Φανίτα Αγαθαγγέλου. Είναι υπεύθυνη του Κλάδου Αναγκαστικών Πωλήσεων και Εμπραγμάτων Βαρών στο Κτηματολόγιο Λεμεσού. Έχει υπό τη φύλαξη της τα πωλητήρια έγγραφα τα οποία κατατίθενται στο Κτηματολόγιο. Κατέθεσε το Τεκμήριο 9 ως δέσμη εγγράφων σχετικά με την κατοικία Β-27 στο συγκρότημα Karaolis Sunmile Villas. Μ.Ε.3 κατέθεσε η Julia Geftar, κατόπιν κλήτευσης της από την Υπεράσπιση για αντεξέταση σε εξ ακοής μαρτυρία που επικαλέστηκε η Ενάγουσα. Η Μ.Ε.3 ανέφερε πως εργάστηκε στους Εναγόμενους από το 2006 μέχρι το
- Ήταν η υπεύθυνη για την εκτέλεση πωλήσεων. Γνώριζε τους πελάτες με τους οποίους είχε προσωπική επικοινωνία. Η Ενάγουσα ήταν γνωστή της και είχε συμφωνήσει να αγοράσει από τους Εναγόμενους την επίδικη κατοικία. Η συμφωνία όμως δεν ολοκληρώθηκε. Το ακίνητο ωστόσο πωλήθηκε ξανά σε τρίτο αγοραστή, δεν ήταν όμως αυτή εμπλεκόμενη αφού έπαψε να εργάζεται στους Εναγόμενους. Δεν γνώριζε την τιμή πώλησης της επίδικης κατοικίας στο νέο αγοραστή και δεν μπορούσε να πει με σιγουριά εάν ανέφερε στην Ενάγουσα ότι η νέα πώληση ήταν για €650.000,00 ή ότι είχε δοθεί προκαταβολή για την νέα πώληση από το
- Δεν θυμόταν επίσης κατά πόσο η ίδια ανέφερε στο διευθυντή των Εναγομένων ότι έπρεπε να επιστρέψει τα χρήματα που πήρε από τον κόσμο και πως αυτός της ανέφερε ότι δεν θα πάρει κανείς τίποτε. Μ.Υ.1 κατέθεσε ο Ανδρέας Καραολής, διευθυντής των Εναγομένων. Ανέφερε ότι περί τον Ιούλιο του 2008 η Ενάγουσα επισκέφθηκε το γραφείο του και αποφάσισε να αγοράσει την κατοικία Β-27 στο έργο Sunmile. Κατέληξαν σε συμφωνία και το τίμημα πώλησης ήταν Λ.Κ.333.000,00 δηλαδή €568.964,00 και θα προκαταβαλλόταν το ποσό των €100.000,00 ενώ το υπόλοιπο θα καταβαλλόταν μόλις η Ενάγουσα εξασφάλιζε το υπόλοιπο από δάνειο. Καταβλήθηκε το ποσό των €82.000,00 τον Ιούλιο του 2008 και η Ενάγουσα υποσχέθηκε ότι πολύ σύντομα θα συμπλήρωνε το ποσό των €100.000,
- Για την εξόφληση της κατοικίας η Ενάγουσα είχε αναφέρει ότι θα λάμβανε δάνειο από την Alpha Bank με την οποία διατηρούσε στενή συνεργασία. Ήταν μέρος της συμφωνίας ότι το ποσό των €100.000,00 δεν θα ήταν επιστρεπτέο, επειδή επρόκειτο για προφορική συμφωνία αφού υπήρχε ρίσκο, αρκετά ψηλό, διότι το ακίνητο κρατήθηκε για την Ενάγουσα με την πληρωμή της προκαταβολής. Δεν συμφωνήθηκε δηλαδή η επιστροφή των €100.000,00 σε περίπτωση που η Ενάγουσα δεν κατάφερνε να πάρει δάνειο. Αν όμως η συμφωνία ολοκληρωνόταν τότε οι €100.000,00 θα θεωρούνταν μέρος τους τιμήματος. Ουδέποτε λέχθηκε ότι η λήψη δανείου από την Ενάγουσα ήταν αναγκαία προϋπόθεση για την ολοκλήρωση της συμφωνίας. Ακολούθησε αίτηση της Ενάγουσας για παροχή δανείου από την Alpha Bank, πλην όμως το αίτημα της απορρίφθηκε. Όταν