Ανδρέας Ονουφρίου ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. αγωγής: 5480/13, 17/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A248 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. αγωγής: 5480/13 Ανδρέας Ονουφρίου Ενάγων εναντίον Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγόμενη ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ:17/9/2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον ενάγοντα - αιτητή: κος Ηλίας Κονναρής Για εναγόμενη - καθ΄ ης η αίτηση: κα Μαρία Αλεξάνδρου ΑΠΟΦΑΣΗ Αμφότερες οι πλευρές συμφώνησαν, όπως εξεταστεί η προδικαστική ένσταση της εναγομένης, ως αυτή εκτίθεται στην παράγραφο 1 της έκθεσης υπεράσπισης της. Συγκεκριμένα, οι εναγόμενοι ήγειραν την ακόλουθη προδικαστική ένσταση: << Η εναγόμενη ισχυρίζεται προδικαστικά, ότι ο ενάγων κωλύεται από του να εγείρει την παρούσα αγωγή και/ή η παρούσα αγωγή είναι παράτυπη και/ή παράνομη, αφού δεν έχουν τηρηθεί οι πρόνοιες του περί κατ΄ έφεση ανατροπής ποινής φυλάκισης (αποζημίωση) νόμου του 2001 (144
(1)2001) προ της έγερσης της παρούσας αγωγής>>. Για να γίνει πιο κατανοητό το όλο πλέγμα γεγονότων, θα πρέπει να γίνει μια συνοπτική αναφορά ως προς την αξίωση του ενάγοντα. Συγκεκριμένα, ο ενάγοντας αιτείται γενικές, τιμωρητικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις, οι οποίες έχουν ως πυρήνα της αξίωσης του, την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Ανδρέας Ονουφρίου - ν - Αστυνομίας 2012 2 Α.Α.Δ. σελ. 728, όπου αποτέλεσε και το κοινό έδαφος και για τις δύο πλευρές στα πλαίσια εξέτασης της πιο πάνω προδικαστικής ενστάσεως, με αποτέλεσμα να παραμένει για εξέταση το κατά πόσο πληρούνται ή όχι οι πρόνοιες του πιο πάνω νόμου, αποδεχόμενες και οι δύο πλευρές ότι, σε περίπτωση που η προδικαστική ένσταση ευσταθήσει, ήτοι ότι σε περίπτωση που αποφασισθεί ότι δεν έχουν τηρηθεί οι πρόνοιες του πιο πάνω νόμου, τότε η αγωγή είναι έκθετη προς απόρριψη. Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου μιλά από μόνη της, είναι ξεκάθαρη και αποκρυσταλλώνει όχι μόνο το όλο πλέγμα γεγονότων, αλλά και την νομική προέκταση αυτών, όπου ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου (ως ήταν τότε) κ. Χατζηχαμπής, αποφάσισε τα ακόλουθα και παρατίθεται αυτούσιο το κείμενο της απόφασης στο οποίο εμπεριέχεται το όλο πλέγμα γεγονότων: <<O Εφεσείων αντιμετώπιζε τέσσερις κατηγορίες σε σχέση με κατοχή και μεταφορά πυροβόλου όπλου και εκρηκτικών υλών. Επιπρόσθετα, αντιμετώπιζε και πέμπτη κατηγορία, ότι στις 20.4.2010, ενώ τελούσε υπό νόμιμη κράτηση στον Αστυνομικό Σταθμό Παραλιμνίου, απέδρασε, κατά παράβαση του Άρθρου 128(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Στις πρώτες τέσσερις κατηγορίες, αθωώθηκε, αλλά βρέθηκε ένοχος στην πέμπτη κατηγορία, στην οποία του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών. Ο Εφεσείων προσέβαλε τόσο την καταδίκη, όσο και την ποινή που του επιβλήθηκε. Κατά τη διάρκεια της έφεσης, ο Εφεσείων απέσυρε την έφεση κατά της καταδίκης, με την αντίληψη βεβαίως ότι η καταδίκη θα πρέπει να καταχωρηθεί με την ανάλογη τροποποίηση στο Άρθρο 128(β) και όχι στο Άρθρο 128(α) του Κεφ.
- Σε αυτό κατατείνουν όλα τα δεδομένα που έχουμε ενώπιον μας. Το Άρθρο 128 του Ποινικού Κώδικα, προβλέπει ότι:- «
- Αυτός που βρίσκεται υπό νόμιμη κράτηση για κάποιο ποινικό αδίκημα, αν αποδράσει καθίσταται ένοχος- (α) κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων, προκειμένου για κατηγορούμενο ή καταδικασθέντα για κακούργημα· και (β) πλημμελήματος, σε κάθε άλλη περίπτωση.» Όπως έχουμε ήδη υποδείξει, η κατηγορία και η ακόλουθη καταδίκη κακώς βασίστηκαν στο Άρθρο 128(α), εφ' όσον ο Εφεσείων δεν ήταν κατηγορούμενος ή καταδικασθείς, διότι κατηγορήθη κατά πρώτον στις 3.5.
