← Κύπρος

PSK UNIUSED CARS LTD, πρώην P.S.K. Car Enterprises Ltd ν. Άννας Στυλιανού, Αρ. Αγωγής: 4059/2009, 18/9/2015

PSK UNIUSED CARS LTD, πρώην P.S.K. Car Enterprises Ltd ν. Άννας Στυλιανού, Αρ. Αγωγής: 4059/2009, 18/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A251 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ENΩΠION: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4059/2009 Μεταξύ: PSK UNIUSED CARS LTD, πρώην P.S.K. Car Enterprises Ltd, από τα Κάτω Πολεμίδια Εναγόντων Και Άννας Στυλιανού, από τη Λεμεσό Εναγομένης Ημερομηνία: 18 Σεπτεμβρίου 2015 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες ׃ κα Χ. Χ΄΄Κωστή για κ.κ. Κώστα Π. Χ''Κωστή & Σια, για να ακούσει απόφαση η κα Βελισσαρίου. Για Εναγομένη: κος Χριστοφόρου για κ.κ. Πελαγία, Χριστοδούλου, Βράχας ΔΕΠΕ, για να ακούσει απόφαση ο κος Δημοσθένους. Α Π Ο Φ Α Σ Η Oι ενάγοντες αξιώνουν από την εναγόμενη ποσό €3.365,94σ ως υπόλοιπο τιμήματος από την αγορά και παραλαβή αυτοκινήτου ή/και σαν υπόλοιπο λογαριασμού ή/και άλλως πως, πλέον τόκους και έξοδα. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμούς τους, οι ενάγοντες ισχυρίζονται, όπως συνοπτικά μπορώ να καταγράψω, ότι η εναγόμενη κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν πελάτιδα τους. Κατά ή περί την 10.12.2005 κατόπιν παραγγελίας της εναγόμενης προς τους ενάγοντες σύναψαν προφορική συμφωνία στη Λεμεσό δυνάμει της οποίας οι ενάγοντες πώλησαν στην εναγόμενη και η εναγόμενη αγόρασε από τους ενάγοντες αντί του συμφωνηθέντος ή/και λογικού τιμήματος των ΛΚ. 8.750.- ένα μεταχειρισμένο αυτοκίνητο. Η εναγόμενη ανέλαβε την υποχρέωση να εξοφλήσει το πιο πάνω τίμημα αγοράς καταβάλλοντας έναντι το ποσό των ΛΚ. 6.780.- με την υποβολή της παραγγελίας και το υπόλοιπο ποσό των ΛΚ. 1.970.- με την παραλαβή του αυτοκινήτου. Η εναγόμενη κατά ή περί την 10.12.2005 πλήρωσε έναντι το ποσό των ΛΚ. 6.780.- και κατά ή περί τα μέσα Ιανουαρίου 2006 παρέλαβε το αυτοκίνητο. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις των εναγόντων και την επιστολή των δικηγόρων τους ημερ. 7.7.2008 , η εναγόμενη δεν πλήρωσε άλλο ποσό στους ενάγοντες και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να οφείλει το ποσό των ΛΚ. 1.970.- ισάξιο σε €3.365,94σ. Η εναγόμενη με την Υπεράσπιση της απορρίπτει τους ισχυρισμούς των εναγόντων και ισχυρίζεται ότι ο σύζυγος της ήταν αυτός που ήρθε σε επαφή με τους ενάγοντες προκειμένου να αγοράσει αυτοκίνητο στην ίδια και στις 10.12.2005 ο σύζυγος της σύναψε γραπτή συμφωνία με τους ενάγοντες για την αγορά ενός αυτοκινήτου, σύμφωνα με την οποία η αξία του αυτοκινήτου θα ήταν ΛΚ.9.150.-. Με την υπογραφή της συμφωνίας δόθηκε προκαταβολή ΛΚ. 2.350.- και στις 21.12.2005 ο σύζυγος της εναγόμενης πλήρωσε στους ενάγοντες το υπόλοιπο ποσό των ΛΚ. 6.780.- παραλαμβάνοντας σχετική απόδειξη. Ισχυρίζεται δε ότι η απαίτηση των εναγόντων έχει εξοφληθεί και ότι το αυτοκίνητο που παρέλαβε ήταν προβληματικό. Για τα πιο πάνω η εναγόμενη ενημέρωσε τους ενάγοντες με επιστολή των δικηγόρων της ημερ. 9.7.

  1. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες καθυστέρησαν υπέρμετρα να καταχωρήσουν την παρούσα Αγωγή και ότι αυτή είναι καταχρηστική καθότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στους ενάγοντες. Οι ενάγοντες με την Απάντηση στην Υπεράσπιση αρνούνται τους ισχυρισμούς της εναγομένης και ισχυρίζονται ότι το μόνο έγγραφο το οποίο υπεγράφη σχετικά με την επίδικη συναλλαγή είναι η παραγγελία του αυτοκινήτου και εάν ακόμα φανεί ότι η εν λόγω παραγγελία φέρει την υπογραφή του συζύγου της εναγομένης, οι ενάγοντες θα ισχυριστούν ότι αυτός υπέγραψε την εντολή και για λογαριασμό της. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι τα όσα ισχυρίζεται η εναγόμενη είναι σε πλήρη αντίφαση με το περιεχόμενο της επιστολής ημερ. 9.7.2008 προς τους Δικηγόρους των Εναγόντων. Κατά την ακροαματική διαδικασία εκ μέρους των εναγόντων και προς απόδειξη της υπόθεσης τους μαρτυρία έδωσε ο Φυλακτής Κρόκος (ΜΕ1) και ο Ιωάννης Κρόκος (ΜΕ2) και από πλευράς εναγομένης μαρτυρία έδωσε ο Νικόλας Χριστοφή (ΜΥ). Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων κατέθεσαν στο Δικαστήριο τις γραπτές τους αγορεύσεις, όπου εκτίθενται οι θέσεις και τα επιχειρήματα τους, τις οποίες έχω μελετήσει και έλαβα υπόψη μου το περιεχόμενο τους για σκοπούς έκδοσης της παρούσας απόφασης. H μαρτυρία που έχει προσκομισθεί στο σύνολο της έχει καταγραφεί στα πρακτικά, γι' αυτό και θα προχωρήσω σε συνοπτική καταγραφή αυτής προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της. Κατά την ακροαματική διαδικασία κατατέθηκαν τα Τεκμήρια 1 - 9 εις τα οποία θα γίνει αναφορά πιο κάτω κατά την καταγραφή της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΦΥΛΑΚΤΗ ΚΡΟΚΟΥ (ΜΕ1) Ο ΜΕ 1 σύμφωνα με την μαρτυρία του είναι ο γενικός διευθυντής των εναγόντων. Κατά την κυρίως εξέταση του κατέθεσε το Τεκμήριο 1 (δελτίο παραγγελίας αρ. 1639 ημερ. 10.12.2005, Τεκμήριο 2 (δελτίο είσπραξης με αρ. 6914, ημερ. 21.12.05), Τεκμήριο 3 (τίτλο ιδιοκτησίας αυτοκινήτου ΚΝΑ 195), Τεκμήριο 4 (επιστολή ημερ. 7.7.2008 με συνημμένη ένορκη δήλωση επίδοσης), Τεκμήριο 5 (επιστολή ημερ. 9.7.08), Τεκμήριο 6 (αντίγραφο τιμολογίου με αρ. 5963, ημερ. 10.8.06). Κατά την αντεξέταση του κατατέθηκε το Τεκμήριο 7 (πρωτότυπο δελτίο παραγγελίας με αρ. 1639, ημερ. 10.12.05) και το Τεκμήριο 8 (πρωτότυπο δελτίο είσπραξης με αρ. 6914, ημερ. 21.12.05). Ο ΜΕ1 κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι γνωρίζει την εναγόμενη η οποία κατά το 2005 επισκέφθηκε τους ενάγοντες με τον σύζυγο της, επέλεξαν αυτοκίνητο και ακολουθήθηκε η διαδικασία. Η διαδικασία που ακολουθείται κατά τον ίδιο είναι: ο πελάτης επιλέγει ένα αυτοκίνητο, γίνεται προκαταρκτική παραγγελία για κράτηση του αυτοκινήτου, μετά ακολουθεί η προκαταβολή μέχρι την παράδοση του αυτοκινήτου και μόλις ετοιμαστεί ο τίτλος ιδιοκτησίας γίνεται η εξόφληση. Σε ερώτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση ποια διαδικασία ακολουθήθηκε απάντησε: «Ακριβώς η ίδια διαδικασία όπως όλους τους πελάτες και ακόμα με την εναγόμενη επειδή ετύγχανε να έχουμε γνωριμίες με τον πατέρα της δεν ζητήσαμε προκαταβολή κατά την ημέρα της παραγγελίας. Η προκαταβολή δόθηκε μετά. Κατά την παράδοση του εν λόγω αυτοκινήτου θα παίρναμε το υπόλοιπο για εξόφληση αλλά ποτέ δεν το πήραμε.» Ανέφερε στη συνέχεια ότι την πρώτη φορά η εναγόμενη επισκέφθηκε τους ενάγοντες με τον πατέρα της και δεύτερη φορά ήταν με έναν κύριο χωρίς να γνωρίζει εάν ήταν σύζυγος της. Κατά την δεύτερη επίσκεψη έγινε τελικά η παραγγελία του αυτοκινήτου, όπου επέλεξε το χρώμα του αυτοκινήτου εφόσον ήταν καινούριο και είχε δικαίωμα επιλογής, μετά από λίγες ημέρες ο σύζυγος της εναγόμενης έδωσε μια προκαταβολή μέχρι την παράδοση. Σύμφωνα με τον ίδιο η συμφωνία έγινε με τον Ιωάννη Κρόκο εκ μέρους των εναγόντων για περίπου ΛΚ. 9000 χωρίς να θυμάται ακριβώς το ποσό. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση εάν η συμφωνία ήταν γραπτή ή προφορική απάντησε ότι ήταν γραπτή διευκρινίζοντας ακολούθως ότι όταν αναφέρει γραπτή συμφωνία εννοεί το δελτίο παραγγελίας το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1, εις το οποίο όπως ανέφερε αναγράφετε το όνομα του μέλλοντος αγοραστή, τι αυτοκίνητο θα αγοράσει, η αξία του αυτοκινήτου και τυχόν προκαταβολή. Σε ερώτηση ποιες διορθώσεις έγιναν στο Τεκμήριο 1 απάντησε: «Εδώ που γράφει deposit, δεν δόθηκε προκαταβολή, ο πελάτης είπε θα δώσω μια προκαταβολή Λ.Κ.2350 τις οποίες δεν έδωσε ή πάνω στο έντυπο αυτό μπαίνει μια προκαταβολή εικονική μέχρι να μας δώσει μια κανονική προκαταβολή για να εκδώσουμε και απόδειξη.» Περαιτέρω ανέφερε ότι η κανονική τιμή ήταν Λ.Κ.9150 όταν ήρθε το αυτοκίνητο και ετοιμάστηκε για παράδοση ένα από τα έξτρα έλειπε από το αυτοκίνητο και αφαιρέθηκε από την τιμή Λ.Κ.400 όπως φαίνεται στη διόρθωση που έγινε στο Τεκμήριο
  2. Επίσης ανέφερε ότι έγινε και άλλη αλλαγή στο Τεκμήριο 1 εις ότι αφορά το όνομα όπου αντικαταστήθηκε το όνομα του Νικόλα Χριστοφή με αυτό της Άννας Στυλιανού. Σύμφωνα με τον ίδιο, η αλλαγή έγινε μετά όπου πληροφορηθήκαν οι ενάγοντες ότι η εναγόμενη θα είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου. Οι αλλαγές όπως ανέφερε έγινε καθ υπόδειξη του λογιστηρίου. Το λογιστήριο όταν παρέλαβε τα έγγραφα και διαπίστωσε ότι υπήρχε έκπτωση ΛΚ.400.- δεν μπορούσε να δικαιολογήσει λογιστικά την πράξη και ζήτησε από τους ενάγοντες οι οποίοι χειρίζονται αυτά τα θέματα υπογραφή και διόρθωση του εντύπου παραγγελίας και της απόδειξης. Η απόδειξη η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2 αφορούσε την προκαταβολή για το ποσό των Λ.Κ.6780 το οποίο πληρώθηκε από τον Νικόλα Χριστοφή. Ερωτηθείς αναφορικά με την διόρθωση η οποία παρατηρείται στο Τεκμήριο 2 εις το όνομα και για ποιο λόγο έγινε η διόρθωση ανέφερε ότι όλα τα έγγραφα πρέπει να συνάδουν με το τίτλο ιδιοκτησίας και για τους ενάγοντες πελάτης είναι το πρόσωπο το οποίο εγγράφεται ως ιδιοκτήτης ενός αυτοκινήτου. Η απόδειξη Τεκμήριο 2, συνέχισε, αφορούσε προκαταβολή και δεν ήταν εξόφληση. Όλες οι πιο πάνω διορθώσεις που περιέγραψε ο μάρτυρας δεν έγιναν στην παρουσία της εναγομένης, ούτε τα διορθωμένα έγγραφα σταλήκαν στην εναγομένη γιατί όπως είπε: «Θεωρήσαμε ότι οι διορθώσεις που έγιναν ήταν υπέρ της εναγόμενης.» Στη συνέχεια ανέφερε ότι παρέμεινε οφειλόμενο υπόλοιπο η διαφορά των Λ.Κ.6780 από τις Λ.Κ.
  3. Το αυτοκίνητο πρέπει να παραδόθηκε όταν γράφτηκε, σίγουρα μετά από την προκαταβολή και την ημέρα που παραδόθηκε το αυτοκίνητο παραδώθηκε στην εναγόμενη και το πιστοποιητικό εγγραφής το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3, εις το οποίο φαίνεται ως κύριος δικαιούχος η Άννα Στυλιανού. Κατά την ημέρα της παραλαβής δεν υπήρχε οποιαδήποτε διαμαρτυρία από την εναγόμενη ούτε έγινε οποιαδήποτε πληρωμή. Λόγω της μη εξόφλησης του υπολοίπου από την εναγόμενη οι ενάγοντες έστειλαν επιστολή μέσω των δικηγόρων τους ημερ. 7.7.2008 προς την εναγόμενη η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  4. Η εναγόμενη έστειλε επίσης επιστολή ημερ. 9.7.08 η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5 δια της οποίας ενημέρωνε τους ενάγοντες ότι το αυτοκίνητο παρουσιάζει προβλήματα και γι αυτό δεν πληρώνει το αυτοκίνητο. Σε ερώτηση με ποιο πρόσωπο έγινε η επίδικη συναλλαγή απάντησε: «Με την εναγόμενη Άννα Στυλιανού». Στη συνέχεια ανέφερε ότι στην περίπτωση της εναγόμενης εκδόθηκε τιμολόγιο ως είναι υποχρεωμένοι για κάθε παράδοση αυτοκινήτου να εκδίδουν τιμολόγιο για σκοπούς VAT, άλλους φόρους, εγγραφές αυτοκινήτων, road tax αυτοκινήτων. Το εν λόγω τιμολόγιο ημερ. 10.8.06 με αρ. 5963 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  5. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι όταν υπογράφηκε η γραπτή συμφωνία παρόντες ήταν ο Νικόλας και η εναγόμενη όπου ήρθαν για να διαλέξουν χρώμα, η προσυμφωνία έγινε με την εναγόμενη και τον πατέρα της. Όταν υπογράφηκε το Τεκμήριο 1 (δελτίο παραγγελίας) ήταν παρόντες ο Νικόλας και η εναγόμενη και από μέρους των εναγόντων ο Ιωάννης Κρόκος. Υποδείχθηκε στον μάρτυρα το πρωτότυπο του Τεκμηρίου 1, δελτίο παραγγελίας, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 7 χωρίς να υπάρχουν σε αυτό διορθώσεις και αποδέχθηκε ότι είναι το αντίγραφο του δελτίου παραγγελίας το οποίο πήρε ο πελάτης. Υποδείχθηκε επίσης στον μάρτυρα πρωτότυπη απόδειξη είσπραξης στο όνομα του Νικόλα Χριστοφή για την πληρωμή του ποσού των ΛΚ. 6.780.- η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 8 και ανέφερε ότι ήταν παρών όταν το ποσό πληρώθηκε από τον Νικόλα και εισπράχθηκε από το λογιστήριο των εναγόντων. Σε υποβολή ότι το ποσό που αναφέρεται στην απόδειξη πληρώθηκε από τον Νικόλα Χριστοφή με τον οποίο έχουν συμβληθεί οι ενάγοντες για την πώληση του αυτοκινήτου απάντησε «Δεν μας αφορά εμάς, θέλουμε να εισπράξουμε τα λεφτά μας». Αποδέχθηκε ότι οι αλλοιώσεις επί του Τεκμηρίου 1 έγιναν από υπάλληλο των εναγόντων ο οποίος μονόγραψε στα σημεία των μετατροπών. Όπως εξήγησε όταν έγινε η παραγγελία έγινε στο όνομα του Νικόλα Χριστοφή, μετά αλλάχθηκε η τιμή του αυτοκινήτου όπου έγινε έκπτωση και το λογιστήριο δεν μπορούσε να συνταυτίσει το τιμολόγιο με την παραγγελία και έτσι άλλαξαν τα στοιχεία όνομα, ταυτότητα, την προκαταβολή και το όνομα του Νικόλα με της Άννας. Σε υποβολή ότι η εναγόμενη ουδέποτε υπέγραψε οποιαδήποτε συμφωνία με τους ενάγοντες απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Αρνήθηκε ότι πληρώθηκε στους ενάγοντες ως προκαταβολή το ποσό των ΛΚ. 2.350.