← Κύπρος

KLAUS WOLF ν. TORSTEN DECHERT κ.α., Αγωγή αρ.: 4267/09, 16/9/2015

KLAUS WOLF ν. TORSTEN DECHERT κ.α., Αγωγή αρ.: 4267/09, 16/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A244 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 4267/09 Μεταξύ: KLAUS WOLF, εκ Γερμανίας Ενάγοντα Και

  1. TORSTEN DECHERT, εκ Γερμανίας
  2. AXIAFIRST MANAGEMENT LIMITED, εκ Λευκωσίας
  3. AXIAFIRST CORPORATE SERVICES LIMITED, εκ Λευκωσίας
  4. ANTASH (OVERSEAS) LIMITED, εκ Λευκωσίας
  5. ANTASH (SERVICES) LIMITED, εκ Λευκωσίας
  6. CONSUS LIMITED, εκ Πύργου Λεμεσού Εναγόμενων -------------------------------------------------- 16/9/2015 Για του Ενάγοντα: κ. Ν. Πιριλίδης (Για ν' ακούσει απόφαση ο κ. Παρταουρίδης) Για τις Εναγόμενες 4 και 5: κ. Μ. Ηλιάδης (Για ν' ακούσει απόφαση η κα Λουκαρή.) Α Π Ο Φ Α Σ Η Σύμφωνα με το κοινά παραδεκτό υπόβαθρο γεγονότων, η Εναγόμενη 6 εταιρεία ήταν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, δεόντως συσταθείσα κατά την 24/4/2001, διατηρούσα το εγγεγραμμένο γραφείο της στο χωριό Πύργο, της Λεμεσού. Το εκδοθέν κεφάλαιο της Εναγόμενης 6 ήταν 1.000 συνήθεις μετοχές εκ ΛΚ.1 εκάστη, το οποίο μεταγενέστερα, λόγω της εισαγωγής του Ευρώ, μετατράπηκε σε 1.000 συνήθεις μετοχές εκ €1,71, οι οποίες ήταν κατανεμημένες μεταξύ των Εναγόμενων 4 και 5 εταιρειών, οι οποίες κατείχαν 500 μετοχές εκάστη. Ο Ενάγοντας, στην Έκθεση Απαιτήσεως του, διατείνεται ότι κατά ή περί τον Ιούνιο του 2002, προχώρησε στην αγορά της Εναγόμενης 6 εταιρείας, από κάποιο λογιστικό γραφείο, το οποίο του συνεστήθη από πρόσωπο το οποίο συνεργαζόταν με το εν λόγω γραφείο. Κατά την αγορά της Εναγόμενης 6 εταιρείας, ετοιμάστηκαν δύο έγγραφα καταπιστεύματος (trust deeds), προς όφελος του, δυνάμει των οποίων οι Εναγόμενες 4 και 5 εταιρείες κρατούσαν τις εν λόγω μετοχές της Εναγόμενης 6 εταιρείας, προς όφελος και διά λογαριασμό του, υπό την ιδιότητα των καταπιστευματοδόχων. Κατά ή περί την 30/11/2007, ο Ενάγοντας έδωσε οδηγίες προς τους ως άνω καταπιστευματοδόχους του όπως μεταβιβάσουν τις 500 από τις 1000 μετοχές της Εναγόμενης 6 εταιρείας, προς όφελος και διά λογαριασμό του Εναγόμενου 1, προς τούτο δε ετοιμάστηκε νέο έγγραφο καταπιστεύματος. Κατά ή περί την 19/8/2009 ο Ενάγων πληροφορήθηκε, μέσω του προσώπου που τον είχε συστήσει στο ως άνω λογιστικό γραφείο, ότι ο Εναγόμενος 1 είχε καταστεί μοναδικός μέτοχος της Εναγόμενης 6 εταιρείας, του αποστάληκαν δε μία επιστολή ημερομηνίας 31/8/2009, η οποία φαίνεται ότι προέρχετο από τον Εναγόμενο 1 και τον Ενάγοντα, ενώ ο ίδιος ο Ενάγοντας δεν είχε καμιά προς τούτο γνώση, ούτε και είχε δώσει τέτοια εξουσιοδότηση ή και έγκριση. Μόλις πληροφορήθηκε τα πιο πάνω, προσπάθησε να επικοινωνήσει τηλεφωνικά με τον Εναγόμενο 1, με σκοπό να ζητήσει εξηγήσεις από αυτόν, όμως τούτο δεν κατέστη δυνατό συνεπεία της άρνησης του Εναγόμενου 1 να απαντήσει στα τηλεφωνήματα του. Περαιτέρω, κατά ή περί την 19/8/2009 απέστειλε σχετική επιστολή προς τον λογιστή, με την οποία τον ενημέρωνε, μεταξύ άλλων, ότι ο ίδιος ουδέποτε εξουσιοδότησε τον Εναγόμενο 1 να τερματίσει την επαγγελματική σχέση τους με το ως άνω λογιστικό γραφείο. Εν συνεχεία των προσπαθειών του Ενάγοντα να επικοινωνήσει με τον λογιστή, διευθετήθηκε τελικά συνάντηση κατά την 17/9/2009, οπόταν συναντήθηκε με τον λογιστή για να συζητήσει όλες τις ενέργειες, στις οποίες προέβηκε το λογιστικό του γραφείο, χωρίς ο ίδιος να ενημερωθεί σχετικά. Κατά την ως άνω αναφερόμενη συνάντηση, πληροφορήθηκε από τον εν λόγω λογιστή ότι κατά ή περί την 31/7/2009 ο Εναγόμενος 1 απέστειλε την επιστολή ημερομηνίας 31/8/2009, η ορθή ημερομηνία της οποίας έπρεπε να είναι 31/7/2009, με την οποία τους πληροφορούσε ότι ο ίδιος και ο Ενάγοντας είχαν αποφασίσει να τερματίσουν την όλη συνεργασία τους με το λογιστικό γραφείο και τις Εναγόμενες 4 και 5 εταιρείες, περαιτέρω δε τους καλούσαν, μεταξύ άλλων, να προχωρήσουν στην μεταβίβαση όλων των μετοχών που οι Εναγόμενες 4 και 5 κατείχαν ως καταπιστευματοδόχοι του Ενάγοντα στην Εναγόμενη 6 εταιρεία. Ενημερώθηκε, επίσης, ότι ο Εναγόμενος 1 απέστειλε προς το λογιστικό γραφείο και τις Εναγόμενες 4 και 5 έγγραφο ημερομηνίας 7/8/2009, με το οποίο τους πληροφορούσε ότι οι υπηρεσίες που παρείχαν στον Ενάγοντα και τον ίδιο τερματίζονταν από 31/7/2009 και καλούσε το λογιστικό γραφείο να τους παραδώσουν όλα τα έγγραφα τα οποία βρίσκονταν στην κατοχή τους και αφορούσαν την Εναγόμενη 6 εταιρεία. Το εν λόγω έγγραφο υπεγράφη, μεταξύ άλλων, από τον Εναγόμενο
  7. Είναι ισχυρισμός του Ενάγοντα, τον οποίο προβάλλει στην Έκθεση Απαίτησης του, ότι κατά την ως άνω αναφερόμενη συνάντηση ο λογιστής παραδέχτηκε ότι αμελώς οι Εναγόμενες 4 και/ή 5 εταιρείες ενήργησαν σύμφωνα με τις οδηγίες του Εναγόμενου 1 και/ή χωρίς να επιβεβαιώσουν τις εν λόγω οδηγίες με οποιονδήποτε τρόπο, με τον Ενάγοντα, περαιτέρω δε ισχυρίζεται ότι η μεταβίβαση των μετοχών του στην Εναγόμενη 6 εταιρεία, οφείλεται στην αποκλειστική αμέλεια και/ή παράβαση των εκ του Νόμου απορρεόντων καθηκόντων των Εναγόμενων 4 και/ή 5 εταιρειών. Παρατίθενται δε στην Έκθεση Απαίτησης του, λεπτομέρειες της αμέλειας και/ή της παραβάσεως των εκ του Νόμου απορρεόντων καθηκόντων των Εναγόμενων 4 και/ή 5 εταιρειών. Συνεπεία δε της ως άνω αμελείας και/ή παραβάσεως των νομίμων καθηκόντων των Εναγόμενων 4 και/ή 5, ισχυρίζεται ότι υπέστη ζημιά, την οποία αξιώνει εις βάρος τους. Προβάλλεται, επίσης, στην Έκθεση Απαίτηση του, ισχυρισμός για παράβαση, εκ μέρους των Εναγόμενων 4 και 5 εταιρειών, της συμφωνίας καταπιστεύματος, στο περιεχόμενο της οποίας θα γίνει αναφορά σε κατοπινό στάδιο της απόφασης μου. Οι Εναγόμενες 4 και 5 εταιρείες, στην Έκθεση Υπεράσπισης τους, προβάλλουν μια γενική άρνηση των ως άνω ισχυρισμών του Εναγόμενου. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι η αγωγή προχώρησε μόνο εναντίον των Εναγόμενων 4 και
  8. Εναντίον των υπόλοιπων Εναγόμενων απεσύρθη από τον Ενάγοντα. Η μαρτυρία: Ο Ενάγοντας ήταν ο μοναδικός μάρτυρας που κατέθεσε για την πλευρά του. Από πλευράς υπεράσπισης κατέθεσε η Κυριακή Μιλτιάδους, υπάλληλος της εταιρείας GLOBAL EYE PROFESSIONAL ADVISORS LTD (Μ.Υ.) Κατατέθηκε, επίσης, εκ συμφώνου, σειρά εγγράφων, χωρίς όμως να δηλωθεί από τους συνηγόρους ότι κατατέθηκαν προς απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου τους. Αναφορά στο περιεχόμενο όσων από τα ως άνω έγγραφα σχετίζονται με τα επίδικα θέματα θα γίνει σε μεταγενέστερα σημεία της απόφασης μου. Ο Ενάγοντας κατέθεσε ότι κατά το έτος 2002 συνέστησε την εταιρεία CONSUS LTD (Εναγόμενη 6), με τη βοήθεια κάποιου Αντώνη Ασσιώτη, τον οποίο γνώρισε μέσω κάποιου συναδέλφου του ονόματι Schnubel. O κ. Ασσιώτης του συστήθηκε ως ένας από τους καλύτερους καταπιστευματοδόχους και σοβαρούς ιδρυτές εταιρειών στην Κύπρο. Η μεταξύ τους συνεννόηση ήταν ότι ο κ. Ασσιώτης θα χειριζόταν όλα τα θέματα της Εναγόμενης 6 εταιρείας. Ο κ. Ασσιώτης του παρέδωσε δύο έγγραφα (Τεκμήρια 7 και 8), με τα οποία αναγνωριζόταν ότι οι μετοχές του στην εταιρεία CONSUS LTD θα κατέχονταν από τις Εναγόμενες 4 και 5, που ανήκουν στον Όμιλο Εταιρειών του κ. Ασσιώτη. Ο πρώην Εναγόμενος 1 ήταν συνάδελφος του, με τον οποίο δούλευαν στη Γερμανία. Είχε δώσει γραπτές οδηγίες στο γραφείο του κ. Ασσιώτη (Τεκμήριο 9) να παραδοθεί το 50% των μετοχών του στην εταιρεία CONSUS LTD στον Εναγόμενο
