← Κύπρος

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ - ΑΜΑΘΟΥΝΤΑΣ ν. A.M. IKODOMIA LIMITED, Αρ. Αγωγής: 2397/2014, 23/9/2015

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ - ΑΜΑΘΟΥΝΤΑΣ ν. A.M. IKODOMIA LIMITED, Αρ. Αγωγής: 2397/2014, 23/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A257 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2397/2014 Μεταξύ: ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ - ΑΜΑΘΟΥΝΤΑΣ, εκ Λεμεσού Εναγόντων Και A.M. IKODOMIA LIMITED, εκ Λεμεσού Εναγομένης Αίτηση Αιτήτριας - Εναγομένης ημερομηνίας 27/1/2015 Για Παραμερισμό της Απόφασης ημερ. 22.9.14 Ημερομηνία: 23 Σεπτεμβρίου 2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτήτρια/Εναγόμενη: κ Κ. Γρηγορίου για PHC TSANGARIDES LLC. Για Καθ΄ ων η αίτηση/Ενάγοντες: κ Χ. Ιωάννου για Α.Ι. ΚΙΤΣΙΟΣ Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με αίτηση ημερομηνίας 27/01/2015, η Αιτήτρια στην παρούσα διαδικασία αιτείται την ακύρωση και/ή τον παραμερισμό (set aside) της εκδοθείσας εναντίον της απόφασης ημερομηνίας 22/9/

  1. Όπως προκύπτει από τον φάκελο του Δικαστηρίου οι Ενάγοντες καταχώρησαν την Αγωγή εναντίον της Εναγομένης αξιώνοντας €869,84σ πλέον τόκους και έξοδα για δαπάνες και έξοδα που υπέστησαν οι Ενάγοντες σε σχέση με την επισκευή και/ή σύνδεση της δημόσιας υπονόμου οικοδομής με το φρεάτιο σύνδεσης οικείας λόγω αμέλειας και/ή παράλειψης και/ή κακοτεχνίας εκ μέρους της Εναγομένης η οποία διεξήγαγε εργασίες για την κατασκευή του αποχετευτικού συστήματος σε οικεία της οποίας ανέλαβαν την κατασκευή. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση επίδοσης που είναι καταχωρημένη στο φάκελο αλλά όπως γίνεται παραδεκτό από τον ενόρκως δηλούντα στην ένορκο δήλωση η οποία στηρίζει την Αίτηση, ιδιώτης επιδότης επέδωσε επίσημο αντίγραφο του Κλητηρίου Εντάλματος στην Εναγόμενη στις 10/6/
  2. Λόγω του ότι η Εναγόμενη παρέλειψε να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης, το Δικαστήριο προχώρησε στην έκδοση απόφασης εναντίον της Εναγομένης κατόπιν μονομερούς Αίτησης ημερ. 10.7.14 υποβληθείσα από τους Ενάγοντες. Στις 22/9/2014 εκδόθηκε απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγομένης για το ποσό των €869,84σ πλέον τόκους προς 5,5% ετησίως επ' αυτού από 23.5.14 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον €314.- δικηγορικά έξοδα, πλέον τόκους προς 5,5% ετησίως επ' αυτού από 23.5.14 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον €11.- έξοδα επίδοσης, πλέον Φ.Π.Α. Νομικό υπόβαθρο της υπό εξέταση αίτησης αποτελούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.17 Θ.10 και Δ.48, Θ.1,2,3,4 και 9(h), καθώς και οι εγγενείς εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Μιχάλη Μιχαήλ, ο οποίος, συνοπτικά αναφέρει τα ακόλουθα: Είναι διευθυντής των εναγόμενων. Περί την 10.6.14 επιδόθηκε στους εναγόμενους το κλητήριο ένταλμα το οποίο στις 11.6.14 αποστάληκε από τους εναγόμενους μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος στους δικηγόρους τους μαζί με συνοπτική περιγραφή των γεγονότων της υπόθεσης. Ο