- Στις 20.4.2010 λοιπόν, ημερομηνία στην οποία αναφέρεται η κατηγορία, δεν ήταν κατηγορούμενος ούτε καταδικασθείς, παρά μόνο ύποπτος ώστε να καλύπτεται από την αναφορά σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση του Άρθρου 128(β). Δεν επηρεάζεται βεβαίως το θέμα της καταδίκης ως προς την οποία, εν πάση περιπτώσει, έχει αποσυρθεί η έφεση, επηρεάζεται όμως θεμελιακά το θέμα της ποινής εφ' όσον το αδίκημα που είχε να αντιμετωπίσει ο Εφεσείων ήταν της φύσης του πλημμελήματος. Η ποινή που είχε υπ' όψη του το Δικαστήριο επιβάλλοντας την ποινή των 4 ετών ήταν σε συνάρτηση με τα 7 έτη που προνοούνται ως ανωτέρω στο Άρθρο 128(α). Η ποινή όμως που θα μπορούσε να επιβάλει το Δικαστήριο, δυνάμει του Άρθρου 128(β), ως ανώτατη ποινή πλημμελήματος, δεν θα υπερέβαινε τα δύο χρόνια. Ο Εφεσείων έχει ήδη εκτίσει ποινή πέραν της επιβληθησόμενης για πλημμέλημα και έτσι διατάσσουμε όπως αφεθεί πάραυτα ελεύθερος>>. Με βάση λοιπόν το σκεπτικό, αλλά και την αιτιολογία της πιο πάνω απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η έφεση επί της καταδίκης αποσύρθηκε και συνακόλουθα δεν υπήρξε οποιαδήποτε ανατροπή απόφασης ως προς την καταδίκη, πλην όμως, λόγω του γεγονότος ότι ο ενάγων έχει εκτίσει ποινή πέραν της επιβληθησομένης για πλημμέλημα, ήτοι πέραν των δύο χρόνων, διατάχθηκε όπως ο ενάγων αφεθεί πάραυτα ελεύθερος, καθότι επηρεάστηκε θεμελιακά το θέμα της ποινής. Δηλαδή, ο ενάγων αφέθηκε ελεύθερος, καθότι έχει εκτίσει ποινή πέραν των δύο ετών από αυτήν που βρέθηκε ένοχος. Με βάση λοιπόν τα πιο πάνω αποκρυσταλλωμένα γεγονότα, καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσο η πιο πάνω προδικαστική ένσταση ευσταθεί, υπό το φώς του περί κατ΄ έφεση ανατροπής ποινής φυλάκισης (αποζημίωση) νόμου του 2001 (144
(1)2001) και το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο, όπως παραθέσει αυτολεξεί τις επίμαχες διατάξεις του εν λόγω νόμου. <<
- Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου— «Διευθυντής» σημαίνει το Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Οικονομικών «Δικαιούχος» σημαίνει το πρόσωπο που δικαιούται σε αποζημίωση με βάση το άρθρο
- Δικαίωμα σε αποζημιώσεις
- Πρόσωπο στο οποίο επιβάλλεται πρωτοδίκως ποινή φυλακίσεως χωρίς αναστολή, είτε η καταδίκη του για το έγκλημα, σε σχέση με το οποίο επιβλήθηκε η ποινή ανατρέπεται κατ' έφεση, με αποτέλεσμα την αθώωση του, χωρίς να διατάσσεται επανεκδίκαση της υπόθεσης, είτε η ποινή φυλάκισης κρίνεται κατ' έφεση υπερβολική και αντικαθίσταται με ποινή προστίμου ή εγγύηση ή απαλλαγή με ή άνευ όρων, είτε η καταδίκη του για το έγκλημα σε σχέση με το οποίο επιβλήθηκε η ποινή ανατρέπεται κατ' έφεση και διατάσσεται επανεκδίκαση της υπόθεσης με τελική κατάληξη την τελεσίδικη αθώωση του, δικαιούται σε δίκαιη και εύλογη, σε κάθε περίπτωση, αποζημίωση, εφόσον υποβάλει αίτηση για την παροχή της σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου
- Υποβολή αίτησης 4.—
(1)Ο δικαιούχος υποβάλλει μέσα σε τρεις μήνες από την ημερομηνία έκδοσης της κατ' έφεση απόφασης ή, στην περίπτωση επανεκδίκασης από την ημερομηνία της αθωωτικής τελεσιδικίας, αίτηση στο διευθυντή ζητώντας τη χορήγηση σ' αυτόν αποζημίωσης.