οι Εναγόμενοι ενημερώθηκαν για το γεγονός εισηγήθηκαν στην Ενάγουσα να αποταθεί στην Εθνική Τράπεζα για δάνειο αφού ήταν η τράπεζα με την οποία αυτοί συνεργάζονταν και είχαν λάβει τη χρηματοδότηση για το έργο Sunmile. Είναι για αυτό το λόγο που βοηθήθηκε η Ενάγουσα να συμπληρώσει όλα τα απαιτούμενα έγγραφα τα οποία παρέδωσε στην Εθνική Τράπεζα η υπάλληλος των Εναγομένων Julia Geftar. Απορρίφθηκε και αυτή η αίτηση της Ενάγουσας, όμως αυτή διαβεβαίωσε τους Εναγόμενους πως θα εκπλήρωνε τις υποχρεώσεις της. Τους πρότεινε να εξοφλήσει το υπόλοιπο, είτε βρίσκοντας άλλο αγοραστή, είτε μεσολαβώντας, αφού ήταν μεσίτρια να γίνουν άλλες πωλήσεις ακινήτων των Εναγομένων σε πρόσωπα τα οποία η ίδια θα έφερνε σε επαφή μαζί τους παίρνοντας προμήθεια η οποία θα αφαιρείτο από το τίμημα της επίδικης κατοικίας. Ακολούθησε η οικονομική κρίση και η Ενάγουσα δεν μπορούσε να βρει αγοραστές για τα άλλα ακίνητα των Εναγομένων, αντιλαμβανόμενη δε ότι δεν μπορούσε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της παρακάλεσε τους Εναγόμενους να ακυρώσουν τη συμφωνία και να της επιστρέψουν το ποσό των €100.000,
- Αυτό έγινε αρχές του
- Ο ίδιος εξήγησε στην Ενάγουσα ότι η επιστροφή των χρημάτων δεν ήταν εφικτή καθότι οι Εναγόμενοι είχαν υποστεί ζημιά αλλά και επειδή είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους πως το ποσό των €100.000,00 δεν ήταν επιστρεπτέο. Ακολούθησαν και άλλες επισκέψεις στο γραφείο του από την Ενάγουσα μέχρι το πρώτο εξάμηνο του 2009 και κάθε φορά της λέγονταν από αυτόν τα ίδια πράγματα. Όταν οι Εναγόμενοι, αντιλήφθηκαν ότι η Ενάγουσα δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της, προέβηκαν οι ίδιοι στην εξεύρεση νέου αγοραστή οπότε πώλησαν την επίδικη κατοικία. Αυτό έγινε στις 02.10.2010 και το ακίνητο πωλήθηκε στην τιμή των €595.000,
- Για την εξεύρεση του νέου αγοραστή χρειάστηκε διαμεσολαβητής ο οποίος πήρε προμήθεια από τους Εναγόμενους €40.000,
- Το 2011 οι Εναγόμενοι πήραν επιστολή από το δικηγόρο της Ενάγουσας η οποία απαντήθηκε. Τέλος ανέφερε πως οι Εναγόμενοι πέραν από τις €40.000,00 που έδωσαν ως προμήθεια υπέστηκαν και ζημιά ύψους €76.440,00 για χρεωστικούς τόκους που πλήρωσαν στην Τράπεζα τους για την περίοδο 02.07.2008 μέχρι 01.10.
- Μ.Υ.2 κατέθεσε ο Παναγιώτης Παυλίδης, εσωτερικός λογιστής και οικονομικός σύμβουλος των Εναγομένων, στην υπηρεσία των οποίων βρίσκεται από το Σεπτέμβριο του
- Από τα στοιχεία που βρίσκονται στο λογιστήριο των Εναγομένων προκύπτει ότι αυτοί, για την ανέγερση του έργου Sunmile, έλαβαν δανειοδότηση από την Εθνική Τράπεζα πληρώνοντας έτσι χρεωστικούς τόκους. Η επίδικη κατοικία πωλήθηκε στην τιμή των €595.000,00 στις 02.10.
