← Κύπρος

ΛΑΙΚΗ ΦΑΚΤΟΡΣ ΛΤΔ ν. GATEWIDE LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 3209/2010, 30/9/2015

ΛΑΙΚΗ ΦΑΚΤΟΡΣ ΛΤΔ ν. GATEWIDE LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 3209/2010, 30/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A265 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3209/2010 ΜΕΤΑΞΥ: ΛΑΙΚΗ ΦΑΚΤΟΡΣ ΛΤΔ Εναγόντων και

  1. GATEWIDE LTD
  2. Επίσημος Παραλήπτης υπό την ιδιότητα του ως Εκκαθαριστής της περιουσίας της εταιρείας ANDREAS SAZOS TRADING LTD Εναγόμενων ---------------------------------------------------------------- Αίτηση της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ημερομηνίας 24/7/14 για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης Ημερομηνία: 30 Σεπτεμβρίου 2015 Για τους Αιτητές : κα. Έλλη. Κ. Καδή για Γιώργος Γιάγκου Δ.Ε.Π.Ε.(για να ακούσει απόφαση η κα Κωστρίκκη). Για τους Καθ' ων η Αίτηση - Εναγόμενους 1: κ. Σ. Σταυρινίδης για Δημήτρης Παναούτας & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγικά - Επίδικη Αίτηση - Ένσταση Με την επίδικη αίτηση τους οι αιτητές ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου που να τους επιτρέπει να καταχωρήσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση τους σκοπός της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι για να δοθούν περαιτέρω λεπτομέρειες για το λόγο που η εταιρεία ΛΑΙΚΗ ΦΑΚΤΟΡΣ ΛΤΔ, που καταχώρησε την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, αναφέρεται στα δικόγραφα με ελληνικούς χαρακτήρες. Ας σημειωθεί εδώ προκειμένου να υπάρχει μια ολοκληρωμένη εικόνα, ότι οι αιτητές στις 30/12/14 καταχώρησαν αίτηση με την οποία ζητούν να τους επιτραπεί να συμμετάσχουν στη διαδικασία της πιο πάνω αγωγής και να την συνεχίσουν σε υποκατάσταση των υφιστάμενων εναγόντων Λαική Φάκτορς Λτδ. Ζητούν επίσης άδεια για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής δια της αντικατάστασης των υφιστάμενων εναγόντων με την δική τους επωνυμία και τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση 30/12/14, η Λαική Φάκτορς Λτδ συνομολόγησε σχέδιο αναδιάρθρωσης και συγχώνευσης με τους αιτητές ημερ.18/03/14, το οποίο σχέδιο επικυρώθηκε με Δικαστικό Διάταγμα ημερ.07/05/14, και οι αιτητές έχουν υποκατασταθεί σε όλα τα δικαιώματα της Λαικής Φάκτορς Λτδ. Συνεπώς ζητούν να συνεχίσουν την παρούσα διαδικασία στο όνομα τους. Στην αίτηση ημερ.30/12/14 οι εναγόμενοι 1 καταχώρησαν ένσταση στις 30/03/15 προβάλλοντας διάφορους λόγους ένστασης. Μεταξύ αυτών και ότι η αίτηση καταχωρήθηκε από ανύπαρκτο διάδικο που δεν έχει νόμιμο δικαίωμα παράστασης ενώπιον του Δικαστηρίου καθότι δεν υπάρχει εγγεγραμμένη εταιρεία στον Έφορο Εταιρειών με την ονομασία ΛΑΙΚΗ ΦΑΚΤΟΡΣ ΛΤΔ. Το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ.07/05/14 πιο πάνω αφορούσε την εταιρεία Laiki Factors Ltd, που είναι η εγγεγραμμένη εταιρεία. Όπως γίνεται λοιπόν εύκολα αντιληπτό, η θέση των εναγομένων 1 πιο πάνω αποτέλεσε το έναυσμα για την καταχώρηση της επίδικης αίτησης. Ερχόμενος τώρα στην επίδικη αίτηση, αναφέρεται ότι αυτή συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ.Κωνσταντίνου Αδαμίδη, ο οποίος εργάζεται στην υπηρεσία των αιτητών όπως ο ίδιος αναφέρει. Στην ουσία δε ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι σκοπός της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι για να δοθούν περαιτέρω λεπτομέρειες για το λόγο που η εταιρεία ΛΑΙΚΗ ΦΑΚΤΟΡΣ ΛΤΔ αναφέρεται στα δικόγραφα με ελληνικούς χαρακτήρες, που είναι κάτι που δεν επεξηγήθηκε επαρκώς στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ημερ.30/12/
  3. Με αυτό τον τρόπο καταλήγει θα διασαφηνιστούν καλύτερα τα γεγονότα, είναι δε προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.39 ΘΘ.1,2,3 και 4, Δ.48 ΘΘ.2, 3 και 9, και στον Περί Δικαστηρίων Νόμο (Ν.14/60) αρ.