- όπως αναφέρεται στο Τεκμήριο 1 και προς υποστήριξη αυτής της θέσης ανέφερε ότι δεν υπάρχει απόδειξη για τέτοια πληρωμή. Σε ερώτηση γιατί παραδόθηκε το αυτοκίνητο εφόσον εκκρεμούσε η πληρωμή υπολοίπου απάντησε ότι λόγω εμπιστοσύνης παρέδωσαν το αυτοκίνητο επειδή γνώριζαν τον πατέρα της εναγομένης. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΙΩΑΝΝΗ ΚΡΟΚΟΥ (ΜΕ2) Ο Μ.Ε.2 κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο Α γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίας του εξέτασης και στη συνέχεια αντεξετάσθηκε από τον συνήγορο της εναγομένης. Η μαρτυρία του ΜΕ2 επικεντρώθηκε στο γεγονός ότι αρχικά η εναγόμενη επισκέφθηκε τους ενάγοντες με τον πατέρα της στην παρουσία του ιδίου και μετά από διαπραγματεύσεις κατέληξε σε αυτοκίνητο το οποίο θα αγόραζε αλλά ανέφερε η ίδια ότι θα ερχόταν ξανά με τον σύζυγο της. Μετά από λίγες μέρες η εναγόμενη επισκέφθηκε τους ενάγοντες με τον σύζυγο της συμπλήρωσε ο ίδιος του το δελτίο παραγγελίας περιλαμβάνοντας κάποια έξτρα τα οποία ήθελε η εναγόμενη και κατέγραψε τα στοιχεία του συζύγου της εναγομένης και το ποσό της προκαταβολής το οποίο αυξήθηκε σε ΛΚ. 6.780.- και για το οποίο εκδόθηκε απόδειξη. Συγκεκριμένα στην παρ. 6 της γραπτής δήλωσης του προβάλλει την εξήγηση ότι σε πολλές περιπτώσεις στο δελτίο παραγγελίας αναφέρεται ένα όνομα και στη συνέχεια αυτό το όνομα μπορεί να αλλάξει για να αναγραφεί αυτό του πελάτη, είτε γιατί το ζητούσε ο πελάτης είτε γιατί διαπίστωναν ότι πελάτης ήταν άλλο πρόσωπο από αυτό που έκανε την παραγγελία. Στη συνέχει αναφέρει ότι η αναγραφή κάποιου ονόματος στην δελτίο παραγγελίας δεν σημαίνει απαραίτητα ότι είναι ο πελάτης, εφόσον στο Τεκμήριο 1 όπου αναφέρεται το όνομα του Νικόλα Χριστοφή δεν αναγράφεται ότι είναι ο αγοραστής. Όλες οι αλλαγές στα έγγαρφα κατά τον ίδιο ήταν πολύ σύνηθες στις συναλλαγές των εναγόντων και έπρεπε να γίνουν οι τροποποιήσεις για να συνάδουν τα έγγραφα με το τιμολόγιο το οποίο θα εκδίδετο από το λογιστήριο στο όνομα του πελάτη. Αντεξεταζόμενος ο ΜΕ2 αναγνώρισε το τεκμήριο 7 ως την παραγγελία που έγινε από τον σύζυγο της εναγομένης. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 1 ως το αντίγραφο του Τεκμηρίου 7 το οποίο κράτησαν οι ενάγοντες και σχετικά με την διόρθωση η οποία έγινε σε αυτό ανέφερε: «Ναι είναι η διόρθωση που έγινε τότε από το λογιστήριο για να γραφτεί στον πραγματικό πελάτη που είναι η Άννα Στυλιανού». Όπως ανέφερε οι διορθώσεις στα τεκμήρια 1 και 2 προφανώς έγιναν από το λογιστήριο. Σε ερώτηση εάν ήταν παρών όταν υπογράφηκαν τα τεκμήρια 1 και 7 ανέφερε ότι ήταν παρών και ο ίδιος έκανε την παραγγελία. Στη συνέχεια σε ερώτηση κατά πόσο ήταν παρόντες ο Νικόλας Χριστοφή και η εναγόμενη όταν υπογράφτηκαν τα τεκμήρια 1 και 7 απάντησε: «Ο Νικόλας Χριστοφή ήταν οπωσδήποτε. Μάλλον έχει χρόνια δεν θυμάμαι για την Άννα Στυλιανού...Οπωσδήποτε ήταν ο Χριστοφή ο οποίος έβαλε την παραγγελία.» Σε ερώτηση κατά πόσο συμφωνεί ότι στα τεκμήρια 1 και 7 αναφέρονται τα συμβαλλόμενα για την αγορά του οχήματος και οι όροι και υποχρεώσεις τους απάντησε ότι η παραγγελία μπορεί να γίνει από ένα πρόσωπο αλλά πελάτης να είναι άλλος και για τους ενάγοντες πελάτης είναι αυτός εις τον οποίο θα εγγραφεί το αυτοκίνητο. Σε ερώτηση κατά πόσο στην παρούσα υπόθεση ο Νικόλας Χριστοφή αγόρασε το αυτοκίνητο και το έκανε δώρο απάντησε: «Όχι δεν αγόρασε ο Νικόλας Χριστοφή το αυτοκίνητο απλώς ήταν παρών και ως σύζυγος έβαλε παραγγελία διότι ήρθε με τη σύζυγο του και ως σύζυγος και ως άνδρας που καταλάβαινε παραπάνω από αυτοκίνητα ρωτούσε για τα έξτρα για το αυτοκίνητο και προχωρήσαμε με τον Νικόλα Χριστοφή στην παραγγελία χωρίς να γίνεται λόγος ότι ήταν ο πελάτης ο Νικόλας.» Σχετικά με την πληρωμή των ΛΚ. 2350.- ως προκαταβολή ήταν η θέση του ότι δεν πληρωθήκαν και γι' αυτό δεν εκδόθηκε απόδειξη. Επέμενε ότι οι αλλαγές οι οποίες έγιναν ήταν υπέρ της εναγομένης και γι αυτό δεν υπέγραψε ενώ φαντάζεται όπως είπε ότι οι αλλαγές έγιναν στην παρουσία της. Σε ερώτηση κατά πόσο στάληκε το διορθωμένο έγγραφο στην εναγόμενη απάντησε ότι απ' ότι ξέρει για να αλλαχτεί η παραγγελία πρέπει να είναι παρών και ο πελάτης, από μόνο του το γραφείο δεν μπορεί χωρίς την συγκατάθεση και παρουσία του πελάτη διότι πρέπει να υπογράψει τα έγγραφα. Όπως είπε, παραπλανήθηκε ως προς το ποιος είναι ο πελάτης επειδή συμμετείχε περισσότερο ο σύζυγος της. Δεν γνωρίζει ποιος πλήρωσε το ποσό των ΛΚ. 6.780.- και αυτό είναι θέμα λογιστηρίου. Σε υποβολή ότι το Τεκμήριο 2, απόδειξη πληρωμής, εκδόθηκε στο όνομα του Νικόλα Χριστοφή γιατί αυτός πλήρωσε απάντησε ότι δεν γνωρίζει γιατί δεν είναι του λογιστηρίου και επέμενε ότι έπρεπε να αλλαχτούν τα έγγραφα για να αναφέρεται ο πραγματικός πελάτης ο οποίος είναι ο ιδιοκτήτης. Σε υποβολή ότι κανένα ποσό δεν οφείλεται από την εναγόμενη ή τον Νικόλα Χριστοφή απάντησε ότι δεν είναι θέμα δικό του αλλά του λογιστηρίου. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΝΙΚΟΛΑ ΧΡΙΣΤΟΦΗ (ΜΥ) Ο Μ.Υ είναι ο σύζυγος της εναγομένης και ο μοναδικός μάρτυρας ο οποίος κατέθεσε από πλευράς εναγομένης. Κατά την κυρίως εξέταση του κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο Β γραπτή δήλωση την οποία ετοίμασε ως μέρος της κύριας του εξέτασης και στη συνέχεια αντεξετάσθηκε από την συνήγορο των εναγόντων. Στην γραπτή δήλωση του αναφέρει, όπως μπορώ να συνοψίσω, ότι λόγω της επικείμενης γέννησης του παιδιού τους επισκέφθηκε με την σύζυγο του -εναγόμενη τους ενάγοντες για την αγορά οχήματος. Μετά την κατάληξη τους ως προς το όχημα ανέλαβε ο ίδιος του να συμβληθεί με τους ενάγοντες ως ήταν εξ υπαρχής η πρόθεση του λόγω της οικονομικής δυνατότητας που είχε λόγω χορηγίας αναλαμβάνοντας έτσι την υποχρέωση να πληρώσει το όχημα και προς τούτο υπέγραψε την συμφωνία ημερ. 10.12.2005 Τεκμήριο 7, η οποία όπως αντιλήφθηκε στο στάδιο της δικαστικής διαδικασίας είχε αλλοιωθεί από τους ενάγοντες και καταχωρήθηκε ως Τεκμήριο