δικηγόρος των εναγομένων απάντησε αυθημερόν ότι φαίνεται να έχουν καλή υπεράσπιση και θα προχωρούσαν σε καταχώρηση εμφάνισης για λογαριασμό τους. Μετά την πιο πάνω αλληλογραφία οι εναγόμενοι θεώρησαν ότι οι δικηγόροι τους θα χειριστούν το θέμα αποκλειστικά και θα ειδοποιούσαν τους εναγόμενους εάν χρειαστούν οτιδήποτε σχετικό με την υπόθεση. Η εμπιστοσύνη μεταξύ των εναγομένων και των δικηγόρων τους ήταν τέτοια που οι εναγόμενοι παραχώρησαν διοριστήρια σε αυτούς υπογραμμένα τόσο Ενάγοντα όσο και Εναγομένου έτσι ώστε να μην απαιτείται μετάβαση των εναγομένων για υπογραφή. Περί των Δεκέμβριο 2015 οι εναγόμενοι ειδοποιήθηκαν από τον δικαστικό επιδότη κ. Πανίκο Παναγή ότι οφείλουν στους ενάγοντες ποσό δυνάμει απόφασης του Δικαστηρίου η οποία εκδόθηκε στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Κατόπιν τούτου οι εναγόμενοι επικοινώνησαν άμεσα με τους δικηγόρους τους οι οποίοι ανέφεραν στους εναγόμενους ότι το μήνυμα τους παρέπεσε και δεν εκτυπώθηκε με αποτέλεσμα να μην προωθήσουν την υπόθεση . Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλών οι εναγόμενοι έχουν πολύ καλή υπεράσπιση εφόσον οι ίδιοι τους δυνάμει σχετικής συμφωνίας ημερ. 11.6.08 (Τεκμήριο Α) ανέλαβαν να κατασκευάσουν μια κατοικία για τους Ανδρέα Θωμά και Χριστίνα Μαρκουλλή. Κατά το στάδιο της κατασκευής της οικίας οι ιδιοκτήτες και οι εναγόμενοι ως αντιπρόσωποι τους ζήτησαν από τους ενάγοντες να τους υποδείξουν το σημείο ένωσης του αποχετευτικού συστήματος για να ενώσουν την οικία με το αποχετευτικό σύστημα και οι ενάγοντες τους υπέδειξαν προφορικά το σημείο και το βάθος στο οποίο έπρεπε οι ιδιοκτήτες και οι εναγόμενοι ως αντιπρόσωποι τους να τοποθετήσουν τον αγωγό της οικίας. Στη συνέχεια οι εναγόμενοι μαζί με εκπροσώπους των εναγόντων διαπίστωσαν ότι ο αγωγός των εναγόντων δεν βρισκόταν στο σημείο στο οποίο οι ίδιοι είχαν υποδείξει στους εναγόμενους. Οι εναγόμενοι ζήτησαν από τους ενάγοντες την εξεύρεση λύσης και οι ενάγοντες, εφόσον το λάθος ήταν δικό τους, με ειδική κάμερα εξακρίβωσαν ότι ο αγωγός βρισκόταν σε διαφορετικό σημείο, έγιναν κάποιες μετατροπές και η οικία ενώθηκε με το αποχετευτικό. Ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ακόμα κι αν οι ενάγοντες δικαιούνταν σε πληρωμή θα την δικαιούνταν από τους ιδιοκτήτες της οικίας. Η ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης των Εναγόντων - Καθ΄ ων η αίτηση φέρει το ίδιο νομικό υπόβαθρο με αυτό της υπό εξέταση αίτησης. Ως λόγοι ένστασης προβάλλονται οι ακόλουθοι: Η αίτηση των Αιτητών για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης έγινε με μεγάλη καθυστέρηση και χωρίς την απαραίτητη και/ή επαρκή αιτιολόγηση για την παράλειψη τους να εμφανιστούν. Οι Αιτητές δεν έχουν αποκαλύψει οποιαδήποτε Υπεράσπιση. Η επαναφορά αντιστρατεύεται την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Η συμπεριφορά των Αιτητών να μην εμφανιστούν συνιστά καταφρόνηση και κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για παραμερισμό (set aside) της εκδοθείσας απόφασης. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Κώστα Τοτού και του Τιμόθεου Δημητριάδη, τεχνικών των Εναγόντων. Στην ένορκη δήλωση του ο Κώστας Τοτός αναφέρει, ότι είναι τεχνικός στους ενάγοντες και γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης. Στη συνέχεια αναφέρει ότι οι εναγόμενοι επέδειξαν αδιαφορία για την δικαστική διαδικασία αφού ενημερώθηκαν για την αγωγή από τις 10.6.14 και παρέλειψαν να καταχωρήσουν εμφάνιση κατά τον προσήκοντα χρόνο. Η δικαιολογία για την παράλειψη εμφάνισης δεν είναι ειλικρινής, είναι αόριστη, ατεκμηρίωτη και στερείται πειστικότητας και επέδειξαν ενδιαφέρον για την υπόθεση μόνο όταν ήρθαν αντιμέτωποι με την εκτέλεση της απόφασης επτά και πλέον μήνες μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος. Όσον αφορά την προβαλλόμενη Υπεράσπιση των εναγομένων ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι είναι ανυπόστατη και αβάσιμη. Οι εναγόμενοι κατά παράβαση της σχετικής νομοθεσίας και κανονισμών προέβησαν σε μια σειρά λαθών αφού μεταξύ άλλων εγκατέστησαν την ιδιωτική υπόνομο οικοδομής σε λάθος σημείο χωρίς την εκ των προτέρων εξασφάλιση άδειας καθιστώντας την σύνδεση της οικίας με τη δημόσια υπόνομο οικοδομής αδύνατη. Συγκεκριμένα οι εναγόμενοι κατασκεύασαν λανθασμένα την ιδιωτική υπόνομο σε απόσταση 2,30μ από το νότιο σύνορο, 1,30μ μέσα από τον τοίχο του πεζοδρομίου και σε βάθος 1,05μ ενώ η δημόσια υπόνομος βρισκόταν στη νότια πλευρά του τεμαχίου σε απόσταση 1,60μ από το νότιο σύνορο, 0,30μ μέσα στο τεμάχιο και βάθος 1,30μ. Σύμφωνα με τους κανονισμούς η κατασκευή θα έπρεπε να είναι σε ελάχιστο βάθος 1,20μ κάτω από το επίπεδο του εδάφους και όχι στο 1,05μ με αποτέλεσμα να μην μπορεί να γίνει η σύνδεση. Το πιο πάνω πρόβλημα εντοπίστηκε από τον κ Τιμόθεο Δημητριάδη τεχνικό της υπηρεσίας των εναγόντων κατά την επίσκεψη του στην οικία στις 13.7.09 και το ανέφερε στον κ Δημήτρη Μιχαήλ εκπρόσωπο των εναγομένων. Μετά από επίσκεψη του κ Μιχαήλ στα γραφεία των εναγόντων του υποδείχθηκε το σημείο της δημόσιας υπονόμου αλλά ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι δεν την βρήκαν και έτσι δόθηκαν οδηγίες από τους ενάγοντες με την χρήση CCTV να γίνει έλεγχος για την ακριβή τοποθεσία της δημόσιας υπονόμου. Μετά τις εν λόγω ενέργειες η δημόσια υπόνομος εντοπίστηκε στο σημείο όπου είχε υποδειχθεί στον κ Μιχαήλ. Οι εναγόμενοι ενημερώθηκαν ότι το κόστος θα το επιβαρύνονταν οι ίδιοι για την ανεύρεση της δημόσιας υπονόμου καθώς και τις εργασίες επιδιόρθωσης του φρεατίου αλλά οι εναγόμενοι ζήτησαν από τους ενάγοντες να προβούν σε όλες τις απαραίτητες εργασίες γιατί έπρεπε να παραδώσουν άμεσα το σπίτι. Στη συνέχεια ο ενόρκως δηλών επισυνάπτει ως Τεκμήριο Α το σχετικό έντυπο άδειας κατασκευής το οποίο πρέπει να υποβάλλεται πριν την κατασκευή της ιδιωτικής υπονόμου και ως Τεκμήριο Β το σχετικό έντυπο υπόδειξης του σημείου συνδέσεως. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλών χωρίς την παράθεση οποιασδήποτε υπογεγραμμένης γραπτής υπόδειξης εκ μέρους της Υπηρεσίας σύμφωνα με το Τεκμήριο Β, ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι έγινε υπόδειξη του σημείου σύνδεσης είναι αβάσιμος . Τέλος ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι οι εναγόμενοι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν κάτοχοι της εν λόγω ακίνητης ιδιοκτησίας σύμφωνα με τον όρο 18 της συμφωνίας Τεκμήριο Α το οποίο επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση η οποία συνοδεύει την Αίτηση και οι εναγόμενοι ανέλαβαν να πληρώσουν το κόστος για την επιδιόρθωση και επίλυση του προβλήματος το οποίο ήταν αποτέλεσμα δικού τους λάθους. Στην ένορκη δήλωση του ο Τιμόθεος Δημητριάδης αναφέρει ότι είναι τεχνικός στους ενάγοντες και γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης. Ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι ουδέποτε ζήτησαν υπόδειξη του σημείου σύνδεσης της ιδιωτικής υπονόμου οικοδομής και το φρεάτιο σύνδεσης και ούτε τους υπεδείχθη ποτέ από τους ενάγοντες. Ο ίδιος του ως εκπρόσωπος των εναγόντων στις 13.7.09 επισκέφθηκε για πρώτη φορά την εν λόγω κατοικία για επιθεώρηση και διαπίστωσε ότι η ιδιωτική υπόνομος οικοδομής είχε ήδη κατασκευαστεί και είχαν καλυφθεί μάλιστα οι σωλήνες της εν λόγω ιδιωτικής υπονόμου από τους εναγόμενους προτού παραχωρηθεί η απαιτούμενη άδεια κατασκευής από την υπηρεσία των εναγόντων. Πέραν των πιο πάνω αντιλήφθηκε ότι δεν υπήρχε στο φρεάτιο σύνδεσης η δημόσια υπόνομος οικοδομής. Ο ίδιος του ανέφερε τα πιο πάνω στον κ. Δημήτρη Μιχαήλ ο οποίος απάντησε ότι δεν είχαν βρει την δημόσια υπόνομο και του εισηγήθηκε να επισκεφθεί τα γραφεία των εναγόντων και να ζητήσουν υπόδειξη του σημείου σύνδεσης ούτως ώστε να προβούν στις απαραίτητες διορθώσεις. Κατά την ακρόαση της υπό εξέταση αίτησης, οι ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκαν. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι αγόρευσαν προς υποστήριξη των θέσεων τους παραπέμποντας το Δικαστήριο σε σχετική νομολογία. Το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων έχει μελετηθεί με προσοχή χωρίς να καθίσταται αναγκαίο να επαναλάβω το περιεχόμενο τους και θα αναφερθώ σε αυτές όπου κρίνεται αναγκαίο για σκοπούς αιτιολόγησης της Απόφασης μου. Η Δ.17 Θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, προβλέπει: «Where judgment is entered pursuant to any of the preceding Rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just." Η εν λόγω εξουσία έχει διακριτικό χαρακτήρα και πρέπει να ασκείται στη βάση των αρχών που έχει καθορίσει η νομολογία, ειδικότερα στην περίπτωση όπου η απόφαση εκδόθηκε νομότυπα, όπως η υπό κρίση απόφαση εφόσον το Κλητήριο Ένταλμα επιδόθηκε κανονικά και νομότυπα στην Εναγόμενη, όπως αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών. Συνοπτικά το Δικαστήριο για να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία να παραμερίσει μια κανονικά εκδοθείσα απόφαση θα πρέπει ο αιτούμενος τον παραμερισμό της απόφασης να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει μια συζητήσιμη ή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, ότι υπήρχε σοβαρός και καλός λόγος που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης χωρίς τη συμμετοχή του και ότι δεν καθυστέρησε να αιτηθεί τον παραμερισμό της απόφασης. Η νομολογία επί του βάρους αποδείξεως σε τέτοιου είδους αιτήσεις αποκαλύπτει ότι το αποδεικτικό βάρος το οποίο είναι στους ώμους του αιτητή εξαντλείται με την παράθεση στην ένορκη δήλωση επαρκών εξηγήσεων και στοιχείων τόσο για την μη εμφάνιση του στην διαδικασία όσο και για την εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Στην υπόθεση Sabine Zehil v. Neil Roberts

(2009)1(A) A.A.Δ. 678 συνοψίστηκε η νομολογία για το θέμα παραμερισμού της απόφασης όπως αυτή έχει αποκρυσταλλωθεί, αναφέροντας τα ακόλουθα: «Με βάση τη Διάταξη 17 θεσμός 10, των Θεσμων Πολιτικής Δικονομίας, όταν εκδοθεί απόφαση, το δικαστήριο δύναται «στην κατάλληλη περίπτωση να ακυρώσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση, με όρους που θα ήταν δίκαιοι.» Είναι προφανές ότι το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια, η οποία ασκείται αφού εξισορροπηθούν διάφοροι παράγοντες όπως η επάρκεια της δικαιολογίας για τη μη εμφάνιση, η ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης, η ανάγκη διαφύλαξης του τελεσίδικου μιας απόφασης και κατά πόσο ο Αιτητής έχει δείξει ότι έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Στην υπόθεση SiberiaAir v. Πούλλικα
(2005)1 A.A.Δ. 893 συνοψίζονται οι σχετικές αρχές στο πιο κάτω απόσπασμα από τη σελίδα 897:- «Είναι γεγονός ότι το πιο σημαντικό στοιχείο σε αιτήσεις αυτής της μορφής είναι η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Όταν ένας διάδικος επιτύχει να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, καλύπτει ό,τι σχεδόν απαιτείται για τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία του. Ωστόσο, η απόδειξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης δεν είναι στοιχείο απόλυτα καθοριστικό για την επιτυχία της αίτησης και τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης. Το δικαστήριο, διατηρεί την ευχέρεια να αρνηθεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης όταν διαπιστώσει ότι η διαγωγή του διάδικου που εξαιτείται τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που πλήττει το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης. Αν διαπιστωθεί ότι η συμπεριφορά του αιτητή είναι ασυγχώρητα περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου του ή αδικαιολόγητα καθυστερεί ή ανεξήγητα παραλείπει να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία στην προώθηση αίτησης για παραμερισμό της απόφασης, αυτή η συμπεριφορά, που με άλλα λόγια συνιστά αδιαφορία, μπορεί να αποβεί παράγων αποτυχίας της αίτησης για παραμερισμό. Βλ. Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941, Γερολέμου ν. ΣΠΕ Κοντέας
(2002)1 Α.Α.Δ. 818 και Alpha Bank Ltd v. Στεφάνου
(2003)1 (Β) 1101.» Στην υπόθεση Τεγκεράκης ν. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. 289 αναφέρθηκε ότι: «Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης προϋποθέτει και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της εκδοχής του αιτητή, δηλαδή προϋποθέτει την προσκόμιση στο Δικαστήριο κάποιων αποδεικτικών στοιχείων και μαρτυρίας, υπό μορφή ένορκης δήλωσης, που να υποστηρίζουν την εκδοχή του αιτητή.» Σύμφωνα με την απόφαση στην υπόθεση Γ. Φρ. Γιωργαλλίδη ν. Ταπελλογραφείο Κώστας Παύλου & Σία
(2000)1 Α.Α.Δ. 1101: «Το Δικαστήριο εξετάζει τα στοιχεία που υπάρχουν ενώπιον του για να διαγνώσει αν δημιουργείται εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης.». Ένας άλλος παράγοντας που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη είναι κατά πόσο ο αιτητής έχει σοβαρό και εύλογο λόγο για τον οποίο δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για να καταχωρήσει εμφάνιση και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του καθώς επίσης και τον χρόνο που πέρασε από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου μέχρι την καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού. Προκύπτει από τη νομολογία ότι η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στο κατά πόσο θα διατάξει τον παραμερισμό μιας απόφασης ή όχι συναρτάται και άμεσα από την συμπεριφορά που επιδεικνύει ο αιτητής έναντι της δικαστικής διαδικασίας. Ο διευθυντής της Αιτήτριας στην ένορκο δήλωση του υποστηρίζει ότι η Εναγόμενη έχει πολύ καλή υπεράσπιση στην Αγωγή όπως έχω καταγράψει πιο πάνω αναφερόμενη σε σχετικά αποσπάσματα της ένορκης δήλωσης. Εξέτασα με προσοχή τις θέσεις της Αιτήτριας όπως προβάλλονται μέσα από την ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την Αίτηση, δεν έχω όμως ικανοποιηθεί ότι τα όσα αναφέρει ο ενόρκως δηλών αποτελούν εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση της Εναγομένης, στο βαθμό μάλιστα που επιτάσσει η νομολογία. Χωρίς να εισέρχομαι στην ουσία των γεγονότων ή να προβαίνω σε αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν μπορώ να αποδεχτώ τους ισχυρισμούς της Εναγομένης ως καλή και γνήσια Υπεράσπιση. Οι ισχυρισμοί οι οποίοι τίθενται στην ένορκο δήλωση η οποία συνοδεύει την Αίτηση είναι γενικοί και αόριστοι χωρίς να υποστηρίζονται από ίχνος υποστηρικτικής μαρτυρίας. Για παράδειγμα ο ενόρκως δηλών δεν παραθέτει λεπτομέρειες οι οποίες να υποστηρίζουν την προβαλλόμενη Υπεράσπιση του ότι το λάθος ήταν των Εναγόντων, για παράδειγμα δεν αναφέρει ποιος υπέδειξε στην Εναγόμενη το σημείο του αγωγού, σε ποιο σημείο τοποθετήθηκε, ποιο ήταν το ορθό σημείο που έπρεπε να τοποθητηθεί, τι ενέργειες έκανε η Εναγόμενη ως κατασκευάστρια εταιρεία της οικείας για να εξακριβώσει το ορθό σημείο της υπονόμου και που στηρίζει την θέση της ότι οι ιδιοκτήτες οφείλουν να καταβάλουν το εν λόγω ποσό. Όσον αφορά το Τεκμήριο Α, το συμβόλαιο μεταξύ της Εναγόμενης και των πελατών της δεν προσθέτει οτιδήποτε για το ζήτημα της ύπαρξης ή όχι εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης απλά επιβεβαιώνει ότι η Εναγόμενη είχε αναλάβει την κατασκευή της οικίας. Η Αιτήτρια δεν έχει ικανοποιήσει το βάρος που φέρει για να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση για ακόμα ένα λόγο. Στην ένορκο δήλωση του κ Τοτού η οποία συνοδεύει την ένσταση αναφέρεται η διαδικασία η οποία προβλέπεται από τη σχετική Νομοθεσία και Κανονισμούς και η οποία έπρεπε να ακολουθηθεί για την κατασκευή της ιδιωτικής υπονόμου στην οικία την οποία κατασκεύαζε η Εναγόμενη. Καμία αναφορά δεν γίνεται στην ένορκο δήλωση του κ Μιχαήλ κατά πόσο ακολουθήθηκε ή όχι οποιαδήποτε διαδικασία, χωρίς βέβαια να προβαίνω σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών απλά σε διαπίστωση η οποία αποδυναμώνει τις θέσεις της Αιτήτριας. Εν ολίγοις οι ισχυρισμοί της Εναγομένης που προβλήθηκαν μέσα στα πλαίσια της προσπάθειας της να αποσείσει το βάρος απόδειξης ύπαρξης μίας καλόπιστης, συζητήσιμης Υπεράσπισης ή εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, παρέμειναν αστήρικτοι και χωρίς κανένα πραγματικό έρεισμα. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Ξενοφών Καλλής ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 793, ο λόγος της οποίας εφαρμόζεται άμεσα στην υπό εξέταση Αίτηση, αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σ΄ αυτούς κάποια βαρύτητα θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει τόσο για τη τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών. Θα΄ταν εύκολο αναφέρθηκε στην εν λόγω απόφαση κάθε φορά να προβάλλεται ένας αστήρικτος ισχυρισμός και να παραμερίζονται νομότυπα ληφθείσες αποφάσεις. Ως προς το θέμα της παράλειψης της Αιτήτριας να εμφανιστεί και να λάβει μέρος στη διαδικασία και την εξήγηση που προβάλλει προκύπτει ότι δεν καταδείχτηκε (α) σοβαρός και εύλογος λόγος για την παράλειψη να εμφανιστούν και (β) ότι επέδειξαν την ανάλογη επιμέλεια στον χειρισμό της υπόθεσης τους. Από τα γεγονότα της υπόθεσης διαφαίνεται ότι ενώ το Κλητήριο Ένταλμα επιδόθηκε νομότυπα στην Εναγόμενη στις 10/6/2014 και ως αναφέρεται στάληκε στις 11.6.14 μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος στους Δικηγόρους της. Εντούτοις η Εναγόμενη φαίνεται να ενδιαφέρθηκε εκ νέου για την υπόθεση της όταν επιδιώχθηκε η εκτέλεση της απόφασης, σε άγνωστη ημερομηνία για το Δικαστήριο εφόσον στην ένορκο δήλωση του κ Μιχαήλ αναφέρεται ότι πληροφορήθηκε η Εναγόμενη για την Απόφαση τον Δεκέμβριο 2015, όταν η Εναγόμενη ειδοποιήθηκε από τον Δικαστικό επιδότη. Σίγουρα Δεκέμβριο του 2015 δεν μπορεί να ειδοποιήθηκε εφόσον κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατόν αλλά ούτε επιδιώχθηκε η διόρθωση του χρόνου που αναφέρεται στην ένορκο δήλωση. Οι θέσεις της Αιτήτριας ότι το μήνυμα της παρέπεσε από τους Δικηγόρους της καθώς και η εμπιστοσύνη την οποία επιδεικνύει η Εναγόμενη στους Δικηγόρους της δεν μπορούν να αποτελέσουν ικανοποιητική εξήγηση για τη μη εμφάνιση της Εναγομένης και την παράλειψη της να αντιδράσει νωρίτερα. Δεν τέθηκε οποιοδήποτε στοιχείο ενώπιον μου που να δικαιολογεί την αδράνεια και αδιαφορία της Εναγόμενης από τις 11.6.14 μέχρις ότου πληροφορήθηκε την ύπαρξη της Απόφασης την υπόθεση της. Εφόσον αναφέρεται στην ένορκο δήλωση ότι η Εναγόμενη έχει μακρόχρονη συνεργασία με τους Δικηγόρους της θα ήταν αναμενόμενο να γνωρίζει την διαδικασία που ακολουθείτε στο Δικαστήριο, εφόσον γνωρίζει για την υπογραφή διοριστηρίων, επομένως το γεγονός ότι δεν ενδιαφέρθηκε για την παρούσα Αγωγή μέχρι που ειδοποιήθηκε από τον Δικαστικό επιδότη, μόνο ως αδιαφορία μπορεί να εκλυφθεί. Αναμενόταν κατά την κρίση μου από την Εναγόμενη να δείξει το ανάλογο ενδιαφέρον για την υπόθεση και να ενημερωθεί πώς θα προχωρήσουν οι Δικηγόροι της σε κάποιο στάδιο μετά την αποστολή του μηνύματος της στις 11.6.14. Το συμπέρασμα εις το οποίο καταλήγω είναι ότι εάν οι Ενάγοντες δεν προχωρούσαν στην εκτέλεση της απόφασης τότε η Εναγόμενη θα παρέμενε αδιάφορη και δεν θα λάμβανε μέτρα για την εναντίον της υπόθεση. Κάτω από αυτές τις συνθήκες θεωρώ ότι η Εναγόμενη επέδειξε πλήρη αδιαφορία για την Αγωγή η οποία προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων των Εναγόντων. Σχετικά με τα πιο πάνω, στη Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941 οι εναγόμενοι παρέλαβαν αίτηση για απόφαση την οποία καταχώρησαν σε φάκελο και ξεχάστηκε με αποτέλεσμα να εκδοθεί εναντίον τους απόφαση λόγω παράλειψης τους να εμφανιστούν. Στην εν λόγω απόφαση, αφού γίνεται μια εκτενής ανάλυση της σχετικής νομολογίας και υιοθετήθηκαν οι αρχές όπως καθορίστηκαν στην υπόθεση Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 C.L.R. 204, τονίστηκε ότι η άνευ αποχρώντος λόγου παράλειψη του εναγομένου να εμφανιστεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρησή του να αποταθεί για τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, μπορεί βάσιμα να αποτελέσουν λόγο για την απόρριψη του αιτήματός του. Τονίστηκε, επίσης, ότι σε διαφορετική περίπτωση, η πορεία της δικαστικής διαδικασίας και τα αποτελέσματά της θα αφήνονταν αιωρούμενα μέχρι την εκδήλωση της θέσης του εναγόμενου σε σχέση με την εναντίον του αγωγή. Όσον αφορά τον χρόνο εντός του οποίου η Εναγόμενη ενήργησε από την ημέρα όπου πληροφορήθηκε την έκδοση της Απόφασης δεν μπορώ να καταλήξω σε οποιοδήποτε ασφαλή συμπέρασμα εφόσον δεν αναφέρεται με ακρίβεια η ημερομηνία η οποία πληροφορήθηκε την έκδοση της παρά μόνο ότι ο δικαστικός επιδότης επικοινώνησε μαζί με την Εναγόμενη κατά ή περί τον Δεκέμβριο 2015. Εν πάση όμως περιπτώσει ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου παρέλκει η περαιτέρω εξέταση του εν λόγω ζητήματος. Κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω, οι χωρίς στοιχεία και λεπτομέρειες ισχυρισμοί της Εναγόμενης/Αιτήτριας προς υποστήριξη της προβληθείσας Υπεράσπισης καθώς και η διαγωγή που επέδειξε η ίδια η οποία συνιστά καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων των Εναγόντων, καθιστά τρωτή την υπό κρίση Αίτηση παραμερισμού. Κρίνω επίσης ότι η αδιαφορία της Εναγομένης ήταν τέτοια που ακόμα και αν διαπίστωνα ότι η Εναγόμενη έχει εκ πρώτης όψεως Υπεράσπιση, δεν θα μπορούσε να αποτελέσει λόγο επιτυχίας της Αίτησης. Συνεπώς, η αίτηση παραμερισμού απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγόντων - Καθ ων η Αίτηση και εναντίον της Εναγόμενης - Αιτήτριας όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ......................... Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other/Interim/Setasidejudgement cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.