  9. Περί τις αρχές με μέσα Αυγούστου 2009 πληροφορήθηκε τυχαία από τον κ. Schnubel για την επιστολή που είχε στείλει ο πρώην Εναγόμενος 1 προς τον κ. Ασσιώτη (Τεκμήριο 10), με την οποία έδινε οδηγίες όπως μεταβιβάσουν όλες τις μετοχές της Εναγόμενης 6 σε τρίτα πρόσωπα. Στο Τεκμήριο 10 αναγράφεται και το όνομα του, χωρίς όμως να ζητηθεί η άδεια του. Ο κ. Schnubel του παρέδωσε δύο ακόμη έγγραφα (Τεκμήρια 11 και 12), τα οποία επίσης αγνοούσε. Κατόπιν αυτού, απέστειλε στον κ. Ασσιώτη επιστολή (Τεκμήριο 13), με την οποία τον ενημέρωνε, μεταξύ άλλων, ότι ουδέποτε είχε δώσει οδηγίες στον πρώην Εναγόμενο 1 να τερματίσει την μεταξύ τους επαγγελματική συνεργασία. Όταν απέστειλε την ως άνω επιστολή στον κ. Ασσιώτη, δεν γνώριζε ακόμα ότι οι μετοχές του στην Εναγόμενη 6 εταιρεία είχαν ήδη μεταβιβαστεί σε τρίτα πρόσωπα. Στη συνέχεια απέστειλε στον κ. Ασσιώτη τρεις ακόμη επιστολές (Τεκμήρια 17, 18 και 19), με τις οποίες ζητούσε να καθοριστεί συνάντηση στο γραφείο του κ. Ασσιώτη, στην οποία να παρευρίσκεται και ο πρώην Εναγόμενος 1, για να ξεκαθαρίσει το όλο ζήτημα. Στη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε τελικά στις 17/9/2009 στο γραφείο του κ. Ασσιώτη, παρών ήταν και ο γιος του, ο οποίος του μετάφραζε στα γερμανικά. Ο κ. Ασσιώτης του εξήγησε ότι δεν μπορούσε να του δώσει οποιαδήποτε πληροφορία επειδή δεν του ανήκε πλέον η εταιρεία CONSUS LTD. Ρώτησε τον κ. Ασσιώτη γιατί δεν του ανήκε, αλλά αυτός απέφευγε την ερώτηση. Μετά την ως άνω συνάντηση συναντήθηκε με το δικηγόρο του, στον οποίο έδωσε οδηγίες να στείλει επιστολή στον πρώην Εναγόμενο 1, για να του επιστρέψει τις μετοχές του (Τεκμήριο 20). Δεν υπήρξε ανταπόκριση του πρώην Εναγόμενου 1 στην ως άνω επιστολή. Ο ίδιος ήταν ο αποκλειστικός χρηματοδότης της εταιρείας CONSUS LTD. Ο πρώην Εναγόμενος 1 δεν ήταν σε θέση να την χρηματοδοτήσει. Τα ποσά που εμβάζονταν και πιστώνονταν στο λογαριασμό της Εναγόμενης 6, που διατηρούσε στη Λαϊκή Τράπεζα, ανέρχονται στο ποσό των €95.000 περίπου και εμφαίνονται σε κατάσταση λογαριασμού, την οποία παρουσίασε στο Δικαστήριο (Τεκμήριο 24). Σύμφωνα με την υπό αναφορά κατάσταση, στις 7/8/2009 υπήρχε κατατεθειμένο στον ως άνω λογαριασμό, ποσό €7.168,
  10. Δεν κατάφερε να εισπράξει το ποσό αυτό επειδή σταμάτησε να έχει πρόσβαση στον ως άνω λογαριασμό. Επίσης, είχε γίνει έμβασμα στην Εναγόμενη εταιρεία ποσού €15.000 από κάποιο κ. Weber, φορολογικό σύμβουλο, στον οποίο είχε αναθέσει μεταφορά σε εμπιστευτικό λογαριασμό ποσού €25.000, με δική του εντολή. Ο κ. Weber έκαμε έμβασμα ύψους €15.000 στο λογαριασμό της Εναγόμενης 6 εταιρείας, το οποίο ουδέποτε ανάκτησε. Το ως άνω έμβασμα θα πρέπει να είχε γίνει μετά την αποξένωση των μετοχών του. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι η εταιρεία CONSUS & CO LTD δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με τον εταιρεία CONSUS LTD. Η εταιρεία CONSUS & CO LTD ιδρύθηκε από τον Εναγόμενο 1 εν αγνοία του. Ο λογαριασμός της Ελληνικής Τράπεζας επ' ονόματι της CONSUS LTD, ο οποίος εμφαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 22), ανοίχθηκε από τον πρώην Εναγόμενο
  11. Δεν γνωρίζει αν ο πρώην Εναγόμενος 1 είχε δικαίωμα υπογραφής στο λογαριασμό αυτό. Είχε όμως δικαίωμα υπογραφής στο λογαριασμό που τηρούσε η CONSUS LTD στη Λαϊκή Τράπεζα (Τεκμήριο 24), τον Ιούλιο όμως του 2009 ο πρώην Εναγόμενος 1 είχε κλείσει το λογαριασμό που εμφαίνεται στο Τεκμήριο
  12. Ο λογαριασμός στη Λαϊκή Τράπεζα (Τεκμήριο 24) ανοίχθηκε από τον ίδιο. Από την ημερομηνία μεταβίβασης των μετοχών του στον πρώην Εναγόμενο 1, ο τελευταίος είχε εντολή να δουλεύει την εταιρεία και να του δίνει αναφορά. Στις 20/7/2009 είχε έρθει στην Κύπρο με σκοπό να μιλήσουν με τον πρώην Εναγόμενο 1 επειδή κάποιες αναφορές του δεν ήταν σωστές. Διευκρίνισε ότι, ό,τι θέμα είχε να κάνει με τους καταπιστευματοδόχους, ο Εναγόμενος 1 θα έπρεπε να το συζητά μαζί του. Η Μ.Υ. κατέθεσε ότι εργάζεται στην εταιρεία GLOBAL EYE PROFESSIONAL ADVISORS LTD και μεταξύ των καθηκόντων της είναι η εγγραφή και διαχείριση εταιρειών. Μια εκ των εταιρειών που διαχειριζόταν ήταν και η πρώην Εναγόμενη 6, της οποίας ήταν η διευθύντρια κατά την εγγραφή της. Ο μοναδικός μέτοχος της υπό αναφορά εταιρείας ήταν ο Ενάγοντας. Στις 30/11/2007 ο Ενάγοντας επισκέφθηκε το γραφείο τους με τον πρώην Εναγόμενο 1, τον οποίο τους παρουσίασε ως άτομο εμπιστοσύνης "a man of trust", όπως συγκεκριμένα τους τον παρουσίασε. Ο Ενάγοντας τους είχε δώσει ξεκάθαρες οδηγίες να μεταφέρουν το 50% των μετοχών του στην υπό αναφορά εταιρεία στον πρώην Εναγόμενο
  13. Τους είχε παραδώσει χειρόγραφη επιβεβαίωση, υπογεγραμμένη από τον ίδιο (Τεκμήριο 9). Κατόπιν αυτού, ετοιμάστηκαν τα σχετικά trust deeds (Τεκμήρια 25Α και 25Β),βάσει των οποίων μεταβιβάστηκε το 50% των μετοχών του Ενάγοντα επ' ονόματι του πρώην Εναγόμενου
  14. Ο Ενάγοντας τους ξεκαθάρισε ότι από το στάδιο αυτό και μετέπειτα θα έπαιρναν οδηγίες μόνο από τον πρώην Εναγόμενο 1, ο οποίος ήταν πρόσωπο εμπιστοσύνης του. Από το στάδιο αυτό και μετέπειτα η όλη επικοινωνία είτε τηλεφωνική, είτε με email, θα ήταν μέσω του πρώην Εναγόμενου
  15. Στην πράξη δηλαδή σταματούσε η οποιαδήποτε επικοινωνία με τον Ενάγοντα, βάσει οδηγιών του ιδίου. Στις 6/8/2009, βάσει οδηγιών που πήραν από τον πρώην Εναγόμενο 1 ότι έπαυαν πλέον να παρέχουν οποιεσδήποτε υπηρεσίες, έδωσε επιστολή παραίτησης της από διευθύντρια της Εναγόμενης 6 εταιρείας. Το γραφείο τους δεν προχώρησε να κάμει οποιεσδήποτε αλλαγές μετόχων στα αρχεία του Εφόρου Εταιρειών, ούτε κατέχει οποιαδήποτε πιστοποιητικά με τους νέους μετόχους της Εναγόμενης 6 εταιρείας. Κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι είναι μια εκ των διευθυντών της GLOBAL EYE PROFESSIONAL ADVISORS LTD. Διευκρίνισε ότι όταν παρέλαβε την επιστολή του πρώην Εναγόμενου 1 (Τεκμήριο 10), με την οποία τους ενημέρωνε ότι τερματίζονταν οι υπηρεσίες τους ως administrators της Εναγόμενης 6 εταιρείας, προέβηκε στην ακύρωση τόσο του εγγράφου "trust deed" που αφορούσε τις μετοχές του πρώην Εναγόμενου 1 (Τεκμήριο 25Α), όσο και του εγγράφου που αφορούσε τις μετοχές του Ενάγοντα (Τεκμήριο 25Β). Ο τρόπος με τον οποίο τα ακύρωσε ήταν να τραβήξει δύο γραμμές επ' αυτών σε σχήμα Χ. Διευκρίνισε ότι όταν πήρε τις γραπτές οδηγίες από τον πρώην Εναγόμενο 1 για τερματισμό των υπηρεσιών τους, δεν θεώρησε αναγκαίο να ζητήσει οδηγίες και από τον ίδιο τον Ενάγοντα, ούτε αμφισβήτησε τις ως άνω οδηγίες του πρώην Εναγόμενου 1 επειδή ο Ενάγοντας είχε δείξει μεγάλη εμπιστοσύνη προς το πρόσωπο του, μάλιστα δε τον είχε διορίσει συνυπογραφέα του τραπεζικού λογαριασμού της Εναγόμενης 6 εταιρείας και ως αντιπρόσωπο του για να ενεργεί εκ μέρους της ως άνω εταιρείας. Επιπλέον, κατά τη συνάντηση της 30/11/2007 τόσο ο Ενάγοντας όσο και ο πρώην Εναγόμενος 1 τους υπέγραψαν "deed of indemnity and engagement letter", με το οποίο τους παρείχαν από κοινού εξουσιοδότηση να ενεργούν εκ μέρους τους και να τους παρέχουν υπηρεσίες είτε εμπιστευματοδόχων, είτε γραμματειακές ή τραπεζικές. Συνεπώς, όπως κατέληξε, δεν ενήργησε χωρίς να έχει γραπτή εξουσιοδότηση εκ μέρους του Ενάγοντα. Παραδέχτηκε τη λήψη της επιστολή του Ενάγοντα, ημερομηνίας 19/8/2009 (Τεκμήριο 13). Η επιστολή αυτή ήταν έκπληξη για την ίδια. Επικοινώνησε με τον Ενάγοντα, στον οποίο ανέφερε την έκπληξη της. Η ως άνω επιστολή του Ενάγοντα απαντήθηκε με την επιστολή τους ημερομηνίας 20/8/2009 (Τεκμήριο 14). Αξιολόγηση μαρτυρίας - Ευρήματα:- Από μια αντιπαραβολή των εκατέρωθεν εκδοχών προκύπτουν ως αδιαμφισβήτητα γεγονότα τα ακόλουθα: Ο Ενάγοντας περί το έτος 2002 απέκτησε ολόκληρο το μετοχικό κεφάλαιο της Εναγόμενης 6 εταιρείας, το οποίο αποτελείτο από 1000 μετοχές ονομαστικής αξίας Λ.Κ.1,00 εκάστη (1,71 Ευρώ). Οι μετοχές όμως δεν ενεγράφησαν επ' ονόματι του. Οι Εναγόμενες 4 και 5 εταιρείες είναι συγγενικές της εταιρείας GLOBAL EYE PROFESSIONAL ADVISORS LTD, η οποία παρέχει διοικητικές υπηρεσίες. Οι Εναγόμενες 4 και 5 εταιρείες χρησιμοποιούνταν από την εταιρεία GLOBAL EYE PROFESSIONAL ADVISORS LTD, για να ενεργούν ως nominee shareholders. Με βάση δύο έγγραφα, τα οποία περιγράφονται ως "Trust Deed" (Τεκμήρια 7 και 8) και υπέγραψαν οι Εναγόμενες 4 και 5, η κάθε Εναγόμενη αναγνωρίζει και δηλώνει ότι κατέχει τις υπό αναφορά μετοχές ως nominee shareholder και ως καταπιστευματοδόχος (trustee) του Ενάγοντα. Τα Τεκμήρια 7 και 8 υπεγράφησαν από τον Αντώνη Ασσιώτη, εκ μέρους των Εναγόμενων 4 και