  6. Αναγνώρισε ότι έγιναν οι ακόλουθες αλλαγές όπως φαίνονται στο Τεκμήριο 1: έχει διαγραφεί το όνομα και ταυτότητα του και αντικαταστήθηκαν με αυτά της εναγομένης, διεγράφηκε η συμφωνηθείσα τιμή των ΛΚ. 9150 και αναγράφηκε το ποσό των ΛΚ. 8750.-, διεγράφηκε το ποσό της προκαταβολής και στον πίνακα με τίτλο PARTICULARS έχουν αλλάξει τα ποσά και έχουν αναγράψει discount ΛΚ. 400.- Ουδέποτε ενημερώθηκε ο ίδιος ή η σύζυγος του για τις εν λόγω αλλαγές και ούτε συγκατατέθηκε ο ίδιος ή η σύζυγος του για τις εν λόγω αλλαγές. Η συμφωνηθείσα αξία του οχήματος ήταν ΛΚ. 9150.- πλήρωσε προκαταβολή ΛΚ. 2350.- σε μετρητά ως αναγράφεται στη συμφωνία και το υπόλοιπο το πλήρωσε με επιταγή για το ποσό των ΛΚ. 6780.-, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο 9, εφόσον το ποσό ήταν καθορισμένο από την χορηγία την οποία έλαβε. Η διαφορά των ΛΚ. 20.- θεωρήθηκε μηδαμινή και δεν του ζητήθηκε να την καταβάλει. Η απόδειξη η οποία έλαβε και καταχωρήθηκε ως Τεκμήριο 8 αλλοιώθηκε από τους ενάγοντες όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 2 εφόσον διεγράφηκε το όνομα του και οι ενάγοντες έγραψαν το όνομα της εναγομένης, γεγονός για το οποίο δεν ενημερώθηκε ο ίδιος ή η εναγόμενη ούτε συγκατατέθηκαν. Ήταν επιθυμία του το όχημα να εγγραφεί στην εναγόμενη λόγω της γέννησης του παιδιού τους και το οποίο εγγράφηκε περί τα μέσα του
  7. Μετά από 3 χρόνια οι ενάγοντες με επιστολή τους προς την σύζυγο του αξίωναν το ποσό των €3.365,94σ από την ίδια ως υπόλοιπο λογαριασμού, την οποία έδωσε στους δικηγόρους του για περαιτέρω χειρισμό. Τέλος αναφέρει ότι το αυτοκίνητο παρουσίαζε μηχανικά προβλήματα και παρά τις επιβεβαιώσεις για επιδιόρθωση δεν το έπραξαν ποτέ οι ενάγοντες και εν τέλει πώλησαν το αυτοκίνητο. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο ίδιος του με την εναγόμενη επισκέφθηκαν τους ενάγοντες, είδαν αυτοκίνητα και μετά από συζήτηση με την εναγόμενη κατέληξαν στο όχημα που θα αγόραζαν και πήγε στις 10.12.05 και μαζί με τον Κρόκο παράγγειλε το αυτοκίνητο. Παραδέχθηκε ότι την πρώτη φορά ήταν παρών και ο πατέρας της εναγομένης. Όταν έγινε η παραγγελία ήταν μόνος του στους ενάγοντες και επέμενε ότι ο ίδιος ήθελε να αγοράσει το αυτοκίνητο για την γυναίκα του, με δική του πρωτοβουλία πήγε να αγοράσει το όχημα και η εναγόμενη απλά επέλεξε το όχημα. Ο ίδιος του προσωπικά δέχτηκε τηλεφώνημα από το λογιστήριο των εναγόντων για να πληρώσει εφόσον το τηλέφωνο που αναφέρεται στην συμφωνία είναι το δικό του και τηλεφωνούσαν στον ίδιο. Θυμάται όπου μια φορά μίλησε με τον Φυλακτή Κρόκο αλλά όταν είδε τα χαρτιά που είχε σπίτι επιβεβαίωσε ότι δεν όφειλε οτιδήποτε. Όσον αφορά τα προβλήματα που είχε το αυτοκίνητο, ο ΜΥ ανέφερε ότι πήρε από την πρώτη βδομάδα το όχημα στους ενάγοντες οι οποίοι το κράτησαν για 15 ημέρες να το ελέγξουν και μετά το επέστρεψαν χωρίς να λυθεί το πρόβλημα. Όσον αφορά τα έξτρα ανέφερε ότι όταν παραλήφθηκε το αυτοκίνητο η σύζυγος του παρατήρησε ότι δεν υπήρχε το CD changer που ζήτησε αλλά όταν ζήτησε από τους ενάγοντες το πρόσθεσαν. Στην επιστολή Τεκμήριο 5 δεν αναφέρεται ότι κακώς ζητούν οι ενάγοντες το ποσό από την εναγόμενη γιατί δεν έδωσε όλα τα στοιχεία στην δικηγόρο του. Σε ερώτηση γιατί δεν εκδόθηκε απόδειξη για την προκαταβολή απάντησε ότι ζήτησε από το λογιστήριο απόδειξη αλλά του ανέφεραν ότι το δελτίο παραγγελίας με αριθμό 1639 θεωρείται νόμιμη απόδειξη και δεν επέμενε λόγω του ότι τους είχε εμπιστοσύνη, εφόσον τουλάχιστον 10 αυτοκίνητα είχαν αγοραστεί από την οικογένεια. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιον μου. Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου μάρτυρος, θέλω να τονίσω ότι η αξιολόγηση μου δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, δηλαδή υποβάλλοντας την στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και των δικογραφημένων ισχυρισμών, με βάση την προσέγγιση που η νομολογία επιτάσσει στο θέμα αυτό. Προχωρώ να αξιολογήσω τη μαρτυρία του Φυλακτή Κρόκου ΜΕ
  8. Κατ αρχάς πρέπει να υπογραμμίσω ότι η εκδοχή που παρουσίασε ο εν λόγω μάρτυρας ενώπιον του Δικαστηρίου δεν συνάδει με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγόντων οι οποίοι περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης για τους λόγους οι οποίοι αναφέρονται πιο κάτω. Κατά την μαρτυρία του ο ΜΕ1 απαντώντας σε σχετική ερώτηση κατά πόσο η συμφωνία ήταν προφορική ή γραπτή ανέφερε ότι η συμφωνία ήταν γραπτή διευκρινίζοντας ακολούθως ότι η αναφορά του σε γραπτή συμφωνία εννοεί το δελτίο παραγγελίας το οποίο κατάθεσε ως Τεκμήριο 1 και εις το οποίο αναγράφεται το όνομα του μέλλοντος αγοραστή, το αυτοκίνητο που θα αγοράσει, η αξία του αυτοκινήτου και εάν υπάρχει προκαταβολή το ποσό αυτής. Παρατηρώντας το Τεκμήριο 1 σε αντιπαράθεση με το Τεκμήριο 7 η παραγγελία φαίνεται να έγινε από τον Νικόλα Χριστοφή, το άτομο δηλαδή που υπέγραψε το δελτίο παραγγελίας. Αντίθετα με τα πιο πάνω στην παρ. 3 της έκθεσης απαίτησης γίνεται αναφορά σε κατάρτιση προφορικής συμφωνίας μεταξύ εναγόντων και εναγομένης και ότι η παραγγελία έγινε από την εναγόμενη. Ο ΜΕ1 αποδέχθηκε ότι το δελτίο παραγγελίας και η απόδειξη είσπραξης αναφέρουν το όνομα του Νικόλα Χριστοφή και το δελτίο παραγγελίας υπογράφει ο Νικόλας Χριστοφή. Με την μαρτυρία του όμως προώθησε την θέση ότι ναι μεν τα έγγραφα αναφέρουν το όνομα του Νικόλα Χριστοφή αλλά πελάτης για τους ενάγοντες είναι το πρόσωπο εις το οποίο θα εγγραφεί τελικώς το αυτοκίνητο και γι αυτό το λόγο από μόνοι τους διόρθωσαν τα έγγραφα τους, χωρίς να ενημερωθεί η εναγόμενη ή ο Νικόλας Χριστοφή, προφασιζόμενος ότι κάτι τέτοιο είχε ζητηθεί από το λογιστήριο. Αντίθετα με τα πιο πάνω οι ενάγοντες στην έκθεση απαίτησης ισχυρίζονται ότι η παραγγελία έγινε από την εναγόμενη η οποία σύναψε την προφορική συμφωνία με τους ενάγοντες. Ο ΜΕ1 επίσης δεν ανέφερε σε οποιοδήποτε σημείο της μαρτυρίας του ότι οι ενάγοντες εξέλαβαν ότι ο Νικόλας Χριστοφή ενεργούσε τη εντολή και για λογαριασμό της εναγόμενης, ως ισχυρίζονται στην Απάντηση στην Υπεράσπιση. Όσον αφορά τη θέση του ΜΕ1 και του ΜΕ2 όπως θα διαφανεί πιο κάτω, ότι πελάτισσα για τους ενάγοντες είναι η εναγόμενη ως η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου δικαιολογώντας έτσι την καταχώρηση της Αγωγής εναντίον της εναγομένης, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και προς τούτο συμφωνώ και αποδέχομαι την θέση της εναγόμενης όπως καταγράφεται στην γραπτή αγόρευση της ότι δεν περιλαμβάνεται ισχυρισμός στην έκθεση απαίτησης ότι το αξιούμενο ποσό ζητείται από την εναγόμενη ένεκα του γεγονότος ότι αυτή κατέστη η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια. Επί του προκειμένου σημείου οι ενάγοντες προσπάθησαν με το δικόγραφο της Απάντησης στην Υπεράσπιση να προωθήσουν τον ισχυρισμό ότι και αν ακόμα φανεί ότι ο σύζυγος της εναγόμενης υπέγραψε το δελτίο παραγγελίας, αυτός υπέγραψε τη εντολή και για λογαριασμό της εναγομένης. Η πιο πάνω θέση δεν μπορεί να γίνει δεκτή για δυο λόγους. Κατά πρώτο είναι παραδεκτό από την μαρτυρία τόσο του ΜΕ1 όσο και του ΜΕ2, ότι η υπογραφή στο δελτίο παραγγελίας είναι του Νικόλα Χριστοφή σύμφωνα μάλιστα με τον ΜΕ2 την παραγγελία έκανε ο Νικόλας Χριστοφή. Επομένως εάν θεωρούσαν ότι ο Νικόλας Χριστοφή υπέγραφε τη εντολή και για λογαριασμό της εναγομένης για ποιο λόγο να αλλάξουν το όνομα εις τα εν λόγω έγγραφα καθιστώντας την εναγόμενη προσωπικά συμβαλλόμενη με τους ενάγοντες. Επίσης εγείρεται εύλογα το ερώτημα προς τι η αλλαγή στο όνομα του αγοραστή με αυτό της εναγομένης εφόσον το λογιστήριο σύμφωνα με τους ΜΕ1 και ΜΕ2 ζήτησε μόνο διευκρίνιση όσον αφορά την έκπτωση των ΛΚ. 400.- αλλά ούτε τέθηκε οποιοδήποτε υπόβαθρο το οποίο να δικαιολογεί το αίτημα του λογιστηρίου να συνάδει ο τίτλος ιδιοκτησίας με τα Τεκμήρια 7 και 8 όπου ήταν τα αρχικά έγγραφα. Κατά δεύτερο εκτός από το ότι δεν έχει προσκομισθεί μαρτυρία από τους ΜΕ1 και ΜΕ2 η οποία να υποστηρίζει και τεκμηριώνει τον ισχυρισμό ότι ο Νικόλας Χριστοφή υπέγραψε τη εντολή και για λογαριασμό της εναγόμενης, ένας τέτοιος ισχυρισμός δεν μπορεί επίσης να γίνει αποδεκτός λόγω του ότι έρχεται σε πλήρη αντίθεση και αντίφαση με τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης εις την οποία γίνεται άμεση αναφορά για σύναψη προφορικής συμφωνίας με την εναγομένη, παραγγελία από την εναγομένη και ανάληψη υποχρεώσεων άμεσα από την ίδια, χωρίς να εμπλέκεται ο Νικόλας Χριστοφή με οποιοδήποτε τρόπο. Σε αυτό το σημείο θα συμφωνήσω με την θέση της εναγομένης όπως αυτή εκφράζεται μέσω της γραπτής αγόρευσης της ότι η προσπάθεια συμπερίληψης του ισχυρισμού στην Απάντηση ως επίδικο γεγονός ότι ο Νικόλας Χριστοφή ενεργούσε τη εντολή και για λογαριασμό της εναγομένης δεν μπορεί να επιτύχει κυρίως λόγω της διάστασης η οποία παρατηρείται μεταξύ των ισχυρισμών της έκθεσης απαίτησης και της Απάντησης η οποία αφορά την ουσία της διαφοράς των διαδίκων, δηλαδή την κατάρτιση και παράβαση της συμφωνίας. Η πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα μεταξύ άλλων και στην πρόσφατη υπόθεση Eurogal Surveys Ltd, ν. D. Trade Interational Ltd, Πολ. Έφεση 348/09 ημερ.17.10.14, εν σχέση μετά δικόγραφα υποδεικνύεται ότι: «Σύμφωνα όμως με τους ορθούς δικογραφικούς κανόνες και τις επιταγές της Δ.19 θ.22 και Δ.19 θ.20, όπου γίνεται επίκληση της ύπαρξης σχέσης μεταξύ των διαδίκων και η σχέση αυτή εξυπακούεται από μια σειρά επιστολών ή επικοινωνιών ή άλλως πως, θεωρείται αρκετό να καταγραφεί ο ισχυρισμός αυτός ως γεγονός και να γίνει γενική αναφορά στις επιστολές ή τις επικοινωνίες αυτές. Όπως περαιτέρω εξηγείται στον Bullen & Leake: Precedents of Pleadings 12η έκδ. σελ. 57, όπου η αγωγή βασίζεται στη ρήξη συμβολαίου ή συμφωνίας, τόσο οι ουσιώδεις όροι της συμφωνίας, όσο και αν η συμφωνία έγινε γραπτώς ή μερικώς γραπτώς και μερικώς προφορικώς, θα πρέπει να αναφέρονται. Ιδιαίτερα πρέπει η απαίτηση να δείχνει με τις αναγκαίες λεπτομέρειες ότι διαρρήχθηκε το συμβόλαιο και με ποιο τρόπο ώστε να καταλήξει ο ενάγων στο μέρος εκείνο του δικογράφου του όπου επιδιώκει τις ανάλογες θεραπείες. Επίσης στο Annual Practice 1970, σελ. 262, αναγράφεται ότι όπου η βάση της αγωγής εδράζεται σε συμφωνία πρέπει να αναφέρεται η ημερομηνία, τα ονόματα των μετεχόντων σ΄ αυτή και η αντιπαροχή. Και περαιτέρω σε εξυπακουόμενα συμβόλαια ή συμφωνίες όταν αυτά συνάγονται από διαβουλεύσεις, συναντήσεις ή γενικές περιστάσεις είναι αρκετή η ένθεση του ισχυρισμού ότι έγινε το συμβόλαιο ή η συμφωνία και η συναγωγή του γενικά από έγγραφα. Ως προς δε την απάντηση (reply), επί της ιδίας πιο πάνω αποφάσεως υπεδείχθησαν τα κάτωθι : Η απάντηση, («reply») ως δικογραφικό όχημα, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως υποκατάστατο μιας ορθά και εξ αρχής δικογραφημένης απαίτησης. Ο σκοπός της απάντησης είναι να απαντήσει στους ισχυρισμούς της έκθεσης υπεράσπισης και όχι να αλλοιώσει ουσιαστικά την πρωταρχική της θέση όπως καταγράφηκε στην έκθεση απαίτησης. ........................... Είναι ακριβώς αυτό που δεν επιτρέπεται. Στον Odgers´ Principles of Pleading and Practice 21η έκδ., σελ. 208-209, επεξηγείται ότι στο στάδιο της απάντησης επενεργεί για πρώτη φορά η αρχή της μη απόκλισης από την προηγούμενη δικογραφία. Όπως επί λέξει αναφέρεται: «It is at this stage that the rule against what is called "a departure in pleading" applies for the first time. A party shall not in any pleading make any allegation of fact, or raise any new ground of claim, inconsistent with any previous pleading of his." (Order 18, r.10; and see Herbert v. Vaughan

(1972)1 W.L.R. 1128).» Αντλώντας καθοδήγηση από την πιο πάνω Απόφαση, η οποία επαναλαμβάνει καθιερωμένες αρχές της Νομολογίας, οι ενάγοντες όφειλαν με την έκθεση απαίτησης τους να δικογραφήσουν με σαφήνεια και λεπτομέρεια την κατάρτιση της συμφωνίας, τα μέρη αυτής και το περιεχόμενο της χωρίς να επιτρέπεται η χρήση της Απάντησης στην Υπεράσπιση ως υποκατάστατο της αρχικής έκθεσης απαίτησης. Άλλο σημείο όπου παρατηρείται διάσταση μεταξύ δικογράφου και προσκομισθείσας μαρτυρίας είναι το σημείο όπου αναφέρθηκε από τον ΜΕ1 ότι η συμφωνημένη αξία για την πώληση του αυτοκινήτου ήταν ΛΚ. 9.150.- ενώ στη συνέχεια έγινε έκπτωση ΛΚ. 400.- Αντίθετα με την πιο πάνω θέση η οποία παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, στην έκθεση απαίτησης οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η συμφωνημένη αξία ήταν ΛΚ. 8.750.- χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε έκπτωση ή μείωση της συμφωνημένης αξίας αγοράς. Δεν μου διαφεύγει ότι το ποσό της έκπτωσης των ΛΚ. 400.- καταγράφεται χειρόγραφα από τους ενάγοντες στο Τεκμήριο 1 χωρίς και πάλι το γεγονός αυτό να είναι εις γνώση της εναγομένης, όπως παραδέκτηκε και ο ίδιος ο μάρτυρας αναφέροντας μάλιστα ότι δεν υπήρχε λόγος να ενημερωθεί εφόσον ήταν προς όφελος της. Στην έκθεση απαίτησης επίσης δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε πληρωμή προκαταβολής αντίθετα στην έκθεση απαίτησης αναφέρει ότι η εναγόμενη πλήρωσε το ποσό των ΛΚ. 6780 έναντι. Στην μαρτυρία του ο ΜΕ1 ανέφερε από την μια ότι δεν ζητήθηκε προκαταβολή από την εναγόμενη λόγω της σχέσης του με τον πατέρα της και από την άλλη επαναλάμβανε ότι η εναγόμενη πλήρωσε προκαταβολή το ποσό των ΛΚ. 6780.- Παρ' όλες τις ασάφειες του μάρτυρα επί του προκειμένου θέματος και της θέσης του ότι δεν ζητήθηκε προκαταβολή, προκύπτει από το Τεκμήριο 7 ότι όταν έγινε παραγγελία συμπεριλήφθηκε το ποσό των ΛΚ. 2.350.- ως προκαταβολή. Δεν γίνεται κατανοητό για ποιο λόγο ενώ ανέφερε ότι δεν ζήτησε προκαταβολή λόγω των σχέσεων του με τον πατέρα της εναγομένης να προχωρεί ταυτόχρονα στην καταγραφή ενός ποσού ως προκαταβολή, την οποία μάλιστα χαρακτήρισε ως εικονική χωρίς και πάλι να γίνεται αποδεκτή εφόσον δεν έχει δοθεί εξήγηση για ποιο λόγο αναγράφηκε το εν λόγω ποσό το οποίο είναι συγκεκριμένο το οποίο μάλιστα προκύπτει από την αφαίρεση του ποσού των ΛΚ. 6780, το οποίο πληρώθηκε 21.12.05 από τη συνολική αξία αγοράς του αυτοκινήτου, με διαφορά ΛΚ. 20.-. Επί του πιο πάνω θέματος της πληρωμής των ΛΚ. 6780 ενώ στην έκθεση απαίτησης εγείρεται ισχυρισμός ότι η εναγόμενη ανέλαβε να το πληρώσει και όντως το πλήρωσε, η ενώπιον μου μαρτυρία καταδυκνείει ότι το πιο πάνω ποσό πληρώθηκε από τον Νικόλα Χριστοφή με την επιταγή Τεκμήριο 9 και προς τούτου δόθηκε η απόδειξη από τους ενάγοντες Τεκμήριο
  1. Ούτε οι ενάγοντες αμφισβητούν ότι η πληρωμή έγινε από τον Νικόλα Χριστοφή. Επίσης δεν μου διαφεύγει ότι ενώ στην παρ. 3 της έκθεσης απαίτησης αναφέρεται ότι η εναγόμενη παράγγειλε ένα μεταχειρισμένο αυτοκίνητο, ο ΜΕ1 στην προσπάθεια του να πείσει το Δικαστήριο ότι θυμάται τα γεγονότα της υπόθεσης και να υποστηρίξει την απαίτηση των εναγόντων έδωσε έμφαση στο γεγονός ότι η εναγόμενη όταν επισκέφθηκε δεύτερη φορά τους ενάγοντες σκοπό είχε να διαλέξει το χρώμα του αυτοκινήτου ως είχε δικαίωμα γιατί το αυτοκίνητο ήταν καινούριο. Τέλος, ενώ ο ΜΕ1 αναφέρει στην μαρτυρία του ότι ο σύζυγος της εναγόμενης πλήρωσε λίγες μέρες μετά την παραγγελία το ποσό των ΛΚ. 6.780.- εις το όνομα του οποίου εκδόθηκε η απόδειξη είσπραξης Τεκμήριο 2 και το οποίο φέρει ημερομηνία είσπραξης 21.12.05, στην παρ. 5 της έκθεσης απαίτησης οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η εναγόμενη κατά ή περί την 10.12.05 πλήρωσε το ποσό των ΛΚ. 6780.- Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, εις ότι αφορά το περιεχόμενο της μαρτυρίας του ΜΕ1, διαπίστωσα ότι ο ίδιος του προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο με έντονο μάλιστα τρόπο ότι για τους ενάγοντες ανεξάρτητα από το ποιος παραγγέλλει ένα αυτοκίνητο, ανεξάρτητα από το ποιος πληρώνει το αυτοκίνητο, ανεξάρτητα από το ποιος υπογράφει το δελτίο παραγγελίας, πελάτης για τους ίδιους είναι το πρόσωπο εις το όνομα του οποίου θα εκδοθεί ο τίτλος ιδιοκτησίας του αυτοκινήτου. Θέση η οποία προέβαλε στο Δικαστήριο και ο ΜΕ
  2. Πέραν της πιο πάνω θέσης η οποία δεν βρίσκει κατά την άποψη μου πραγματικό ή νομικό έρεισμα, ο ΜΕ1 επέμενε ότι οι ενέργειες που ακολούθησαν για την μονομερή τροποποίηση των εγγράφων Τεκμήριο 1 και 2 αλλά και την έκδοση του τιμολογίου Τεκμήριο 6 στο όνομα της εναγομένης, ήταν απόλυτα φυσιολογικές και απόλυτα νόμιμες εφόσον κατά τον ίδιο αυτό τους είχε ζητήσει το λογιστήριο. Δεν έχει καταδειχθεί ούτε έχει γίνει αντιληπτό για ποιο λόγο αυτή η ταύτιση εγγράφων με τον τίτλο ιδιοκτησίας είναι αναγκαία για τους ενάγοντες ούτε επεξηγήθηκε με σαφήνεια από τους ΜΕ1 και ΜΕ2 γιατί το λογιστήριο δεν μπορούσε να ενεργήσει με τα έγγραφα όπου έφεραν το όνομα του Νικόλα Χριστοφή. Ο δε ισχυρισμός που προέβαλε ο ΜΕ1 ότι οι αλλαγές που έγιναν στο Τεκμήριο 7 δεν ήταν αναγκαίο να εγκριθούν από την εναγόμενη δεν κρίνεται καθόλου πειστικός λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι στο εν λόγω Τεκμήριο, το οποίο αποτελεί την συμφωνία, περιλαμβάνονται διάφοροι όροι που διέπουν μια σύμβαση πώλησης στην οποία πρέπει να περιλαμβάνονται όροι ξεκάθαροι, σαφείς και να ανταποκρίνονται στις πραγματικές προθέσεις των μερών. Η θέση του ΜΕ1 χαρακτηρίζεται τουλάχιστον ως απαράδεχτη εφόσον ο ίδιος του πιστεύει ότι οι αλλαγές που έγιναν ήταν προς όφελος της εναγομένης την στιγμή όπου η εναγόμενη δεν ήταν καν συμβαλλόμενο μέρος και δεν είχε υπογράψει οποιοδήποτε έγγραφο με τους ενάγοντες. Σε καμία περίπτωση η αυθαίρετη συμπερίληψη της εναγόμενης ως συμβαλλόμενο μέρος, για ακατανόητους λόγους, δεν μπορεί να εκλειφθεί ως ενέργεια η οποία έγινε προς όφελος της. Η αδιαφορία του ΜΕ1 ως προς το ποιο πρόσωπο είναι πραγματικά και νομικά υπόχρεο να καταβάλει το κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό διαφαίνεται και στο σημείο της μαρτυρίας του όπου του υποβλήθηκε ότι οι ενάγοντες συμβλήθηκαν με τον Νικόλα Χριστοφή η απάντηση του ήταν: «Δεν μας αφορά εμάς, θέλουμε να εισπράξουμε τα λεφτά μας.» Ο ΜΕ1 δεν με έπεισε ότι το ποσό των ΛΚ.2350.- δεν καταβλήθηκε είτε από την εναγόμενη είτε από τον Νικόλα Χριστοφή εφόσον η εξήγηση του ότι η προκαταβολή ήταν εικονική ούτε δικογραφείται αλλά ούτε βρίσκει έρεισμα στην λογική λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας του. Ενόψη των πιο πάνω, κυρίως λόγω της παρατηρούμενης διάστασης μεταξύ δικογραφημένων ισχυρισμών των εναγόντων και της μαρτυρίας του ΜΕ1 αλλά και της διαπίστωσης μου ότι η μαρτυρία του στερείται πειστικότητας και λογικοφάνειας καταλήγω ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η μαρτυρία του και την απορρίπτω. Όσον αφορά την μαρτυρία του ΜΕ2 είχα την ευκαιρία κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ1 να αναφερθώ σε κάποια σημεία αυτής. Συνοπτικά να αναφέρω ότι με την μαρτυρία του επίσης προώθησε την θέση ότι πελάτης είναι το πρόσωπο το οποίο εγγράφεται ως ιδιοκτήτης και ο ίδιος είχε παραπλανηθεί για το ποιος είναι ο πραγματικός πελάτης εφόσον ο Νικόλας Χριστοφή έκανε την παραγγελία και συζητούσε για τις προδιαγραφές του αυτοκινήτου. Με την μαρτυρία του αποδέχθηκε ότι η παραγγελία έγινε από τον Νικόλα Χριστοφή ο οποίος την υπέγραψε στην παρουσία του μάρτυρα ο οποίος υπέγραψε εκ μέρους των εναγόντων. Επομένως δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό προς τι η παραπλάνηση εφόσον ξεκάθαρα αποδέχεται από ποιον έγινε η παραγγελία. Ο μάρτυρας ΜΕ2 ως ο υπεύθυνος πωλήσεων στους ενάγοντες αλλά και το πρόσωπο το οποίο είχε άμεση ανάμειξη στην πώληση του αυτοκινήτου δεν ήταν σε θέση να προωθήσει τις δικογραφημένες θέσεις των εναγόντων για την κατάρτιση της συμφωνίας, τις λεπτομέρειες αυτής και ακόμα κυριότερα για την απαίτηση των εναγόντων εφόσον ουσιαστικά επανέλαβε τις θέσεις του ΜΕ
  3. Αξιοσημείωτο είναι όπου κατά την αντεξέταση του όταν του υποβλήθηκε ότι δεν οφείλεται οποιοδήποτε ποσό απάντησε ότι δεν είναι θέμα δικό του αλλά του λογιστηρίου. Απάντηση η οποία δεν αναμένετο λογικά από τον ίδιο εφόσον στην γραπτή δήλωση του αναφέρει πως ένα από τα καθήκοντα του ήταν η είσπραξη χρημάτων, εξέδιδε αποδείξεις και γενικά είχε προσωπική εμπλοκή και γνώση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση. Διαπίστωσα επίσης ότι η μαρτυρία του βρίσκεται σε αντίφαση με αυτή του ΜΕ
  4. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το σημείο όπου ερωτηθείς κατά πόσο στάληκε το διορθωμένο έγγραφο στην εναγόμενη απάντησε ότι απ' ότι ξέρει για να αλλαχτεί η παραγγελία πρέπει να είναι παρών και ο πελάτης, από μόνο του το γραφείο δεν μπορεί χωρίς την συγκατάθεση και παρουσία του πελάτη διότι πρέπει να υπογράψει την φόρμα. Αυτή η θέση του έρχεται σε πλήρη αντίθεση με αυτή του ΜΕ1 ο οποίος ήταν απόλυτος ότι η συγκατάθεση της εναγόμενης δεν ήταν αναγκαία ούτε δόθηκε τέτοια συγκατάθεση εφόσον οι αλλαγές ήταν προς όφελος της. Ο ΜΕ2 ήταν το πρόσωπο το οποίο είχε κληθεί για να αποδείξει την σύναψη της επίδικης συμφωνίας, τους όρους και την εξέλιξή της εφόσον όπως ανέφερε ήταν το πρόσωπο ο οποίος έλαβε μέρος στις διαπραγματεύσεις, ετοίμασε την παραγγελία και υπέγραψε το πρωτότυπο δελτίο παραγγελίας Τεκμήριο 7 και το αντίγραφο Τεκμήριο
  5. Παρ όλη την εμπλοκή του στα γεγονότα, δεν ήταν θετικός μάρτυρας και ούτε κατάφερε να διαφωτίσει ως προς τις αμφισβητούμενες πτυχές της υπόθεσης, αντίθετα προσπάθησε να προωθήσει την δική του εκδοχή ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Όπως και στην περίπτωση του ΜΕ1, ο ΜΕ2 προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο ότι για τους ενάγοντες πελάτης είναι αυτός ο οποίος στο τέλος θα εγγραφεί ως ιδιοκτήτης ενός αυτοκινήτου. Από την άλλη όμως αντεξεταζόμενος επί του Τεκμηρίου 1 ανέφερε ότι ναι μεν αναγράφεται το όνομα του Νικόλα Χριστοφή ως το πρόσωπο που αναλαμβάνει τις υποχρεώσεις με βάση την συμφωνία αλλά πελάτης είναι αυτός που έχει το κοτσιάνη και το τιμολόγιο για το λόγο όπως είπε «αυτός είναι που υπογράφει το τιμολόγιο και όλα.» Εφόσον στην υπό κρίση περίπτωση η εναγόμενη δεν υπέγραψε ούτε το τιμολόγιο ούτε άλλο έγγραφο για ποιο λόγο να θεωρηθεί από τους ίδιους ως πελάτης η εναγόμενη. Όσον αφορά το τιμολόγιο δεν δόθηκε ικανοποιητική εξήγηση η οποία να βρίσκει έρεισμα στην λογική ή να στηρίζεται στα πραγματικά γεγονότα γιατί ενώ τα έγγραφα αναφέρουν το όνομα του Νικόλα Χριστοφή (Τεκμήριο 1,2 και 7) το τιμολόγιο εκδόθηκε στο όνομα της εναγομένης. Όσον αφορά την αναγραφή του ποσού της προκαταβολής ο ίδιος του δεν μπορούσε να εξηγήσει την αναφορά στο Τεκμήριο 1 στο ποσό της προκαταβολής των ΛΚ. 2350.- και αρκέστηκε στο γεγονός ότι δεν υπάρχει απόδειξη πληρωμής άρα δεν πληρώθηκε. Τόσο ο ΜΕ1 και ο ΜΕ2 επέμεναν ότι οι αλλαγές οι οποίες έγιναν στο Τεκμήριο 1 και τις οποίες έχω συγκρίνει με το Τεκμήριο 7 που είναι το αρχικό έγγραφο χωρίς οποιαδήποτε μετατροπή, δεν έχω διαπιστώσει να έγινε οποιαδήποτε αλλαγή προς όφελος της εναγομένης. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να εκληφθεί η προσθήκη ενός προσώπου ως συμβαλλόμενο μέρος χωρίς να το γνωρίζει ως πράξη η οποία γίνεται προς όφελος του. Οι ΜΕ1 και ΜΕ2 επικεντρώθηκαν στο γεγονός ότι έγινε έκπτωση Λ.Κ. 400.- λόγω του ότι το αυτοκίνητο δεν είχε τα έξτρα και εφόσον η αξία του αυτοκινήτου μειώθηκε αυτό ήταν προς όφελος της εναγόμενης. Δεν μπορώ να δεκτώ την πιο πάνω θέση των ΜΕ1 και ΜΕ2 εφόσον αντιπαραβάλλοντας τα Τεκμήρια 1 και 7 παρατηρώ ότι οι ενάγοντες άλλαξαν άρδην το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου αναφορικά με το όνομα του προσώπου που παρήγγειλε το αυτοκίνητο, τον αριθμό ταυτότητας του και διέγραψαν το ποσό της προκαταβολής εφόσον όλες οι αλλαγές όπως διαπιστώνω είναι ενάντια των συμφερόντων της εναγομένης. Όσον αφορά την ισχυριζόμενη έκπτωση των ΛΚ. 400.- δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι ο ΜΥ ανέφερε ότι το CD changer είχε τελικά τοποθετηθεί από τους ενάγοντες και δεν ετίθετο θέμα έκπτωσης, γεγονός το οποίο δεν αμφισβητήθηκε από τους ενάγοντες. Ενόψη των πιο πάνω τα οποία αναφέρονται ενδεικτικά αλλά όχι εξαντλητικά ο ΜΕ2 δεν έπεισε το Δικαστήριο για τις θέσεις τις οποίες προέβαλε οι οποίες απορρίπτονται καθώς στερούνται πειστικότητας αλλά και όπως επεξηγήθηκε ανωτέρω παρατηρείται ουσιαστική απόκλιση από τις δικογραφημένες θέσεις των εναγόντων. Επομένως η μαρτυρία του ΜΕ2 απορρίπτεται ως αναξιόπιστη. Τόσο ο ΜΕ1 όσο και ο ΜΕ2 δεν κατάφεραν με πειστική και αξιόπιστη μαρτυρία να πείσουν το Δικαστήριο ότι οφείλεται οποιοδήποτε ποσό αναφορικά με την πώληση του αυτοκινήτου. Η θέση ότι η καταγραφή του ποσού της προκαταβολής ως εικονική σύμφωνα με τον ΜΕ1 δεν γίνεται αποδεκτή αλλά ούτε και αυτή του ΜΕ2 ότι ελλείψη απόδειξης είσπραξης τεκμαίρετε ότι δεν πληρώθηκε. Αποτελεί διαπίστωση μου ότι οι πιο πάνω μάρτυρες έδιδαν την εντύπωση τόσο με το ύφος όσο και με τον τρόπο που κατέθεταν ότι ήρθαν στο Δικαστήριο με μοναδικό σκοπό να παρουσιάσουν μια εκδοχή που, κατά τη γνώμη μου, δεν βρίσκει έρεισμα στην λογική αλλά ούτε κατάφεραν να στηρίξουν και αποδείξουν την αλήθεια των όσων ανέφεραν. Κυριότερα δεν έπεισαν το Δικαστήριο αναφορικά με την κύρια θέση τους ότι πελάτης για τους ενάγοντες ήταν η εναγόμενη ως το πρόσωπο το οποίο εγγράφηκε ως ιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου και όχι ο Νικόλας Χριστοφή ο οποίος συμβλήθηκε με τους ενάγοντες υπογράφοντας το δελτίο παραγγελίας Τεκμήριο
  6. Ούτε το Τεκμήριο 6 το τιμολόγιο μπορεί να διαφοροποιήσει την κρίση του Δικαστηρίου εφόσον αυτό δεν έχει συνάφεια με τα έγγραφα τα οποία αναφέρουν το όνομα του Νικόλα Χριστοφή και αποτελεί διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι η έκδοση του τιμολογίου εις το όνομα της εναγομένης αποτελεί αυθαίρετη ενέργεια των εναγόντων η οποία δεν τεκμηριώθηκε. Όσον αφορά τον ΜΥ αυτός κατάθεσε στο Δικαστήριο όχι μόνο με σταθερότητα, αλλά με αμεσότητα και ευθύτητα. Παρέμεινε σταθερός στις θέσεις που από την αρχή, τις οποίες προέβαλε χωρίς καμία απολύτως διαφοροποίηση και σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του. Ήταν πειστικός ότι ήθελε να αγοράσει ένα αυτοκίνητο για την σύζυγο του -εναγόμενη, επισκέφθηκαν μαζί τους ενάγοντες, μαζί διάλεξαν το αυτοκίνητο και μετέπειτα προέβηκε σε όλες τις διαδικασίες με τους ενάγοντες ο ίδιος του προσωπικά, προβαίνοντας στην παραγγελία, στην σύναψη της συμφωνίας για την αξία του αυτοκινήτου και στις πληρωμές. Έχω πειστεί από την μαρτυρία του ότι ο ίδιος ήταν το πρόσωπο που συμβλήθηκε με τους ενάγοντες και το ποσό των ΛΚ. 2350.- καταβλήθηκε από τον ίδιο ως προκαταβολή όπως αναφέρεται στο Τεκμήριο 1 και 7 και αποδέχομαι την εξήγηση ότι όπως του αναφέρθηκε από το λογιστήριο των εναγόντων το δελτίο παραγγελίας με την αναφορά σε καταβολή προκαταβολής αποτελεί απόδειξη της πληρωμής. Τα τεκμήρια 1, 2 και 7 αναφέρονται στο όνομα του Νικόλα Χριστοφή και οι αλλαγές οι οποίες έγιναν σε αυτά μονομερώς από τους ενάγοντες δεν γίνονται αποδεκτές για τους λόγους οι οποίοι εξηγούνται ανωτέρω. Όσον αφορά τις επιστολές Τεκμήρια 4 και 5 δεν προσθέτουν οτιδήποτε στην υπόθεση για τους ενάγοντες εφόσον η επιστολή των εναγόντων Τεκμήριο 4 απαντήθηκε από την εναγόμενη μέσω δικηγόρου με επιστολή Τεκμήριο 5 και αποδέχομαι την εξήγηση η οποία δόθηκε από τον ΜΥ για την μη συμπερίληψη στο Τεκμήριο 5 του γεγονότος ότι η εναγόμενη δεν είχε σχέση με την αγορά του αυτοκινήτου για τον λόγο ότι σε κείνο το στάδιο δεν δοθήκαν όλα τα στοιχεία στην τότε δικηγόρο της εναγομένης. Το Δικαστήριο έχει ενώπιον του Τεκμήρια τα οποία κατατέθηκαν, πλείστα από αυτά από μέρους των εναγόντων. Το Τεκμήριο 7 φαίνεται να είναι το πρωτότυπο του Τεκμηρίου 1 και αυτό αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω η κατάληξη του Δικαστηρίου είναι ότι το Τεκμήριο 7 είναι το έγγραφο εις το οποίο καταγράφονται οι πραγματικές προθέσεις των μερών αναφορικά με την συμφωνία για πώληση του αυτοκινήτου. Επίσης το Τεκμήριο 2 αποτελεί αντίγραφο του Τεκμηρίου 8, η απόδειξη είσπραξης για το ποσό των ΛΚ. 6780.-. Τόσο το Τεκμήριο 7 όσο και το Τεκμήριο 8 αναφέρουν το όνομα του Νικόλα Χριστοφή, γεγονός αναμφισβήτητο από πλευράς εναγόντων. Επίσης το Τεκμήριο 9, αντίγραφο της επιταγής την οποία κατέβαλε ο Νικόλας Χριστοφή στους ενάγοντες αποδυκνείει το αδιαμφησβήτητο γεγονός ότι η πληρωμή έγινε από τον Νικόλα Χριστοφή. Έχοντας λοιπόν υπόψη τα πιο πάνω Τεκμήρια και γενικά το σύνολο των Τεκμηρίων τα οποία έχουν κατατεθεί ενώπιον μου σε συνάρτηση με την προφορική μαρτυρία η οποία προσκομίστηκε, δεν μπορεί να υπάρχει άλλη κατάληξη από το ότι η εναγόμενη ουδέποτε συμβλήθηκε με τους ενάγοντες. Με την Υπεράσπισή της η εναγόμενη επικαλείται την ελαττωματικότητα του αυτοκινήτου, ότι η Αγωγή είναι καταχρηστική και την πάροδο χρόνου ως λόγο απόρριψης της αγωγής. Θεωρώ όμως ότι δεν καθίσταται ανάγκη να επεκταθώ επί των εν λόγω ζητημάτων εφόσον από την μαρτυρία του ΜΥ και της γραπτής αγόρευσης της εναγομένης διαπιστώνω ότι τα εν λόγω ζητήματα δεν έχουν προωθηθεί. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Ο Νικόλας Χριστοφή σύζυγος της εναγόμενης κατά ή περί τον Δεκέμβριο 2005 παράγγειλε από τους ενάγοντες το αυτοκίνητο με περιγραφή PROTON 1.6 GSX. Προς τούτου υπέγραψε το δελτίο παραγγελίας ημερ. 10.12.05 (Τεκμήριο 7) εις το οποίο αναφέρεται η συμφωνηθείσα αξία του αυτοκινήτου για το ποσό των ΛΚ. 9.150.- Κατά την υποβολή της παραγγελίας ο Νικόλας Χριστοφή πλήρωσε ως προκαταβολή το ποσό των ΛΚ. 2.350.-. Το υπόλοιπο της αξίας του αυτοκινήτου για το ποσό των ΛΚ. 6.800.- ανέλαβε επίσης να πληρώσει ο Νικόλας Χριστοφή με χορηγία την οποία θα λάμβανε. Εν τέλει πληρώθηκε το ποσό των ΛΚ. 6.780.- την 21.12.05 με επιταγή του Νικόλα Χριστοφή και η διαφορά των ΛΚ.20.- δεν ζητήθηκε από τους ενάγοντες. Το αυτοκίνητο εγγράφηκε εις το όνομα της εναγομένης. Οι ενάγοντες, για λόγους οι οποίοι παραμένουν άγνωστοι εφόσον οι εξηγήσεις τους δεν έχουν ικανοποιήσει το Δικαστήριο, προέβησαν σε τροποποιήσεις των εγγράφων Τεκμήριο 7 και Τεκμήριο 8 όπως φαίνεται από τα Τεκμήρια 1 και 2 αλλάζοντας το όνομα του Νικόλα Χριστοφή με το όνομα και τα στοιχεία της εναγομένης και εξέδωσαν τιμολόγιο εις το όνομα της εναγομένης. Οι πιο πάνω αλλαγές έγιναν εν αγνοία και χωρίς την συγκατάθεση της εναγομένης ή του Νικόλα Χριστοφή. Έχοντας υπόψη το σκεπτικό της απόφασης Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. E. T. Autospares Enterprises Ltd κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 843, καθώς και τα δικόγραφα στην παρούσα αγωγή, πρέπει να τονίσω πως η εναγόμενη αρνήθηκε ρητώς την σύναψη οποιασδήποτε σύμβασης με τους ενάγοντες ενώ παράλληλα αρνήθηκε ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό σε αυτούς. Συνεπώς, οι ενάγοντες είχαν το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών τους όπως αυτοί δικογραφούνται στην έκθεση απαίτησης τους και κυρίως την σύναψη προφορικής συμφωνίας με την εναγόμενη αλλά και το ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό. Το συγκεκριμένο βάρος απόδειξης δεν το έχουν αποσείσει για τους λόγους που καταγράφονται πιο πάνω και ως εκ τούτου οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν τις συνθήκες που δημιούργησαν την αξίωσή τους καθώς και την ίδια την αξίωση, παρουσιάζοντας σαφή, θετική και αξιόπιστη μαρτυρία, βλ. Αντωνιάδης ν. Σταύρου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 1171, Πιττάλης κ.α. ν. Savina Enterprises Ltd κ.α.
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 814, 827. Συνακόλουθα η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα εναντίον των εναγόντων και υπέρ της εναγομένης όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Υπ............ Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject/4059-09saleofgoodscivil/final cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.