← Κύπρος

MΙΧΑΛΑΚΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, υπό την ιδιότητά του ως Διαχειριστή της Περιουσίας της Αποβιωσάσης Ιλιάδας Κωνσταντίνου ν. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜ

MΙΧΑΛΑΚΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, υπό την ιδιότητά του ως Διαχειριστή της Περιουσίας της Αποβιωσάσης Ιλιάδας Κωνσταντίνου ν. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής 2147/14, 25/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A258 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Μαυρονικόλα, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 2147/14 Μεταξύ: MΙΧΑΛΑΚΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, υπό την ιδιότητά του ως Διαχειριστή της Περιουσίας της Αποβιωσάσης Ιλιάδας Κωνσταντίνου, εκ Λεμεσού Ενάγοντα και

  1. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ, εκ Λευκωσίας
  2. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED, εκ Λευκωσίας
  3. ΑΝΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, υπό την ιδιότητα της ως Ειδική Διαχειρίστρια για την εκτέλεση των μέτρων εξυγίανσης στη Λαϊκή Τράπεζα, εκ Λευκωσίας. Εναγομένων ----------------------------- Αίτηση ημερ. 12.5.2014 Ημερομηνία: 25.9.2015 Για Ενάγοντα/Αιτητή: κ. Α. Ερωτοκρίτου Για Eναγομένους/ Καθ' ων η Αίτηση: κ. Μ. Μαστορούδης Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Mε την καταχώριση της αγωγής ο Ενάγων / Αιτητής καταχώρισε Μονομερή Αίτηση και εξασφάλισε διατάγματα εναντίον της Εναγομένης 1 / Καθ' ης η Αίτηση ως οι παράγραφοι 1 και 2 της Αίτησης τα οποία έχουν ως εξής:
  4. Ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα το οποίο να απαγορεύει στην Εναγομένη 1 και/ή τους διευθυντής και/ή αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους αυτής από το να πουλήσουν και/ή εκχωρήσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή μεταφέρουν και/ή δωρίσουν και/ή διαθέσουν την υποθήκη επί του ακινήτου 72 Warren House, Beckford Close, London W14 8TT («η Υποθήκη»), το οποίο είναι υποθηκευμένο προς όφελος των Εναγομένων 1 και/ή 2 προς εξασφάλιση του δανείου με αριθμό λογαριασμού 90025795 που η αποβιώσασα Ιλιάδα Κωνσταντίνου διατηρούσε στο παράρτημα της Εναγομένης 2 στο Λονδίνο («το Δάνειο») και/ή καθ' οποιοδήποτε τρόπο αποξενώσουν και/ή παράσχουν δικαιώματα προς τρίτους και/ή λάβουν μέτρα εκτέλεσης και/ή εκποίησης της Υποθήκης, μέχρι την εκδίκαση και έκδοση τελικής απόφασης στην αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.
  5. Ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα το οποίο να απαγορεύει στην Εναγομένη 1 και/ή τους διευθυντές και/ή αντιπροσώπους αυτής από το να πουλήσουν και/ή εκχωρήσουν και/ή δωρίσουν και/ή διαθέσουν και/ή καθ' οποιοδήποτε τρόπο αποξενώσουν και/ή παράσχουν δικαιώματα προς τρίτους και/ή τερματίσουν και/ή να λάβουν μέτρα εκτέλεσης και/ή είσπραξης σε σχέση με το Δάνειο υπ' αριθμό λογαριασμού 90025795 που η αποβιώσασα Ιλιάδα Κωνσταντίνου διατηρούσε στο παράρτημα της Εναγομένης 2 στο Λονδίνο, μέχρι την εκδίκαση και έκδοση τελικής απόφασης στην αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.
  6. Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα και/ή θεραπεία και/ή οδηγίες ήθελε το Σεβαστό Δικαστήριο να εκδώσει υπό τις περιστάσεις.
  7. Έξοδα πλέον Φ.Π.Α. H Αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48, ΘΘ1,2,3,7,8

(1)και 9, Δ.64 στα Άρθρα 31 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, στα Άρθρα 4,5 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στο Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο 17
(1)/13 (Άρθρα 3-13, 22,25,26 και 29) και στην Κ.Δ.Π. 104/13, στην Κ.Δ.Π. 105/13, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στο Κοινοδίκαιο και στις Αρχές Επιείκειας και Συμφυείς Εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του Μιχαλάκη Κωνσταντίνου ημερ. 12/5/14 διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης συζύγου του Ιλιάδας Κωνσταντίνου δυνάμει γνωστοποίησης ημερ. 21/9/11 (Τεκμ. 1). Δηλώνει πως γνωρίζει άμεσα και προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης και προβαίνει στην ένορκη δήλωση υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστή της περιουσίας. Η παρούσα αίτηση αποσκοπεί στη διατήρηση της παρούσας κατάστασης πραγμάτων (status quo) και στην αποτροπή της υλοποίησης του παράνομου πλάνου της Εναγομένης 1 να πωλήσει ή μεταφέρει ή εκχωρήσει το δάνειο με αρ. λογαριασμού 90025795 με σημερινό υπόλοιπο περίπου €187.636,19 σεντ που η αποβιώσασα Ιλιάδα Κωνσταντίνου είχε συνάψει με την Εναγομένη 2 μέσω του παραρτήματος της στο Λονδίνο καθώς και την υποθήκη επί του ακινήτου 72 Warren House, Beckford Close, London W14 8TT, το οποίο είναι υποθηκευμένο προς εξασφάλιση του δανείου με αρ. 90025795 (εφ' εξής η «υποθήκη» και το «δάνειο» αντίστοιχα), ενώ η Εναγόμενη 1 γνωρίζει ως τον έχουν ενημερώσει οι υπάλληλοι της ότι το δάνειο έπρεπε να είχε εξοφληθεί και συμψηφιστεί με τις καταθέσεις της περιουσίας της Ιλιάδας Κωνσταντίνου οι οποίες έχουν κουρευτεί τον Μάρτη του
  1. Η Ιλιάδα Κωνσταντίνου εργαζόταν στην Λαϊκή Τράπεζα και ένεκα της εργασίας της διατηρούσε όλους τους λογαριασμούς και τα δάνεια της με την Εναγομένη
  2. Περί τις 7/8/11 καθώς ήταν για διακοπές στο Λονδίνο προκλήθηκε σοβαρό δυστύχημα με αποτέλεσμα να τραυματιστεί θανάσιμα. Περί τον Σεπτέμβριο του 2011 διορίστηκε διαχειριστής της περιουσίας της συζύγου του για να διευθετήσει τις περιουσιακές εκκρεμότητες της γυναίκας του ως προς τα δάνεια και τις καταθέσεις της. Οι υπάλληλοι της Εναγομένης 2 άνοιξαν εις το όνομα του υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστή της περιουσίας της το λογαριασμό με αρ. 08511015264 ο οποίος ήταν ο λογαριασμός διαχείρισης εις τον οποίο κατατίθεντο τα λεφτά της διαχείρισης. Ως διαχειριστής έλαβε διάφορα ποσά ως αποζημιώσεις τα οποία ανέρχονταν περίπου στις €680,
  3. Οι υπάλληλοι της Εναγομένης 2 γνώριζαν ότι ήταν ο διαχειριστής της περιουσίας της Ιλιάδας Κωνσταντίνου και ότι τα ποσά εισπράττονταν από τον ίδιο υπό την πιο πάνω ιδιότητα του. Η Εναγομένη 2 πριν αποδώσει οποιαδήποτε ποσά προς την διαχείριση φρόντισε να εξοφλήσει πρώτα τις υποχρεώσεις της αποβιωσάσης προς την Τράπεζα πλην του δανείου στο Λονδίνο. Όταν διερωτήθηκε γιατί το δάνειο του Λονδίνου δεν εξοφλήθηκε οι υπάλληλοι της Εναγομένης 2 του είπαν ότι δεν ήταν αναγκαίο να εξοφληθεί σε εκείνο το στάδιο και θα μπορούσε και θα ήταν πιο συμφέρον να συνεχίσει να αποπληρώνεται κανονικά. Αποδέχθηκε την πιο πάνω θέση και άφησε το δάνειο να πληρώνεται κανονικά στη βάση τραπεζικής εντολής που προϋπήρχε του θανάτου της. Ζήτησε όπως το δάνειο μεταφερθεί στο όνομα του όμως οι υπάλληλοι της Εναγομένης 2 δεν προέβηκαν άμεσα στη μεταφορά του δανείου καθώς ήθελαν να τον προστατεύσουν από επιπλέον έξοδα με αποτέλεσμα το δάνειο να παραμείνει μέχρι και σήμερα ως υποχρέωση της διαχείρισης. Η διαχείριση έλαβε από την Εναγομένη 2 και από τις διάφορες ασφάλειες μετά την εξόφληση διαφόρων υποχρεώσεων περί τις €680,
  4. Μεγάλο ποσό κατατέθηκε στο λογαριασμό της διαχείρισης, ποσό όμως €200,000 από την ταξιδιωτική ασφάλεια το οποίο έλαβε με επιταγή ημερ. 18/4/12 από λάθος ή από αμέλεια των υπαλλήλων της Εναγομένης 2 κατατέθηκε ως να κατέχετο από τον ίδιο προσωπικά. Αντίγραφο της επιταγής και συνοδευτική επιστολή από την ασφαλιστική εταιρεία (Τεκμ. 3) του παραδόθηκε. Αποδέχθηκε πρόταση υπαλλήλων της Εναγομένης 2 για μετατροπή της επιταγής σε γραμμάτιο. Ως εκ τούτου η επιταγή που αφορούσε €200,000 προς τη διαχείριση κατατέθηκε ως γραμμάτιο τακτής προθεσμίας ενός χρόνου με αρ. λογαριασμού 02109082529 και επιτόκιο 5.25% (Τεκμ. 4). Κατά τη δεδομένη στιγμή όλοι γνώριζαν ότι το γραμμάτιο ήταν χρήματα που ανήκαν στη διαχείριση και ότι η πρόθεση ήταν πάντοτε το γραμμάτιο να ανοιχτεί στο όνομα της διαχείρισης ή εκ μέρους της διαχείρισης και ότι η εμπλοκή του ιδίου σε σχέση με τα εν λόγω χρήματα και το γραμμάτιο ήταν υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής. Στη συνέχεια περί τον Μάρτιο του 2013 συνέβηκε το κούρεμα των καταθέσεων πέραν των €100,000 ανά άτομο στην Εναγομένη
  5. Τότε ανακάλυψε ότι τόσο το γραμμάτιο αλλά και ο λογαριασμός διαχείρισης λογίστηκαν για σκοπούς κουρέματος ως προσωπικές του καταθέσεις με αποτέλεσμα να υποστούν σημαντικό κούρεμα ενώ το δάνειο λογίστηκε ότι ανήκε στη διαχείριση με αποτέλεσμα να μην συμψηφιστεί όπως επιβαλλόταν με τα ποσά των καταθέσεων που κουρεύτηκαν. Η κατάσταση των προσωπικών του λογαριασμών (Τεκμ. 5) δείχνει το ποσό του κουρέματος ανά άτομο όπου φαίνεται ότι το γραμμάτιο αρ. 02109082529 αλλά και ο λογαριασμός διαχείρισης αρ. 08511015264 λογίστηκαν ως δικές του καταθέσεις. Επισυνάπτει αντίγραφο κατάστασης (Τεκμ. 6) όπου δείχνει το κούρεμα ανά άτομο όπου φαίνεται ότι το γραμμάτιο αρ. 02109082529 κουρεύτηκε κατά €100,000 ως να ήταν δική του κατάθεση. Εξ όσων γνωρίζει και όπως τον πληροφορούν οι δικηγόροι του το δάνειο θα έπρεπε να είχε συμψηφιστεί με το ποσό που θα απομειωνόταν στα πλαίσια του κουρέματος από το γραμμάτιο ή το λογαριασμό διαχείρισης για τους ακόλουθους λόγους: i Το γραμμάτιο και ο λογαριασμός διαχείρισης ανήκαν στη διαχείριση και ως εκ τούτου θα έπρεπε να είχαν συμψηφιστεί με το δάνειο. ii Η Εναγομένη 2 και οι υπάλληλοι της γνώριζαν κατά τον ουσιώδη χρόνο ότι το γραμμάτιο και ο λογαριασμός διαχείρισης ανήκαν στη διαχείριση. iii Εάν το γραμμάτιο και ο λογαριασμός διαχείρισης κατατέθηκαν να φαίνονται ως να κατέχονται από τον ίδιο προσωπικά τότε οι καταθέσεις αυτές έπρεπε να λογιστούν για σκοπούς συμψηφισμού ως καταθέσεις διαχείρισης δυνάμει εμπιστεύματος καθώς τα λεφτά αυτά ανήκαν στη διαχείριση και η Εναγόμενη 2 είχε άμεση και πραγματική γνώση αυτού του γεγονότος. Οι δικηγόροι του τον πληροφορούν ότι σύμφωνα με την Κ.Δ.Π. 104/13 η οποία αφορά το κούρεμα των καταθέσεων στη Λαϊκή Τράπεζα (Εναγομένη 2) και τη μεταβίβαση ενεργητικών στοιχείων στην Εναγομένη 1, στη περίπτωση προσώπου που κατά την 26/3/13 και ώρα 22.00 διατηρούσε καταθέσεις και δάνεια με την Εναγόμενη 2 τότε οποιοδήποτε ποσό είχε κατατεθειμένο πέραν των €100,000 έπρεπε να συμψηφιστεί με τα δάνεια του προσώπου. Επιπλέον σε σχέση με καταθέσεις στο όνομα του εμπιστευματοδόχου ή εντολοδόχου (trustee ή nominee) το πρόσωπο που εμπίπτει στο περί εφαρμογής του κουρέματος «είναι το πρόσωπο για το οποίο κατέχονται οι εν λόγω καταθέσεις» και όχι ο εμπιστευματοδόχος. Σύμφωνα δε με το Κοινοδίκαιο και τις Αρχές της Επιείκειας ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης κατέχει την οποιαδήποτε περιουσία αυτής ως εμπιστευματοδόχος προς όφελος της διαχείρισης. Ως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του το εμπίστευμα σύμφωνα με τις καταθέσεις της διαχείρισης δεσμεύει κάθε τρίτο πρόσωπο και ειδικά την Τράπεζα αφού έλαβε γνώση περί της ύπαρξης εμπιστεύματος ένεκα και της ιδιότητας του ως διαχειριστής της διαχείρισης κατά τις συναλλαγές του σε σχέση με το γραμμάτιο και τον λογαριασμό διαχείρισης αλλά και τον συμβούλευε σε σχέση με τον χειρισμό των ποσών αυτών. Ένεκα των πιο πάνω είναι η θέση του πως το δάνειο έπρεπε να συμψηφιστεί με τα ποσά που θα απομειώνονταν στα πλαίσια του κουρέματος από το γραμμάτιο ή το λογαριασμό διαχείρισης αφού αυτά ανήκαν στη διαχείριση. Προς τούτο κάλεσε με επιστολή του ημερ. 24/5/13 (Τεκμ. 7) την Εναγομένη 2 όπως το δάνειο συμψηφιστεί με τα ποσά που είχαν κουρευτεί. Δεν έλαβε καμιά απάντηση και έστειλε δεύτερη επιστολή στις 2/9/13 και τρίτη επιστολή στις 27/3/14 προς τη διαχειρίστρια της Εναγομένης 2 καλώντας την να προβεί σε συμψηφισμό. Στο μεταξύ το δάνειο μεταφέρθηκε στην Εναγομένη 1 δυνάμει των Κ.Δ.Π. 104/13 και 105/13 χωρίς να μεταφερθεί μαζί του ο λογαριασμός της τραπεζικής εντολής. Ενώ δε ο ίδιος προσπαθούσε να βρει το δίκαιο του η Εναγομένη 1 άρχισε να στέλλει προς την πεθαμένη γυναίκα του προειδοποιητικές επιστολές για την καταβολή των δόσεων του δανείου. Ενδεικτικά επισυνάπτει αντίγραφα επιστολών ημερ. 14/11/13, 27/11/13 και 18/12/13 (Τεκμ. 9). Θεωρεί πως το αιτούμενο διάταγμα που θα απαγορεύει στην Εναγομένη 1 να πωλήσει και/ή εκχωρήσει το δάνειο και την υποθήκη είναι απολύτως αναγκαία καθώς υπάρχει μεγάλος και άμεσος κίνδυνος η Εναγομένη 1 να υλοποιήσει τις ξεκάθαρες προθέσεις της και να προβεί στη πώληση προκαλώντας μεγάλη και ανεπανόρθωτη ζημιά στη διαχείριση. Οι Εναγόμενες είναι πλήρως εξασφαλισμένες σε σχέση με το δάνειο και την οποιαδήποτε ζημιά ενδεχομένως να υποστούν από την έκδοση των διαταγμάτων καθώς η υποθήκη υπερκαλύπτει την αξία του δανείου (Τεκμ. 12). Η Εναγομένη 1 / Καθ' ης η Αίτηση καταχώρισε ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως της προβάλλοντας τους ακόλουθους ισχυρισμούς:
  6. Σύμφωνα με το Διάταγμα (Κ.Δ.Π. 104/2013), που εκδόθηκε στις 29 Μαρτίου 2012, με βάση τον Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμο του 2013, συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία, υποχρεώσεις και δικαιώματα της Λαϊκής Τράπεζας μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις του εν λόγω Διατάγματος. Η υπό κρίση απαίτηση του Ενάγοντα σε σχέση με τον συμψηφισμό του λογαριασμού «Διαχείρισης» με τον επίδικο λογαριασμό δανείου δεν εμπίπτει ανάμεσα στις υποχρεώσεις που ανέλαβε η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ από τη Λαϊκή Τράπεζα, ως εμφαίνεται και από τους ρητούς όρους του εν λόγω Διατάγματος, και ως εκ τούτου οι Εναγόμενοι 1 ουδεμία σχέση έχουν με την παρούσα αίτηση. Συνεπώς, εγείρεται προδικαστική ένσταση εν όψει των πιο πάνω, ότι δηλαδή θα πρέπει να απορριφθεί από το Σεβαστό Δικαστήριο η παρούσα αίτηση σε σχέση με τους Εναγομένους 1 / Καθ' ων η Αίτηση 1 ως παντελώς αβάσιμη, ανυπόστατη και ατεκμηρίωτη. Άνευ βλάβης της πιο πάνω προδικαστικής ένστασης, παρατίθενται οι πιο πάνω γενικοί λόγοι ένστασης στην αίτηση του Ενάγοντα - Αιτητή.
  7. Το επίδικο Διάταγμα μιλά από μόνο του και η εφαρμογή του ανάγεται στην αρμοδιότητα της αρχής που το εξέδωσε, δηλαδή της Αρχής Εξυγίανσης. Σημειώνεται ότι με βάση το Νόμο Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων του 2013 (Νόμος 17(Ι)/2013), Διάταγμα της Αρχής Εξυγίανσης για εφαρμογή μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα είναι αμέσως δεσμευτικό για το υπό εξυγίανση Ίδρυμα, όπως ήταν μέχρι πρόσφατα οι Εναγόμενοι 1, και τα θιγόμενα από το εν λόγω Διάταγμα μέρη και επίσης εκτελέσιμο όπως καθορίζεται από την Αρχή Εξυγίανσης.
  8. Σε συνάρτηση με την πιο πάνω προδικαστική ένσταση, ακόμα και αν έπρεπε να γίνει ο συμψηφισμός που ισχυρίζεται ο Ενάγοντας - και το οποίο επιχείρημα η Εναγόμενη 1 απορρίπτει κατηγορηματικά - ο συμψηφισμός βάσει των σχετικών Διαταγμάτων δεν θα μπορούσε εν πάση περιπτώσει να γίνει από την Εναγόμενη 1 αλλά από την Εναγόμενη
  9. Η παρούσα αίτηση είναι αντίθετη και/ή έρχεται σε άμεση σύγκρουση με τα όσα έχουν διατυπωθεί στην πρόσφατη και τελεσίδικη Απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 7/6/
  10. Η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας.
  11. Υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αίτησης καθότι αφορά γεγονότα που έχουν διαδραματιστεί κατά ή περί τον Μάρτιο του 2013 και συνεπώς πέραν του 1 χρόνου προηγουμένως.
  12. Η παρούσα αίτηση δεν ικανοποιεί τις στοιχειώδεις προϋποθέσεις για την έκδοση του εκδοθέντος διατάγματος.
  13. Η αίτηση είναι παράτυπη, αντικανονική, έκδηλα αβάσιμη και ανυπόστατη.
  14. Δεν υπάρχει καλή βάση αγωγής, ούτε σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ούτε ορατή και καλή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής.
  15. Η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι ανεπαρκής, ασαφής και αόριστη δεν εκτίθενται σε αυτή επαρκή γεγονότα και να στηρίξουν την έκδοση του εκδοθέντος διατάγματος.
  16. Όσον αφορά τα εκδοθέντα διατάγματα του Σεβαστού Δικαστηρίου, δεν υπάρχει ένδειξη ανεπανόρθωτης ζημιάς, κάτι που αποτελεί προϋπόθεση για την έκδοση προσωρινού διατάγματος.
  17. Όσον αφορά τα εκδοθέντα διατάγματα του Σεβαστού Δικαστηρίου, δεν είναι αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν βρίσκεται σε ισχύ το υπό κρίση διάταγμα.
  18. Η παρούσα αίτηση είναι άνευ αντικειμένου. Στις 28 Απριλίου 2013 και σύμφωνα με το Περί Διάσωσης με τα Ίδια Μέσα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Διάταγμα του 2013 της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ έχει προβεί σε ανακεφαλαίωση με συνεισφορά καταθετών (προς υλοποίηση του βασικού Διατάγματος που αναφέρεται πιο πάνω). Η υλοποίηση της πιο πάνω ανακεφαλαίωσης έχει πραγματοποιηθεί στις 30/6/13 με Γραπτή Ειδοποίηση της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου.
  19. Όσον αφορά τα εκδοθέντα διατάγματα του Σεβαστού Δικαστηρίου δεν έχει αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις, που απαιτούνται για την έκδοση διαταγμάτων τέτοιας φύσης χωρίς ειδοποίηση στο άλλο μέρος.
  20. Είναι εύλογο και δίκαιο προς το δημόσιο συμφέρον όπως απορριφθεί η παρούσα αίτηση. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Μαρίας Μιχαήλ που είναι στη νομική υπηρεσία των Εναγομένων
  21. Είναι η θέση της πως σύμφωνα με το διάταγμα (Κ.Δ.Π. 104/13) που εκδόθηκε στις 29/3/12 με βάση τον Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013, συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία, υποχρεώσεις και δικαιώματα της Λαϊκής Τράπεζας μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις του εν λόγω διατάγματος. Η υπό κρίση απαίτηση του Ενάγοντος σε σχέση με τον συμψηφισμό του λογαριασμού «Διαχείρισης» με τον επίδικο λογαριασμό δανείου δεν εμπίπτει ανάμεσα στις υποχρεώσεις που ανέλαβε η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ από την Λαϊκή Τράπεζα ως εμφαίνεται από τους ρητούς όρους του εν λόγω διατάγματος και ως εκ τούτου η Εναγόμενη 1 ουδεμία σχέση έχει με την παρούσα αίτηση. Συνεπώς το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την παρούσα αίτηση ως εντελώς αβάσιμη, ανυπόστατη και ατεκμηρίωτη. Είναι η θέση της πως ο Ενάγων δεν αναφέρει στην ένορκη δήλωση του επαρκή γεγονότα που να στηρίζουν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Στη συνέχεια αναπτύσσει τους λόγους ένστασης προσθέτοντας περαιτέρω πως η παρούσα αίτηση είναι αντίθετη και/ή σε άμεση σύγκρουση με τα όσα προβλέπει η τελεσίδικη απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 7/6/13 στις προσφυγές υπ' αρ. 551/12 και άλλες κατά των διαταγμάτων που εκδόθηκαν από την Κεντρική Τράπεζα ως Αρχή Εξυγίανσης δυνάμει του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου Ν.171
(1)/
  1. Σύμφωνα με την απόφαση τα διατάγματα των Κ.Δ.Π. 103 και 104 δίνει ενδεχομένως το δικαίωμα στους καταθέτες όπως προχωρήσουν σε αστική διαδικασία σε σχέση με την οποιαδήποτε ζημιά που έχει ενδεχομένως προκληθεί στους καταθέτες εναντίον των Τραπεζών ως παραβαίνουσες τις συμβατικές υποχρεώσεις προς τους καταθέτες τους και εναντίον της Δημοκρατίας ως προκαλέσασα τον επηρεασμό της συμβατικής οφειλής διά του διατάγματος. Αυτό που έχει κατ' ουσία συμβεί είναι η θέσπιση νομοθεσίας ή κανονισμών που επιβάλλουν την κατάσταση πραγμάτων που έχει προκύψει με την Τράπεζα να μην έχει οποιαδήποτε επιλογή παρά συμμόρφωση με το Νόμο στο βαθμό που η οποιαδήποτε σύμβαση προβλέπει το αντίθετο αυτή έχει ματαιωθεί. Είναι η θέση της πως ο συμψηφισμός βάσει των σχετικών διαταγμάτων δεν θα μπορούσε εν πάση περιπτώσει να γίνει από την Εναγομένη 1 αλλά από την Εναγομένη
  2. Σύμφωνα με το διάταγμα της Κ.Δ.Π. 103 και 104/13 οι υποχρεώσεις της Εναγομένης 2 οι οποίες μεταβιβάζονται στην Εναγομένη 1 δυνάμει των εν λόγω διαταγμάτων μεταβιβάζονται στην τελευταία εφόσον έχει πραγματοποιηθεί ο απαιτούμενος και επιτρεπόμενος βάσει των σχετικών διαταγμάτων συμψηφισμός. Η επίδικη υποχρέωση δεν εμπίπτει στις εν λόγω υποχρεώσεις. Περαιτέρω υποστηρίζει πως ο λογαριασμός «Διαχείρισης» ήταν ανοιγμένος στο πρόσωπο του Ενάγοντος ενώ το δάνειο στο όνομα της αποβιωσάσης και ως εκ τούτου δεν θα μπορούσαν τα δύο να συμψηφιστούν μεταξύ τους βάσει των σχετικών διαταγμάτων. Ακόμη και σε περίπτωση εμπιστευματοδόχου ή εντολοδόχου (trustee or nominee) ο κάτοχος της κατάθεσης θα πρέπει να παρουσιάσει τα σχετικά δικαιολογητικά κάτι το οποίο δεν πραγματοποιήθηκε με επάρκεια στην προκειμένη περίπτωση και γι' αυτό δεν συμψηφίστηκαν οι επίδικοι λογαριασμοί από την Εναγομένη
  3. Ειδική αναφορά γίνεται στο Άρθρο 5
(2)(β) του Περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd διάταγμα Κ.Δ.Π. 104/13. Ειδικότερα το παράρτημα 1 παρ. 4 είναι σαφές ότι «στη περίπτωση οποιουδήποτε προσώπου διατηρεί κατάθεση με την Λαϊκή Τράπεζα έναντι του οποίου η Λαϊκή Τράπεζα έχει δανειακές απαιτήσεις, το ποσό των δανειακών αυτών απαιτήσεων που ισούται με το ποσό κατά το οποίο η κατάθεση με τη Λαϊκή Τράπεζα στις 22.00 στις 26/3/13 υπερβαίνει το ποσό της κατάθεσης που μεταφέρεται διά του παρόντος διατάγματος». Ως εκ τούτου είναι σαφές ότι ο οιοσδήποτε συμψηφισμός έπρεπε να γίνει έπρεπε να γίνει από την Λαϊκή Τράπεζα και επίσης είναι σαφές ότι ο συμψηφισμός πρέπει να γίνεται για τις καταθέσεις και τις δανειακές υποχρεώσεις του ιδίου προσώπου. Ο τρόπος εφαρμογής του άρθρου 32 εξετάστηκε και αναλύθηκε σε μεγάλο αριθμό υποθέσεων. Υποδεικνύονται στη Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 τα εξής: «Στη διαδικασία του προσωρινού διατάγματος, το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο. Το καθήκον του περιορίζεται στη διαπίστωση κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που απαιτούνται για επιτυχία: (α) Σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση. (β) Ορατή προοπτική και/ή πιθανότητα ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία στην αγωγή. (γ) Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος. Το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης.» Το Δικαστήριο στο τελικό στάδιο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει και το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή ν. Χ"Βασίλη
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Η ύπαρξη απλώς των τριών θεσμικών προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή (βλ. Κούνουνα ν. C. & A. Simonos Ltd
(2002)1 A.A.Δ. 1361, 1366). Δεν τίθεται θέμα οριστικής διάγνωσης στο πλαίσιο διαδικασίας για έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος ως προς τα θέματα που συνάπτονται προς τα επίδικα της αγωγής. Είναι στοιχειώδες πως δεν τίθεται σε αυτό το στάδιο ζήτημα απόδειξης της βάσης της αγωγής. (Βλ. Νικόλα ν. Κεφάλα κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1400). Έχει δε επεξηγηθεί στην Τσιολάκκη κ.ά ν. Στυλιανίδης
(1992)1 Α.Α.Δ. 782 ο όρος «υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκασιν» που τίθεται στην επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960 (Ν.14/60). Επιβάλλει την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης (arguable case) ως προϋπόθεση για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος (βλ. Οdysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 A.A.Δ. 557, στη σελ. 569). Η δεύτερη προϋπόθεση του πιο πάνω άρθρου αναλύθηκε στην υπόθεση Πουργουρίδης κ.ά. ν. Μέζου κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, στη σελίδα 207 όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλει στις εφεσείουσες να δείξουν ότι έχουν πιθανότητα επιτυχίας. Όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates & Others
(1982)1 C.L.R. 557, η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. Σύμφωνα με τη Odysseos (πιο πάνω), στη σελίδα 569, η πιθανότητα στα πλαίσια της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60, απαιτεί από τις εφεσείουσες να δείξουν ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας.» Η πρώτη προϋπόθεση ικανοποιείται εάν αντικειμενικά από τα δικόγραφα προκύπτει η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής. Ακολούθως, το Δικαστήριο θα πρέπει να προχωρεί στην εξέταση της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας του Ενάγοντα, με βάση τη μαρτυρία και τα στοιχεία που έχει ενώπιον του (βλ. Hellenic Bank Public Company Limited v. Alpha Panareti Public Limited Πολ. Έφ. 145/2011 ημερ. 13.6.2013). Η έκδοση διατάγματος υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Η άσκηση διακριτικής εξουσίας δεν πρέπει να παραγνωρίζει και την ποιότητα της αξίωσης, η διάγνωση της οποίας δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλ. την Ανδρέα Κυτάλα ν. Άννας Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253). Σ΄ αυτό το στάδιο το Δικαστήριο δεν θα επιλύσει την ουσιαστική διαφορά των Αιτητών με τους Καθ' ων η Αίτηση. Αναπόφευκτα όμως θα πρέπει να διαπιστώσει κατά πόσο ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60. Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του (Τ.Α. Micrologic Comp. Consult. Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802, 1809). Με κριτήριο τις πιο πάνω νομικές αρχές και με αναφορά στην Απαίτηση του Ενάγοντος - Αιτητή και στα γεγονότα όπως προβάλλονται στις ένορκες δηλώσεις και τεκμήρια που υποστηρίζουν την Αίτηση και την Ειδοποίηση για Πρόθεση Ένστασης αντίστοιχα, που γίνεται αναφορά πιο πάνω, και έχοντας υπόψη τις θέσεις των δικηγόρων των διαδίκων, θα εξετάσω κατά πόσο ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60, ώστε τα προσωρινά διατάγματα τα οποία εκδόθηκαν στις 12.5.2014 θα γίνουν απόλυτα. Στην παρούσα αγωγή το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο ποσά που ανήκαν στη διαχείριση της περιουσίας της αποβιωσάσης συζύγου του Αιτητή και τα οποία ο Αιτητής κατείχε υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της διαχείρισης, λανθασμένα, δεν συμψηφίστηκαν και δεν υπολογίστηκαν έναντι του δανείου που διατηρούσε η διαχείριση και έτσι αυτά τα ποσά απομειώθηκαν με αποτέλεσμα η διαχείριση να εξακολουθεί να οφείλει ολόκληρο το ποσό του δανείου, το οποίο είναι εξασφαλισμένο με υποθήκη επί διαμερίσματος στο Λονδίνο και το οποίο υπό τις περιστάσεις κινδυνεύει να πωληθεί και να αποξενωθεί. Ο Ενάγων-Αιτητής με την παρούσα αίτηση του, ημερ. 12.5.2014, επιδιώκει την οριστικοποίηση των εκδοθέντων διαταγμάτων, τα οποία στην ουσία απαγορεύουν στην Εναγόμενη 1- Καθ' ης η αίτηση από του να πωλήσει και/ή εκχωρήσει και/ή μεταβιβάσει την υποθήκη που αποτελεί την εξασφάλιση του επίδικου δανείου και από το να λάβει μέτρα εκτέλεσης σε σχέση με το εν λόγω δάνειο. Είναι η θέση του ενάγοντος Αιτητή ότι το δάνειο κακώς δεν είχε συμψηφιστεί με τις απαιτήσεις της διαχείρισης, με αποτέλεσμα η υποθήκη επί του διαμερίσματος που εξασφαλίζει το δάνειο να εξακολουθεί να υφίσταται με κίνδυνο να ληφθούν μέτρα εκτέλεσης και εκποίησης της. Το δάνειο μεταφέρθηκε στην Εναγομένη 1- Καθ' ης η αίτηση δυνάμει της Κ.Δ.Π. 104/13. Η βάση αγωγής του Ενάγοντος-Αιτητή στηρίζεται στη θέση πως το δάνειο έπρεπε να συμψηφιστεί και να εξοφληθεί με τα ποσά που κατά τις 26.3.2013 που βρίσκονταν στους λογαριασμούς της διαχείρισης ή διαζευκτικά απαιτεί αποζημιώσεις ένεκα της κακής εφαρμογής του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου, Ν.17
(1)/2013 και των δυνάμει αυτού εκδοθέντων διαταγμάτων. Η Αρχή Εξυγίανσης ασκώντας τις εξουσίες που της παρείχε ο Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμος, Ν. 17
(1)/2013, εξέδωσε το περί Πωλήσεως Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Co Ltd διάταγμα του 2013 (Κ.Δ.Π. 104/13) που δημοσιεύτηκε και τέθηκε σε ισχύ την 29.3.2013. Το διάταγμα είχε σκοπό την πώληση ορισμένων εργασιών της Λαϊκής στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ σύμφωνα με τις πρόνοιες της παραγράφου 5 του διατάγματος στην Τράπεζα Κύπρου. Σύμφωνα με την παράγραφο 5
(1)του διατάγματος περιουσιακά στοιχεία της Λαϊκής μεταβιβάζονταν στην Κύπρο εκτός από τα προβλεπόμενα στο παράρτημα
  1. Μεταβιβάζονταν και οι υποχρεώσεις της Λαϊκής έναντι οποιουδήποτε προσώπου εκτός στον βαθμό που η εν λόγω υποχρέωση υπερβαίνει το ποσό των €100.
  2. Σύμφωνα με το παράρτημα 1 περιουσιακά στοιχεία εξαιρούνται της μεταβίβασης δυνάμει της παραγράφου 5
(1)στην περίπτωση προσώπου που διατηρεί κατάθεση με την Λαϊκή Τράπεζα έναντι του οποίου η Λαϊκή Τράπεζα έχει δανειακές απαιτήσεις, το ποσό των δανειακών αυτών απαιτήσεων που ισούται με το ποσό κατά το οποίο η κατάθεση με τη Λαϊκή στις 22.00 στις 26.3.2013 υπερβαίνει το ποσό της κατάθεσης που μεταφέρεται δια του παρόντος διατάγματος. Δηλαδή καταθέσεις στη Λαϊκή Τράπεζα πέραν των €100.000 πρέπει να συμψηφιστούν με τα δάνεια του κατόχου των καταθέσεων. Περαιτέρω στο άρθρο 5
(2)(β) της Κ.Δ.Π. 104/13 υπάρχει πρόνοια ότι για σκοπούς κουρέματος και συμψηφισμού σε περίπτωση καταθέσεων που κατέχονται στο όνομα εμπιστευματοδόχου ή εντολοδόχου οι καταθέσεις θα λογίζονται ότι ανήκουν στο δικαιούχο και όχι στον εμπιστευματοδόχο. Νομικά κάποιος διαχειριστής περιουσίας αποβιώσαντος προσώπου θεωρείται εμπιστευματοδόχος της περιουσίας της διαχείρισης (βλ. Yvoni Ioannou v. Andreas Demetriou and Others
(1983)1 C.L.R.892, 901). Στην προκειμένη υπόθεση, σύμφωνα με τη μαρτυρία οι λογαριασμοί με αριθμό 02109082529 και 08511015264 κατέχονταν από τον Αιτητή υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστή της διαχείρισης και προς όφελος της διαχείρισης. Τα πιο πάνω δεικνύουν ότι ο Ενάγων - Αιτητής έχει ορατή πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία στην αγωγή. Η διαπίστωση εάν όντως υπήρξε παράβαση της πιο πάνω νομοθεσίας και κατά πόσο ο Ενάγων - Αιτητής δικαιούται στις αιτούμενες θεραπείες είναι θέμα που θα εξετάσει το Δικαστήριο στα πλαίσια της δίκης της αγωγής. Τα εν λόγω ζητήματα αφορούν την ουσία της διαφοράς και δεν αποτελεί έργο του Δικαστηρίου στο παρόν στάδιο να εκφράσει πρόωρη άποψη επί της ουσίας της αγωγής. Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. (βλ. Τ.Α. Μicrologic (ανωτέρω)). Όσον αφορά τους λόγους ένστασης 1 και 2, επισημαίνω πως η παρούσα αίτηση στρέφεται μόνο εναντίον της Εναγομένης 1 - Καθ' ης η αίτηση καθώς αυτή έχει στην κατοχή και έλεγχο της το δάνειο και την υποθήκη και ως εκ τούτου δεν θα μπορούσε ο Ενάγων να στραφεί εναντίον οποιουδήποτε άλλου. Επίσης αυτή έχει επιδείξει την πρόθεση να αποξενώσει και ως εκ τούτου σωστά η αγωγή έχει εγερθεί εναντίον της. Σε κάθε περίπτωση ο Ενάγων-Αιτητής βάσει της Κ.Δ.Π. 104/13 έχει δικαίωμα εναντίον της εναγομένης 1-καθ' ης η αίτηση, καθώς αυτή ανέλαβε και τις υποχρεώσεις που ήταν συναφείς προς τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία (βλ. άρθρα 7
(2)και 13(α) της Κ.Δ.Π. 104/13). Περαιτέρω, όσον αφορά το θέμα της ισχυριζόμενης καθυστέρησης, επισημαίνω ότι δεν υπήρξε μη εύλογη καθυστέρηση έναρξης της διαδικασίας, ούτε υποστηρίχτηκε από την Εναγομένη 1-Καθ' ης η αίτηση ότι υπέστηκε οποιαδήποτε αρνητική συνέπεια από την οποιαδήποτε καθυστέρηση. Επομένως, διαπιστώνοντας με βάση τα πιο πάνω ότι συντρέχουν οι δύο πρώτες προϋποθέσεις σε σχέση με το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντος αιτητή, το επόμενο ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η απόφαση υπέρ του που τυχόν εκδοθεί θα παραμείνει ανικανοποίητη. Όπως εξηγήθηκε στην απόφαση του Λοϊζου, Π. (όπως ήταν τότε) στη Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου (Αρ.1)
(1992)1 Α.Α.Δ.54 εκδίδεται το διάταγμα «ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μη μπορεί να ικανοποιηθεί ο ενάγων». Σχετικά με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου (πιο πάνω) το άρθρο αυτό δίδει στο Δικαστήριο ευρύτερη εξουσία από εκείνη που παρέχεται από το άρθρο 5 του Κεφ.6. Αυτό δεν περιορίζεται σε ότι αφορά το αντικείμενο της αγωγής ούτε και το περιεχόμενο της. Εκδίδεται το διάταγμα αν το Δικαστήριο κρίνει ότι τούτο είναι δίκαιο και πρόσφορο και προς εξυπηρέτηση των αναγκών της δικαιοσύνης, δηλαδή τη διατήρηση των πραγμάτων ως έχουν, ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μην μπορεί να ικανοποιηθεί ο ενάγων. Υπό το φως των γεγονότων της υπόθεσης, τα πιο πάνω εφαρμόζονται και στην παρούσα αίτηση. Συναφώς, πιστεύω, ικανοποιούνται σωρευτικά όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 που επικαλέστηκε ο Ενάγων-Αιτητής για έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων και καταρρίπτονται όλοι οι λόγοι ένστασης της Εναγόμενης 1- Καθ' ης η αίτηση. Εξετάζοντας δε, κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο, ισοζυγίζοντας τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση μου που δόθηκε στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο ήταν εσφαλμένη και με γνώμονα τη διατήρηση του υφιστάμενου κράτους πραγμάτων μέχρι την τελική απόφαση, αποφασίζω όπως ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ του Ενάγοντος-Αιτητή και οριστικοποιώ τα εκδοθέντα διατάγματα. Ενόψει του αποτελέσματος, τα έξοδα της αίτησης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντος-Αιτητή και σε βάρος της Εναγομένης 1-Καθ' ης η Αίτηση, να πληρωθούν στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) .................................................. Μ. Μαυρονικόλας, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής. /ΚΦ, ΑΛ Subject: Civil/Other Action/Interim Αναφορά: Προσωρινό διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.