- Πληρώθηκε δε και το ποσό των €40.000,00 ως αμοιβή σε διαμεσολαβητή της πώλησης. Τέλος ανέφερε ότι, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του, οι οφειλόμενοι χρεωστικοί τόκοι, για την περίοδο 02.07.2008 μέχρι 01.10.2010, προς την Εθνική Τράπεζα από τους Εναγόμενους, ανέρχονται στο ποσό των €76.476,
- Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων ανέπτυξαν, μέσα από τις αγορεύσεις τους, τις θέσεις και τα επιχειρήματα τους υποστηρίζοντας τις δύο εκδοχές. Διαφαίνεται πως οι θέσεις παραμένουν εκ διαμέτρου αντίθετες. Η πλευρά της Ενάγουσας θεωρεί πως η συμφωνία για επιστροφή του ποσού των €100.000,00 αποδείχθηκε ξεκάθαρα ενώπιον του Δικαστηρίου, εν πάση όμως περιπτώσει αν δεν γίνει δεκτή η θέση αυτή, είναι αποδεδειγμένο ενώπιον του Δικαστηρίου πως η επίδικη συμφωνία δεν ολοκληρώθηκε, συνεπώς δεν δόθηκε οποιοδήποτε αντάλλαγμα στην Ενάγουσα ως εκ τούτου τα ποσά που αυτή πλήρωσε θα πρέπει να της επιστραφούν. Οι Εναγόμενοι ούτως ή άλλως δεν απέδειξαν ότι υπέστηκαν οποιαδήποτε ζημιά, αντίθετα ωφελήθηκαν από την νέα πώληση. Από την πλευρά της Υπεράσπισης, κύριος άξονας της εκδοχής της είναι πως η Ενάγουσα αθέτησε τις συμβατικές της υποχρεώσεις παρότι της δόθηκε αρκετό χρονικό διάστημα και δεν υπήρχε άλλη επιλογή από το να πωληθεί η κατοικία σε νέο αγοραστή, γεγονός που επέφερε ζημιά στους Εναγόμενους ύψους €40.000,00 λόγω της πληρωμής προμήθειας σε διαμεσολαβητή αλλά και ζημιά ύψους €76.476,00 ως οφειλή για χρεωστικούς τόκους αφού η Ενάγουσα δεν εξόφλησε το τίμημα της επίδικης κατοικίας. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευχέρεια και παρακολούθησε με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων της υπόθεσης, ακολουθεί η αξιολόγηση τους. Η Μ.Ε.2 είναι Λειτουργός του Κτηματολογίου. Η τυπική μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή, περιορίστηκε στην κατάθεση εγγράφων που βρίσκονταν καθηκόντως στην κατοχή της. Σημειώνεται ότι δεν υποβλήθηκε σε αντεξέταση. Μ.Ε.3 ήταν η Julia Geftar η οποία κλήθηκε για να αντεξεταστεί για μαρτυρία που επικαλέστηκε η Ενάγουσα ότι προέρχεται από αυτήν αλλά και ότι ειπώθηκε στην παρουσία της. Η εντύπωση που αποκόμισε το Δικαστήριο ήταν πως έστω και αν σήμερα δεν εργοδοτείται από τους Εναγόμενους, ήταν επιλογή της να μην υπεισέλθει ή να αναμειχθεί στη διαφορά των διαδίκων και προσπάθησε να δώσει απαντήσεις του τύπου «δεν θυμάμαι», «δεν νομίζω» ή να καταθέσει πως η κατοικία στον τρίτο αγοραστή πωλήθηκε όταν αυτή είχε φύγει το 2012 από την υπηρεσία των Εναγομένων ενώ είναι ξεκάθαρο και κοινώς αποδεκτό ότι η επίδικη κατοικία πωλήθηκε σε τρίτο πρόσωπο στις 02.10.
- Συνεπώς σύμφωνα με τη μαρτυρία της ίδιας της Μ.Ε.3, αυτή βρισκόταν ακόμη στην υπηρεσία των Εναγομένων. Είναι εύλογο επίσης πως σε καμία περίπτωση δεν αναμενόταν, αφού δεν υπήρχε ιδιαίτερος λόγος, να φανεί ότι αυτή είναι που ενημέρωσε την Ενάγουσα ότι η επίδικη κατοικία πωλήθηκε σε μεγαλύτερο ποσό από αυτό που την αγόρασε η Ενάγουσα γι΄ αυτό και δεν δέχθηκε κάτι τέτοιο στη μαρτυρία της. Ενόψει των προαναφερόμενων το Δικαστήριο κρίνει πως θα ήταν ακροσφαλές να στηριχθεί στη μαρτυρία της και ως εκ τούτου δεν την αποδέχεται. Ο Μ.Υ.2 κρίνεται αξιόπιστος καθότι η μαρτυρία του προερχόταν από στοιχεία, ευρισκόμενα καθηκόντως στην κατοχή του. Προσωπική γνώση για οτιδήποτε διαμείφθηκε μεταξύ των διαδίκων για την επίδικη διαφορά δεν είχε. Δεν είχε επίσης προσωπική γνώση, για το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 12(α) και 12(β) τα οποία κατέθεσε, αφού η εργοδότηση του στους Εναγόμενους άρχισε το Σεπτέμβριο του
- Συνεπώς η μαρτυρία του στο βαθμό που προκύπτει από προσωπική γνώση γίνεται αποδεκτή, όχι όμως οποιαδήποτε εξ ακοής μαρτυρία του για τους λόγους που θα εξηγηθούν στη συνέχεια σχετικά με τα Τεκμήρια 12(α) και 12(β). Η Ενάγουσα (Μ.Ε.1) άφησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία της υπήρξε καθαρή ως προς την εκδοχή της και παρέμεινε συνεπής παρά την μακρά αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε. Επισημαίνεται πως αναφορικά με τα ουσιαστικά γεγονότα που αφορούν στην υπόθεση τα περισσότερα είναι αποδεκτά από την πλευρά της Υπεράσπισης, ειδικότερα από τη μαρτυρία του Μ.Υ.1, αφού είναι αποδεκτό, ή αποτελεί κοινή μαρτυρία, ότι συνάφθηκε περί τον Ιούλιο του 2008 η επίδικη συμφωνία για την πώληση από τους Εναγόμενους προς την Ενάγουσα μίας κατοικίας ύψους €568.964,
- Είναι επίσης αποδεκτό ότι η Ενάγουσα κατέβαλε στους Εναγόμενους το συνολικό ποσό των €100.000,00 έναντι του τιμήματος της πώλησης πλέον €800,00 για βελτιωμένο εξοπλισμό κουζίνας. Είναι επιπλέον αποδεκτό ότι το υπόλοιπο του τιμήματος θα καταβαλλόταν από δάνειο που η Ενάγουσα θα εξασφάλιζε από Τράπεζα. Εκείνο στο οποίο διαφωνούν οι διάδικοι είναι, το κατά πόσο η έγκριση του δανείου από τράπεζα προς την Ενάγουσα θα ήταν προϋπόθεση για την ολοκλήρωση και συνέχιση της επίδικης συμφωνίας σε ισχύ και κατά πόσο το ποσό που η Ενάγουσα είχε καταβάλει στους Εναγόμενους θα ήταν ή όχι επιστρεπτέο αν δεν εξασφάλιζε δάνειο. Το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη την σταθερή θέση της Ενάγουσας αλλά και όλη τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του, κρίνει ότι η θέση της Ενάγουσας προβάλλει ως πιο λογική και πειστική και ως εκ τούτου αποδεκτή. Φαίνεται ότι ήταν ως όρος η έγκριση του δανείου για τη συνέχιση της συμφωνίας. Άλλοι όροι ως προς την αποπληρωμή του τιμήματος ή συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα δεν υπήρχε. Άλλωστε οι Εναγόμενοι δεν προβάλλουν κάτι τέτοιο στο δικόγραφο τους αλλά ούτε και μέσω της μαρτυρίας που παρουσίασαν. Από την άλλη ο Μ.Υ.1 δεν έπεισε το Δικαστήριο για την εκδοχή που προώθησε, υπερασπίζοντας τους Εναγόμενους, ως διευθυντής τους. Σε συνέχεια με τα προαναφερόμενα, σχετικά με την αξιολόγηση της Μ.Ε.1, προστίθεται πως ο ίδιος ο Μ.Υ.1 ανέφερε στην αντεξέταση του πως συμφωνήθηκε χρόνος αποπληρωμής σταδιακά, ως χαρακτηριστικά ανέφερε, γενικά και αόριστα χωρίς να δώσει συγκεκριμένα χρονικά όρια ή προθεσμίες. Θα ήταν αναμενόμενο να δοθούν τέτοια στοιχεία, αλλά κυρίως να υπάρχουν και δικογραφημένα που προφανώς αν δεν τηρούνταν θα συνδέονταν με παράβαση της συμφωνίας από την Ενάγουσα. Προώθησε ακόμα ο Μ.