(2)Η αίτηση πρέπει να περιλαμβάνει πληροφορίες και στοιχεία ως προς τα θέματα που αναφέρονται στα άρθρα 3 και 5.
(3)Ο διευθυντής αποστέλλει την αίτηση στο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για να διαπιστωθεί κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση αποζημίωσης, που αναφέρονται στο άρθρο 3, και για να ληφθεί γνωμάτευση για το ύψος της αποζημίωσης.
(4)Ο διευθυντής κοινοποιεί στο δικαιούχο μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα υποβολής της αίτησης την απόφασή του να απορρίψει την αίτηση του δικαιούχου ή να προσφέρει στο δικαιούχο καθορισμένο ποσό αποζημίωσης.
(5)Ο δικαιούχος δύναται μέσα σε τρεις μήνες από την κοινοποίηση σ' αυτόν της απόφασης του διευθυντή, όπως προνοείται στο εδάφιο
(4)ανωτέρω είτε να γνωστοποιήσει γραπτώς την αποδοχή της προσφερόμενης σ' αυτόν αποζημίωσης είτε, σε περίπτωση μη αποδοχής της ή απόρριψης της αίτησης του, να εγείρει αγωγή στο επαρχιακό δικαστήριο της επαρχίας όπου κατοικεί, ζητώντας αποζημίωση με βάση τα άρθρα 3 και 5 του παρόντος Νόμου: Νοείται ότι στην περίπτωση που ο δικαιούχος αποδεχτεί το ποσό της προσφερθείσας αποζημίωσης, ο διευθυντής θα πρέπει να του το καταβάλει μέσα σε σαράντα πέντε μέρες από τη γραπτή γνωστοποίηση της αποδοχής, άλλως ο δικαιούχος θα δικαιούται να το διεκδικήσει δικαστικούς ως συμφωνημένη αποζημίωση.
(6)Σε περίπτωση παράλειψης του διευθυντή να απαντήσει στο δικαιούχο μέσα σε τρεις μήνες από την υποβολή της αίτησης του, ο δικαιούχος δύναται να εγείρει αγωγή για αποζημίωση στο επαρχιακό δικαστήριο της επαρχίας όπου διαμένει μέσα σε περίοδο τριών μηνών από την ημέρα εκπνοής της χρονικής προθεσμίας των τριών μηνών εντός της οποίας ο διευθυντής όφειλε να απαντήσει στην αίτηση του δικαιούχου. Καθορισμός αποζημίωσης 5.—
(1)Για τον καθορισμό της αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη— (α) Η περίοδος της ποινής φυλάκισης, την οποία ο δικαιούχος πράγματι έχει εκτίσει- (β) η προσωπική και οικογενειακή κατάσταση του δικαιούχου- (γ) το επάγγελμα ή η απασχόληση του δικαιούχου αμέσως πριν από την καταδίκη του και η πραγματική απώλεια εισοδήματος συνεπεία της παραμονής του στη φυλακή για την περίοδο που είχε παραμείνει εκεί.
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), η αποζημίωση, που θα χορηγηθεί δεν μπορεί να υπερβαίνει την πραγματική απώλεια εισοδήματος του δικαιούχου, όπως η τελευταία καθορίζεται βάσει της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1), αυξημένη κατά 25%. Νοείται ότι. εάν ο δικαιούχος δεν απώλεσε εισόδημα ή εάν το ποσό που απώλεσε είναι μικρότερο του ποσού που θα εισέπραττε αν το εισόδημα του ήταν ίσο με το εκάστοτε σε ισχύ κατώτατο όριο μισθών βάσει του περί Κατωτάτου Ορίου Μισθών Νόμου. Κεφ. 183. η αποζημίωση δε θα μπορεί να υπερβαίνει το ποσό που θα εισέπραττε αν είχε τέτοιο εισόδημα αυξημένο κατά 25%.
(3)Μετά τον καθορισμό της αποζημίωσης. ο διευθυντής πληροφορεί εγγράφως το δικαιούχο για το ποσό της αποζημίωσης που θα του χορηγηθεί. Προθεσμίες 6. Όλες οι προθεσμίες που αναφέρονται στον παρόντα Νόμο είναι ανατρεπτικές>> Το Δικαστήριο, έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομοθετικές πρόνοιες, σε συνδυασμό με την πιο πάνω απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κρίνει ότι η προδικαστική ένσταση της εναγομένης ευσταθεί, διότι δεν πληρούνται οι προυποθέσεις του πιο πάνω νόμου και συνακόλουθα η αγωγή είναι έκθετη προς απόρριψη για τους λόγους που θα επεξηγηθούν πιο κάτω: Συγκεκριμένα, δεν έχει διαφανεί ότι ο ενάγων έχει αποστείλει την προαπαιτούμενη επιστολή στον γενικό διευθυντή του υπουργείου οικονομικών εντός της προαπαιτούμενης από τον νόμο ανατρεπτικής προθεσμίας. Περαιτέρω, ο ενάγων, δεν δύναται να θεωρηθεί ως δικαιούχος εν τη εννοία του πιο πάνω νόμου, ως ορίζει το άρθρο 3 του σχετικού νόμου, διότι καμία από τις περιπτώσεις που καλύπτει το εν λόγω άρθρο δεν πληρεί ο ενάγων έτσι ώστε να θεωρηθεί ως δικαιούχος. Συγκεκριμένα, το εν λόγω άρθρο, καλύπτει τρεις περιπτώσεις και το Δικαστήριο θα αξιολογήσει κάθε περίπτωση ξεχωριστά που ο νομοθέτης προνόησε, έτσι ώστε να καταδειχθεί ότι τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, δεν δύνανται να υπαχθούν σε κάποια από αυτές τις περιπτώσεις. Η πρώτη περίπτωση καλύπτει την περίπτωση όπου ΄΄ Πρόσωπο στο οποίο επιβάλλεται πρωτοδίκως ποινή φυλακίσεως χωρίς αναστολή, η καταδίκη του για το έγκλημα, σε σχέση με το οποίο επιβλήθηκε η ποινή ανατρέπεται κατ' έφεση, με αποτέλεσμα την αθώωση του, χωρίς να διατάσσεται επανεκδίκαση της υπόθεσης............΄΄ Αυτή η περίπτωση που ο νομοθέτης προνόησε, δεν καλύπτει την παρούσα αγωγή, διότι ναι μεν επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης χωρίς αναστολή και δεν διατάχθηκε επανεκδίκαση, πλην όμως δεν υπήρξε ανατροπή καταδίκης, διότι η έφεση επί της καταδίκης έχει αποσυρθεί από τον ενάγοντα και συνακόλουθα δεν υπήρξε ούτε ανατροπή καταδίκης, ούτε αθώωση του ενάγοντα, παρά μόνο διατάχθηκε όπως αφεθεί πάραυτα ελεύθερος, διότι έχει εκτίσει ήδη την ανώτατη προβλεπόμενη από τον νόμο ποινή και υπό το φως των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης, αυτά τα γεγονότα δεν δύνανται να υπαχθούν στον νομικό κανόνα αυτής της περίπτωσης. Η δεύτερη περίπτωση καλύπτει την περίπτωση που ΄΄ Πρόσωπο στο οποίο επιβάλλεται πρωτοδίκως ποινή φυλακίσεως χωρίς αναστολή...... η ποινή φυλάκισης κρίνεται κατ' έφεση υπερβολική και αντικαθίσταται με ποινή προστίμου ή εγγύηση ή απαλλαγή με ή άνευ όρων........΄΄ Είναι φανερό, ότι αυτή η περίπτωση δεν αφορά τα επίδικα γεγονότα, διότι δεν κρίθηκε υπερβολική η επιβληθείσα ποινή και να αντικατασταθεί με ποινή προστίμου ή εγγύηση ή απαλλαγή με ή άνευ όρων, αλλά διατάχθηκε όπως ο ενάγων αφεθεί ελεύθερος πάραυτα. Η τρίτη περίπτωση, καλύπτει την περίπτωση που ΄΄ Πρόσωπο στο οποίο επιβάλλεται πρωτοδίκως ποινή φυλακίσεως χωρίς αναστολή........ η καταδίκη του για το έγκλημα σε σχέση με το οποίο επιβλήθηκε η ποινή ανατρέπεται κατ' έφεση και διατάσσεται επανεκδίκαση της υπόθεσης με τελική κατάληξη την τελεσίδικη αθώωση του..........΄΄ Είναι επίσης φανερό, ότι αυτή η περίπτωση δεν αφορά τα επίδικα γεγονότα, διότι δεν υπήρξε ανατροπή καταδίκης με διαταγή επανεκδίκασης με τελική κατάληξη την τελεσίδικη αθώωση του ενάγοντα, διότι δεν έλαβαν χώρα τέτοια γεγονότα. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η προδικαστική ένσταση της εναγόμενης ευσταθεί και η αγωγή απορρίπτεται, διότι τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, δεν δύνανται να υπαχθούν στις πρόνοιες του περί κατ΄ έφεση ανατροπής ποινής φυλάκισης (αποζημίωση) νόμος του 2001 (144
(1)2001) και συνεπώς η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της εναγομένης και εναντίον του ενάγοντα, ως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο