← Κύπρος

Εταιρεία Μωσαϊκών Μαμίπα Λτδ ν. Λάμπρος Κιτρομηλίδης, Αρ. Αγωγής: 4130/2009, 3/9/2015

Εταιρεία Μωσαϊκών Μαμίπα Λτδ ν. Λάμπρος Κιτρομηλίδης, Αρ. Αγωγής: 4130/2009, 3/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A236 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ENΩΠION: Μ. Λάρμου Παπαδήμα Αρ. Αγωγής: 4130/2009 Μεταξύ: Εταιρεία Μωσαϊκών Μαμίπα Λτδ Εναγόντων Και Λάμπρος Κιτρομηλίδης Εναγομένου Ημερομηνία: 3.9.2015 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντεςσ׃ κα Ε. Μιχαηλίδου (για την απαγγελία της απόφασης η κα Κουζάρη) Για Εναγομένο: κ. Χρ. Χριστοφόρου Α Π Ο Φ Α Σ Η Oι ενάγοντες αξιώνουν από τον εναγόμενο ποσό Ε4.521.33 ως υπόλοιπο από αγορά εμπορευμάτων. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμούς τους και μετά από προσφορά με αριθμό 08604 ημερομηνίας 26/5/2008 που ο εναγόμενος τους ζήτησε και του παρέδωσαν, πώλησαν σε αυτόν οικοδομικά υλικά και είδη υγιεινής εκδίδοντας τιμολόγια επί πιστώσει και/ή δελτία παραλαβής και τηρώντας παράλληλα και κατάσταση λογαριασμού η οποία παρουσιάζει ως χρεωστικό υπόλοιπο το αξιούμενο ποσό. Ο εναγόμενος με την Υπεράσπιση του αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς των εναγόντων και προβάλλει μια διαφορετική εκδοχή. Ισχυρίζεται ότι ο ίδιος ουδέποτε συμφώνησε με τους ενάγοντες την αγορά οποιονδήποτε εμπορευμάτων, αλλά επειδή είχε αναθέσει στην εταιρεία A.M.G. Yiallourou Bros Ltd κατασκευαστικές και/ή οικοδομικές εργασίες στην οικία του και επειδή δυνάμει της συμφωνίας αυτής, την αγορά των ειδών υγιεινής, των μαρμάρων/γρανιτών και πλακακιών που θα τοποθετούνταν σε αυτήν αναλάμβανε αποκλειστικά η εταιρεία Yiallourou χωρίς οποιαδήποτε ευθύνη του ιδίου έναντι των προμηθευτών της εταιρείας αυτής, η Yiallourou του ζήτησε να επισκεφθεί το χώρο των εναγόντων και να επιλέξει τα προϊόντα που επιθυμούσε να τοποθετηθούν στην οικία του. Η εταιρεία Yiallourou θα κατέβαλλε στους ενάγοντες την αξία των προϊόντων και αυτό ήταν γεγονός που οι ενάγοντες είχαν πληροφορηθεί και με το οποίο είχαν συμφωνήσει. Ο εναγόμενος ξόφλησε πλήρως την Yiallourou και είναι η θέση του ότι κανένα ποσό δεν οφείλει στους ενάγοντες και αιτείται απόρριψη της αγωγής με έξοδα σε βάρος τους. Κατά την ακροαματική διαδικασία και προς απόδειξη της υπόθεσης των εναγόντων, μαρτυρία έδωσαν οι Χαράλαμπος Χαραλάμπους και Μαρία Κωνσταντίνου (Μ.Ε.1 και 2), ενώ για την υπεράσπιση εκτός από τον ίδιο τον εναγόμενο κατέθεσαν ο Δημητράκης Θεοδοσίου, ο Χρίστος Δημητρίου και ο Χαράλαμπος Γιάλλουρος (Μ.Υ.1-4). Στη συνέχεια δε και μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων κατέθεσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις και επιχειρηματολόγησαν και προφορικά. Όλα τα πιο πάνω είναι καταγραμμένα στις αγορεύσεις και τα πρακτικά του Δικαστηρίου και για το λόγο αυτό δεν θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω. Αχρείαστο επίσης θεωρώ να επαναλάβω τη μαρτυρία που έχει προσκομισθεί και η οποία είναι καταγραμμένη στα πρακτικά, γι' αυτό και θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της, έχοντας κατά νου τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, ότι πρόκειται για υπόθεση πολιτικής φύσης που κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικά ή εξ' ολοκλήρου (βλ. Αγαπίου v. Παναγιώτου 1983

(1)ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη 1995
(2)ΑΑΔ 207, Χάρης Χρίστου v. Eυγενία Khoreva 2002 (1Α) 454). Από το σημείο αυτό πρέπει να λεχθεί ότι μεταξύ των δύο αντικρουόμενων εκδοχών, επιλέγω ως πλέον ειλικρινή και αξιόπιστη αυτήν του εναγόμενου. Και αυτό γιατί η μαρτυρία που προσκόμισε ήταν πιο πειστική λόγω της θετικότητας που τη χαρακτήριζε και για τους λόγους που διαφανούν στην συνέχεια κατά την αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά. Ο Μ.Ε.1 ήταν ένας από τους διευθυντές των εναγόντων. Σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρέχεται από το Νόμο, ετοίμασε και κατάθεσε ως Τεκμήριο Α γραπτή του δήλωση και στη συνέχεια εξετάσθηκε και αντεξετάσθηκε από τους ευπαίδευτους δικηγόρους. Αυτός δεν με έπεισε ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Η γενικότερη εντύπωση που σχημάτισα παρακολουθώντας τον να καταθέτει από το εδώλιο του μάρτυρα ήταν ότι για δικούς του λόγους, προσπάθησε να καταδείξει ότι ο εναγόμενος ήταν το πρόσωπο που είχε προχωρήσει σε συμφωνία με τους ενάγοντες αφού αυτός ήταν που είχε παραγγείλει και παραλάβει τα εμπορεύματα και κατά συνέπεια αυτός που όφειλε να καταβάλει το αξιούμενο ποσό. Όμως επί του ουσιαστικότατου αυτού σημείου δεν απαντούσε ευθέως και με θετικότητα αλλά απέφευγε να δίδει σαφείς και ξεκάθαρες απαντήσεις. Παρά το ότι στην κυρίως εξέταση προσπάθησε να πείσει ότι ο ίδιος προσωπικά στην παρουσία και κάποιας υπαλλήλου του, της Έλενας Ευθυμίου, συμφώνησαν με τον εναγόμενο την πώληση των εμπορευμάτων και ενώ αρνήθηκε ότι την υποχρέωση εξόφλησης της αξίας τους συμφώνησαν να αναλάβει η εταιρεία Yiallourou, στην αντεξέταση δεν κατάφερε να παραμείνει σταθερός και πειστικός. Χαρακτηριστικές είναι οι ακόλουθες απαντήσεις που έδωσε τόσο σε υποβολή που του έγινε όσο και σε ερώτηση που ακολούθησε και τις οποίες χρήσιμο θεωρώ να παραθέσω αυτούσιες. «Υπ. Εγώ σου υποβάλλω ότι καμία συναλλαγή εσύ προσωπικά, η εταιρεία σας είχε με τον Λάμπρο Κιτρομηλίδη εκτός του ότι καμία συναλλαγή είχατε με τον Λάμπρο Κιτρομηλίδη η εταιρεία σας αλλά είχατε συναλλαγή με την εταιρεία του κ. Γιάλλουρου που ήταν πελάτσες σας και ο οποίος σας πλήρωνε ότι υλικά έπαιρνε ο ίδιος ο κ. Γιάλλουρος. Α. Εγώ από ότι ξέρω ο κ. Πάμπος Γιάλλουρος ήταν απλώς ο εργολάβος του έργου και ο ιδιοκτήτης ήταν ο κ. Λάμπρος Κιτρομιλίδης. Ε. Ότι είναι ιδιοκτήτης δεν το αμφισβητώ. Α. Ο ίδιος ο ιδιοκτήτης ερχόταν και διάλεγε τα εμπορεύματα που θα βάλει και συμφωνούσε τις τιμές και όλα και όχι ο Πάμπος Γιάλλουρος και ως εκ τούτου έκαμνε ο ίδιος τις πληρωμές ο. κ. Λάμπρος». Και σε άλλη ακόμα περίπτωση περί το τέλος της αντεξέτασης και σε υποβολή που του έγινε ότι όλα τα χρήματα που εισπράχθηκαν τα είχε καταβάλει ο Γιάλλουρος ο οποίος είναι και το άτομο που είχε και την υποχρέωση να τα πληρώσει και όχι ο εναγόμενος αρκέσθηκε να πει «Εγώ τα τιμολόγια τα έβγαζα στον Λάμπρο Κιτρομηλίδη όπως μου είχε πει και πληρωνόμουν από τον ίδιο». Η εικόνα που έδωσε στο Δικαστήριο ήταν ότι ήταν διατεθειμένος να ισχυρισθεί οτιδήποτε το οποίο ο ίδιος έκρινε ικανό και υποβοηθητικό για την υπόθεση των εναγόντων. Και αυτό γιατί εκτός από τα πιο πάνω και σε άλλες περιπτώσεις δεν απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα και σε κάποιες άλλες καθυστερούσε εμφανώς να απαντήσει. Εμφανής ήταν επίσης η προσπάθεια του να καταδείξει ότι είχε προσωπική γνώση όλων των γεγονότων για τα οποία μαρτυρούσε και γι' αυτό επεχείρησε να τοποθετήσει τον εαυτό του παντού και σε όλες τις περιπτώσεις. Αυτό συνέβη όταν τοποθέτησε τον εαυτό του να ήταν παρών μαζί με κάποιον από τους πωλητές του όταν ο εναγόμενος διάλεγε τα εμπορεύματα, αλλά και στην περίπτωση που υποστήριξε ότι ο εναγόμενος προέβαινε στις πληρωμές. Περαιτέρω ασαφείς και συγκεχυμένες απαντήσεις έδωσε και σε άλλα σημεία σχέση με το ζήτημα των πληρωμών που γίνονταν έναντι των εμπορευμάτων και τις οποίες ήταν ισχυρισμός του ότι έκανε ο ίδιος ο εναγόμενος. Και αυτό παρά το ότι στο Τεκμήριο Α αναφέρει κάτι διαφορετικό. Ότι δηλαδή οι πληρωμές γίνονταν όχι μόνο από τον εναγόμενο, αλλά και μέσω των αντιπροσώπων του. Ενώ αρχικά και όπως και πιο πάνω αναφέρεται, σε ερώτηση που του υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση εάν είδε τον ίδιο τον εναγόμενο να πληρώνει, απάντησε κατά λέξη «Αφού εγώ πληρωνόμουν», στη συνέχεια έδωσε άλλους ισχυρισμούς κατά τρόπο μάλιστα συγκεχυμένο. Είπε σε μία περίπτωση ότι σε όλες τις επισκέψεις του εναγομένου στο κατάστημα για να πληρώσει, ήταν απλώς και ο ίδιος παρών. Σε άλλο δε σημείο της αντεξέτασης εάν οι πληρωμές γίνονταν στο λογιστήριο, απάντησε με γενικότητα και ασάφεια ότι οι πληρωμές γίνονταν στα «άτομα που βγάζουν απόδειξη». Στην προσπάθεια του να πείσει για την αλήθεια της εκδοχής των εναγόντων προέβαλε επίσης σε ορισμένες περιπτώσεις κάποιους ισχυρισμούς, για τους οποίους όμως και όπως διαφάνηκε στη συνέχεια δεν ήταν καθόλου βέβαιος. Μια τέτοια περίπτωση ήταν όταν ισχυρίσθηκε ότι τα δύο τηλέφωνα που εμφαίνονται στο Τεκμήριο 1(Β) που είναι φωτοαντίγραφο δελτίου αποστολής, ανήκουν το ένα στον εναγόμενο και το άλλο όπως «νομίζει» στον εργολάβο του. Σε υποβολή που ακολούθησε ότι κανένα από τα δύο δεν είναι του εναγομένου, προσπάθησε να δικαιολογήσει την προηγούμενη του απάντηση λέγοντας ότι προηγουμένως είχε πει ότι «νομίζει» ότι ανήκει στον εναγόμενο. Αυτό όμως δεν ευσταθεί γιατί η μη βεβαιότητα με την οποία είχε απαντήσει αμέσως πριν, αφορούσε μόνο το τηλέφωνο του εργολάβου και όχι του ίδιου του εναγόμενου. Μια άλλη τέτοια περίπτωση ήταν όταν αρχικά είπε ότι το ίδιο τεκμήριο και σύμφωνα με τα όσα γνωρίζει το υπέγραψε ο εκπρόσωπος του ιδιοκτήτη. Στη συνέχεια όμως της αντεξέτασης είπε ότι το υπέγραψε ο ιδιοκτήτης, λέγοντας στη συνέχεια ότι μπορεί να το υπέγραψε «υπεύθυνος, τα υπεύθυνα άτομα του ιδιοκτήτη» καταλήγοντας τελικά να πει ότι απλώς υπέθεσε ότι η υπογραφή ήταν του Γιάλλουρου. Παρουσίασε περαιτέρω επιλεκτική μνήμη και δεν μπορούσε να θυμηθεί ουσιαστικά γεγονότα για την υπόθεση και τα οποία προφανώς έκρινε ότι πιθανόν να την επηρέαζαν δυσμενώς. Τέτοιες περιπτώσεις ήταν όταν ρωτήθηκε αν ο Γιάλλουρος ήταν παρών την ημέρα που ο εναγόμενος έκανε την επιλογή των εμπορευμάτων και στην οποία απάντησε ότι θυμόταν ότι ο εναγόμενος και ο Γιάλλουρος είχαν πάει μαζί στο κατάστημα, αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί αν ήταν εκείνη την ημέρα ή άλλη. Δεν μπορούσε ακόμα να θυμηθεί εάν ήταν παρούσα την ημέρα εκείνη η σύζυγος του εναγομένου. Δεν μπορούσε επίσης να θυμηθεί εάν τα κεραμικά που θα επέλεγε ο εναγόμενος θα έπρεπε να είχαν κάποιο όριο τιμής. Παρά το ότι ισχυρίσθηκε ότι δεν θυμόταν, στη συνέχεια και σε ερώτηση που ακολούθησε αν μεταξύ εναγομένου και Γιάλλουρου έγινε τέτοια συζήτηση, είπε με βεβαιότητα ότι δεν έγινε καμία τέτοια συζήτηση, χωρίς πάντως να αναφέρει ότι ο Γιάλλουρος δεν ήταν παρών τη συγκεκριμένη ημέρα κάτι για το οποίο και όπως και πιο πάνω αναφέρεται ισχυρίσθηκε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί. Δεν θυμόταν ούτε αν ο εναγόμενος πλήρωνε με μετρητά ή με επιταγή. Για τους πιο πάνω λόγους δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του την οποία και απορρίπτω εκτός του μέρους που συνάδει με τη μαρτυρία η οποία γίνεται αποδεκτή για τους λόγους που θα διαφανούν στη συνέχεια. Ούτε και η M.E.2 η οποία εργάζεται στο λογιστήριο των εναγόντων δεν με έπεισε ότι ήλθε στο Δικαστήριο για να μαρτυρήσει την αλήθεια. Η γενικότερη εντύπωση που σχημάτισα για αυτήν ήταν ότι σκοπός της μαρτυρίας της, ήταν να βοηθήσει τους εργοδότες της στην υπόθεση τους. Την εντύπωση αυτήν την σχημάτισα γιατί απέφευγε να απαντά με αμεσότητα και ευθύτητα, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις εκνευριζόταν και μιλούσε έντονα υψώνοντας τον τόνο της φωνής της. Περιπτώσεις στις οποίες απέφευγε να απαντά με αμεσότητα και ευθύτητα παρατηρούνται όχι μόνο στην αντεξέταση αλλά ακόμα και στην κύρια εξέταση. Αυτό συνέβη όταν ρωτήθηκε εάν ήταν παρούσα την ημέρα που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των εναγόντων, ο εναγόμενος παρήγγειλε τα εμπορεύματα και στην οποία απάντησε με γενικότητα για την πρακτική που ακολουθείτο. Το ίδιο γενικά απάντησε όταν της ζητήθηκε να πει συγκεκριμένα τις ημερομηνίες που όπως ισχυρίσθηκε επικοινώνησε με τον εναγόμενο για να τον ενημερώσει για το οφειλόμενο υπόλοιπο. Και σε αυτήν την περίπτωση είπε απλώς ότι ενημερώνει τους πελάτες σε τακτά χρονικά διαστήματα και πότε έγινε η τελευταία πληρωμή και ότι μετά από αυτήν ενημέρωσε τον εναγόμενο δύο με τρεις φορές και πάντα της υποσχόταν ότι θα ξοφλούσε. Η τακτική αυτή έγινε ακόμα πιο έντονη κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης. Ερωτώμενη εάν ήταν παρούσα όταν δόθηκαν στον εναγόμενο οι προσφορές απέφευγε να απαντήσει ευθέως και χρειάσθηκε να υποβληθούν κάποιες ερωτήσεις για να πει τελικά ότι κατά το χρόνο εκείνο δεν βρισκόταν στον ίδιο χώρο μαζί του. Ενώ αρχικά αρνήθηκε ότι γνωρίζει κάποιον Γιάλλουρο, μετά από επανειλημμένες ερωτήσεις δέχθηκε ότι μίλησε τηλεφωνικά με κάποιον Πάμπο Γιάλλουρο, λέγοντας μάλιστα ότι αυτός ήταν ο εργολάβος που ανέλαβε την ανέγερση της οικοδομής του εναγομένου και ότι αυτός ζητούσε υλικά για την οικοδομή. Βλέποντας το Τεκμήριο 7(Α) που είναι απόδειξη είσπραξης αναγνώρισε την υπογραφή της και δήλωσε ότι σε αυτήν την περίπτωση εισέπραξε χρήματα σε μετρητά. Απαντώντας σε ερώτηση ποιος τις έδωσε τα χρήματα αυτά, είπε ότι ήταν ο κ. Πάμπος. Σε αμέσως επόμενη ερώτηση εάν εννοούσε τον Γιάλλουρο απάντησε θετικά. Αμέσως μετά και απαντώντας σε άλλη ερώτηση τι έκανε τα χρήματα που εισέπραξε διαφοροποίησε την απάντηση της λέγοντας ότι τα χρήματα τα έλαβε από τον εναγόμενο. Επέμενε ότι ο ίδιος ο εναγόμενος κατέβαλε στην ίδια το ποσό των Λ.Κ.1.500= λέγοντας ότι αυτό ήταν ένα γεγονός που θυμόταν πολύ καλά. Όμως και παρόλο που αυτό ήταν όπως ισχυρίσθηκε γεγονός που θυμόταν πολύ καλά, δεν μπορούσε να θυμηθεί εάν την ίδια μέρα ο εναγόμενος συνοδευόταν από κάποιο άλλο πρόσωπο, δημιουργώντας την απορία πως μπορούσε αυτό να συμβαίνει και αποσπασματικά μόνο να θυμάται μέρος των γεγονότων του ίδιου περιστατικού. Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία της εκτός μόνο από το μέρος εκείνο που συνάδει με τη μαρτυρία που για τους λόγους που εκτίθενται πιο κάτω γίνεται αποδεκτή. Και ο εναγόμενος ετοίμασε και κατάθεσε ως Τεκμήριο Β γραπτή του δήλωση. Παρακολουθώντας τον να καταθέτει από το εδώλιο του μάρτυρα, παρατηρώντας την όλη στάση και συμπεριφορά του, θεωρώ ότι αυτός μαρτύρησε την αλήθεια. Και αυτό γιατί από την αρχή μέχρι το τέλος απαντούσε με αμεσότητα, ευθύτητα και χωρίς υπεκφυγές παραμένοντας σταθερός στην εκδοχή του. Δεν μου διαφεύγει ότι επί ορισμένων σημείων η μαρτυρία του παρουσιάζει κάποιες αδυναμίες όπως σε σχέση με τις δύο προσφορές (Τεκμήρια 9 και 11), ενώ σε αυτή όπως και με τη μαρτυρία του Μ.Υ.4 εντοπίζονται κάποιες μικροαντιφάσεις. Όμως επί του πιο ουσιαστικού σημείου για την υπόθεση, ότι δηλαδή είχε αναθέσει την ανέγερση της οικίας του στην εταιρεία Yiallourou και στην τιμή που συμφώνησαν περιλαμβανόταν και η αξία των υλικών τα οποία θα τοποθετούνταν σε αυτήν και τα οποία ο ίδιος απλώς επέλεξε από το κατάστημα των εναγόντων, ήταν απόλυτα θετικός και σταθερός με αποτέλεσμα να με πείσει για την ειλικρίνεια του. Συνεπώς οι οποιεσδήποτε αδυναμίες στην μαρτυρία του και οι οποίες εν πάση περιπτώσει δεν αφορούσαν ουσιώδη σημεία για την υπόθεση, κρίνονται ανίκανες να κλονίσουν την αξιοπιστία του. Πολύ ουσιαστικό επίσης είναι το γεγονός ότι η εκδοχή του επιβεβαιώθηκε από τον Μ.Υ.4 ο οποίος δεν είχε κανένα προσωπικό συμφέρον στην υπόθεση και ο οποίος μου έκαμε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Για τους λόγους αυτούς η μαρτυρία του γίνεται πλήρως αποδεκτή. Προσήχθη από τους Μ.Υ.2 και Μ.Υ.3 μαρτυρία ότι ο πρώτος ως πελεκάνος και ο δεύτερος ως αλουμινιτζής, εκτέλεσαν στο σπίτι του εναγομένου κάποιες ξυλουργικές εργασίες και εργασίες αλουμινίου αντίστοιχα. Τις εργασίες αυτές τους τις ανέθεσε ο Πάμπος Γιάλλουρος ο οποίος και τους πλήρωσε. Η μαρτυρία και των δύο, γίνεται αποδεκτή γιατί εκτός του ότι μαρτύρησαν με ειλικρίνεια και μόνο όσα γνώριζαν, δεν αμφισβητήθηκε στην ουσία της. Σημαντική για την υπόθεση του εναγομένου ήταν η μαρτυρία του Μ.Υ.4. Αυτός, επιβεβαίωσε τον ισχυρισμό του εναγομένου ότι η εταιρεία του ανέλαβε την κατασκευή της οικίας του εναγομένου και ότι στην τιμή που είχαν συμφωνήσει συμπεριλαμβανόταν και η αξία υλικών και εμπορευμάτων που θα τοποθετούνταν σε αυτήν. Για το λόγο αυτό επισκέφθηκαν το κατάστημα των εναγόντων και ο εναγόμενος και η σύζυγος του επέλεξαν αυτά που θα τοποθετούνταν. Την πληρωμή της αξίας των εμπορευμάτων στους ενάγοντες ανέλαβε να κάμει ο ίδιος, χωρίς ο εναγόμενος να υπέχει οποιαδήποτε υποχρέωση έναντι των εναγόντων και αυτό ήταν γεγονός που οι ενάγοντες είχαν πληροφορηθεί τόσο από τον ίδιο, όσο και από τον εναγόμενο. Το είδος αυτό της συνεργασίας είχε ακολουθήσει μαζί με τους ενάγοντες και σε άλλες περιπτώσεις. Παρακολουθώντας τον Μ.Υ.4, σχημάτισα την πεποίθηση ότι αυτός μαρτύρησε μόνο την αλήθεια και γι' αυτό η μαρτυρία του γίνεται πλήρως αποδεκτή. Με πολλή απλότητα, φυσικότητα και με πηγαίο τρόπο, ανάφερε όσα γνώριζε χωρίς καμία προσπάθεια να αλλοιώσει ή να παραποιήσει τα γεγονότα. Δεν προσπάθησε επίσης σε καμία περίπτωση να αναφέρει πράγματα που δεν γνώριζε για να διευκολύνει οποιονδήποτε και ειδικότερα τον εναγόμενο που τον κάλεσε ως μάρτυρα. Χαρακτηριστική είναι η απάντηση που έδωσε όταν του υποβλήθηκε ότι τα εμπορεύματα που περιγράφονται στο δελτίο αποστολής αρ.31025 του Τεκμηρίου 5, τα είχε παραγγείλει ο ίδιος ο εναγόμενος μετά από συμφωνία που έκαμε με τους ενάγοντες και στην οποία είπε κατά λέξη «Δεν ξέρω, δεν γνωρίζω έτσι περίπτωση, αλλά δεν νομίζω κιόλας να έγινε έτσι συμφωνία και να μην γνωρίζω εγώ». Παρομοίως σε άλλη περίπτωση και πάλι κατά την αντεξέταση είπε ότι δεν γνωρίζει εάν μετά την ολοκλήρωση των εργασιών ο εναγόμενος συνήψε με τους ενάγοντες οποιαδήποτε άλλη συμφωνία. Δείγματα της ειλικρίνειας του είναι και το ότι δεν δίστασε να αναφέρει ότι η υποχρέωση πληρωμής των εμπορευμάτων βάρυνε την εταιρεία του και ότι μέχρι σήμερα εξακολουθεί να οφείλει στον Μ.Υ.3 κάποιο ποσό από τις εργασίες που ο τελευταίος εκτέλεσε κατόπιν εντολής του στην οικία του εναγομένου. Με τη λογική συνάδουν και οι εξηγήσεις που έδωσε για τους λόγους που οι αποδείξεις εκδίδονταν στο όνομα του εναγομένου. Αυτό γινόταν όπως είπε επειδή η προσφορά ήταν πάντοτε στο όνομα του πελάτη του και για αυτό οι αποδείξεις εκδίδονταν στο όνομα του τελευταίου, για να γνωρίζουν ότι η συγκεκριμένη απόδειξη αφορούσε τον συγκεκριμένο πελάτη. Απορίες πάντως δημιουργεί υποβολή που έγινε στον μάρτυρα όταν απάντησε ότι δεν έχει εξοφλητική απόδειξη και στην οποία του λέχθηκε κατά λέξη «Δεν έχετε εξοφλητική απόδειξη γιατί απλούστατα δεν ξοφλήσατε το ποσό που οφείλατε στους ενάγοντες» και στην οποία απάντησε ότι υπήρξε πλήρης εξόφληση. Η υποβολή αυτή δημιουργεί το ερώτημα ποιος τελικά σύμφωνα με τους ενάγοντες είναι το πρόσωπο που οφείλει το αξιούμενο ποσό; Ο εναγόμενος ή ο μάρτυρας; Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Ο εναγόμενος κατά ή περί τον Απρίλιο του 2008, ανάθεσε στην εταιρεία A.M.G. Yiallouros Bros Ltd, την ανέγερση της κατοικίας του στον Άγιο Τύχωνα στη Λεμεσό. Σύμφωνα με τη μεταξύ τους συμφωνία, το κόστος αγοράς των υλικών θα βάρυνε τον εργολάβο. Για την επιλογή υλικών που θα τοποθετούνταν στην οικία, ο εναγόμενος με τη σύζυγο του και τον Μ.Υ.4, μετέβησαν στο κατάστημα των εναγόντων με τους οποίους ο εργολάβος είχε συνεργασία. Πράγματι ο εναγόμενος επέλεξε τα υλικά, ο εργολάβος τα παράγγειλε από τους ενάγοντες και ανέλαβε έναντι τους την υποχρέωση της πληρωμής τους, γεγονός που αναφέρθηκε στους ενάγοντες και ήταν και τρόπος με τον οποίο οι ενάγοντες και ο εργολάβος είχαν συνεργασθεί και σε προηγούμενες περιπτώσεις. Πράγματι οι ενάγοντες παρέδωσαν τα υλικά τα οποία και ο εργολάβος τοποθέτησε στην οικία του εναγόμενου. Από τη στιγμή που η μαρτυρία των εναγόντων έχει απορριφθεί, η τύχη της αγωγής είναι προδιαγεγραμμένη αφού δεν διαφάνηκε να έχει καταρτισθεί οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων. Από μόνα τους τα τιμολόγια και η κατάσταση λογαριασμού δεν έχουν καμία αποδεικτική αξία. Και αυτό γιατί και όπως είναι νομολογημένο τα τιμολόγια μόνα τους, δεν έχουν αυτοδύναμη αποδεικτική αξία (βλ. Εμπορικά Ψυγεία Βόρειος Πόλος Λτδ v. Φάρμα Ρένος Χ ΄ Ιωάννου 97/2009/ 21.6.2012), αλλά υπάρχουν για να συνεκτιμούνται στο σύνολο της μαρτυρίας (βλ. Haleco Hanseatisches v. LSE Life Style Enterprises Ltd
(2011)1 (Β) ΑΑΔ 1055), ενώ οι λογαριασμοί εμπορευομένου από μόνοι τους δεν αποδεικνύουν τα γεγονότα που καταγράφουν, αλλά αυτά πρέπει να αποδειχθούν (βλ. Παναγιώτης Μαστρής Λτδ ν. Επιπλώσεις Λάσκο Λτδ
(2006)1 (Α) ΑΑΔ 728). Το ζήτημα που έχει εγερθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγομένου ότι οι καταστάσεις λογαριασμού δεν έχουν εκδοθεί από τους ενάγοντες αλλά από άλλη εταιρεία, καθίσταται πλέον χωρίς σημασία και δεν θα με απασχολήσει. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αγωγή θα έχει απορριπτική κατάληξη. Συνακόλουθα η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα εναντίον των εναγόντων και υπέρ του εναγομένου όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Υπ............ Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής civil/final Subject/polisi agathon cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.