Υ.1 τη θέση πως η Ενάγουσα, όταν δεν μπορούσε να εξασφαλίσει δάνειο, πρότεινε να βρει άλλο αγοραστή και να εξοφλήσει το υπόλοιπο, είτε να μεσολαβούσε αυτή ως μεσίτρια που ήταν, για πωλήσεις άλλων ακινήτων και η προμήθεια της να αφαιρούνταν από το υπόλοιπο του τιμήματος. Οι θέσεις αυτές κρίνονται ως εκ των υστέρων σκέψεις αφού κάτι τέτοιο δεν προβάλλεται στην Υπεράσπιση. Σχετίζεται δε αυτή η μαρτυρία με την προσπάθεια να δικαιολογηθεί η επιλογή των Εναγομένων να πωλήσουν την επίδικη κατοικία χωρίς καν να καταγγείλουν τη συμφωνία τους με την Ενάγουσα. Προφανώς δεν το έπραξαν γιατί δεν είχε συμφωνηθεί χρονοδιάγραμμα στην εξόφληση είτε οποιοιδήποτε άλλοι όροι αποπληρωμής, παρά αυτό που η Ενάγουσα μαρτύρησε ότι συμφωνήθηκε, δηλαδή ότι η εξόφληση θα προερχόταν όταν αυτή θα εξασφάλιζε δάνειο και αν δεν γινόταν αυτό τότε θα της επέστρεφαν τα χρήματα που τους κατέβαλε. Κοντολογίς φαίνεται ενώπιον του Δικαστηρίου πως η εκδοχή των Εναγομένων από μόνη της, όπως τέθηκε, παρουσιάζει αδυναμίες. Δεν πρόκειται για καθαρή εκδοχή ως προς τους όρους της συμφωνίας. Τα ίδια σχόλια ισχύουν και για τη θέση του Μ.Υ.1 ότι δεν συμφωνήθηκε να επιστραφούν οι €100.000,00 αν η Ενάγουσα δεν εξασφάλιζε δάνειο. Δεν εξήγησε ο Μ.Υ.1 σε ποια λογική θα ήταν δικαιολογημένο να γίνει αυτό. Πέραν τούτου υπενθυμίζεται ότι η δικογραφημένη θέση των Εναγομένων είναι, πως δεν συμφωνήθηκε να επιστραφεί το ποσό που δόθηκε, έναντι του τιμήματος. Δεν ισχυρίζονται όμως ότι συμφωνήθηκε να μην επιστραφεί. Προκειμένου ο Μ.Υ.1 να ενισχύσει τη θέση των Εναγομένων ότι συμφωνήθηκε πως δεν θα ήταν σε οποιαδήποτε περίπτωση επιστρεπτέο το ποσό των €100.000,00 ανέφερε πως αυτό έγινε επειδή επρόκειτο για προφορική συμφωνία το ρίσκο της οποίας ήταν αρκετά υψηλό και με την προκαταβολή του ποσού το ακίνητο κρατήθηκε προς όφελος της Ενάγουσας. Ωστόσο κατά το Δικαστήριο η μαρτυρία του αυτή δεν συνηγορεί κατά ανάγκη στη θέση που αυτός εξέφρασε. Αντίθετα θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι επειδή ήταν προφορική η συμφωνία είναι η Ενάγουσα που είχε πάρει μεγάλο ρίσκο αφού δεν θα μπορούσε να καταθέσει έγγραφο στο Κτηματολόγιο και να είναι εξασφαλισμένη. Συνεπώς το επιχείρημα του Μ.Υ.1 δεν έχει την δυναμική που αυτός προέβαλε. Ούτως ή άλλως όμως η μαρτυρία αυτή αλλά και η θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι το ποσό δόθηκε ως εγγύηση είναι εκτός του δικογράφου της Υπεράσπισης. Προέβαλε ακόμα τη μαρτυρία ο Μ.Υ.1 πως όταν η Ενάγουσα τους ζήτησε να της επιστρέψουν το ποσό των €100.000,00 αυτός της εξήγησε ότι η επιστροφή δεν ήταν εφικτή (α) επειδή οι Εναγόμενοι είχαν υποστεί ζημιά και (β) για το λόγο ότι συμφωνήθηκε πως το ποσό των €100.000,00 δεν ήταν επιστρεπτέο. Για τον (β) λόγο έχει αναφερθεί το Δικαστήριο προγενέστερα. Δεν γίνεται όμως κατανοητό γιατί, εφόσον συμφωνήθηκε κάτι τέτοιο, να υπήρξε συζήτηση για ύπαρξη ζημιάς ή όχι εκ μέρους των Εναγομένων αφού το θέμα αυτό δεν αποτελούσε όρο ή προϋπόθεση στην επίδικη συμφωνία τους για την επιστροφή των €100.000,
- Πρόσθετα δεν υπάρχουν στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου πως το 2009, δηλαδή πριν πωληθεί σε τρίτο πρόσωπο η επίδικη κατοικία, υπήρχε ζημιά στους Εναγόμενους προερχόμενη από τη συμφωνία των διαδίκων. Πολύ δε περισσότερο, δεν υπήρχε τέτοια ζημιά όταν το 2010 η επίδικη κατοικία πωλήθηκε σε μεγαλύτερη τιμή από αυτή που συμφωνήθηκε με την Ενάγουσα. Παρεμβάλλει εδώ να αναφερθεί πως ενόψει του ότι δεν κατέθεσε το πρόσωπο που συνέταξε το Τεκμήριο 12(α) δεν μπορεί να δοθεί βαρύτητα στο περιεχόμενο του. Επισημαίνεται ότι το Τεκμήριο 12(α) δεν φέρει υπογραφή από το πρόσωπο που φαίρεται παρέλαβε το ποσό των €40.000,00 ως προμήθεια για την πώληση σε νέο αγοραστή. Υπό αυτές τις περιστάσεις δεν δίδεται οποιαδήποτε βαρύτητα στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 12(α). Κατ΄ επέκταση δεν αποδεικνύεται πως οι Εναγόμενοι υπέστηκαν ζημιά για το ανάλογο ποσό (€40.000,00) εξαιτίας αθέτησης συγκεκριμένης συμβατικής υποχρέωσης από την Ενάγουσα (υπενθυμίζεται ότι ακόμη και στη δικογραφημένη εκδοχή των Εναγομένων δεν υπήρχαν χρονοδιαγράμματα ως προς την αποπληρωμή και εξόφληση για το υπόλοιπο του τιμήματος τα οποία να παραβίασε η Ενάγουσα). Κατ΄ επέκταση των πιο πάνω το Δικαστήριο δεν αποδέχεται τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 στα ουσιαστικά σημεία που συγκρούονται με τη μαρτυρία της Ενάγουσας. Ευρήματα: Λαμβάνοντας υπόψη την αδιαμφισβήτητη και αποδεκτή μαρτυρία διαπιστώνεται ότι τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα που διέπουν την παρούσα διαφορά έχουν ως θα εκτεθούν στη συνέχεια. Περί τον Ιούλιο του 2008 η Ενάγουσα συμφώνησε προφορικά να αγοράσει από τους Εναγόμενους μία κατοικία, με αριθμό Β-27, η οποία θα ανεγειρόταν στο έργο Sunmile Karaolis (βλ. Τεκμήριο 8). Το τίμημα της κατοικίας συμφωνήθηκε σε Λ.Κ.333.000,00 - €568.964,
- Συμφωνήθηκε ακόμη όπως η Ενάγουσα καταβάλει, ως προκαταβολή, έναντι του τιμήματος το ποσό των €100.000,00 και το υπόλοιπο να εξασφαλιστεί με δάνειο από αυτήν από Τράπεζα. Συμφωνήθηκε περαιτέρω πως αν η Ενάγουσα δεν εξασφάλιζε δάνειο τότε η συμφωνία δεν θα προχωρούσε και το ποσό της προκαταβολής θα της επιστρεφόταν. Η Ενάγουσα κατέβαλε στους Εναγόμενους τον Ιούλιο του 2008 το ποσό των €82.000,00 (βλ. Τεκμήριο 2) και στις 05.09.2008 το ποσό των €18.000,00 (βλ. Τεκμήριο 3). Κατέβαλε επίσης το ποσό των €800,00 για πρόσθετο εξοπλισμό κουζίνας (βλ. Τεκμήρια 5 και 6). Μετά την πληρωμή του ποσού των €100.000,00 η Ενάγουσα αποτάθηκε στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, με τη βοήθεια της Julia Geftar, υπαλλήλου τότε των Εναγομένων, για εξασφάλιση δανείου προς το σκοπό εξόφλησης του υπολοίπου του τιμήματος για την αγορά της επίδικης κατοικίας. Η αίτηση της Ενάγουσας απορρίφθηκε από την Τράπεζα. Ακολούθως η Ενάγουσα ενημέρωσε τους Εναγόμενους σχετικά με την αδυναμία εξασφάλισης δανείου και τους ζήτησε να της επιστρέψουν το ποσό των €100.000,00 που κατέβαλε, ως προκαταβολή έναντι του τιμήματος της επίδικης κατοικίας, πλέον το ποσό των €800,00 για τον πρόσθετο εξοπλισμό κουζίνας. Οι Εναγόμενοι μέσω του διευθυντή τους, Ανδρέα Καραολή (Μ.Υ.1), αρχικά υποσχέθηκαν την επιστροφή του ποσού των €100.000,00, προέβαλαν όμως αδυναμία λόγω της οικονομικής κρίσης που ήδη είχε αρχίσει να επηρεάζει την οικονομία στην Κύπρο. Ακολούθησαν και άλλες συναντήσεις μεταξύ Ενάγουσας και του διευθυντή των Εναγομένων (Μ.Υ.1) μέχρι το τέλος του
- Το 2010 οι Εναγόμενοι χωρίς να ειδοποιήσουν την Ενάγουσα, και χωρίς να καταγγείλουν την συμφωνία που σύναψαν μαζί της, προχώρησαν στην εκ νέου πώληση της επίδικης κατοικίας σε τρίτο πρόσωπο για το ποσό των €595.000,00 (βλ. Τεκμήριο 9). Το Φεβρουάριο του 2011 η Ενάγουσα ζήτησε γραπτώς από τους Εναγόμενους την επιστροφή του ποσού των €100.800,00, μέσω επιστολής του δικηγόρου της. Η επιστολή του δικηγόρου της Ενάγουσας απαντήθηκε από τους Εναγόμενους οι οποίοι απέρριψαν τη θέση της, και την απαίτηση της, προβάλλοντας τη θέση ότι είναι η Ενάγουσα που αθέτησε τις υποσχέσεις της και δεν εξόφλησε το τίμημα της επίδικης κατοικίας, προβάλλοντας ισχυρισμούς ότι υπήρχαν ήδη ζημιές, εξαιτίας της συμπεριφοράς της, που ξεπερνούσαν τις €130.000,
- Το περιεχόμενο της επιστολής των Εναγόμενων απορρίφθηκε με απαντητική επιστολή του δικηγόρου της Ενάγουσας (βλ. Τεκμήριο 7 οι προαναφερόμενες τρεις επιστολές). Νομική Πτυχή: Η παρούσα υπόθεση είναι πολιτική, η απόσειση του βάρους απόδειξης θα κριθεί με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Το βάρος απόδειξης βρίσκεται στην Ενάγουσα, να αποδείξει τους ισχυρισμούς της οι οποίοι περιλαμβάνονται στην έκθεση απαίτησης. Η απόσειση του βάρους απόδειξης θα αποτιμηθεί υπό το φως της παραδεκτής μαρτυρίας και όχι το παραδεκτό της μαρτυρίας, υπό το πρίσμα πάντοτε του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου διευκρινίζεται, και τονίζεται, πως η απόσειση του βάρους απόδειξης συναρτάται αποκλειστικά με τη μαρτυρία η οποία κρίνεται αξιόπιστη. Είναι νομολογημένο, πως κατ' εφαρμογή του Κεφ. 149, η παράβαση συμφωνίας παρέχει την επιλογή, στο ανυπαίτιο συμβαλλόμενο μέρος, είτε να εμμείνει στην εκτέλεση της συμφωνίας, ζητώντας, μεταξύ άλλων, την ειδική εκτέλεση αυτής, διεκδικώντας αποζημιώσεις εξ αιτίας της παράβασης, είτε να καταγγείλει τη σύμβαση και να διεκδικήσει αποζημιώσεις ή άλλες θεραπείες εξ αιτίας της παράβασης. Τα άρθρα 31 και 32 του Κεφ. 149 προβλέπουν τα ακόλουθα: «
- "Σύμβαση υπό αίρεση" είναι σύμβαση για πράξη ή αποχή από πράξη, αν γεγονός συνακόλουθο της σύμβασης επέλθει ή δεν επέλθει.
- Σύμβαση για πράξη ή αποχή από πράξη υπό την αίρεση της επέλευσης μελλοντικού και αβέβαιου γεγονότος δεν είναι νομικά εκτελεστή μέχρι την επέλευση του γεγονότος.» Συμπεράσματα: Λαμβανομένων υπόψη των ευρημάτων κρίνεται ότι εφόσον η εξασφάλιση δανείου από την Εθνική Τράπεζα ήταν όρος για την ολοκλήρωση της συμφωνίας αυτή διεπόταν υπό αίρεση η οποία δεν επήλθε και ως εκ τούτου η συμφωνία δεν ήταν εκτελεστή όταν η Ενάγουσα ενημέρωσε τους Εναγόμενους ότι δεν μπορούσε να εξασφαλίσει δάνειο για εξόφληση του υπόλοιπου τιμήματος (βλ. άρθρα 31 και 32 του Κεφ. 149). Η καταβολή του υπολοίπου του τιμήματος υπόκειτο σε εκ των υστέρων προϋπόθεση (condition subsequent), δηλαδή της εξασφάλισης δανείου για το σκοπό της εξόφλησης του τιμήματος της επίδικης κατοικίας από την Ενάγουσα, προϋπόθεση η οποία δεν πληρώθηκε, ως εκ τούτου, η επίδικη συμφωνία κατέστηκε ανίσχυρη. (Βλ. Άριστος Κανναουρίδης ν. Οικοδομικής Εταιρείας Τακτικών Κυβερνητικών Εργατών Κύπρου «Η ΜΕΡΙΜΝΑ» ΛΤΔ
(2002)(1Β) Α.Α.Δ. 1390). Προφανώς οι Εναγόμενοι αντιλαμβανόμενοι την αδυναμία της Ενάγουσας να εξασφαλίσει δάνειο, και στη βάση του ότι όντως ήταν συμφωνημένος όρος και προϋπόθεση της ολοκλήρωσης της συμφωνίας η εξασφάλιση δανείου, είναι για αυτό που προχώρησαν στην εκ νέου πώληση της επίδικης κατοικίας σε τρίτο πρόσωπο. Όφειλαν ωστόσο ταυτόχρονα να επιστρέψουν τα χρήματα που έλαβαν από την Ενάγουσα. Διαζευκτικά έστω και αν ήθελε κριθεί ότι δεν είχαν συμφωνηθεί τα πιο πάνω, σε κάθε περίπτωση οι Εναγόμενοι είχαν υποχρέωση πριν πωλήσουν, εκ νέου σε άλλο πρόσωπο, την επίδικη κατοικία να τερματίσουν ή να καταγγείλουν τη συμφωνία τους με την Ενάγουσα και σε περίπτωση που θα είχαν υποστεί οποιαδήποτε ζημιά, εξαιτίας αντισυμβατικής συμπεριφοράς της Ενάγουσας, να την αφαιρέσουν από τα χρήματα που εισέπραξαν. Επισημαίνεται πως ακόμα και στη μαρτυρία τους οι Εναγόμενοι δεν παρουσίασαν χρονοδιάγραμμα ως συμφωνηθέν για την εξόφληση του υπολοίπου του τιμήματος. Όφειλαν δε πρόσθετα ως εκ τούτου να είχαν θέσει κάποια προθεσμία ευλόγου χρόνου στην Ενάγουσα για εξόφληση και τότε να καταγγείλουν τη συμφωνία που συνάψαν μαζί της. Δεν έπραξαν οτιδήποτε από τα προλεγόμενα. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγομένων επικαλέστηκε στην αγόρευση του την υπόθεση Μ. Αγαπίου κ.α. ν. Ε. Λεωνίδου
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 50. Με κάθε σεβασμό κρίνεται, πως η εν λόγω απόφαση δεν βοηθά τους Εναγόμενους, αντίθετα βοηθά την Ενάγουσα. Αξιοσημείωτο είναι πως στην εν λόγω απόφαση υπήρχε τερματισμός της συμφωνίας ο οποίος οφειλόταν σε υπαναχώρηση της Εφεσίβλητης αγοράστριας ακινήτου και όμως το ποσό της προκαταβολής που έδωσε της επιστράφηκε ενόψει του ότι το ακίνητο είχε παραμείνει στην κατοχή των Εφεσειόντων - πωλητών. Στην παρούσα υπόθεση υπενθυμίζεται ότι δεν δόθηκε ποτέ κατοχή της επίδικης κατοικίας στην Ενάγουσα (προφανώς δεν είχε ολοκληρωθεί) συνεπώς αυτή δεν ωφελήθηκε οτιδήποτε στη ζημιά των Εναγομένων, οι οποίοι την πώλησαν σε μεγαλύτερη τιμή. Όσον αφορά στις ισχυρισθείσες ζημιές των Εναγομένων αφενός για το ποσό των €40.000,00 δεν ικανοποίησαν το Δικαστήριο ως προς την πληρωμή του για τους λόγους που έχουν ήδη εξηγηθεί. Αφετέρου ως προς το ποσό των €76.476,00 ούτε αυτό δικαιολογείται ως ζημιά εξαιτίας αντισυμβατικής συμπεριφοράς της Ενάγουσας, αφού, η χρονική περίοδος η οποία υπολογίστηκε από τους Εναγόμενους δεν συνάδει με οποιαδήποτε συμφωνημένη προθεσμία για πληρωμή ή εξόφληση του υπολοίπου του τιμήματος από την Ενάγουσα αλλά ούτε και τέθηκε κάτι τέτοιο στην πορεία. Όφειλαν δε οι Εναγόμενοι να εγείρουν Ανταπαίτηση για τα εν λόγω ποσά. Συνακόλουθα με όλα τα πιο πάνω κρίνεται πως είναι ορθό και δίκαιο, εφόσον η Ενάγουσα συμφώνησε στην επιστροφή του ποσού των €100.000,00 που κατέβαλε στους Εναγόμενους, αλλά και διαζευκτικά εφόσον οι Εναγόμενοι δεν υπέστηκαν οποιαδήποτε ζημιά, και τούτο μόνο αν ήθελε κριθεί ότι η Ενάγουσα αθέτησε υποχρέωση της για εξόφληση του τιμήματος, είναι δίκαιο να επιστρέψουν στην Ενάγουσα το προαναφερόμενο ποσό. Δεν θα πρέπει δε οι Εναγόμενοι να αισθάνονται αδικημένοι αφού, σύμφωνα με τα ευρήματα, έχουν πωλήσει την επίδικη κατοικία σε νέο αγοραστή από το 2010 σε τιμή κατά €26.000,00 περίπου περισσότερα από ότι είχαν συμφωνήσει με την Ενάγουσα. Όσον αφορά στο ποσό των €800,00 για επιπρόσθετο εξοπλισμό κουζίνας, κρίνεται ότι αυτό ήταν καθαρά επιλογή της Ενάγουσας η οποία δεν μαρτύρησε ότι συμφωνήθηκε η επιστροφή αυτού του ποσού στην περίπτωση που δεν θα εξασφάλιζε το δάνειο. Ούτε και είναι βέβαιο ότι είναι στους Εναγόμενους που κατέβαλε το εν λόγω ποσό και όχι σε προμηθευτή (βλ. τεκμήρια 5 και 6). Επομένως δεν είναι δίκαιο να διαταχθούν οι Εναγόμενοι να το επιστρέψουν. Συνακόλουθα με όλα τα πιο πάνω εκδίδεται απόφαση προς όφελος της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων για το ποσό των €100.000,00 πλέον νόμιμο τόκο, πλέον τα δικηγορικά έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................. Δ. Ι. Κίτσιος, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΜΙ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο