← Κύπρος

Τάσου Αναστασίου κ.α. ν. Cyprus Popular Bank Public Company Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 2580/14, 30/9/2015

Τάσου Αναστασίου κ.α. ν. Cyprus Popular Bank Public Company Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 2580/14, 30/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A264 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2580/14 Mεταξύ:

  1. Τάσου Αναστασίου
  2. Μαρίκας Αναστασίου Εναγόντων/Αιτητών και Cyprus Popular Bank Public Company Ltd Άντρης Αντωνιάδου υπό την ιδιότητα της ως Ειδικής Διαχειρίστριας για την εκτέλεση των μέτρων εξυγίανσης της Λαϊκής Τράπεζας Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ CNP Cyprialife Ltd Εναγομένων/Καθ'ων η αίτηση 1-3 ------------------ Αίτηση ημερ. 27.6.14 ------------------- 30.9.15 Για τους αιτητές: Koς Κυπρίζογλου για Ρίκκο Ερωτοκρίτου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για την καθ'ης η αίτηση 3: Kος Μαστορούδης για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση οι αιτητές ζητούν: «Α. Παρεμπίμπτον απαγορευτικό διάταγμα, με το οποίο ν' απαγορεύεται στους Καθ'ων η Αίτησις 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή στους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους και/ή διαδόχους τους και/ή εκδοχείς τους και/ή ειδικούς διαχειριστές της περιουσίας τους, όπως επιβαρύνουν με οποιοδήποτε πρόσθετο τέλος και/ή επιτόκιο και/ή οιασδήποτε μορφής χρέωση και/ή τιμωρητική ρήτρα, στα πλαίσια της Συμφωνίας οικιστικού δανείου ύψους Λ.Κ.60,000 που ισούται με €102,516.086, η οποία φέρει αρ.λογ.δανείου 021-12-539337 και έχει υπογραφεί μεταξύ των συμβαλλομένων σε αυτή μερών εν έτει 1998, μέχρι περατώσεως της πιο πάνω με αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του δικαστηρίου. Β. Παρεμπίμπτον απαγορευτικό διάταγμα, με το οποίο ν' απαγορεύεται στους Καθ'ων η Αίτησις 1 και/2 ή και/ή 3 ή στους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους και/ή διαδόχους τους και/ή εκδοχείς τους και/ή ειδικούς διαχειριστές της περιουσίας τους, όπως μέχρι πλήρους περατώσεως της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του δικαστηρίου, μη επιβαρύνουν καθ' οιονδήποτε τρόπο, με οποιοδήποτε επιπρόσθετο τέλος και/ή χρέωση και/ή επιτόκιο και/ή άλλη τιμωρητική ρήτρα επί του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου που υπεγράφη μεταξύ του Αιτητή 1 και της Καθ'ης η Αίτησις 4 εν έτει 1998 κατ' απαίτηση των Καθ'ων η Αίτησις 1 και/ή 3 και ολόκληρη η αξία εξαγοράς του κατά τη λήψη του εν έτει 2017, εκχωρήθηκε στην Καθ'ης η Αίτησις 1 και/ή 3, κατ' απαίτηση τους, προς εξασφάλιση του λαβείν τους, στα πλαίσια της Συμφωνίας οικιστικού δανείου ύψους Λ.Κ. 60,000 που ισούται με €102,516.086, η οποία φέρει αρ.λογ. δανείου 021-12-539337 και υπογράφηκε μεταξύ του Αιτητή 1 και της Καθ'ης η Αίτησις 3 εν έτει 1998, ανήκει στο σχέδιο CYPRIA HOMEPLAN και προνοεί για πληρωμή του δανείου, χωρίς αποπληρωμή του κεφαλαίου, σε πρώτη ζήτηση ή με μηνιαίες δόσεις των Λ.Κ.400 έκαστη που ισούται με €683,44 με δανειστικό επιτόκιο 8% ετησίως και πλήρη εξόφληση μέχρι τις 22.12.
  3. Γ. Παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα, με το οποίο ν' απαγορεύεται στους Καθ'ων η Αίτησις 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή στους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους και/ή διαδόχους τους και/ή εκδοχείς τους και/ή ειδικούς διαχειριστές της περιουσίας τους, όπως μέχρι πλήρους περατώσεως της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του δικαστηρίου μη επιβαρύνουν καθ' οιονδήποτε τρόπο, με οποιοδήποτε τέλος και/ή χρέωση και/ή επιτόκιο τη Σύμβαση Εγγύησης, που συνάφθηκε μεταξύ της Αιτήτριας 2 και των Καθ'ων η Αίτησις 1 και/ή 3, στα πλαίσια παροχής εγγύησης υπό της Αιτήτριας 2, για την εξασφάλιση του λαβείν των Καθ'ων η Αίτησις 1 και/ή 3 που προέρχεται από τη Συμφωνία οικιστικού δανείου ύψους Λ.Κ.60,000 που ισούται με €102,516.086, η οποία φέρει αρ.λογ.δανείου 021-12-539337, και υπογράφηκε μεταξύ του Αιτητή 1 και της Καθ'ης η Αίτησις 3 εν έτει 1998, ανήκει στο σχέδιο CYPRIA HOMEPLAN και προνοεί για πληρωμή του δανείου, χωρίς αποπληρωμή του κεφαλαίου, σε πρώτη ζήτηση ή με μηνιαίες δόσεις των Λ.Κ.400 έκαστη που ισούται με €683,44 με δανειστικό επιτόκιο 8% ετησίως και πλήρη εξόφληση μέχρι τις 22.12.
  4. Δ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία, ήθελε θεωρήσει ως ορθή, δίκαιη και εύλογη το σεβαστό Δικαστήριο.» Η αίτηση βασίζεται στα Άρθρα 29-32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.39, Κ.Κ.1, 2, Δ.48 Κ.Κ. 1, 2, 8 και 9, Δ.64 Κ.Κ. 1, 2, στις Γενικές Αρχές του Νόμου, των Κανόνων της Επιείκειας, της Πρακτικής και της Σύμφυτης Εξουσίας των Δικαστηρίων. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κ. Τάσου Αναστασίου στην οποία παραθέτει το περιεχόμενο επιστολής ημερομηνίας 24.2.14 που απέστειλε στους εναγομένους στην οποία αναφέρει το ιστορικό της συμφωνίας η οποία υπογράφηκε το 1998 με την εναγομένη 1 και προβάλλει ισχυρισμούς σε σχέση με το ασφαλιστήριο συμβόλαιο που υπέγραψε με την εναγομένη 4 και παραπέμπει σε περαιτέρω αλληλογραφία που είχε με την εναγόμενη
  5. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει επίσης ότι από την παράνομη χρέωση των εναγομένων υπερχρεώθηκε με το ποσό των €21.
  6. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός του ενόρκως δηλούντα ότι επειδή δεν υπήρξε ανταπόκριση εκ μέρους των εναγομένων στο αίτημα του όπως η τράπεζα επωμιστεί την πληρωμή των ασφαλίστρων για συνέχιση ισχύος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, στη λήξη του οποίου ο ενάγων 1 θα εκχωρήσει το ποσό για εξόφληση του δανείου στην τράπεζα και αποδέσμευσης του ενυπόθηκου ακινήτου αφού η υποθήκη ήταν καταχρηστική και παράνομη, καταχώρισε την παρούσα αγωγή. Οι εναγόμενοι συνεχίζουν όπως αναφέρει ο ενόρκως δηλών να χρεώνουν τον επίδικο λογαριασμό δανείου με παράνομες χρεώσεις και επιτόκια και να αποδυναμώνουν τη δυνατότητα του να διεκδικήσει το 2017 ολόκληρο το ποσό εξαγοράς του ασφαλιστηρίου συμβολαίου που συνήψε με την εναγόμενη 4 και εκχωρήθηκε στη βάση της συμφωνίας στην εναγομένη
  7. Στη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση αναφέρει ότι η εναγομένη 1 έθετε ως απαράβατο όρο της συμφωνίας δανείου τη σύναψη και εκχώρηση του ασφαλιστηρίου εγγράφου και ισχυρίζεται επίσης ότι η συμφωνία δανείου ουδέποτε παρουσίαζε καθυστερήσεις αλλά αντίθετα υπερχρεώσεις τις οποίες η τράπεζα τον ανάγκαζε να καταβάλει παρουσιάζοντας τες ως καθυστερήσεις. Είναι ο ισχυρισμός του ενόρκως δηλούντα ότι από τα γεγονότα όπως περιγράφονται στην ένορκη του δήλωση φαίνεται ότι έχει καλή βάση αγωγής, δικαιούται σε θεραπεία και θα είναι πολύ δύσκολο και ή αδύνατο να αποζημιωθεί στο μέλλον σε περίπτωση που δεν γίνει αποδεκτό το αίτημα του. Στην αίτηση των αιτητών καταχώρισαν ένσταση οι καθ'ων η αίτηση/εναγόμενοι 3 προβάλλοντας τους πιο κάτω λόγους ένστασης: H παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας. Η παρούσα αίτηση δεν ικανοποιεί τις στοιχειώδεις προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η αίτηση είναι παράτυπη, αντικανονική, έκδηλα αβάσιμη και ανυπόστατη. Δεν υπάρχει καλή βάση αγωγής, ούτε σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ούτε ορατή και καλή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι ανεπαρκής, ασαφής και αόριστη δεν εκτίθενται σε αυτή επαρκή γεγονότα για να στηρίξουν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Όσον αφορά τα αιτούμενα διατάγματα του Σεβαστού Δικαστηρίου, δεν υπάρχει ένδειξη ανεπανόρθωτης ζημιάς, κάτι που αποτελεί προϋπόθεση για την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Όσον αφορά τα αιτούμενα διατάγματα του Σεβαστού Δικαστηρίου, δεν είναι αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν βρίσκεται σε ισχύ το υπό κρίση διάταγμα. Είναι εύλογο και δίκαιο και προς το δημόσιο συμφέρον όπως απορριφθεί η παρούσα αίτηση. Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η ένσταση της καθ'ης η αίτηση/εναγομένης 3 φαίνονται στην ένορκη δήλωση της κα Ελίζας Ζερβίδου η οποία μεταξύ άλλων αναφέρει ότι είναι στην υπηρεσία της εναγομένης 3 στο Τμήμα Χορήγησης Δανείων. Είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση και γνωρίζει καλά τα γεγονότα της αίτησης τόσο από προσωπική γνώση όσο και από έγγραφα που έχει στην κατοχή της και από πληροφορίες που έχει λάβει από αρμόδιους λειτουργούς της εναγομένης
  8. Είναι ο ισχυρισμός της ενόρκως δηλούσας ότι η παρούσα αίτηση δεν ικανοποιεί στοιχειώδεις προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων ενώ η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι ανεπαρκής, ασαφής και αόριστη και δεν εκτίθενται σε αυτή επαρκή γεγονότα για να στηρίξουν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός όπως φαίνεται μέσα από την ένορκη δήλωση ότι δεν υπάρχει ένδειξη ανεπανόρθωτης ζημιάς κάτι που αποτελεί προϋπόθεση για την έκδοση του προσωρινού διατάγματος, δεν υπάρχει καλή βάση αγωγής, ούτε σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Η συνομολόγηση του επίδικου δανείου ημερ. 13.1.1998 ήταν καθόλα νομότυπη, έγιναν αποδεκτοί οι όροι εκχώρησης της ασφάλειας ζωής ημερ. 9.12.97 και των υπολοίπων εγγυήσεων και εξασφαλίσεων και τα οποία αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας δανείου με ελεύθερη βούληση και έχοντας πλήρη επίγνωση για το περιεχόμενο τους. Είναι ισχυρισμός της εναγομένης 3 ότι οι εναγόμενοι ουδέποτε προέτρεψαν τους ενάγοντες να συνομολογήσουν το επίδικο δάνειο και ή να παραχωρήσουν τις εξασφαλίσεις. Οι εναγόμενοι ενεργούσαν καθόλα νομότυπα με βάση τη σχετική νομοθεσία και την πάγια Τραπεζική Πρακτική, και οι ενάγοντες κωλύονται να εγείρουν τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην αίτηση. Είναι επίσης ισχυρισμός της εναγόμενης 3 ότι έστω και αν οι ενάγοντες έχουν υποστεί χρηματική ζημιά, αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ανεπανόρθωτη και/ή ότι είναι δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η εναγόμενη 3 όπως ισχυρίζεται η ενόρκως δηλούσα είναι καθόλα φερέγγυα και οι ενάγοντες δεν έχουν παρουσιάσει μαρτυρία που να καταδεικνύει το αντίθετο. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών ανέπτυξαν τις θέσεις τους μέσα από γραπτές αγορεύσεις στις οποίες θα αναφερθώ όπου κριθεί σκόπιμο. Η αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60 το οποίο παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπίπτοντων διαταγμάτων και εξετάστηκε σε σωρεία αποφάσεων (βλ. Odysseos v. Pieris Estates

(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motoria Ltd
(1987)1 C.L.R. 303, Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.ά.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453). Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο Ενάγων σε θεραπεία, και (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο Ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο και/ή ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η πιθανότητα στο πλαίσιο της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον ενάγοντα/αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση δηλαδή ότι χωρίς τη έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Οι δύο πρώτες προϋποθέσεις είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετες ιδιαίτερα στην περιορισμένη έκταση εξέτασης σ' αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που περιέχεται στις ένορκες δηλώσεις. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις, το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα (βλ. Bacardi v. Vinco
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, Ζωντίλης ν. Αντρέου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1603 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ ν. C. Kokkouris Trading
(1998)1 A.A.Δ. 149). Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του και πρέπει να αποφύγει την αναλυτική εξέταση των επίδικων θεμάτων της αγωγής, καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 και όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograbska Banka
(1999)1(A) A.A.Δ. 225, 235: "οι διαπιστώσεις στις οποίες προβαίνουμε, γίνονται για τους σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος, . Όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εξεταστεί η ουσία της." Στην υπόθεση επίσης P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802 αναφέρθηκε ότι: "Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του." Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει καταχωρηθεί Έκθεση Απαίτησης και έτσι δεν υπάρχουν δικογραφημένοι οι ισχυρισμοί των εναγόντων στους οποίους στηρίζουν την απαίτηση τους. Οι ισχυρισμοί των εναγόντων που περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση δεν αποτελούν όμως σαφή μαρτυρία αλλά προβάλλονται μέσα από το περιεχόμενο της επιστολής που έστειλαν οι δικηγόροι τους στους εναγόμενους και τους οποίους ισχυρισμούς δεν αναφέρει ο ενόρκως δηλών ότι υιοθετεί. Ισχυρίζεται περαιτέρω στην παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης ότι οι εναγόμενοι χρεώνουν με παράνομες χρεώσεις και επιτόκια τόσο το λογαριασμό δανείου όσο και τη σύμβαση εγγύησης και αποδυναμώνουν το ποσό εξαγοράς του ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Όπως φαίνεται από την οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος, οι ενάγοντες ζητούν από το Δικαστήριο εναντίον των εναγομένων αναγνωριστική απόφαση ότι η εναγομένη 1 και/ή η εναγομένη 2 και/ή εναγόμενη 3 έχουν παραβιάσει μονομερώς και με αποκλειστική τους υπαιτιότητα τη συμφωνία οικιστικού δανείου ύψους £60.000 η οποία έχει υπογραφεί το
  1. Ισχυρίζονται επίσης ότι αντί να εξηγήσουν οι εναγόμενοι στους ενάγοντες τις θετικές και αρνητικές συνέπειες της εκχώρησης σε αυτούς του ασφαλιστηρίου συμβολαίου ζωής που υπέγραψαν με την εναγομένη 4, υπερχρέωσαν τους ενάγοντες και ανάγκασαν τον ενάγοντα 1 να ρευστοποιήσει δικές του μετοχές για να πληρώσει δήθεν καθυστερημένες δόσεις του δανείου προκαλώντας του πρόσθετη οικονομική ζημιά. Ζητούν επίσης οι ενάγοντες αναγνωριστική απόφαση με την οποία να αναγνωρίζεται ότι οι εναγόμενοι 1, 2 και 3 συνωμότησαν με την εναγομένη 4 με σκοπό τον εξαναγκασμό του ενάγοντα 1 στη σύναψη ασφαλιστηρίου ζωής και την εκχώρηση του στους εναγόμενους 1, 2 και 3 με σκοπό την περαιτέρω εξασφάλιση του οικιστικού δανείου. Ζητούν περαιτέρω από το Δικαστήριο διάταγμα όπως οι εναγόμενοι 1, 2 και 3 επωμιστούν την πληρωμή των ασφαλίστρων για τη συνέχιση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και αποδέσμευσης του ακινήτου που υποθήκευσε η ενάγουσα 2 προς όφελος της εναγομένης
  2. Διαζευκτικά ζητούν απόφαση και ή διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάττεται η κήρυξη της συμφωνίας ως μη δεκτική εκτέλεσης εκ μέρους των εναγομένων 1, 2 και
  3. Όπως μπορεί να διαφανεί μέσα από την οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος και με δυσκολία θα έλεγα μέσα από την ένορκη δήλωση, οι ενάγοντες καταλογίζουν στους εναγόμενους αντισυμβατικές και παράνομες χρεώσεις σε σχέση με τη συμφωνία δανείου αλλά και συνωμοσία μεταξύ των εναγομένων 1, 2, 3 και 4 για εξαναγκασμό του ενάγοντα 1 στη σύναψη και εκχώρηση στην εναγόμενη 1 του ασφαλιστηρίου εγγράφου. Έχοντας πάντα υπόψη ότι στο στάδιο αυτό οι αιτητές δε θα πρέπει να αποκαλύψουν οτιδήποτε περισσότερο από συζητήσιμη υπόθεση και το Δικαστήριο εξετάζει μόνο την απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλής δυνατότητας, αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, θεωρώ ότι στοιχειοθετούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 αφού οι προϋποθέσεις αυτές είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετες. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση ότι δηλαδή χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, παρατηρώ ότι αυτό που οι αιτητές ζητούν από το Δικαστήριο με την παρούσα αίτηση είναι απαγορευτικό διάταγμα ώστε οι εναγόμενοι να μην επιβαρύνουν με οποιονδήποτε πρόσθετο τέλος ή επιτόκιο ή οποιαδήποτε άλλη μορφή χρέωσης ή τιμωρητική ρήτρα τη συμφωνία του οικιστικού δανείου το ασφαλιστήριο συμβόλαιο και τη σύμβαση εγγύησης που υπέγραψε η ενάγουσα 2 με την εναγόμενη
  4. Είναι ισχυρισμός των εναγόντων ότι ήδη οι εναγόμενοι έχουν χρεώσει τους ενάγοντες με παράνομες και αντισυμβατικές χρεώσεις και αυτή είναι ουσιαστικά και η βάση της αγωγής τους. Εάν οι εναγόμενοι έχουν προβεί σε τέτοιες παράνομες χρεώσεις, είναι το αντικείμενο που το Δικαστήριο θα εξετάσει στα πλαίσια της αγωγής. Όποιες περαιτέρω χρεώσεις τυχόν επιβάλουν οι εναγόμενοι και τις οποίες οι ενάγοντες θα θεωρούν παράνομες και αντισυμβατικές, θα είναι μέρος των θεμάτων που το Δικαστήριο θα εξετάσει στα πλαίσια της αγωγής. Στη βάση των παράνομων χρεώσεων που ισχυρίζονται οι ενάγοντες και της μονομερούς παράβασης της συμφωνίας δανείου από τους εναγόμενους, οι ενάγοντες ζητούν πέραν από τα διατάγματα και αποζημιώσεις τόσο γενικές όσο και τιμωρητικές. Ως εκ τούτου, όποιες παράνομες χρεώσεις αποδειχθούν εκ μέρους των εναγομένων οποτεδήποτε αυτές έγιναν, είναι θέμα το οποίο θα εξεταστεί στην ουσία και συμπεριλαμβάνεται μέσα στις αποζημιώσεις που οι ενάγοντες απαιτούν. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει διάταγμα για την περίπτωση που μελλοντικά και υποθετικά οι εναγόμενοι προβούν σε παράνομες χρεώσεις. Ο ενάγων 1 ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι 1 και 3 είναι διαγεγνωσμένα οικονομικά αφερέγγυα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και διαφαίνεται ορατός ο κίνδυνος μη ικανοποίησης του λαβείν των αιτητών σε περίπτωση κατά την οποία επιτύχουν στην αγωγή. Μπορεί οι συνθήκες και το αποτέλεσμα για την εναγόμενη 1 να ήταν πρωτόγνωρα, όμως δεν υπάρχει καμία μαρτυρία πέραν από το γενικό και αόριστο ισχυρισμό του ενάγοντα 1 ότι η εναγόμενη 3 είναι αφερέγγυα. Κατά συνέπεια θεωρώ ότι αν οι ενάγοντες επιτύχουν στην απαίτηση τους, η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Ως εκ τούτου θεωρώ ότι οι αιτητές έχουν αποτύχει να στοιχειοθετήσουν την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου
  5. Επιπρόσθετα με τις τρεις πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει στο ισοζύγιο της ευχέρειας κατά πόσο είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή να διατηρήσει το διάταγμα. Το ισοζύγιο της ευχέρειας υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου για να ισοζυγήσει το κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση που δόθηκε στο ενδιάμεση στάδιο ήταν εσφαλμένη. Ενόψει των όσων αναφέρω πιο πάνω, ιδιαίτερα της κατάληξης μου ότι οι όποιες χρεώσεις πιθανόν γίνουν από τους εναγόμενους σε οποιοδήποτε στάδιο είναι αντικείμενο το οποίο το Δικαστήριο θα εξετάσει στα πλαίσια ισχυρισμών των εναγόντων για παράνομες χρεώσεις, θεωρώ ότι και στο ισοζύγιο της ευχέρειας δεν θα πρέπει να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων 1, 2 και 3 και εναντίον των εναγόντων όπως αυτά θα υπολογιστούν στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ........... Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΔΔ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Ενδιάμεση Απόφαση - ενδιάμεσο διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.