  16. Στις 30/11/2007 με βάση γραπτές οδηγίες του Ενάγοντα (Τεκμήριο 9) το 50% των μετοχών του στην Εναγόμενη 6 εταιρεία μεταφέρθηκε στον πρώην Εναγόμενο
  17. Με βάση δύο νέα έγγραφα, τα οποία υπεγράφησαν κατά την ως άνω ημερομηνία, η Εναγόμενη 4 αναγνώριζε και δήλωνε ότι κατείχε 500 μετοχές ως nominee shareholder και trustee του πρώην Εναγόμενου 1 (Τεκμήριο 25Α) και η Εναγόμενη 5 αναγνώριζε και δήλωνε ότι κατείχε τις υπόλοιπες 500 μετοχές ως nominee shareholder και trustee του Ενάγοντα (Τεκμήριο 25Β). Με επιστολή, η οποία φέρει το λογότυπο και τη σφραγίδα της Εναγόμενης 6 εταιρείας, η οποία φέρει ημερομηνία 31/8/2009 (Τεκμήριο 10), προς τις ASHIOTIS & CO και GLOBAL EYE ενημερωνόταν ο Αντώνης Ασσιώτης και η Μ.Υ. για τον τερματισμό των υπηρεσιών καταπιστευματοδόχων (trust) και διοίκησης (management) που παρείχαν στην Εναγόμενη 6 εταιρεία. Καλούνταν δε όπως προβούν σε αλλαγές στα πιστοποιητικά μετόχων, διευθυντών, γραμματέα και εγγεγραμμένου γραφείου της Εναγόμενης 6 εταιρείας. Η επιστολή αυτή φέρει στο κάτω μέρος της τα ονόματα του πρώην Εναγόμενου 1 και του Ενάγοντα. Μετά τη λήψη της υπό αναφορά επιστολής η Μ.Υ. στις 6/8/2009 έδωσε επιστολή παραίτησης της από διευθύντρια της Εναγόμενης 6 εταιρείας. Σύμφωνα με το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο της έρευνας στα αρχεία του Εφόρου Εταιρειών (Τεκμήριο 6), κατά την ίδια ημερομηνία (6/8/2009), όλες οι μετοχές που ήταν εγγεγραμμένες επ' ονόματι των Εναγόμενων 4 και 5 εταιρειών μεταβιβάστηκαν επ' ονόματι των Εναγόμενων 2 και 3 εταιρειών. Ως μοναδικός διευθυντής δε της Εναγόμενης 6 εταιρείας παρουσιάζεται από την ως άνω ημερομηνία ο πρώην Εναγόμενος
  18. Όλα τα πιο πάνω αδιαμφισβήτητα γεγονότα αποτελούν και ανάλογα ευρήματα του Δικαστηρίου. Παρακολούθησα με την επιβαλλόμενη προσοχή τους δύο μάρτυρες να καταθέτουν ενόρκως στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Θα πρέπει να τονίσω ότι η αξιολόγηση τους δεν περιορίστηκε στην εντύπωση που άφησαν από το εδώλιο του μάρτυρα, αλλά επεκτάθηκε στην ουσία της εκδοχής τους, την οποία αντιπαρέβαλα με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό που υπάρχει ενώπιον μου (Αντωνίου ν. Αστυνομίας

(2008)2 Α.Α.Δ. 766 και Βούτουνος ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71). Ο Ενάγοντας άφησε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Απάντησε σε οτιδήποτε του ζητήθηκε με ευθύτητα, καθαρότητα, χωρίς δισταγμούς και αμφιταλαντεύσεις. Πέραν της θετικής εικόνας που άφησε από το εδώλιο του μάρτυρα, η εκδοχή του κρίνεται ως πειστική και λογική. Τονίζω επίσης ότι κατά το μεγαλύτερο της μέρος υπήρξε αδιαμφισβήτητη. Αποδέχομαι, χωρίς κανένα δισταγμό, τη βασική του θέση ότι η επιστολή τερματισμού, Τεκμήριο 10, στάληκε από τον πρώην Εναγόμενο 1, χωρίς τη δική του εξουσιοδότηση και εν αγνοία του. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι η θέση αυτή παρέμεινε αδιαμφισβήτητη. Όμως, αναφορικά με το μέρος της μαρτυρίας του που αφορά την ανάκτηση του ποσού των €15.500, έχω να αναφέρω ότι καλύπτεται από ασάφεια και αοριστία. Δεν έχει παραθέσει στο Δικαστήριο σαφή και λεπτομερή στοιχεία, όπως απαιτείται για την απόδειξη των ειδικών ζημιών, από τα οποία να διαφαίνεται με ξεκάθαρο τρόπο πως προέκυψε η ως άνω ζημιά του. Επιπρόσθετα, ενώ στην Έκθεση Απαίτηση του (παρ. 35Α), αναφέρεται σε δάνειο προς τρίτο πρόσωπο και σε συμφωνία όπως το ποσό του δανείου καταβληθεί μέσω της Εναγόμενης 6, στη μαρτυρία του έκαμε αναφορά σε φορολογικές εργασίες που ανέθεσε σε τρίτο πρόσωπο και μεταφορά χρημάτων σε εμπιστευτικό λογαριασμό. Φυσικά, θα πρέπει να επισημανθεί ότι η ασάφεια που καλύπτει το ως άνω μέρος της μαρτυρίας του δεν θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά το αξιόπιστο της εκδοχής του. Σε αντίθεση με τον Ενάγοντα, η Μ.Υ. άφησε πενιχρή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η εκδοχή της κάθε άλλο παρά πειστική θα μπορούσε να κριθεί. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η βασική της θέση ήταν ότι δεν είχε ζητηθεί επιβεβαίωση από τον Ενάγοντα των οδηγιών του πρώην Εναγόμενου 1 για τον τερματισμό των υπηρεσιών τους ως καταπιστευματοδόχων που περιέχονται στην επιστολή, Τεκμήριο 10, για το λόγο ότι, όπως ισχυρίστηκε, ο Ενάγοντας τους είχε παρουσιάσει τον πρώην Εναγόμενο 1 ως πρόσωπο της απόλυτης του εμπιστοσύνης. Όπως περαιτέρω ισχυρίστηκε, όταν παρέλαβε την επιστολή του Ενάγοντα, Τεκμήριο 13, με την οποία τους ενημέρωνε ότι ουδέποτε είχε δώσει εντολή στον πρώην Εναγόμενο 1 να τερματίσει την μεταξύ τους επαγγελματική σχέση, είχε εκπλαγεί, επικοινώνησε δε με τον Ενάγοντα με επιστολή, στην οποία του εξέφρασε την έκπληξη της. Αυτό το οποίο παρατηρώ είναι ότι η υπό αναφορά θέση της δεν υποστηρίζεται από το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο της αλληλογραφίας που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατ' αρχήν, θα πρέπει να επισημανθεί ότι καμιά προσωπική της επιστολή δεν έχει παρουσιαστεί στο Δικαστήριο, στην οποία να εκφράζεται η ισχυριζόμενη έκπληξη της στο περιεχόμενο της επιστολής του Ενάγοντα, Τεκμήριο 13, η οποία απευθύνεται και στην ίδια. Όταν της ζητήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Ενάγοντα, κατά την αντεξέταση της, να παρουσιάσει την απαντητική επιστολή προς τον Ενάγοντα, αναφέρθηκε στο περιεχόμενο της επιστολής, Τεκμήριο 14, η οποία στάληκε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (email). Ας σημειωθεί ότι η επιστολή αυτή προέρχεται από τον Αντώνη Ασσιώτη, φαίνεται δε να είναι απαντητική της ως άνω επιστολής του Ενάγοντα. Το περιεχόμενο όμως της υπό αναφορά επιστολής, Τεκμήριο 14, κάθε άλλο παρά υποστηρίζει τον ισχυρισμό της ότι η επιστολή του Ενάγοντα, Τεκμήριο 13, την εξέπληξε, αντίθετα, θα έλεγα ότι τον αντικρούει. Σε κανένα σημείο της γίνεται αναφορά στο ότι ο Ενάγοντας τους είχε παρουσιάσει τον πρώην Εναγόμενο 1 ως το πρόσωπο της απολύτου εμπιστοσύνης του, σε σημείο που δεν παρεχόταν περιθώριο αμφισβήτησης οποιωνδήποτε εντολών δίνονταν από αυτόν. Αν πράγματι ευσταθούσε ο ισχυρισμός της ότι ο Ενάγοντας είχε παρουσιάσει τον πρώην Εναγόμενο 1 ως το πρόσωπο της απόλυτης εμπιστοσύνης του, στο βαθμό που η μάρτυρας ανεπιτυχώς προσπάθησε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο, αυτό το οποίο λογικά θα ανέμενα ήταν ότι στις απαντητικές επιστολές (Τεκμήρια 14 και 16), που ακολούθησαν τη λήψη της επιστολής του Ενάγοντα, Τεκμήριο 13, πρωτίστως θα γινόταν αναφορά στον, κατά τον ισχυρισμό της, λόγο που εκτέλεσαν τις ως άνω εντολές του πρώην Εναγόμενου 1, χωρίς επιβεβαίωση τους από τον ίδιο τον Ενάγοντα, συγκεκριμένα στην ισχυριζόμενη εμπιστοσύνη με την οποία είχε περιβάλει το πρόσωπο του πρώην Εναγόμενου
  1. Θα ανέμενα ακόμα ότι στις ως άνω απαντητικές επιστολές θα εκφραζόταν η έκπληξη τόσο της ίδιας, όσο και του Αντώνη Ασσιώτη στην παραβίαση της σχέσης εμπιστοσύνης από τον πρώην Εναγόμενο
  2. Όμως, τίποτε από τα πιο πάνω δεν περιέχεται στις ως άνω απαντητικές επιστολές. Αυτό το οποίο αναφέρεται, ειδικά στην επιστολή, Τεκμήριο 14, στη δεύτερη παράγραφο της, είναι ότι οι διευθυντές έχουν παραιτηθεί μετά τη λήψη εντολών μόνο από τον ένα εκ των δικαιούχων (beneficial owner), ο οποίος ανέφερε ότι ο άλλος δικαιούχος συμφωνεί με αυτές τις οδηγίες, όμως ο κ. Klaus (ο Ενάγοντας) τον ενημέρωσε ότι δεν είχε δώσει ποτέ οδηγίες στον κ. Thorsten (πρώην Εναγόμενο 1), να τερματίσει την επαγγελματική σχέση με το γραφείο τους. Ως συνεπακόλουθο της απόρριψης της θέσης της ότι ο Ενάγοντας τους είχε παρουσιάσει τον πρώην Εναγόμενο 1 ως το πρόσωπο της απόλυτης εμπιστοσύνης του, απορρίπτω και τον ισχυρισμό της ότι ο Ενάγοντας, κατά την ως άνω συνάντηση, τους είχε ξεκαθαρίσει ότι από το στάδιο εκείνο θα έπαιρναν οδηγίες μόνο από τον Εναγόμενο 1, επιπλέον δε ότι η όλη επικοινωνία θα γινόταν μέσω του πρώην Εναγόμενου
  3. Το λιγότερο το οποίο θα ανέμενα από αυτήν, αν ευσταθούσε η υπό αναφορά θέση της, ήταν ότι, ως επαγγελματίας στην παροχή υπηρεσιών καταπιστευματοδόχων και διαχείρισης εταιρειών, θα ζητούσε από τον Ενάγοντα να της επιβεβαιώσει εγγράφως τις ως άνω οδηγίες. Θα ήθελα ακόμα να προσθέσω ότι ή υπό σχολιασμό θέση της ελέγχεται ως ασαφής και αόριστη. Δυστυχώς, παρέλειψε να καθορίσει με σαφήνεια μέχρι ποιου σημείου έφταναν οι οδηγίες και εντολές του πρώην Εναγόμενου 1, τις οποίες είχαν υποχρέωση να εφαρμόζουν, ειδικά δε κατά πόσο σ' αυτές περιλαμβάνονταν ζητήματα που σχετίζονταν με την κυριότητα των μετοχών του Ενάγοντα. Χαρακτηριστικό της αοριστίας και ασάφειας των απαντήσεων της είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την αντεξέταση της, το οποίο θεωρώ χρήσιμο να μεταφέρω αυτούσιο. «Α. Κατά τη διάρκεια αυτής της συνάντησης 30/11/07 μου έχουν υπογράψει και ο κ. Klaus και ο κ. Torsten Dechert, deed of indemnity and engagement letter, με το οποίο μας παρέχουν και οι δύο από κοινού εξουσιοδότηση να ενεργούμε εκ μέρους τους και να παρέχουμε υπηρεσίες είτε εμπιστευματοδόχων, είτε γραμματειακές, είτε τραπεζικές, άρα δεν ενήργησα χωρίς να έχω γραπτή εξουσιοδότηση. Ε. Επήρετε, λες, αυτές τις από κοινού οδηγίες των δύο αυτών ατόμων, στη βάση των οποίων εξουσιοδοτηθήκατε να παρέχετε τις υπηρεσίες που μας περιγράψατε. Α. Μάλιστα. Ε. Αφ' ενός μεν, τούτο δεν έχει να κάνει, σας λέω, με τις οδηγίες που κατ' ισχυρισμό σας έδωσε ο Ενάγων προς την κατεύθυνση, ότι σας λέει ο Εναγόμενος 1 να το κάμνετε. Α. Ναι. Ε. Τούτες οι οδηγίες, λέω, δεν έχουν καμία σχέση με τις άλλες οδηγίες που μας είπες. Α. Αυτό προηγήθηκε, πριν να έλθουν οι δεύτερες οδηγίες. Ε. Ποιες είναι αυτές οι δεύτερες; Α. Ότι, από εδώ και πέρα ενεργεί ο κ. Dechert εκ μέρους μου. Ε. Αυτές οι οδηγίες οι δεύτερες, χρονικά πόσο απείχαν από τις 30/11/07; Α. Την ίδια μέρα. Ούτως η άλλως, τα deed of indemnity και τα engagement letters είναι σαν πρακτική να υπογράφονται από όλους τους ιδιοκτήτες της εταιρείας ή τους διευθυντές που έχουν την πλειοψηφία των μετοχών. Ε. Τα deed of indemnity, δεν έχουν καμία σχέση με το θέμα, ποιος παραχωρεί οδηγίες από εσάς. Α. Έχει όμως το engagement letter.» Για να δικαιολογήσει περαιτέρω την παράλειψη της να ζητήσει από τον Ενάγοντα να της επιβεβαιώσει τις οδηγίες του πρώην Εναγόμενου 1 για ακύρωση του εγγράφου καταπιστεύματος, προσπάθησε να δώσει έμφαση στο αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο Ενάγοντας είχε εξουσιοδοτήσει τον πρώην Εναγόμενο 1 να χειρίζεται τον τραπεζικό λογαριασμό της Εναγόμενης 6 εταιρείας στη Λαϊκή Τράπεζα (Τεκμήριο 24). Είμαι της άποψης ότι το γεγονός αυτό κάθε άλλο παρά θα μπορούσε να δικαιολογήσει την ως άνω παράλειψη της. Αν πράγματι ο Ενάγοντας επιθυμούσε όπως ο πρώην Εναγόμενος 1 χειρίζεται ανεξαιρέτως όλα τα οικονομικά και περιουσιακά του ζητήματα, περιλαμβανομένων και των μετοχών του στην Εναγόμενη 6 εταιρεία, λογικά θα ανέμενα ότι θα του παραχωρούσε την ανάλογη εξουσιοδότηση, αντί της περιορισμένης εξουσιοδότησης που του παραχώρησε. Πέραν των όσων αναφέρονται πιο πάνω, θα πρέπει να επισημανθεί ότι ερωτηθείσα, κατά την αντεξέταση της, αν είχε ζητήσει από τον Ενάγοντα να της δώσει γραπτές οδηγίες για την ακύρωση του εγγράφου καταπιστεύματος (trust deed) και τη μεταβίβαση των μετοχών του, αναφέρθηκε σε κάποιο έγγραφο το οποίο αποκάλεσε ως "deed of indemnity and engagement letter" το οποίο, κατά τον ισχυρισμό της, υπέγραψαν κατά τη συνάντηση της 30/11/2007 τόσο ο Ενάγοντας όσο και ο πρώην Εναγόμενος
  4. Όπως ισχυρίστηκε, με το έγγραφο αυτό τους παρεχόταν εξουσιοδότηση από τα ως άνω πρόσωπα να ενεργούν εκ μέρους τους και να παρέχουν υπηρεσίες είτε εμπιστευματοδόχων, είτε γραμματειακές, είτε τραπεζικές υπηρεσίες. Συνεπώς, όπως κατέληξε, δεν ενήργησε χωρίς να έχει γραπτή εξουσιοδότηση. Αυτό το οποίο θα πρέπει να αναφερθεί είναι ότι το υπό αναφορά έγγραφο δεν έχει κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, κατά τρόπο ώστε το Δικαστήριο να έχει ιδίαν αντίληψη για το περιεχόμενο του, ειδικά δε για τα όρια της ισχυριζόμενης εξουσιοδότησης την οποία είχε παραχωρήσει ο Ενάγοντας. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δεν μπορεί να γνωρίζει αν στους όρους του υπό αναφορά εγγράφου περιλαμβανόταν και η εξουσία για ακύρωση του καταπιστεύματος ή η μεταβίβαση των μετοχών του Ενάγοντα. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω λεπτομερώς πιο πάνω, το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να αποδεχθεί τις επεξηγήσεις που έδωσε η μάρτυρας για τους λόγους που δεν είχε ζητήσει την επιβεβαίωση από τον Ενάγοντα των εντολών που είχε δώσει ο πρώην Εναγόμενος 1, οι οποίες περιέχονται στην επιστολή, Τεκμήριο
  5. Επιπρόσθετα, θα πρέπει να αναφερθεί ότι οι ως άνω επεξηγήσεις δεν έχουν δικογραφηθεί από τις Εναγόμενες 4 και 5 στην Έκθεση Υπεράσπισης τους με αποτέλεσμα, ακόμα και στην περίπτωση που γίνονταν αποδεκτές, να μην μπορούσαν να ληφθούν υπόψιν από το Δικαστήριο (Βραχίμη ν. Κουλουμπρή
(1992)1 Α.Α.Δ. 863, Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investment Services Ltd)
(1991)1 Α.Α.Δ. 24). Με βάση την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία καταλήγω σε εύρημα ότι ο Ενάγοντας ουδέποτε είχε εξουσιοδοτήσει τον πρώην Εναγόμενο 1 να προβεί στην ακύρωση του εγγράφου (trust deed), Τεκμήριο 25Β, δυνάμει του οποίου η Εναγόμενη 5 εταιρεία κατείχε ονομαστικά (nominee) και ως καταπιστευματοδόχος του Ενάγοντα (trustee) το 50% των μετοχών στην Εναγόμενη 6 εταιρεία. Αποτελεί εύρημα μου ότι ο Ενάγοντας αγνοούσε την αποστολή από τον πρώην Εναγόμενο 1 της επιστολής τερματισμού, Τεκμήριο
  1. Το όνομα του Ενάγοντα τέθηκε στην υπό αναφορά επιστολή από τον πρώην Εναγόμενο 1, εν αγνοία του και χωρίς να δώσει την προς τούτο εξουσιοδότηση του. Αποτελεί επίσης εύρημα μου ότι η αποξένωση των μετοχών του στην Εναγόμενη 6 εταιρεία καθώς και η μεταβίβαση τους επ' ονόματι των πρώην Εναγόμενων 2 και 3 είχαν γίνει εν αγνοία του και χωρίς την προς τούτο εξουσιοδότηση του. Δεν μπορώ να προβώ σε εύρημα, ελλείψει αποδεκτής μαρτυρίας, κατά πόσο η Μ.Υ. κατά την 6/8/2009, εκτός από την παραίτηση της από τη θέση του διευθυντή της Εναγόμενης 6 εταιρείας, είχε προβεί στην υπογραφή των σχετικών εντύπων για τη μεταβίβαση των μετοχών που ήταν εγγεγραμμένες επ' ονόματι της Εναγόμενης 5 εταιρείας προς τις πρώην Εναγόμενες 2 και 3 εταιρείες. Όσον αφορά την επιστολή, Τεκμήριο 10, η οποία συμφώνως των ευρημάτων μου περιέχει τις εντολές του πρώην Εναγόμενου 1 για τερματισμό των καταπιστευμάτων (trust), αυτή φέρει ημερομηνία 31/8/
  2. Όμως φαίνεται ότι εκ λάθους έχει αναγραφεί στο Τεκμήριο 10 η ως άνω ημερομηνία. Με βάση το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 11, το οποίο κωδικοποιεί τη συμφωνία τερματισμού στην οποία κατέληξαν τα μέρη, η ορθή ημερομηνία της επιστολής, Τεκμήριο 10, θα πρέπει να είναι η 31/7/
  3. Επισημαίνω ότι στο Τεκμήριο 11 γίνεται αναφορά σε συμφωνία ακύρωσης ημερομηνίας 31/7/
  4. Νομική πτυχή: Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η βάση της αγωγής του Ενάγοντα υπήρξε πολυεπίπεδη, περιλαμβάνουσα μεταξύ άλλων ισχυρισμούς για εξαπάτηση του και/ή συνομωσία προς εξαπάτηση του από τους Εναγόμενους. Με τη γραπτή όμως αγόρευση των συνηγόρων του περιόρισε τη βάση της αγωγής του σε παράβαση καταπιστεύματος ή/και αμέλεια εκ μέρους των καταπιστευματοδόχων. Αναμφίβολα, στον περιορισμό της βάσης της αγωγής του συνέτεινε και η απόσυρση της αγωγής εναντίον των υπόλοιπων Εναγόμενων. Συμφώνως των ευρημάτων στα οποία έχω καταλήξει, στις 30/11/2007 υπεγράφη από την Εναγόμενη 5 το έγγραφο, το οποίο περιγράφεται ως "Trust Deed" (Τεκμήριο 25Β). Θεωρώ ορθό να καταγράψω αυτούσιο το κείμενο του Τεκμηρίου 25Β. "We, ANTASH (SERVICES) LTD of Nicosia, Cyprus hereby acknowledge and declare that we hold the shares shown in the schedule hereto registered in our name as Nominee of and Trustee for KLAUS WOLD holder of German Passport No. 432805573 (hereinafter called "the Owner") and we undertake and agree not to transfer, deal with or dispose of the said shares save as the Owner may from time to time direct. And further to give full effect to the trust hereby declared WE HEREBY DEPOSIT with the Owner the Certificate for the said shares together with a transfer thereof executed by us in blank and WE HEREBY EXPRESSLY AUTHORISE and empower the Owner at any time to complete such transfer by inserting the name or names of any transferee or transferees and the date of the transfer and to complete the same in any other necessary particular. AND WE DECLARE that this authority is irrevocable by us. AND WE FURTHER UNDERTAKE and agree to account to the Owner for all dividends and profits which may be paid to us from time to time upon the said shares and for all other money or profits which may be payable to us in respect thereof. AND WE FURTHER UNDERTAKE and agree to exercise out voting powers as holders of the said shares in such a manner and for such purposes as the Owner may from time to time direct or determine." Αυτό το οποίο προκύπτει από το κείμενο του Τεκμηρίου 25Β είναι ότι είχε δημιουργηθεί ένα ρητό καταπίστευμα (express trust) δυνάμει του οποίου η Εναγόμενη 5 κατείχε ονομαστικά και ως καταπιστευματοδόχος του Ενάγοντα τις μετοχές, οι οποίες περιγράφονται στο υπό αναφορά έγγραφο. Όπως υπήρξε αδιαμφισβήτητο, οι ως άνω περιγραφόμενες μετοχές αποτελούσαν το ½ μερίδιο του μετοχικού κεφαλαίου της πρώην Εναγόμενης
  5. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να υπενθυμίσω ότι κατά την ίδια ημερομηνία πανομοιότυπο έγγραφο με το Τεκμήριο 25Β υπεγράφη από την Εναγόμενη 4 σε σχέση με τις μετοχές, τις οποίες ο Ενάγοντας είχε παραχωρήσει στον πρώην Εναγόμενο 1 (Τεκμήριο 25Α). Καθίσταται λοιπόν φανερό ότι από της ως άνω ημερομηνίας τα έγγραφα καταπιστεύματος, Τεκμήρια 7 και 8, αντικαταστάθηκαν με τα νέα έγγραφα καταπιστεύματος, Τεκμήρια 25Α και 25Β. Όπως υπήρξε αδιαμφισβήτητο, με τη λήψη των οδηγιών του πρώην Εναγόμενου 1, οι οποίες περιέχονται στην επιστολή του, Τεκμήριο 10, η Μ.Υ. προχώρησε στην ακύρωση του εγγράφου καταπιστεύματος, Τεκμήριο 25Β το οποίο, όπως έχει ήδη αναφερθεί, αφορούσε τις μετοχές του Ενάγοντα. Η ακύρωση του υπό αναφορά καταπιστεύματος επιμαρτυρείται και από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 11, ημερομηνίας 7/8/2009 το οποίο, όπως προκύπτει από το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο του, αποτελεί τη συμφωνία τερματισμού των δύο εγγράφων καταπιστεύματος (trust deed), των Τεκμηρίων 25Α και 25Β. Η πρώτη παράγραφος του Τεκμηρίου 11 αναφέρει επί λέξει τα ακόλουθα: "We hereby confirm that all trust contracts and agreements between, Ashiotis & Co/Global Eye/etc. and Consus Ltd were annulled by mutual agreement on the 31st of July 2009." Το ως άνω απόσπασμα του Τεκμηρίου 11 επιβεβαιώνει γραπτώς την προηγούμενη συμφωνία των μερών, ημερομηνίας 31/7/
  6. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η συμφωνία, Τεκμήριο 11, υπογράφεται από τις εταιρείες ASHIOTIS & CO LTD, GLOBAL EYE LTD το ορθό όνομα της οποίας, σύμφωνα με τη Μ.Υ., είναι GLOBAL EYE PROFESSIONAL ADVISORS LTD και την πρώην Εναγόμενη 6 εταιρεία. Σύμφωνα με την αδιαμφισβήτητη επί του συγκεκριμένου σημείου μαρτυρία της Μ.Υ. έχει υπογράψει η ίδια το Τεκμήριο 11 εκ μέρους της εταιρείας GLOBAL EYE PROFESSIONAL ADVISORS LTD, ενώ εκ μέρους της Εναγόμενης 6 εταιρείας έχει υπογράψει ο πρώην Εναγόμενος
  7. Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι αποτέλεσε κοινό τόπο ότι το Τεκμήριο 11 δεν υπογράφεται από την Εναγόμενη 5, η οποία συμφώνως του Τεκμηρίου 25Β ήταν η καταπιστευματοδόχος των μετοχών του Ενάγοντα. Όπως όμως υπήρξε αδιαμφισβήτητο, τόσο η Εναγόμενη 5, όσο και η Εναγόμενη 4 ήταν συγγενικές εταιρείες της GLOBAL EYE PROFESSIONAL ADVISORS LTD, η οποία παρείχε τις διοικητικές υπηρεσίες, οι συγκεκριμένες δε εταιρείες ενεργούσαν ως «οχήματα» προσφοράς υπηρεσιών "nominee shareholders" για την εξυπηρέτηση των πελατών της εταιρείας GLOBAL EYE PROFESSIONAL ADVISORS LTD, μεταξύ των οποίων ήταν και ο Ενάγοντας ο οποίος, σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία του, είχε αγοράσει αρχικά από τον Αντώνη Ασσιώτη ολόκληρο το μετοχικό κεφάλαιο της πρώην Εναγόμενης 6 εταιρείας. Από τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, καθίσταται φανερό ότι η εταιρεία GLOBAL EYE PROFESSIONAL ADVISORS LTD ενεργούσε εκ μέρους και για λογαριασμό των Εναγόμενων 4 και
  8. Αποτέλεσε κοινό τόπο ότι η συμφωνία τερματισμού, Τεκμήριο 11, δεν υπογράφεται από τον Ενάγοντα. Συμφώνως των ευρημάτων στα οποία έχω καταλήξει, ο Ενάγοντας ουδέποτε είχε εξουσιοδοτήσει τον πρώην Εναγόμενο 1 να προβεί στην ακύρωση του εγγράφου καταπιστεύματος των μετοχών του, Τεκμήριο 25Β, οι οποίες κατέχονταν από την Εναγόμενη
  9. Όπως επίσης έχω καταλήξει, ο Ενάγοντας αγνοούσε την αποστολή εκ μέρους του πρώην Εναγόμενου 1 της επιστολής ακύρωσης του καταπιστεύματος των μετοχών του, Τεκμήριο 10, καθώς και τη συνομολόγηση της συμφωνίας ακύρωσης του ως άνω καταπιστεύματος, Τεκμήριο
  10. Αυτό το οποίο προκύπτει, ως αναπόδραστο συμπέρασμα, είναι ότι η Μ.Υ. καθώς και η εταιρεία GLOBAL EYE PROFESSIONAL ADVISORS LTD, που είναι οι εργοδότες της Μ.Υ., προχώρησαν στην ακύρωση του εγγράφου καταπιστεύματος των μετοχών του Ενάγοντα, τις οποίες κατείχε ονομαστικά η Εναγόμενη 5 (Τεκμήριο 25Β), βασιζόμενοι αποκλειστικά στις εντολές τις οποίες τους είχε δώσει ο πρώην Εναγόμενος 1, οι οποίες περιέχονται στην ειδοποίηση τερματισμού (notice of termination), Τεκμήριο
  11. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, μια από τις βάσεις στις οποίες ο Ενάγων στηρίζει το αγώγιμο δικαίωμα του είναι το αστικό αδίκημα της αμέλειας του άρθρου 51
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «51. Αμέλεια συνίσταται- (α) στην τέλεση πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις δεν θα τελούσε λογικό συνετό πρόσωπο ή στην παράλειψη τέλεσης πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις τέτοιο πρόσωπο θα τελούσε ή (β) στην παράλειψη καταβολής τέτοιας δεξιότητας ή επιμέλειας για την άσκηση επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή ασχολίας όπως ένα λογικό συνετό πρόσωπο, που έχει τα προσόντα για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού, επιτηδεύματος ή ασχολίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις, και στην πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής:» Στην υπόθεση Lanphier v. Phipos (1835-42) All E.R. Ree 421, η οποία μνημονεύεται στην υπόθεση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Αγγελή ν. Βορκά
(2007)1 A.A.Δ. 761, αναφέρονται τα ακόλουθα, αναφορικά με το καθήκον επιμέλειας ενός επαγγελματία. «Every person who enters into a learned profession undertakes to bring to the exercise of it a reasonable degree of care and skill. He does not undertake, if he is an attorney, that at all events you shall gain your case, nor does a surgeon undertake that he will perform a cure, nor does he undertake to use the highest possible degree of skill. There may be persons who have higher education and greater advantages than he has, but he undertakes to bring a fair, reasonable and competent degree of skill." Σε ελεύθερη μετάφραση: «Κάθε πρόσωπο που καθίσταται μέλος ενός πολυμαθούς επαγγέλματος αναλαμβάνει ότι θα το εξασκεί με ένα λογικό βαθμό προσοχής και επιδεξιότητας. Δεν αναλαμβάνει, αν είναι δικηγόρος, ότι θα κερδίσει οπωσδήποτε την υπόθεση σου, ούτε αν είναι γιατρός ότι θα επιτύχει μια θεραπεία, ούτε αναλαμβάνει ότι θα εφαρμόσει τον πιο ψηλό βαθμό επιδεξιότητας. Μπορεί να υπάρχουν πρόσωπα που έχουν καλύτερη εκπαίδευση και μεγαλύτερα πλεονεκτήματα από αυτόν, αλλά όμως αναλαμβάνει να επιδείξει ένα καλό, εύλογο και ικανό επίπεδο επιδεξιότητας.» Στο σύγγραμμα των Anderhill and Hayton, "Law of trusts and trustees", 18η έκδοση, σελίδα 759, περιγράφεται το καθήκον ευθύνης του καταπιστευματοδόχου. Στην παρ. 48.3 αναφέρονται τα ακόλουθα: «The general equitable duty of care was a developing one which had not been laid down with precision. The general duty was to take the care of an ordinary prudent businessman in managing his own affairs, except that in selecting investments he had to consider that he was making an investment for the benefit of other people for whom he felt morally obliged to provide, so that there could be no question of making a speculative investment that an ordinary prudent businessman might occasionally make for himself: 'safety first' was the cardinal principle. A paid trustee was expected to exercise a higher standard of diligence and knowledge than an unpaid trustee, while a professional corporate trustee was expected to use the special care and skill which it professed itself to have in its advertising literature and its dealings with the settlor." Στην υπόθεση Bartlett a.o. v. Barclays Bank Trust Co Ltd (No. 1)
(1980)W.L.R., vol. 2, 430, το καθήκον επιμέλειας ενός επαγγελματία καταπιστευματοδόχου τέθηκε κατά τον ακόλουθο τρόπο. "So far, I have applied the test of the ordinary prudent man of business. Although I am not aware that the point has previously been considered, except briefly in In re Waterman's Will Trusts
(1952)2 All E.R. 1054, I am of opinion that a higher duty of care is plainly due from someone like a trust corporation which carries on a specialized business of trust management. A trust corporation holds itself out in its advertising literature as being above ordinary mortals. With a specialist staff of trained trust officers and managers, with ready access to financial information and professional advice, dealing with and solving trust problems day after day, the trust corporation holds itself out, and rightly, as capable of providing an expertise which it would be unrealistic to expect and unjust to demand from the ordinary prudent man or woman who accepts, probably unpaid and sometimes reluctantly from a sense of family duty, the burdens of a trusteeship. Just as, under the law of contract, a professional person possessed of a particular skill is liable for breach of contract if he neglects to use the skill and experience which he professes, so I think that a professional corporate trustee is liable for breach of trust if loss is caused to the trust fund because it neglects to exercise the special care and skill which it professes to have." Στην παράγραφο 25 της Έκθεσης Απαίτησης του ο Ενάγοντας παραθέτει λεπτομέρειες αμέλειας των Εναγόμενων 4 και
  1. Είναι κατάλληλο το σημείο αυτό για να αναφέρω ότι, σύμφωνα με το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό, η Εναγόμενη 4 ήταν η καταπιστευματοδόχος των μετοχών του πρώην Εναγόμενου
  2. Υπενθυμίζω ότι με βάση το περιεχόμενο του εγγράφου καταπιστεύματος (trust deed), Τεκμήριο 25Α, η Εναγόμενη 4 κρατούσε (nominee shareholder) τις 500 μετοχές τις οποίες, σύμφωνα με την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία, είχε παραχωρήσει ο Ενάγοντας στον πρώην Εναγόμενο 1 κατά την 30/11/
  3. Καθίσταται λοιπόν φανερό ότι από της ως άνω ημερομηνίας η Εναγόμενη 4 έπαψε να έχει οποιαδήποτε σχέση με τον Ενάγοντα, καθότι όλες οι μετοχές τις οποίες αυτός δικαιούτο στην πρώην Εναγόμενη 6 κρατούντο αποκλειστικά από την Εναγόμενη 5 στη βάση του εγγράφου καταπιστεύματος, Τεκμήριο 25Β. Ενόψει των όσων αναφέρω πιο πάνω, καταλήγω ότι η αγωγή του Ενάγοντα εναντίον της Εναγόμενης 4 δεν μπορεί να έχει περιθώριο επιτυχίας. Στην υπό εξέταση υπόθεση τόσο η Εναγόμενη 5 όσο και η εταιρεία GLOBAL EYE PROFESSIONAL ADVISORS LTD είχαν καθήκον επιμελούς διαφύλαξης των μετοχών του Ενάγοντα, τις οποίες κρατούσαν ως καταπιστευματοδόχοι του. Είχαν επίσης καθήκον να λαμβάνουν τέτοια μέτρα, τα οποία θα διασφάλιζαν ότι αυτές δεν θα αποδεσμεύονταν ή θα μεταβιβάζονταν σε τρίτο ή τρίτα πρόσωπα, χωρίς να έχουν εξασφαλίσει την προς τούτο συγκατάθεση του Ενάγοντα. Τονίζω ότι, όπως υπήρξε αδιαμφισβήτητο, πρόκειται για πρόσωπα που πρόσφεραν εξ επαγγέλματος υπηρεσίες καταπιστευματοδόχων. Σύμφωνα δε με την αποδεκτή μαρτυρία του Ενάγοντα, ο κ. Ασσιώτης του είχε συστηθεί ως ένας από τους καλύτερους και πολύ σοβαρούς καταπιστευματοδόχους και ιδρυτές εταιρειών στην Κύπρο. Κατ' επέκταση, σύμφωνα με τη νομολογία που έχω παραθέσει πιο πάνω, είχαν μεγαλύτερο καθήκον επιμέλειας έναντι του Ενάγοντα, απ' ότι ένας μη επαγγελματίας καταπιστευματοδόχος. Επιπρόσθετα, όπως επιμαρτυρεί το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 25Β το οποίο έχω παραθέσει πιο πάνω, είχαν αναλάβει την υποχρέωση όπως μη μεταβιβάσουν, διαπραγματευθούν ή διαθέσουν τις υπό αναφορά μετοχές, εκτός αν ο ιδιοκτήτης τους ήθελε από καιρού εις καιρό δώσει οδηγίες. Tα ευρήματα στα οποία έχω καταλήξει με οδηγούν στο μόνο αναπόδραστο συμπέρασμα ότι τόσο η Εναγόμενη 5, όσο και η εταιρεία GLOBAL EYE PROFESSIONAL ADVISORS LTD υπήρξαν αμελείς έναντι του Ενάγοντα. Η αμέλεια τους εστιάζεται στο ότι προχώρησαν στην ακύρωση του εγγράφου καταπιστεύματος των μετοχών του Ενάγοντα, με βάση γραπτή εντολή που τους είχε δοθεί από τον πρώην Εναγόμενο 1 (Τεκμήριο 10), χωρίς προηγουμένως να ζητήσουν από τον Ενάγοντα να τους επιβεβαιώσει είτε εγγράφως, είτε έστω προφορικά, την ορθότητα των ως άνω οδηγιών. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να υποδείξω ότι, όπως υπήρξε αδιαμφισβήτητο, όταν τους είχε ζητηθεί από τον Ενάγοντα, κατά το 2007, όπως προβούν στις απαιτούμενες ενέργειες για την παραχώρηση του ½ των μετοχών του στον πρώην Εναγόμενο 1, είχαν ζητήσει από τον Ενάγοντα όπως τους επιβεβαιώσει εγγράφως τις ως άνω οδηγίες, κάτι το οποίο έπραξε ο Ενάγοντας, όπως επιμαρτυρεί το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο του Τεκμηρίου
  4. Πιστεύω ότι και στην υπό εξέταση περίπτωση είχαν υποχρέωση, ως επαγγελματίες καταπιστευματοδόχοι, πριν προχωρήσουν στην ακύρωση του ως άνω καταπιστεύματος να ζητήσουν από τον Ενάγοντα όπως τους επιβεβαιώσει γραπτώς ότι ήταν γνώστης των εντολών που περιέχονταν στην επιστολή, Τεκμήριο 10, επιπλέον δε να τους επιβεβαιώσει ότι ο πρώην Εναγόμενος 1 ενεργούσε και εκ μέρους του ιδίου, με τη δική του εξουσιοδότηση. Τίποτε όμως από τα πιο πάνω δεν έπραξαν, παραβαίνοντας κατ' αυτό τον τρόπο το καθήκον επιμέλειας που είχαν έναντι του Ενάγοντα. Το Δικαστήριο, για τους λόγους που έχει επεξηγήσει σε προγενέστερο στάδιο της απόφασης του, έχει απορρίψει τους λόγους οι οποίοι προβλήθηκαν από τη Μ.Υ. για τους οποίους δεν είχαν ζητήσει από τον Ενάγοντα να τους επιβεβαιώσει την ορθότητα του περιεχομένου του Τεκμηρίου
  5. Θα πρέπει ακόμα να προσθέσω ότι η ως άνω περιγραφόμενη παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας εκ μέρους της Εναγόμενης 5 καλύπτεται δικογραφικά από τις λεπτομέρειες αμέλειας, οι οποίες περιγράφονται στην Έκθεση Απαιτήσεως του Ενάγοντα. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι η ακύρωση του εγγράφου καταπιστεύματος, Τεκμήριο 25Β, ήταν το έναυσμα για την απώλεια των μετοχών του Ενάγοντα στην πρώην Εναγόμενη 6 εταιρεία, οι οποίες κατέχονταν από την Εναγόμενη
  6. Με βάση το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο της σχετικής έρευνας στα μητρώα του Εφόρου Εταιρειών (Τεκμήριο 6), οι μετοχές του Ενάγοντα στην πρώην Εναγόμενη 6 εταιρεία, οι οποίες ήταν εγγεγραμμένες επ' ονόματι της Εναγόμενης 5, μεταβιβάστηκαν στις 6/8/2009, επ' ονόματι των Εναγόμενων 2 και 3 εταιρειών. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι, όπως έχει ήδη αναφερθεί, δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία από τον Ενάγοντα αναφορικά με το πρόσωπο ή τα πρόσωπα τα οποία προέβησαν στη μεταβίβαση και εγγραφή των μετοχών του από την Εναγόμενη 5 στις πρώην Εναγόμενες 2 και 3 εταιρείες. Υπενθυμίζω επίσης ότι, όπως η Μ.Υ. ισχυρίστηκε στη μαρτυρία της, δεν προέβησαν ως γραφείο σε οποιεσδήποτε αλλαγές μετόχων. Δεν θεωρώ όμως ότι πρόκειται για ουσιώδες κενό. Το σημαντικό, κατά την άποψη μου, είναι το ότι με την ακύρωση του εγγράφου καταπιστεύματος των μετοχών του Ενάγοντα (Τεκμήριο 25Β), η Εναγόμενη 5 σταμάτησε κατ' ουσία να κρατά τις μετοχές του. Η συνακόλουθη μεταβίβαση τους επήλθε ως λογικό επακόλουθο της αποδέσμευσης τους από την κυριότητα της Εναγόμενης
  7. Κατ' αυτό τον τρόπο υπήρξε και παραβίαση του εγγράφου καταπιστεύματος, Τεκμήριο 25Β, οι όροι του οποίου επέβαλλαν στην Εναγόμενη 5 όπως μη διαθέσει τις ως άνω μετοχές, εκτός κατόπιν εντολών ή οδηγιών του Ενάγοντα. Θα πρέπει ακόμα να επισημάνω ότι, όπως υπήρξε αδιαμφισβήτητο, αμέσως μετά τη λήψη της ειδοποίησης τερματισμού, Τεκμήριο 10, ακολούθησε η παραίτηση των διευθυντών της Εναγόμενης 6 εταιρείας, μεταξύ των οποίων ήταν η Μ.Υ. Η ως άνω παραίτηση διευκόλυνε, κατά την άποψη μου, τη μεταβίβαση των μετοχών του Ενάγοντα επ' ονόματι των Εναγόμενων 2 και
  8. Αυτό το οποίο παρατηρώ είναι ότι η εταιρεία GLOBAL EYE PROFESSIONAL ADVISORS LTD δεν έχει συνενωθεί ως Εναγόμενη. Το ορθότερο θα ήταν όπως εναχθεί και αυτή καθότι, όπως υπήρξε αδιαμφισβήτητο, ήταν η εταιρεία που παρείχε τις διοικητικές υπηρεσίες και ήταν συνδεδεμένη με τις Εναγόμενες 4 και 5 εταιρείες. Η παράλειψη όμως του Ενάγοντα να ενάξει και την ως άνω εταιρεία δεν θα μπορούσε να απαλείψει, καθ' οιονδήποτε τρόπο, την ευθύνη της Εναγόμενης 5 εταιρείας. Όσον αφορά το επιχείρημα της γραπτής αγόρευσης των συνηγόρων των Εναγόμενων 4 και 5 ότι η αγωγή εναντίον τους θα πρέπει να απορριφθεί εκ μόνου του λόγου ότι δεν έχει προωθηθεί εναντίον των υπόλοιπων Εναγόμενων, καθότι καταρρέει ολόκληρο το οικοδόμημα των ισχυρισμών του Ενάγοντα περί συνομωσίας για καταδολίευση του, αυτό το οποίο θα πρέπει να υπενθυμίσω είναι ότι έχει εγκαταλειφθεί η βάση της αγωγής του που σχετιζόταν με την ισχυριζόμενη συνομωσία προς εξαπάτηση του. Θα πρέπει ακόμα να επισημάνω ότι κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία του δεν έχει προωθήσει τέτοιους ισχυρισμούς. Στη ίδια γραπτή αγόρευση επισημαίνεται η παράλειψη του Ενάγοντα να προσκομίσει μαρτυρία ότι οι Εναγόμενες 4 και 5 υπέγραψαν έγγραφο μεταβίβασης των μετοχών του που συνιστά, με βάση το άρθρο 73 του περί Εταιρειών Νόμου, απαραίτητη νομική προϋπόθεση για να είναι έγκυρη η μεταβίβαση. Δεν θα διαφωνούσα ότι με βάση το ως άνω άρθρο το έγγραφο μεταβίβασης των μετοχών αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την εγκυρότητα οποιασδήποτε μεταβίβασης. Στην υπό εξέταση υπόθεση, όπως έχω ήδη αναφέρει, δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία αναφορικά με το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που υπέγραψαν το έγγραφο μεταβίβασης. Από την άλλη όμως, δεν μπορώ να παραγνωρίσω το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι οι μετοχές του Ενάγοντα που ήταν εγγεγραμμένες επ' ονόματι της Εναγόμενης 5, μεταβιβάστηκαν και ενεγράφησαν στις 6/8/2009 επ' ονόματι των πρώην Εναγόμενων 2 και
  9. Θα πρέπει εξάλλου να επισημάνω ότι δεν εγείρεται στο δικόγραφο της Υπεράσπισης των Εναγόμενων 4 και 5 ζήτημα ακυρότητας της ως άνω μεταβίβασης των μετοχών του Ενάγοντα. Εισηγείται επίσης ο κ. Ηλιάδης στη γραπτή του αγόρευση, βασιζόμενος στη μαρτυρία της Μ.Υ., ότι η ακύρωση του εγγράφου καταπιστεύματος (Τεκμήριο 25Β), αποτελεί εσωτερική διαδικασία των Εναγόμενων 4 και 5 εταιρειών, οι οποίες πρόσφεραν ουσιαστικά υπηρεσίες διοικητικής φύσης (διευθυντών, εμπιστευματοδόχων, γραμματέως κλπ). Το βασικό, κατά τον κ. Ηλιάδη, είναι η απουσία μαρτυρίας για υπογραφή εκ μέρους των Εναγόμενων 4 και 5 του εγγράφου μεταβίβασης των μετοχών του Ενάγοντα. Δεν θα συμφωνούσα με τη θέση ότι η ακύρωση του εγγράφου καταπιστεύματος ήταν μια απλή εσωτερική διαδικασία, όπως προσπάθησε να υποβιβάσει τη σημασία της ο κ. Ηλιάδης. Όπως έχω ήδη αναφέρει σε προγενέστερο σημείο της απόφασης μου, η ακύρωση του εγγράφου καταπιστεύματος ήταν το έναυσμα το οποίο οδήγησε στην απώλεια των μετοχών του Ενάγοντα. Ψέγεται ακόμα στη γραπτή αγόρευση των συνηγόρων των Εναγόμενων 4 και 5 η απουσία μαρτυρίας η οποία, κατά την εισήγηση τους, αφήνει ερωτηματικά κατά πόσο οι μετοχές του Ενάγοντα μεταβιβάστηκαν στις πρώην Εναγόμενες 2 και 3 για να κρατούνται αποκλειστικά προς όφελος του πρώην Εναγόμενου 1 ή και του ίδιου του Ενάγοντα. Σύμφωνα με τον κ. Ηλιάδη, δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία για το ότι οι ως άνω μετοχές του Ενάγοντα μεταβιβάστηκαν στις πρώην Εναγόμενες 2 και 3 ως εμπιστευματοδόχοι τόσο του ίδιου του Ενάγοντα, όσο και του πρώην Εναγόμενου 1 ή μόνο του τελευταίου. Αυτό το οποίο θα ήθελα να υποδείξω, σε απάντηση της ως άνω θέσης, είναι ότι στο δικόγραφο της Υπεράσπισης των Εναγόμενων 4 και 5 δεν εγείρεται τέτοιο ζήτημα. Ούτε κατά την αντεξέταση του Ενάγοντα προωθήθηκε τέτοιο ζήτημα από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγόμενων 4 και
  10. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δεν μπορεί να ασχολείται με ζητήματα τα οποία δεν εγείρονται στα δικόγραφα. Οι αξιώσεις του Ενάγοντα: Ο Ενάγοντας, μέσω της γραπτής αγόρευσης των συνηγόρων του, περιόρισε την απαίτηση του σε ειδικές αποζημιώσεις μόνο. Ειδικότερο, τα κονδύλια τα οποία αξιώνει είναι τα ακόλουθα: Α. €855 ως η αξία των απολεσθεισών 500 μετοχών του στην Εναγόμενη 6 εταιρεία. Β. €15.500 ως το ποσό που εμπιστεύθηκε στον φορολογικό του σύμβουλο κ. Weber, ο οποίος το έμβασε στο λογαριασμό της Εναγόμενης 6 εταιρείας, το οποίο χάθηκε. Γ. €7.168,37 ως το υπόλοιπο στον τραπεζικό λογαριασμό της Εναγόμενης 6 κατά την 3/8/2009, δηλαδή της ημερομηνίας που προηγείτο της μεταβίβασης των μετοχών του Ενάγοντα σε τρίτα πρόσωπα. Ας σημειωθεί ότι ένα άλλο κονδύλι για ποσό €10.000 το οποίο αξίωνε ο Ενάγοντας στην παρ. 35Γ της Έκθεσης Απαίτησης του εγκαταλείφθηκε μέσω της γραπτής αγόρευσης των συνηγόρων του. Αναφορικά με το υπό Β κονδύλι των €15.500, όπως έχω ήδη αναφέρει σε προγενέστερο σημείο της απόφασης μου, κατά το σχολιασμό της μαρτυρία του Ενάγοντα, η μαρτυρία που παρουσιάστηκε προς απόδειξη του ήταν ασαφής, γενική και αόριστη. Δεν παρουσιάστηκαν συγκεκριμένα στοιχεία, τα οποία θα μπορούσαν να στηρίξουν τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα ότι το ποσό αυτό είχε εμβαστεί στον τραπεζικό λογαριασμό της Εναγόμενης 6 εταιρείας. Ο Ενάγοντας στη μαρτυρία του έκαμε αναφορά σε κάποιο email στο οποίο, όπως ανέφερε, καταγράφετο η ημερομηνία του εμβάσματος, χωρίς όμως το συγκεκριμένο email να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο. Όπως είναι νομολογημένο, η απόδειξη των ειδικών ζημιών κινείται σε αυστηρά πλαίσια. Εναπόκειται στον Ενάγοντα σε κάθε περίπτωση να αποδείξει με κατάλληλη μαρτυρία τα κονδύλια που συνιστούν την ειδική ζημιά (Ηρακλέους ν. Πίτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239, Ηρακλέους ν. Ταχύπλοου Σκάφους «Νίκη»
(1994)1 Α.Α.Δ. 510 και Παναγή ν. Κακόψιτου
(2001)1 Α.Α.Δ. 839). Θα πρέπει ακόμα να υπενθυμίσω ότι, όπως έχω ήδη αναφέρει, η μαρτυρία που παρουσιάστηκε σε σχέση με το κονδύλι αυτό είναι αντιφατική. Ενώ στην Έκθεση Απαίτησης γίνεται αναφορά σε δάνειο προς τρίτο πρόσωπο, το οποίο συμφωνήθηκε να καταβληθεί μέσω της Εναγόμενης 6 εταιρείας, ο Ενάγοντας στη μαρτυρία του έκαμε αναφορά σε φορολογικές εργασίες που ανέθεσε σε κάποιο κύριο Weber και μεταφορά χρημάτων σε εμπιστευτικό λογαριασμό. Για τους λόγους που έχω παραθέσει πιο πάνω, καταλήγω ότι ο Ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει το ως άνω αξιούμενο ποσό. Όσον αφορά το υπό Γ κονδύλι των €7.168,37, όπως έχει ήδη αναφερθεί, το ποσό αυτό αξιώνεται ως το υπόλοιπο που ήταν κατατεθειμένο στο λογαριασμό που διατηρούσε η Εναγόμενη 6 εταιρεία στη Λαϊκή Τράπεζα. Σύμφωνα με το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο της κατάστασης λογαριασμού, Τεκμήριο 24, η οποία αφορά το λογαριασμό που διατηρούσε η Εναγόμενη 6 εταιρεία στη Λαϊκή Τράπεζα, το ως άνω αξιούμενο ποσό είναι το υπόλοιπο του λογαριασμού αυτού κατά την 3/8/
  1. Όπως ο Ενάγοντας ανέφερε στη μαρτυρία του, η οποία έχει γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο, τα ποσά τα οποία σύμφωνα με το Τεκμήριο 24 φαίνεται να έχουν πιστωθεί στο λογαριασμό της Εναγόμενης 6 εταιρείας, όπως σημειώνονται με κίτρινο χρώμα επί της κατάστασης, εμβάζονταν στον ως άνω λογαριασμό από τον ίδιο, ανέρχονται δε στο συνολικό ποσό των €95.000 περίπου. Όπως έχει διαφανεί από την ενώπιον μου αδιαμφισβήτητη μαρτυρία, ο Ενάγοντας είχε εξουσιοδοτήσει τον πρώην Εναγόμενο 1 να χειρίζεται τον ως άνω λογαριασμό. Θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω στο σημείο αυτό το σχετικό απόσπασμα από την αντεξέταση του Ενάγοντα: «E. Εσείς κύριε Wolf... Αποσύρω την ερώτηση. Σας δείχνω το Τεκμήριο 24, που είναι λογαριασμός της Consus Ltd με τη Λαϊκή Τράπεζα. A. Ναι. E. Κατά την ίδια περίοδο που σας ρώτησα προηγουμένως, δηλαδή Μάιο και Οκτώβριο του 2009, γνωρίζετε εάν ο κύριος Dechert είχε δικαίωμα υπογραφής σε αυτόν το λογαριασμό; A. Είχε, μπορούσε να υπογράψει για το λογαριασμό όμως τον Ιούλη είχε μπλοκάρει το λογαριασμό. E. Ποιος τον είχε μπλοκάρει; A. Και εγώ, μπορούσα και εγώ να δω το λογαριασμό, μπορώ να δω τις καταστάσεις. Ο κύριος Dechert είχε μπλοκάρει το λογαριασμό τον Ιούλη, είχε κλείσει το λογαριασμό.» Αυτό το οποίο προκύπτει από τα όσα αναφέρω πιο πάνω είναι ότι ο χειρισμός του υπό αναφορά λογαριασμού ήταν εντελώς ανεξάρτητος από το χειρισμό των μετοχών του Ενάγοντα από την Εναγόμενη 5 εταιρεία. Ο πρώην Εναγόμενος 1 είχε την προς τούτο ρητή εξουσιοδότηση αλλά και συγκατάθεση του Ενάγοντα να χειρίζεται τον υπό αναφορά λογαριασμό της Εναγόμενης 6 εταιρείας. Όπως δε φαίνεται από τις διάφορες εγγραφές της κατάστασης λογαριασμού, Τεκμήριο 24, τουλάχιστον για την περίοδο από Μάϊο του 2009 και μετά, για την οποία ρωτήθηκε ο Ενάγοντας, υπάρχει μια σειρά δοσοληψιών (transactions), οι οποίες γίνονταν από τον πρώην Εναγόμενο 1, τις οποίες έκαμνε βάσει των χρημάτων που έμβαζε ο Ενάγοντας. Η ενώπιον μου μαρτυρία δεν έχει καταδείξει ότι η απώλεια από τον Ενάγοντα του ποσού των €7.168,37 που ήταν κατατεθειμένο στον υπό αναφορά λογαριασμό κατά την 3/8/2009 ήταν η απόρροια της απώλειας των μετοχών του Ενάγοντα στην Εναγόμενη 6 εταιρεία. Δεν έχει καταδειχθεί η σχετικότητα της απώλειας του ως άνω ποσού με την αμέλεια της Εναγόμενης 5 να αποδεσμεύσει τις μετοχές του Ενάγοντα. Προς περαιτέρω υποστήριξη του ως άνω συμπεράσματος μου, θα πρέπει να επισημάνω ότι ο ίδιος ο Ενάγοντας ανέφερε στη μαρτυρία του ότι από τον Ιούλιο ο πρώην Εναγόμενος 1 είχε μπλοκάρει τον υπό αναφορά λογαριασμό. Ακόμα και τότε όμως που ο πρώην Εναγόμενος 1 είχε μπλοκάρει το λογαριασμό, που αναμφίβολα προηγείτο χρονικά της απώλειας των μετοχών του, δεν φαίνεται να είχε ανακαλέσει την εξουσιοδότηση που είχε δώσει προς αυτόν για να χειρίζεται το λογαριασμό. Με βάση τα όσα αναφέρω πιο πάνω, συμπερασματικά καταλήγω ότι ο Ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της απώλειας του ως άνω αναφερόμενου ποσού και της αμέλειας της Εναγόμενης 5 εταιρείας. Με το υπό Α κονδύλι ο Ενάγοντας αξιώνει την απόδοση της αξίας των απωλεσθεισών μετοχών του, την οποία έχει υπολογίσει στο ποσό των €1,71 για την κάθε μετοχή, ήτοι συνολικό ποσό €855,
  2. Συμφώνως των ευρημάτων και συμπερασμάτων στα οποία έχω καταλήξει ο Ενάγοντας, συνεπεία της αμέλειας της Εναγόμενης 5, απώλεσε τις 500 μετοχές του στην Εναγόμενη 6 εταιρεία. Πρόκειται για άμεση ζημιά την οποία υπέστη ως αποτέλεσμα της αμέλειας της Εναγόμενης
  3. Αναμφιβόλως δε δικαιούται να αποζημιωθεί για την ως άνω ζημιά του. Όσον αφορά την αξία των υπό αναφορά μετοχών, αυτό το οποίο προκύπτει από την ενώπιον μου αδιαμφισβήτητη μαρτυρία είναι ότι η κάθε μετοχή έχει ονομαστική αξία €1,
  4. Θα πρέπει επίσης να επισημάνω ότι ολόκληρο το μετοχικό κεφάλαιο της Εναγόμενης 6 εταιρείας, το οποίο αποτελείται από 1000 μετοχές, έχει πληρωθεί (fully paid) όπως επιμαρτυρεί, μεταξύ άλλων, το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο της έρευνας στα μητρώα του Εφόρου Εταιρειών, Τεκμήριο 6, για την Εναγόμενη 6 εταιρεία. Δεν θα συμφωνούσα με τη θέση της γραπτής αγόρευσης των ευπαιδεύτων συνηγόρων των Εναγόμενων 4 και 5 ότι δεν υπάρχει μαρτυρία για την αξία τους. Επισημαίνω ότι η ίδια η Μ.Υ. κατά την αντεξέταση της παραδέχθηκε ότι η αξία των μετοχών της Εναγόμενης 6 εταιρείας ήταν Λ.Κ.1,00 (€1,71) η κάθε μία, περαιτέρω δε παραδέχθηκε ότι το μετοχικό της κεφάλαιο έχει πληρωθεί (fully paid). Στο σημείο αυτό θα πρέπει να κάμω παραπομπή στο σύγγραμμα Palmer's Company Law, έκδοση 2009, όπου στη σελίδα 6008 αναφέρεται ότι: "The nominal value of a share is the measuring-rod determining the proportionate rights and liabilities of the shareholder." Με βάση τα όσα αναφέρω πιο πάνω, καταλήγω ότι η συνολική αξία των απωλεσθεισών μετοχών του Ενάγοντα ανέρχεται στο ποσό των €855 (500 Χ €1,71). Φυσικά, στην Έκθεση Απαίτησης του Ενάγοντα δεν περιλαμβάνεται αξίωση για πληρωμή του ως άνω κονδυλίου των €
  5. Δεν θεωρώ όμως ότι η απουσία ανάλογης αξίωσης από την Έκθεση Απαίτησης αποτελεί κώλυμα στην επιδίκαση του ως άνω ποσού. Εφαρμόζοντας την σχετική επί του θέματος νομολογία ((Ερωτοκρίτου κ.ά. ν. Καραολή
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 445 και Hasan Constantin v. Γεώργιος Αντωνιάδη
(2004)1 Α.Α.Δ. 1701), έχω αποφασίσει όπως προβώ αυτεπάγγελτα στην τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης με την προσθήκη ανάλογου Αιτητικού στην παράγραφο 35, στην οποία παρατίθενται οι λεπτομέρειες ειδικών ζημιών του Ενάγοντα. Η κατάληξη μου είναι ότι ο Ενάγοντας δικαιούται σε απόφαση εναντίον της Εναγόμενης 5, για ποσό €855. Δικαιούται επίσης σε απόφαση για το ποσό των εξόδων του, τα οποία θα υπολογιστούν στην ανάλογη κλίμακα. Η αγωγή εναντίον της Εναγόμενης 4, για τους λόγους που έχω επεξηγήσει λεπτομερώς πιο πάνω, θα πρέπει να απορριφθεί. Όσον αφορά τα έξοδα, δεν βλέπω λόγο για απόκλιση από τον γενικό κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα. Όμως, εν όψει του ότι η υπεράσπιση της Εναγόμενης 4 ήταν κοινή με την Εναγόμενη 5, θα επιδικάσω, προς όφελος της, το ½ μόνο των εξόδων. Εκδίδεται απόφαση, προς όφελος του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης 5, για ποσό €855, πλέον νόμιμο τόκο, πλέον έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η αγωγή εναντίον της Εναγόμενης 4 απορρίπτεται. Επιδικάζεται, προς όφελος της, το ½ των εξόδων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Δίδονται οδηγίες όπως η απόφαση συνταχθεί αμέσως μετά την καταχώριση, από τον Ενάγοντα, της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης. (Υπ.) ........... Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΘΘ/ΑΓ Subject: Civil / Other actions / Final Αναφορά: Αγωγή που αφορά έγγραφο καταπιστεύματος cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.