  4. Οι Εναγόμενοι 1 αντέδρασαν καταχωρώντας ένσταση στην αίτηση, εις την οποία καταγράφονται δέκα λόγοι ένστασης. Η ένσταση τους συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του γραμματέα τους κ.Μιχάλη Ευσταθίου, ο οποίος επαναλαμβάνει ουσιαστικά τους λόγους ένστασης που καταγράφονται στο σώμα της ένστασης και καταλήγει ότι το αίτημα θα πρέπει να απορριφθεί. Η ένσταση βασίζεται στα άρθρα 22, 29, 30, 31 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου αρ.14/60 και όπως αυτός τροποποιήθηκε, στον Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ.113 όπως τροποποιήθηκε, άρθρα 200

(1)και 220, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμούς Δ.9, Δ.12, Δ.25 κ.1-5, Δ.39, Δ.48 κ.1-4 και 9, Δ.63 κ.1-2 και Δ.64, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου και στη σχετική Νομολογία. Η επιχειρηματολογία των δικηγόρων των διαδίκων Οι θέσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών περιλαμβάνονται αναφέρω στις γραπτές αγορεύσεις που παρέδωσαν στο Δικαστήριο, όπως επίσης στις επισημάνσεις που έκαναν επιπρόσθετα τούτων προφορικά. Όσα οι συνήγοροι αναφέρουν σημειώνεται έχουν τύχει ενδελεχούς μελέτης από το Δικαστήριο. Δεν κρίνω όμως σκόπιμο αναφέρω εδώ να παραθέσω ότι οι συνήγοροι αναφέρουν με τις αγορεύσεις τους. Νομική πτυχή Σύμφωνα με τη Δ.48, Θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας: «Το Δικαστήριο, ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39». Η παραχώρηση άδειας για καταχώριση συμπληρωματικής δήλωσης είναι θέμα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. Ματθαίου
(2008)1Α ΑΑΔ 510, 514). Ο διάδικος που αιτείται άδεια πρέπει να καταδείξει «καλό λόγο». Η ύπαρξη καλού λόγου εξετάζεται από το Δικαστήριο ανάλογα με τη φύση της ενδιάμεσης αίτησης. Εξέταση της Αίτησης Το Δικαστήριο έχει μελετήσει πολύ προσεκτικά τόσο την επίδικη αίτηση όσο και την ένσταση. Κρίνω σκόπιμο να ξεκινήσω την εξέταση της αίτησης με την θέση των εναγομένων 1 ότι η αίτηση είναι άκυρη ένεκα αντικανονικής, αδικαιολόγητης και λανθασμένης νομικής βάσης (5ος λόγος ένστασης). Συγκεκριμένα όπως προκύπτει και από την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου για τους εναγόμενους 1 η θέση είναι πως η μη αναφορά στη νομική βάση της αίτησης της Δ.48 Θ.4
(2)των Δικονομικών Κανονισμών, που αποτελεί την μοναδική βάση για την προώθηση του αιτήματος των αιτητών, πλήττει την εγκυρότητα και την υπόσταση της αίτησης. Όπως γίνεται λοιπόν εύκολα αντιληπτό, το Δικαστήριο επέλεξε να εξετάσει πρώτα το θέμα αυτό αφού εάν διαπιστωθεί ότι πράγματι ο λόγος ένστασης αυτός είναι βάσιμος τότε ενδεχομένως το Δικαστήριο να μην έχει εξουσία να επιληφθεί της αίτησης προς έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Όπως αναφέρθηκε ήδη στο σημείο νομική πτυχή ανωτέρω πράγματι η εξουσία έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος πηγάζει από την Δ.48 Θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Αυτό σημειώνω μέσα από απλή μελέτη της γραπτής αγόρευσης των συνηγόρων των αιτητών διαπιστώνεται ότι είναι παραδεκτό (βλ.σελ.10-13). Επίσης διαπιστώνεται από μελέτη της επίδικης αίτησης ότι πράγματι η Δ.48 Θ.4
(2)δεν αναφέρεται στη νομική της βάση. Σύμφωνα με την συνήγορο των αιτητών η οποία στις 23/09/15 είχε την ευκαιρία να τοποθετηθεί επί του θέματος, η παράλειψη αυτή έγινε εκ παραδρομής. Έδωσε δε κάποιες εξηγήσεις οι οποίες όμως ουδόλως αλλάζουν τα πιο πάνω δεδομένα. Με αυτά υπόψη το Δικαστήριο θα εξετάσει συνεπώς την σημασία της παράλειψης αυτής από τη νομική βάση της αίτησης. Σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.48 Θ.1 και 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, κάθε αίτηση θα πρέπει να υποβάλλεται γραπτώς και να αναφέρει τη φύση του αιτήματος και το συγκεκριμένο άρθρο του νόμου ή τον συγκεκριμένο θεσμό στον οποίο αυτή βασίζεται. Η χρήση της λέξης «shall» στο αντίστοιχο Αγγλικό κείμενο αναμφίβολα καταδεικνύει ότι πρόκειται για επιτακτική πρόνοια η οποία επιβάλλει υποχρέωση, και όχι δικαίωμα επιλογής, συμμόρφωσης με αυτή. Σχετικές επί τούτου είναι οι υποθέσεις Φαλέκκου v. Χριστοφίδη, Πολ. Έφ. 63/10, ημ.17.12.13, και Wunderlich v. Παναγιώτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 366. Η προαναφερόμενη δικονομική διάταξη αποτέλεσε αντικείμενο αναφοράς στην υπόθεση Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδης κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 965, στην οποία υιοθετήθηκε η υπόθεση Kouppas and another v. Vassiliades
(1981)1 J.S.C. 120 και η αρχή ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις «ο καθορισμός του νομικού υπόβαθρου, με αναφορά στο άρθρο ή άρθρα της νομοθεσίας και των θεσμών που το στοιχειοθετούν, αποτελεί, σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.48 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όρο απαράβατο για την εγκυρότητα του δικονομικού μέτρου». Το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Μαχλουζαρίδης είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικό: «Το σκεπτικό του Δικαστηρίου στην υπόθεση Kouppa συνοψίζεται στο πιο κάτω απόσπασμα: .. Σε μετάφραση: "Ο καθορισμός των θεσμών στους οποίους στηρίζεται το ενδιάμεσο δικονομικό μέτρο (αίτηση με κλήση) δεν είναι όπως κατανοώ μόνο θέμα τύπου αλλά ουσιαστική δικονομική διάταξη, η οποία πρέπει να ακολουθείται αυστηρά. εν όψει του ότι η ενδιάμεση διαδικασία συνιστά διαδικασία ασυνήθη χαρακτήρα για το λόγο ότι τα επίδικα θέματα εκδικάζονται έξω από το πλαίσιο της ολοκληρωμένης δίκης που αποτελεί τη συνήθη οδό για την εκδίκαση των επίδικων θεμάτων. Συνεπώς τα δικονομικά εχέγγυα τα οποία αποβλέπουν στον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και του πλαισίου εκδίκασής τους πρέπει να τηρούνται με σχολαστικότητα ιδιαίτερα στην περίπτωση των επιτακτικών προνοιών της Δ.48 θ.1. Δεν είναι τυχαίο ότι το νομικό υπόβαθρο της αίτησης πρέπει, αντίθετα με την έκθεση απαιτήσεως, να καθορίζεται. συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι που επιβάλλουν όπως παρεμφερή θέματα προσδιορίζονται τόσο νομικά όσο και πραγματικά με ακρίβεια ώστε το Δικαστήριο, χωρίς υπέρμετρη καθυστέρηση, να είναι σε θέση να τα εξετάσει και με αυτό τον τρόπο να επιστρώσει το έδαφος διά την εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς." Συμφωνούμε με τις αρχές που διατυπώνονται στην Kouppa ως προς το δικονομικό πλαίσιο το οποίο διέπει την έγκυρη έγερση ενδιάμεσων αιτήσεων.» Πριν την τροποποίηση της Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, τα Δικαστήρια προέβαιναν στη διάκριση μεταξύ άκυρης και απλά παράτυπης διαδικασίας. Στις περιπτώσεις εκείνες στις οποίες η διαδικασία θεωρείτο παράτυπη, το Δικαστήριο εξακολουθούσε ακόμα να διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια ακύρωσης της διαδικασίας. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Αθανασιάδη v. Αλεξάνδρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 945, «η κατάταξη μίας παράβασης των κανονισμών στην κατηγορία των παρατυπιών που μπορούν να θεραπευθούν δεν σημαίνει αυτόματα και ανοχή της». Με την τροποποίηση της Δ.64 μέσω του περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικού) Διαδικαστικού Κανονισμού του 1995, επήλθε η κατάργηση της διάκρισης μεταξύ άκυρης και παράτυπης διαδικασίας. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Wunderlich κ.ά. v. Παναγιώτου (ανωτέρω): «Πράγματι σκοπός της νέας Δ.64 ήταν η κατάργηση της διάκρισης μεταξύ μη συμμόρφωσης με διαδικαστικούς θεσμούς, η οποία καθιστά τη διαδικασία άκυρη και μη συμμόρφωση η οποία απλώς καθιστά την διαδικασία παράτυπη (βλ. Supreme Court Practice 1999, σελ. 10). Οποιαδήποτε μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς θεωρείται ως παρατυπία η οποία μπορεί να θεραπευθεί με τον τρόπο και τη διαδικασία που προβλέπεται από τη νέα Δ.64. Έτσι μετά τη θέσπιση της νέας Δ.64 παρέχεται διακριτική ευχέρεια διάσωσης στην κατάλληλη περίπτωση δικονομικών μέτρων, τα οποία πριν την τροποποίηση εθεωρούντο άκυρα (Βλ. Γιάννη ν. Αναπληρωτή Εφόρου Μηχανοκινήτων Οχημάτων κ.ά.
(1995)3 Α.Α.Δ. 334, Δημοκρατία ν. Lion Ins. Agency Ltd
(1995)3 Α.Α.Δ. 338, 340 και Panayiotis Georghiou (Catering Ltd) κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1996)3 Α.Α.Δ. 323). Ωστόσο πρέπει να υπομνησθεί πως η εξουσία που δίδεται στο δικαστήριο από τη νέα Δ.64 είναι εξουσία για θεραπεία των παρατυπιών που αποτελούνται από παράλειψη συμμόρφωσης με τους θεσμούς. Το δικαστήριο δεν έχει εξουσία να θεραπεύσει θεμελιώδεις παραλείψεις (Βλ. The Supreme Court Practice 1999, σελ. 10 όπου υποδεικνύεται επίσης "πως η πρόνοια για την ύπαρξη του ενάγοντα κατά την ημερομηνία έναρξης της διαδικασίας αποτελεί βασική νομική αρχή παρά απαίτηση των θεσμών'').» Στην εν λόγω υπόθεση οι εφεσείοντες παρέλειψαν να στηρίξουν την αίτηση παρακοής στο άρθρο 42 του Ν.14/60 ενώ περιέλαβαν στη νομική βάση αυτής τη Δ.42Α. Το Εφετείο επισήμανε ότι το άρθρο 42 περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για τη χορήγηση της επίδικης θεραπείας και η Δ.42Α το δικονομικό δίκαιο, και επικαλούμενο την υπόθεση Μαχλουζαρίδης και το επιτακτικό λεκτικό της Δ.48 Θ.1, θεώρησε ότι η επίκληση του άρθρου 42 ήταν επιβεβλημένη για την έγκυρη στοιχειοθέτηση της επίδικης αίτησης. Το Εφετείο έθεσε τα κριτήρια με βάση τα οποία το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει κατά πόσο θα θεραπεύσει τέτοια παρατυπία στο ακόλουθο χαρακτηριστικό απόσπασμα: «Στην κρινόμενη περίπτωση πρόκειται απλώς για μη συμμόρφωση με τους θεσμούς - την Δ.48 θ.
  1. Δεν πρόκειται για ουσιώδη ή θεμελιώδη παράλειψη ούτε για παραβίαση βασικών νομικών αρχών. Ακολουθεί πως η σημειωθείσα παράλειψη ισοδυναμεί με παρατυπία η οποία είναι θεραπεύσιμη. Πώς όμως επιτυγχάνεται η θεραπεία και μάλιστα σε περιπτώσεις, όπως η παρούσα, όπου η άλλη πλευρά δεν έχει εγείρει θέμα ακυρότητας ή παρατυπίας; Και ποιοί είναι οι παράγοντες που ασκούν επιρροή στην άσκηση της σχετικής διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου όταν εξετάζει τα ζητήματα παρατυπίας; Το θέμα έχει τύχει αντιμετώπισης από το Αγγλικό Εφετείο στην Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union [1985] 1 W.L.R. 513, 520, 521,
  2. Στην υπόθεση εκείνη έχει ερμηνευθεί η νέα αγγλική Δ.2 - αντιστοιχεί με τη δική μας νέα Δ.64 - και από τη μελέτη της απόφασης προκύπτουν τα εξής:
  3. Όπου διαπιστώνεται παρατυπία λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με τους Θεσμούς το παράτυπο μέτρο ή έγγραφο παραμένει παράτυπο inter partes μέχρις ότου το ζήτημα εξεταστεί από το δικαστήριο δυνάμει της νέας Δ.64 θ.
  4. Επιβάλλεται η εξέταση του ζητήματος της παρατυπίας από το δικαστήριο έστω και αν τέτοιο ζήτημα δεν είχε εγερθεί από τους διάδικους.
  5. Η παραίτηση της άλλης πλευράς, με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, από το δικαίωμα που της παρέχεται λόγω της παρατυπίας αποτελεί καλό λόγο για να γίνει αποδεκτή η παρατυπία.
  6. Ένας από τους κύριους λόγους που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει της Δ.64 θ.2 είναι ο δυσμενής επηρεασμός (prejudice) της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας. Ωστόσο η νέα Δ.64 θ.2 είναι διατυπωμένη με τρόπο που να παρέχει στο δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία για να απονέμει δικαιοσύνη.
  7. Στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το δικαστήριο μπορεί να παραμερίσει πλήρως ή μερικώς τη διαδικασία στην οποία έχει σημειωθεί η παρατυπία ή - διαζευκτικά - "να εκδώσει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με τη διαδικασία γενικά όπως κρίνει πρέπον".» Τελικώς αποφασίστηκε ότι η εν λόγω παράλειψη ήταν παρατυπία η οποία μπορούσε να θεραπευθεί με τον τρόπο και τη διαδικασία που προβλέπεται από τη νέα Δ.
  8. Το Εφετείο έλαβε υπ΄ όψιν το γεγονός ότι η άλλη πλευρά δεν υπέστη δυσμενή επηρεασμό καθότι έλαβε μέρος στη διαδικασία χωρίς να είχε εγείρει θέμα παρατυπίας. Η υπόθεση Dasaki Entertainment Co Ltd v. Ιερού Ναού Παναγίας Χρυσελεούσης Στροβόλου (Aρ. 2)
(2009)1(Α) Α.Α.Δ 35, η οποία αφορούσε παράλειψη συμμόρφωσης με τις πρόνοιες της Δ.2 Θ.10, περιέχει επίσης χρήσιμη ανάλυση για τον σκοπό και τον τρόπο εφαρμογής της Δ.64 στο ακόλουθο απόσπασμα: «Ο σκοπός της νέας Δ.64 είναι η κατάργηση της διάκρισης μεταξύ άκυρου και αντικανονικού μέτρου, εξισώνοντας έτσι κάθε μορφή παρέκκλισης από τους θεσμούς με αντικανονικότητα δυνάμενη να θεραπευθεί. Το θέμα παραμένει στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου .. Στην προαναφερθείσα υπόθεση Καλιά κ.ά. v. Δημοκρατίας κ.ά., σελ. 151-152 διαβάζουμε τα εξής: «Με την κατάργηση της Δ.64 .. και την αντικατάστασή της με τη Δ.64 του περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικού) Διαδικαστικού Κανονισμού .., η διάκριση μεταξύ άκυρης και παράτυπης διαδικασίας καταργήθηκε και η μη συμμόρφωση, λόγω οποιασδήποτε πράξεως ή παραλείψεως, με τα προβλεπόμενα από τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, αναφορικά με χρόνο, τόπο, τρόπο, τύπο, περιεχόμενο ή οτιδήποτε άλλο κατά την έναρξη ή την φερόμενη έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας, ή σε οποιοδήποτε στάδιο οποιασδήποτε διαδικασίας, ή σε σχέση με αυτή, θα θεωρείται παρατυπία. Πέραν αυτού, με τη νέα Δ.64, παρέχεται η διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο διάσωσης της παράτυπης διαδικασίας στην κατάλληλη περίπτωση. Κατά συνέπεια θέση ότι μια έφεση είναι θνησιγενής όταν κανένας από τους λόγους της δεν είναι αιτιολογημένος και επομένως δεν είναι έγκυρη, καταργήθηκε με την τροποποίηση της Δ.64, αλλά η οποιαδήποτε παρατυπία θα πρέπει να θεραπεύεται. Η θεραπεία αυτή επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και η οποιαδήποτε παρέκκλιση από τους Θεσμούς θα πρέπει να αντιμετωπίζεται έγκαιρα. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση στη λήψη διορθωτικών μέτρων, τόσο μεγαλύτερο είναι το βάρος που αναλαμβάνει ο αιτητής να πείσει το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια προς όφελός του. ..» Είναι λοιπόν φανερό ότι σε περιπτώσεις που πριν την τροποποίηση της Δ.64 το δικαστήριο, με βάση τη νομολογία που ίσχυε τότε, ήταν υπόχρεο να καταλήξει ότι κάποια παράλειψη συμμόρφωσης με τους θεσμούς οδηγούσε σε ακυρότητα, με τη νέα Δ.64 έχει διακριτική εξουσία να θεωρήσει την μη συμμόρφωση ως απλή παρατυπία, που δεν οδηγεί κατ' ανάγκη σε ακυρότητα.» Με βάση τις ανωτέρω νομικές αρχές, στην προκειμένη περίπτωση η παράλειψη αναφοράς στη Δ.48 Θ.4
(2)αποτελεί παρατυπία σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.64. Το ουσιώδες όμως ερώτημα είναι κατά πόσον αυτή είναι τυπικής μορφής και θεραπεύσιμη ή ουσιαστική ώστε το αιτούμενο διάταγμα να μην δύναται να εκδοθεί. Επί τούτου χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρουν οι αποφάσεις στις οποίες απασχόλησε ειδικά το θέμα παράλειψης στοιχειοθέτησης του ορθού νομικού υπόβαθρου αιτήσεων. Η υπόθεση Κουλέρμος v. Κουμπαρίδου
(2000)1 Α.Α.Δ. 493 αφορούσε αίτηση για απόρριψη αγωγής λόγω μη προώθησης της. Η αίτηση βασιζόταν στη Δ.20 Θ.1, στη Δ.25 Θ.2, στη Δ.26 Θ.1 και στη Δ.48 Θθ.1-4. Το Εφετείο έκρινε ότι καμία από τις εν λόγω θεσμικές διατάξεις δεν έδιδε έρεισμα στο αίτημα και ότι η πρωτόδικος Δικαστής αναφέρθηκε σε αυτές όπως και σε άλλες τις οποίες η εφεσίβλητη δεν επικαλέστηκε, παραλείποντας να διαπιστώσει ότι σε καμία από αυτές (τις διατάξεις) το αίτημα εύρισκε έρεισμα. Υπό το φως αυτών των δεδομένων το Εφετείο, στηριζόμενο στην υπόθεση Μαχλουζαρίδης (ανωτέρω), κατέληξε ότι η έκβαση της αίτησης συναρτάτο προς θεσμικές διατάξεις οι οποίες δεν έδιναν έρεισμα στο αίτημα της εφεσίβλητης και έτσι η αίτηση έπρεπε να είχε απορριφθεί και η αγωγή να επαναορίζετο για ακρόαση. Στην υπόθεση Χριστοφόρου v. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λοΐζος Ιορδάνους Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 743, η αίτηση για τροποποίηση των λόγων έφεσης στηριζόταν στη Δ.25 Θ.1 και στη Δ.48 Θθ.1-
  1. Το Εφετείο δέχθηκε τη θέση της εφεσίβλητης ότι η αίτηση βασιζόταν σε λανθασμένους Κανονισμούς και ότι η σχετική Διάταξη ήταν η Δ.35 Θ.
  2. Υιοθετώντας τις υποθέσεις Kouppa και Μαχλουζαρίδης (ανωτέρω) το Εφετείο επανέλαβε ότι «απαράβατοι όροι της εγκυρότητας του δικονομικού πλαισίου μίας ενδιάμεσης αίτησης είναι η αναφορά στα άρθρα και στους θεσμούς που στοιχειοθετούν το νομικό υπόβαθρο της αίτησης» και κατέληξε ότι στην περίπτωση εκείνη δεν χωρούσε διορθωτική επέμβαση με την καταφυγή στις πρόνοιες της Δ.
  3. Η πιο πρόσφατη υπόθεση Egiazaryan κ.ά. v. Denoro Investments Ltd, Πολ. Έφ. 75/11, ημ. 19.2.13, αφορούσε αίτηση για προσαγωγή πρόσθετης μαρτυρίας στα πλαίσια της έφεσης. Η αίτηση στηριζόταν μόνο στη Δ.35 Θ.8, ενώ έγινε εισήγηση από τους εφεσίβλητους ότι η αίτηση έπρεπε να στηρίζεται στο άρθρο 25
(3)του Ν.14/60. Το Εφετείο συμφώνησε «ότι κατά την επιταγή της Δ.48 θ.1, η αίτηση θα έπρεπε να στηριζόταν και στο άρθρο 25
(3), ως το κατ΄ εξοχήν εργαλείο με βάση το οποίο καθίσταται δυνατή η προσαγωγή νέας μαρτυρίας κατ΄ έφεση». Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Είναι γεγονός ότι το άρθρο 25
(3)είναι σαφώς δικαιοδοτικό και περικλείει την όλη εξουσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά τη δικαιοδοσία του ως Εφετείου, να εξετάζει οποιαδήποτε έφεση χωρίς δέσμευση από τα πραγματικά γεγονότα και τις αποδείξεις που ήσαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου .. Το άρθρο 25
(3)ως δικαιοδοτικό υπερτερεί της κανονιστικής ρύθμισης που εμπεριέχεται στη Δ.35 θ.8, στην οποία θα γίνει αναφορά αμέσως μετά. Ακριβώς διότι το άρθρο έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία κατ΄ επανάληψη περιοριστικά, κατά τον τρόπο που θα εξηγηθεί στη συνέχεια, οι εφεσείοντες όφειλαν να εστιάσουν την προσοχή τους και σ΄ αυτό, ιδιαιτέρως διότι η νομολογία είναι αποκαλυπτική στο ότι οποιαδήποτε αίτηση θα πρέπει να αναφέρει το νόμο και τους κανονισμούς στους οποίους βασίζεται ως απαραίτητο στοιχείο εγκυρότητας του δικονομικού μέτρου. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Κούππα ν. Βασιλειάδη
(1981)1 J.S.C. 120, Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδης
(1990)1 Α.Α.Δ. 965 και Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λοΐζος Ιορδάνους Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 743, στην οποία μάλιστα λέχθηκε ότι η παράλειψη αναφοράς στους ορθούς κανονισμούς και, βέβαια, το νόμο δεν χωρεί διόρθωσης στη βάση των προνοιών της Δ.
  1. Η σημασία της τήρησης των Θεσμών τονίστηκε και στις πρόσφατες αποφάσεις Τσεσμέλογλου ν. Σοφοκλέους, Πολ. Έφ. αρ. 205/2010, ημερ. 15.1.2013 και Σ΄ ό,τι αφορά την περιουσία του Ιωάννου Κοντού, Πολ. Έφ. αρ. 187/09, ημερ. 29.1.2013.» Τέλος, η υπόθεση Φαλέκκου v. Χριστοφίδη (ανωτέρω) αφορούσε καταχώριση ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος σύμφωνα με τη Δ.2 Θ.6 (Τύπος 2) αντί γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου σύμφωνα με τη Δ.2 Θ.1 (Τύπος 1). Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι αυτό αποτελούσε απλή παρατυπία και εξέδωσε διάταγμα απαλλαγής από αυτή δυνάμει της Δ.64 Θ.
  2. Ο εφεσείων εισηγήθηκε ότι το συμπέρασμα του Δικαστηρίου είναι εσφαλμένο. Το Εφετείο κατέληξε ως εξής: «Έχουμε εξετάσει τις πρόνοιες της Δ.2 θ.6 και δεν συμφωνούμε με την εισήγηση του συνηγόρου του Εφεσίβλητου. Η Δ.2 θ.6 βασικά προβλέπει ότι ο ενάγων σ' όλες τις αγωγές μπορεί να εναγάγει τον εναγόμενο με κλητήριο στο οποίο «δύναται» ("may") να οπισθογραφήσει και την έκθεση απαίτησης. Η χρήση της αγγλικής λέξης "may" υποδηλώνει δικαίωμα και επιλογή και όχι επιτακτική πρόνοια, οπότε θα χρησιμοποιείτο το ρήμα "shall". Όμως το δικαίωμα επιλογής δεν παρέχεται στον ενάγοντα όπου η φύση της αγωγής συμπεριλαμβάνεται στις εξαιρέσεις της Δ.2 θ.6
(4). Η διαφορά μεταξύ γενικής και ειδικής οπισθογράφησης, φαίνεται σήμερα να έχει περισσότερο ιστορική σημασία παρά πρακτική και ενδεχομένως οι περιπτώσεις για τις οποίες προβλέπετο γενική οπισθογράφηση να ήταν εκείνες στις οποίες κρίθηκε ότι δεν θα έπρεπε να υπάρχουν τα στενά περιθώρια καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης, καταχώρισης έκθεσης υπεράσπισης και οι κίνδυνοι διεκδίκησης απόφασης λόγω παράλειψης καταχώρισης εμφάνισης, που υπάρχουν στην περίπτωση που στο κλητήριο περιλαμβάνεται σε ειδική οπισθογράφηση και η έκθεση απαίτησης. Πέραν των πιο πάνω, φαίνεται ότι η μόνη άλλη πρακτική σημασία να ήταν ότι ο ενάγων, όπου είχε τη δυνατότητα να προχωρήσει με ειδική οπισθογράφηση αλλά προχωρούσε με γενική οπισθογράφηση, δεν εδικαιούτο έξοδα για τη μετέπειτα σύνταξη έκθεσης απαίτησης (βλ. The Annual Practice, 1955, σελ. 17). Όμως σήμερα, εκτός των περιπτώσεων που ο ενάγων δεν έχει όλες τις πληροφορίες για τη σύνταξη της έκθεσης απαίτησης του, η γενική οπισθογράφηση δεν είχε οποιαδήποτε άλλη χρησιμότητα, αλλά αντίθετα αποτελεί πηγή καθυστέρησης και δημιουργεί περιττά έξοδα. Στο παρελθόν υπήρξαν εισηγήσεις για κατάργηση της διάκρισης, πλην ορισμένων περιπτώσεων, π.χ. όπου η αγωγή κινδύνευε να αποκλειστεί λόγω παραγραφής ή όπου παρίστατο ανάγκη να διεκδικηθεί παρεμπίπτον διάταγμα, αλλά ο ενάγων δεν είχε όλα τα στοιχεία ή το χρόνο για να συντάξει την έκθεση απαίτησης του. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο ενάγων θα διατηρούσε το δικαίωμα να προχωρήσει με γενική οπισθογράφηση. Παρά τις πιο πάνω παρατηρήσεις, η πρόνοια της Δ.2 θ.6 για γενική οπισθογράφηση συνεχίζει να υφίσταται για τις σοβαρές εκείνες περιπτώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο
(4)του θεσμού 6, με αποτέλεσμα σε αγωγή στην οποία υπάρχει ισχυρισμός για δόλο, ο ενάγων να μην έχει δυνατότητα επιλογής ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου σύμφωνα με τον Τύπο 2. Επομένως, η κατάληξη της πρωτόδικης δικαστού ότι στην προκειμένη περίπτωση η χρήση από τον Εφεσίβλητο του Τύπου 1 ήταν επιβεβλημένη, είναι απόλυτα ορθή.» Ακολούθως το Εφετείο θεώρησε ότι «η μη συμμόρφωση με τη Δ.2 θ.6
(4)ήταν μια από τις περιπτώσεις που προσπάθησε ρητά να καλύψει η Δ.64 θ.1
(3), ώστε η λανθασμένη χρήση εναρκτήριου μέσου να μην οδηγεί σε ακύρωση» και με γνώμονα τη μη πρόκληση αδικίας στην άλλη πλευρά επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση για άρση της παρατυπίας. Παρόλο που στην εν λόγω απόφαση κρίθηκε ότι ο εφεσίβλητος είχε υποχρέωση να καταχωρίσει γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο, εντούτοις προκύπτει ξεκάθαρα από το προαναφερόμενο απόσπασμα ότι καθοριστικό κριτήριο για την κατάληξη του Εφετείου ήταν η πρακτική σημασία και η χρησιμότητα αυτού του τρόπου δικογράφησης και η μη πρόκληση αδικίας στην άλλη πλευρά. Το Εφετείο βασίστηκε στις πρόνοιες του εδαφίου
(3)του Θ.1 της Δ.64 που ρυθμίζει ειδικά το εξετασθέν στην εν λόγω υπόθεση θέμα. Επίσης στην εν λόγω απόφαση επιβεβαιώνεται η παλαιότερη νομολογία πως το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια ως προς το κατά πόσο θα άρει την παρατυπία ή όχι. Ειδικότερα το Εφετείο αναφέρθηκε στην υπόθεση Πέτριχου ν. Χ΄΄Ιωσήφ
(1998)1 Α.Α.Δ. 81, λέγοντας τα εξής: «Όμως εκείνο που τονίστηκε στην Πέτριχου, ήταν ότι η νέα Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια στη μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς, τους οποίους δεν έχει σκοπό να καταργήσει. Τονίστηκε ότι η Δ.64 δημιουργεί ένα ένδικο μέσο το οποίο ο διάδικος μπορεί να χρησιμοποιήσει για να θεραπεύσει παρατυπίες. Όμως το Δικαστήριο με κανένα τρόπο δεν περιόρισε τη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου δικαστηρίου, όταν με κάποιο τρόπο εγείρεται ενώπιον του θέμα μη συμμόρφωσης με τους Κανονισμούς, να ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια που του παρέχεται από τη Δ.64 θ.1
(3)και είτε να παραμερίσει το μη θεραπεύσιμο εναρκτήριο μέσο, είτε να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, όπως κρίνει δίκαιο και πρέπον αναφορικά με τη διαδικασία.» Καθοδηγούμενος από τις πιο πάνω νομικές αρχές, αρχικά επισημαίνω ότι η επίκληση της Δ.48 Θ.4
(2)ήταν απαραίτητη για να προσδώσει εξουσία στο Δικαστήριο να επιληφθεί της επίδικης αίτησης και να εκδώσει διάταγμα που να επιτρέπει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Βεβαίως αναφέρεται ότι στη νομική βάση της αίτησης γίνεται αναφορά στη Δ.48 Θ.Θ.2, 3 και 9 και τίθεται το ερώτημα αν η αναφορά αυτή είναι ικανή να θεραπεύσει την παράλειψη αναφοράς στον Θ.4
(2). Υπενθυμίζεται εδώ ότι οι ΘΘ. 1 και 2 δεν αρκούνται σε γενική αναφορά στη Διαταγή στην οποία στηρίζεται μια αίτηση αλλά επιβάλλουν την καταγραφή του συγκεκριμένου Θεσμού στον οποίο στηρίζεται η αίτηση. Κατά συνέπεια, με δεδομένη αφενός την επιτακτική αναγκαιότητα αναφοράς του συγκεκριμένου Θεσμού ο οποίος στοιχειοθετεί το νομικό υπόβαθρο και δίνει έρεισμα στην αίτηση και αφετέρου την διαπίστωση ότι οι Θεσμοί στους οποίους γίνεται επίκληση δεν αφορούν την υπό κρίση περίπτωση, θεωρώ ότι ούτε η Δ.48 από μόνη της αλλά ούτε και οι αναφερόμενοι Θεσμοί στην αίτηση δεν μπορούν να παράσχουν με οποιονδήποτε τρόπο δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Όπως λέχθηκε εξάλλου στην υπόθεση Re Evand Promotions Ltd κ.ά., Αίτηση αρ. 19/98, ημερ. 27.4.1998, η απλή επίκληση της Δ.48 δεν παρέχει αφ΄ εαυτής δικαίωμα καταχώρισης οποιασδήποτε αίτησης αλλά διαγράφει μόνο το δικονομικό πλαίσιο στο οποίο μπορεί να υποβληθεί μία ενδιάμεση αίτηση εφόσον αυτή έχει ως νομικό υπόβαθρο ειδικό άρθρο του νόμου ή ειδικό θεσμό. Με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, καταλήγω ότι στην προκειμένη περίπτωση η παράλειψη αναφοράς της ορθής νομικής βάσης είναι τέτοια που δεν αποτελεί απλή παρατυπία που είναι θεραπεύσιμη αλλά αντιθέτως έλλειψη του νομικού υπόβαθρου το οποίο θα παρείχε εξουσία στο Δικαστήριο να εξετάσει την αίτηση και εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Στο σημείο αυτό επισημαίνω ότι το σκεπτικό του Εφετείου στην υπόθεση Φαλέκκου v. Χριστοφίδη (ανωτέρω) διακρίνει την υπό εξέταση περίπτωση, η οποία αφορά παντελή έλλειψη του νομικού υπόβαθρου που θα παρείχε έρεισμα στο αίτημα και θα επέτρεπε στο Δικαστήριο να εξετάσει την αίτηση και να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Επομένως, καταλήγω ότι η επίκληση της Δ.48 Θ.4
(2)ήταν επιβεβλημένη για την έγκυρη στοιχειοθέτηση της επίδικης αίτησης και η έλλειψη της αναγκαίας νομικής βάσης αποτελεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην περαιτέρω προώθηση της αίτησης. Τέλος, αναφέρεται ότι η φύση της παρατυπίας η οποία ισοδυναμεί με απουσία δικαιοδοτικού όρου είναι το στοιχείο που διακρίνει επίσης την υπό κρίση περίπτωση από την προαναφερόμενη υπόθεση Wunderlich v. Παναγιώτου αλλά και από τις υποθέσεις Κτηματικές Επιχειρήσεις Μάκης Αυξεντίου Λτδ v. Κυριακίδη κ.ά.
(2000)1(Α) Α.Α.Δ.601, και Metroinvest Ansalt v. Commercial Union
(1985)1 W.L.R. 513 Ως εκ τούτου, με την επισήμανση ότι οι εναγόμενοι 1 από την πρώτη στιγμή με την καταχώρηση της ένστασης τους ήγειραν το θέμα της παράλειψης αυτής από πλευράς αιτητών και το προώθησαν μέχρι τέλους με την αγόρευση τους, καταλήγω ότι η έλλειψη της ορθής νομικής βάσης στερεί από το Δικαστήριο την εξουσία να επιληφθεί της αίτησης. Με αυτά υπόψη θεωρώ πως δεν είναι αναγκαία η εξέταση άλλων θεμάτων που εγείρονται στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης. Κατάληξη Λαμβάνοντας υπόψη όσα έχουν αναφερθεί η αίτηση ημερ.24/07/14 απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ των καθ'ών η αίτηση-εναγόμενων 1 και εναντίον των αιτητών ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Interim Αναφορά: Αστικές/Αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.