Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Πέτρος Πετεβίνος κ.α., Αρ. Αγωγής 4890/12, 13/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A276 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: A. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 4890/12 Mεταξύ: Alpha Bank Cyprus Ltd Εναγόντων -και-
- Πέτρος Πετεβίνος (ΑΔΤ659491), Ζυρίχης 4, 3048, Λεμεσός
- Ανδρούλλα Γεωργίου Γεωργίου (ΑΔΤ 679908) σύζυγος Πέτρου Πετεβίνου, Ζυρίχης 4, 3048 Λεμεσός Εναγομένων ------------------------------------ Αίτηση ημερ. 19/1/2915 για παραμερισμό απόφασης 13 Οκτωβρίου 2015 Για εναγόμενη 2-αιτήτρια: κα Α. Προδρόμου για Χριστόφορος Χατζηστερκώτης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ (κα Κάττου ν' ακούσει απόφαση) Για ενάγουσα-καθ' ης η αίτηση: κ. Μ. Μαστορούδης για Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Mε την παρούσα αίτηση η εναγόμενη 2 ζητά την έκδοση των εξής διαταγμάτων: "
- Όπως το Δικαστήριο εκδώσει διάταγμα που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει (set aside) προηγούμενη εκδοθείσα υπ' αυτού απόφαση στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλον αγωγή και συγκεκριμένα την απόφαση που εκδόθηκε στις 26/4/2013 στην πιο πάνω αγωγή.
- Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα και/ή θεραπεία και/ή διαταγή την οποία ήθελε το σεβαστό δικαστήριο κρίνει εύλογη και δίκαια υπό τις περιστάσεις.
- Τα έξοδα της αίτησης πλέον Φ.Π.Α." Η αίτηση βασίζεται στη Δ.17, θ.θ.1-14, Δ.26, θ.14, Δ.33, θ.θ.1-5, Δ.34,θ.θ.1-6, Δ.40, θ.θ.1-7 και 11, Δ.48, θ.θ.1-4, 8 και 9(η), Δ.64, Δ.57, θ.θ.2, 8, 9 και 10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στο άρθρο 30
(2)του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο Ν.127
(1)/06, στον περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο (Ν.197
(1)/2003), στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου, στη νομολογία του Αγγλικού Εφετείου και/ή της Κοινοπολιτείας, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στις αρχές επιείκειας, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, στη Γενική Πρακτική και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εμφαίνονται στην ένορκη δήλωση της ίδιας της εναγόμενης 2, ημερομηνίας 19.1.2015. Σ' αυτήν προβαίνει στην παράθεση του ιστορικού της υπόθεσης από τις 19.12.2012, ημερομηνία καταχώρισης του προσωπικού σημειώματος εμφάνισης της μέχρι τις 26.4.2013 που εκδόθηκε απόφαση εναντίον της, η ακύρωση της οποίας είναι το επίδικο θέμα της παρούσας αίτησης. Είναι ισχυρισμός της ότι ο λόγος που δεν καταχώρισε Υπεράσπιση είναι γιατί τόσο η ενάγουσα Τράπεζα, όσο και ο σύζυγος της, που είναι ο εναγόμενος 1, την είχαν διαβεβαιώσει ότι δεν χρειαζόταν να διορίσει δικηγόρο και ούτε να προβάλει οποιαδήποτε Υπεράσπιση καθότι βρίσκονταν σε διαβουλεύσεις για εξώδικη διευθέτηση του χρέους και η αγωγή δεν θα προωθείτο εναντίον της. Μετά την καταχώριση του προσωπικού σημειώματος εμφάνισης της καταχωρήθηκε στις 19.2.2013 από μέρους της ενάγουσας αίτηση για απόφαση εναντίον και των δυο εναγομένων λόγω μη καταχώρισης Υπεράσπισης. Η αίτηση αυτή δεν επιδόθηκε στην ίδια προσωπικά, αλλά στον γιο της στις 23.2.2013, ο οποίος όμως δεν της ανέφερε οτιδήποτε, γι' αυτό και η αίτηση στις 5.4.2013, λόγω μη εμφάνισης των εναγομένων 1 και 2, ορίστηκε για απόδειξη στις 26.4.2013 όπου εκδόθηκε απόφαση εναντίον και των δυο εναγομένων. Σ' όσον αφορά την ουσία της Υπεράσπισης η αιτήτρια διατείνεται ότι σύμφωνα με τη νομική συμβουλή που έλαβε έχει καλή Υπεράσπιση αλλά δεν της δόθηκε η ευκαιρία για να την προβάλει. Πολύ περιληπτικά αναφέρει ότι η ίδια είναι εγγυήτρια σε συμφωνία δανείου που συνήφθη μεταξύ της ενάγουσας και του εναγόμενου 1 και παραχώρησε περαιτέρω προς όφελος της ενάγουσας τις υποθήκες Υ9149/2007, Υ2666/2010 και Υ10646/2007 όλες του Κτηματολογίου Λεμεσού. Είναι ισχυρισμός της ότι η συμφωνία δανείου και οι εξασφαλίσεις που η ίδια έδωσε είναι άκυρες ή ακυρώσιμες καθότι υπεγράφησαν κάτω από συνθήκες άσκησης ψυχικής πίεσης σε βάρος της και ψευδών παραστάσεων καθώς και υποσχέσεων. Δεν επιστήθηκε επίσης η προσοχή της σε ουσιώδεις όρους των συμφωνιών. Γι' αυτό και η ίδια δεν τις θεωρεί καν συμβάσεις λόγω καταχρηστικών, εικονικών και άλλων παράνομων όρων τους. Η πιο πάνω συμπεριφορά της Τράπεζας είχε σαν αποτέλεσμα να παραβλαφθούν τα δικαιώματα της αιτήτριας και να ενεργήσει προς βλάβη των συμφερόντων της. Εξηγά περαιτέρω ότι σε καμιά περίπτωση της επεξηγήθηκαν οι όροι των εγγυήσεων, όπως ήταν η νομική υποχρέωση της ενάγουσας, ή οι επιπτώσεις που θα είχαν στην ίδια αλλά αντ' αυτού της παρέστησαν ότι ήταν απλές τυπικές συμφωνίες χωρίς έννομα αποτελέσματα. Δεν την ενημέρωσαν επίσης για το ύψος του επιτοκίου και τον τρόπο υπολογισμού του, καθώς και άλλους πολύ ετεροβαρείς όρους για την ίδια, όπως οι όροι για τους τόκους, την κεφαλαιοποίηση τους, τον τερματισμό της συμφωνίας, την αλλαγή του επιτοκίου οποτεδήποτε ή άλλα δικαιώματα της Τράπεζας και ότι οποτεδήποτε θελήσει η ενάγουσα το χρέος θα καθίστατο απαιτητό. Ισχυρίζεται επίσης ότι ουδέποτε παρέλαβε οποιαδήποτε επιστολή σε σχέση με την παρούσα υπόθεση είτε για να καταβάλει τις δήθεν καθυστερημένες δόσεις του δανείου ή οποιοδήποτε άλλο ποσό, ή ότι ο λογαριασμός του δανείου θα επιβαρύνετο με επιπρόσθετο τόκο ή επιτόκιο υπερημερίας και ούτε παρέλαβε την επιστολή τερματισμού. Είναι η θέση της ότι η αιτήτρια δεν οφείλει κανένα ποσό στην ενάγουσα και αν αποδειχθεί ότι υπάρχει οποιοδήποτε χρέος αυτό είναι πολύ μικρότερο απ' εκείνο της απόφασης στο οποίο περιλήφθησαν χρεώσεις που δεν είχαν συμφωνηθεί, υπερβολικοί τόκοι και άλλες αντικανονικές και παράνομες χρεώσεις. Περαιτέρω είναι ισχυρισμός της ότι η Τράπεζα προέβη σε συμπληρωματική προφορική συμφωνία με το σύζυγο της ότι δεν θα προχωρούσε εναντίον της ίδιας πριν ο σύζυγος της ξοφλήσει κάθε υπόλοιπο του λογαριασμού. Η ίδια νιώθει ότι ουσιαστικά έχει εξαπατηθεί από την ενάγουσα και τον σύζυγο της πείθοντος την ότι δεν θα προχωρούσε η Τράπεζα εναντίον της και ότι η υπόθεση θα διευθετείτο εξώδικα. Ακόμη και όταν έλαβε γνώση της διαδικασίας πτώχευσης εναντίον της, πάλι δεν είχε αντιληφθεί τι ακριβώς συνέβαινε μέχρι πρόσφατα που συνομίλησε με το δικηγόρο της. Είναι εισήγηση της τέλος ότι είναι ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις όπως το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της και να προβεί σε ακύρωση της εκδοθείσης απόφασης εναντίον της, δίνοντας της έτσι το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της ενάγουσας-καθ' ης η αίτηση η οποία προβάλλει τους εξής λόγους ένστασης: "(α) Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη των Διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου. (β) Η αιτήτρια βασίζει την αίτηση της μεταξύ άλλων και σε λανθασμένους θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας. (γ) Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου των δικαιωμάτων του αντιδίκου και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court). (δ) Η εναγόμενη/αιτήτρια παρέλειψε να καταχωρήσει Έκθεση Υπεράσπισης εντός του χρονικού πλαισίου που προνοείται από τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς μετά από την επίδοση σε αυτήν του κλητηρίου εντάλματος στις 6.12.12 και/ή μέχρι σήμερα. (ε) Η εναγόμενη/αιτήτρια δεν εγείρει κανένα ουσιαστικό και/ή οποιοδήποτε λόγο για την παράλειψη καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης τους εντός του χρονικού πλαισίου που προνοείται από τους Περί Πολιτικής Δικονομίας θεσμούς. (στ) Η εναγόμενη/αιτήτρια δεν εγείρει κανένα ουσιαστικό και/ή καλόπιστο λόγο και/ή οποιοδήποτε λόγο για την παράλειψη καταχώρησης της Έκθεσης Υπεράσπισης είτε προώθησης της υπόθεσης της γενικότερα και κατά και προώθησης της υπεράσπισης τους, την οποία προσπαθεί τώρα με την παρούσα αίτηση να προωθήσει. (ζ) Η εναγόμενη/αιτήτρια δεν εγείρει οποιαδήποτε καλόπιστη και/ή οποιαδήποτε υπεράσπιση αναφορικά με την ουσία της παρούσας αγωγής. (η) Η αίτητρια δεν παρουσιάζει σοβαρούς και/ή επαρκείς λόγους που να δικαιολογούν το αιτητικό. (θ) Η παρούσα αίτηση αποτελεί προσπάθεια της αιτήτριας να δικαιολογήσει την έλλειψη ενδιαφέροντος των υποχρεώσεων της προς τους ενάγοντες/καθ' ων η αίτηση. (ι) Οι ενάγοντες/καθ' ων η αίτηση ακολούθησαν και ακολουθούν πάντα την ορθή και/ή ενδεδειγμένη διαδικασία. (κ) Η ακύρωση και/ή παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους Ενάγοντες/Καθ' ων η αίτηση, παρεμποδίζοντας τους από το να εισπράξουν το λαβείν τους από την προς όφελος τους εκδοθείσας απόφασης. (λ) Η αιτούμενη ακύρωση και/ή παραμερισμός της απόφασης θα είχε ως μοναδικό σκοπό να πλήξει την απονομή της δικαιοσύνης και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθεί υπό τις περιστάσεις." Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Μιχάλη Κυριακίδη, ημερομηνίας 27.8.2015, υπαλλήλου της καθ' ης η αίτηση, ο οποίος επαναλαμβάνει ουσιαστικά και επεξηγεί τους λόγους ένστασης. Σημειώνεται ότι υπάρχει μια διαφορά στην ένορκη δήλωση του ως προς την ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όπου διατείνεται αρχικά ότι εκδόθηκε στις 19.12.2012, ενώ στην συνέχεια ότι εκδόθηκε στις 26.4.2013, που η τελευταία ημερομηνία συμφωνεί και με το περιεχόμενο του φακέλου. Τονίζει ότι μέχρι σήμερα δεν έχει καταχωρηθεί Υπεράσπιση γι' αυτό και η καθ' ης η αίτηση προχώρησε με την έκδοση απόφασης εναντίον της. Ως προς την ουσία της Υπεράσπισης που προβάλλει η αιτήτρια, απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς της τους οποίους χαρακτηρίζει ως γενικούς, αόριστους και ατεκμηρίωτους και χωρίς να διευκρινίζεται ποιά συγκεκριμένα έγγραφα δεν της είχαν δοθεί ή αμφισβητεί. Αντίθετα, η αιτήτρια αδιαφόρησε για μεγάλο χρονικό διάστημα ώστε να έχει απεμπολήσει οποιαδήποτε δικαιώματα της για ακύρωση της απόφασης εναντίον της. Η παντελής έλλειψη ενδιαφέροντος από μέρους της δεν δικαιολογεί την ακύρωση μιας νομότυπης, κατά τη γνώμη του, απόφασης που εκδόθηκε υπέρ της ενάγουσας-καθ' ης η αίτηση. Ως προς την παράλειψη της να καταχωρίσει Υπεράσπιση εισηγείται ότι η αιτήτρια δεν προβάλλει κανένα πειστικό λόγο, ως προς την παράλειψη της αυτή που συνεχίζει μέχρι σήμερα. Καταλήγοντας ο Κυριακίδης εισηγείται ότι η παρούσα είναι κλασσική περίπτωση κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας λόγω της παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος από την έκδοση της απόφασης μέχρι να προχωρήσει η αιτήτρια σε διαβήματα για ακύρωση της απόφασης. Η νομική βάση της ένστασης είναι κυρίως η Δ.26, θ.θ.2, 10 και 14, Δ.33, θ.θ.3 και 5, Δ.48, θ.θ. 1- 4, 8 και 9 και Δ.57 θ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας θεσμών. Οι δικηγόροι κατά την ακρόαση υποστήριξαν τις θέσεις τους με γραπτές αγορεύσεις. Ιδιαίτερη αναφορά στις επί μέρους εισηγήσεις τους θα γίνεται στα κατάλληλα σημεία. Η νομολογία αναγνωρίζει δύο περιπτώσεις όπου είναι ορθό και δίκαιο ο παραμερισμός απόφασης. Η πρώτη όταν εκδίδεται απόφαση λόγω αντικανονικότητας στη διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης, όπου σε τέτοια περίπτωση δεν θα έπρεπε να εκδοθεί απόφαση. Ο Εναγόμενος στην περίπτωση αυτή δικαιωματικά (ex debitio justiciae) δικαιούται σε παραμερισμό της απόφασης και το Δικαστήριο αφ' ης στιγμής ικανοποιηθεί ότι υπήρχε αντικανονικότητα στη διαδικασία, είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την απόφαση. Η δεύτερη περίπτωση είναι εκείνη όπου η διαδικασία ήταν κανονική και ορθά εκδόθηκε η απόφαση, αλλά ο εναγόμενος δεν εμφανίστηκε με αποτέλεσμα να εκδοθεί σε βάρος του απόφαση. Σ' αυτή την περίπτωση εντάσσονται οι πρόνοιες της Δ.17 θ.10 που αφορά σε παραμερισμό απόφασης λόγω παράλειψης καταχώρισης εμφάνισης, της Δ.26 θ.14 που αφορά σε παραμερισμό απόφασης λόγω παράλειψης καταχώρισης υπεράσπισης και τέλος της Δ.33 θ.5 που αφορά σε παραμερισμό απόφασης λόγω παράλειψης του Εναγομένου να εμφανιστεί κατά τη δίκη. Σ' όσον αφορά την πρώτη περίπτωση που αφορά στην αντικανονικότητα, το Δικαστήριο θα πρέπει να παραμερίσει την απόφαση ενώ στη δεύτερη έχει διακριτική εξουσία να προβεί σε παραμερισμό της, εάν ο Εναγόμενος αποδείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή τη πίστει συζητήσιμη υπεράσπιση στην Αγωγή, καθώς και ότι η απουσία του ή η παράλειψη καταχώρησης Υπεράσπισης ήταν δικαιολογημένη. Η παρούσα αίτηση εντάσσεται στα πλαίσια της δεύτερης περίπτωσης. Η αίτηση βασίζεται κυρίως στην Δ.26, θ.14 που είναι η εξής: «Οιαδήποτε απόφαση κατόπιν παραλείψεως είτε σύμφωνα με αυτή την Διάταξη ή κάτω από οιανδήποτε άλλη των κανονισμών αυτών μπορεί σε κατάλληλη περίπτωση να παραμερισθεί από το Δικαστήριο κάτω από τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα, ή όπως θα κρίνει το Δικαστήριο.» Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου κ.α. ν. Λουκίας Φωτίου, ECLI:CY:AD:2014:A56, Π.Ε. 233/09, ημερ. 24.1.2014 έγινε εκτενής ανάλυση των προϋποθέσεων παραμερισμού ερήμην απόφασης, όπου αναφέρθησαν τα εξής: «Η νομολογία έχει εδραιώσει ορισμένα κριτήρια με τα οποία τα Δικαστήρια καθοδηγούνται ως προς τις περιπτώσεις που είναι ορθό να επανανοιχθεί μια υπόθεση. Ένα από αυτά τα κριτήρια απαιτεί την καταχώρηση ένορκης δήλωσης για την ουσία της αγωγής στην οποία να εμφαίνεται ότι ο αιτητής έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Αυτή η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης συνιστά, όπως λέχθηκε στην Κωνσταντινίδη ν. Hissin
(2004)1 Α.Α.Δ. 1774, τον «πρωταρχικό παράγοντα» που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Ως επιπρόσθετη παράμετρος λαμβάνεται επίσης υπόψη ο χρόνος που έχει διαρρεύσει από την ημέρα έκδοσης της απόφασης μέχρι την καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού, καθώς βέβαια και οι επεξηγήσεις που δίνονται ως προς το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει ερήμην του αιτητή χωρίς την καταχώρηση εμφάνισης. Περαιτέρω κριτήριο είναι κατά πόσο ο παραμερισμός της απόφασης θα αποβεί τελικώς χρήσιμος και εμφανέστατα τέτοια χρησιμότητα δεν υπάρχει εάν δεν μπορεί να διαφανεί μέσα από τη μαρτυρία κάποια υπεράσπιση στην αγωγή. Η θεμελιακή απόφαση στο ζήτημα παραμερισμού Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, 650, ακολουθήθηκε επανειλημμένα από τα Κυπριακά Δικαστήρια και μάλιστα από ενωρίς στη διαμόρφωση της νομολογίας, ενδεικτικές δε αυτών των αποφάσεων είναι η Kotsapas v. Titan Construction Engineering Co.
(1961)C.L.R. 320 και η Christophorou v. Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159. Το τι αποτελεί «prima facie defence», όπως το έθεσε ο Λόρδος Atkin στην απόφαση Evans v. Bartlam - ανωτέρω -, επεξηγήθηκε μεταγενέστερα από τον Megarry V.C. στην Land Securities plc v. Receiver for the Metropolitan Police District
(1983)1 W.L.R. 439, ο οποίος είπε τα εξής: «If the term 'prima facie case' is used, I think that this is to be understood in the sense of a case made out by the landlord, without the need to evaluate any rebutting evidence put forward by the tenant. That is why Diplock L.J., at p.80 used the term 'bona fide arguable case'; and the unanimous view of the Court that the point ought not to be tried twice over seems to point strongly to the phrase 'prima facie case' bearing the meaning that I have indicated.» Στην επίσης θεμελιακή στο θέμα ακύρωσης στην Κυπριακή νομολογία υπόθεση, Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 Α.Α.Δ. 204, επεξηγήθηκε ότι το Δικαστήριο οφείλει να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια ισοζυγίζοντας δύο θεμελιακές αρχές, δηλαδή, αφενός την ανάγκη να ακούγεται ο διάδικος επί της ουσίας της υπόθεσης του και αφετέρου την ανάγκη της όσο το δυνατό ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. Μέσα σ΄ αυτά τα πλαίσια, κριτήριο εξίσου σοβαρό για το Δικαστήριο είναι και η αναγκαιότητα να σφραγίζονται οι δικαστικές αποφάσεις με τελεσιδικία. Ως προς το πώς αντιμετωπίζεται η σχετική ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, η οποία κατά κανόνα περιορίζεται στις ένορκες δηλώσεις, λέχθηκε στην πιο πάνω υπόθεση ότι θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιον του στο στάδιο της αίτησης, διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση, που είναι και το βασικό κριτήριο που δικαιολογεί το επανάνοιγμα υπόθεσης. Σαφώς το βάρος για παραμερισμό ερήμην απόφασης πίπτει επί των ώμων του αιτητή, αλλά αυτό το βάρος δεν εξυπακούει και την απόδειξη αμφισβητούμενων γεγονότων ή τη θεμελίωση της υπεράσπισης, ως εάν διεξαγόταν η δίκη επί της ουσίας της. Όπως λέχθηκε στην Κωνσταντινίδη ν. Hissin - ανωτέρω -, «είναι αρκετό να εργερθεί το ζήτημα που κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας» και χωρίς να «... απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση.». Με άλλα λόγια πρέπει να υποδεικνύεται από τον αιτητή μια καλή τη πίστει συζητήσιμη υπόθεση, όπως εξηγήθηκε στην Lord Securities plc - ανωτέρω -.» Προτού προχωρήσω με την εξέταση της ουσίας της υπό κρίση αίτησης και κατά πόσο πληρούνται τα κριτήρια που καθιέρωσε η νομολογία για να πετύχει ο παραμερισμός της απόφασης, κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ πολύ περιληπτικά στο ιστορικό της υπόθεσης όπως διαφαίνεται από το φάκελο. Στις 30.10.2012 καταχωρήθηκε η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή εναντίον των εναγομένων 1 και 2 σε κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο (Ο.2 r.6) που αφορά σε χρέος προς την Τράπεζα και στις 19.12.2012 καταχωρήθηκαν προσωπικά σημειώματα εμφάνισης από τους δυο εναγόμενους δίνοντας την ίδια διεύθυνση επίδοσης, δηλαδή την οδό Βίκης Μοσχολιού 4Α, Τ.Κιβ.
- Στις 19.2.2013 καταχωρήθηκε αίτηση από πλευράς ενάγουσας για απόφαση λόγω παράλειψης των εναγομένων να καταχωρήσουν την Υπεράσπιση τους μέσα στην προθεσμία που προβλέπεται από τους θεσμούς. Η αίτηση αυτή επιδόθηκε στον Ανδρέα Πετεβίνο, ως ενήλικα γιο και συγκάτοικο των δυο εναγομένων, στις 23.2.2013, στη βάση των ενόρκων δηλώσεων του ιδιώτη επιδότη ημερομηνίας 25.2.
- Στις 5.4.2013 που η αίτηση ημερομηνίας 19.2.2013 ήταν ορισμένη για πρώτη εμφάνιση, οι εναγόμενοι 1 και 2 δεν εμφανίστηκαν και η αίτηση ορίστηκε από το Δικαστήριο για απόδειξη στις 26.4.2013, ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκε η επίδικη απόφαση εναντίον και των δυο εναγομένων. Στην παρούσα περίπτωση από τα στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί ενώπιον μου και του φακέλου προκύπτει σαφώς η εικόνα ότι η εναγόμενη 2-αιτήτρια αν και καταχώρισε προσωπικό σημείωμα εμφάνισης στις 19.12.2012, δεν είχε καταχωρίσει την Υπεράσπιση της μέσα στην προθεσμία των 14 ημερών που καθορίζει η Δ.21 θ.1, οπότε η ενάγουσα σωστά στις 19.2.2013 προέβη στην καταχώριση αίτησης για απόφαση. δηλαδή μετά δυο μήνες περίπου από την καταχώριση του σημειώματος εμφάνισης. Μέχρι τις 26.4.2013 που εκδόθηκε η επίδικη απόφαση δεν είχε ακόμα καταχωρηθεί Υπεράσπιση. Μεσολάβησαν από τις 26.4.2013, σχεδόν δυο χρόνια για την λήψη μέτρων παραμερισμού της απόφασης. Η αιτήτρια στην ένορκη δήλωση της προβάλλει ως λόγο γιατί δεν εμφανίστηκε στις 5.4.2013 ότι δεν έλαβε γνώση της αίτησης εφόσον επιδόθηκε στον γιο της που δεν της το είπε. Προσθέτει ακόμη ότι και όταν παρέλαβε την διαδικασία πτώχευσης εναντίον της πάλι δεν είχε αντιληφθεί τι ακριβώς συνέβαινε μέχρι που πρόσφατα συνομίλησε με το δικηγόρο της. Σημειώνεται ότι δεν αποσαφηνίζει πότε ακριβώς έλαβε γνώση του γεγονότος έκδοσης της απόφασης εναντίον της όπως και δεν τοποθετείται με σαφήνεια, ως προς το χρόνο που άρχισε η διαδικασία πτώχευσης εναντίον της και πότε η ίδια έλαβε γνώση αυτής. Το γεγονός ότι η αίτηση ημερομηνίας 19.2.2013 επιδόθηκε στον γιο της και όχι στην ίδια δεν βρίσκω οτιδήποτε το μεμπτό, εφόσον ο γιος της είναι ενήλικας και συγκάτοικος της στη διεύθυνση που η ίδια έδωσε στο Δικαστήριο για επίδοση. Ως προς την παράλειψη της να καταχωρήσει Υπεράσπιση η αιτήτρια έδωσε τη δικαιολογία ότι δεν ανέμενε η Τράπεζα να προχωρήσει εναντίον της, λόγω των διαβεβαιώσεων του συζύγου της και της Τράπεζας ότι θα διευθετείτο εξώδικα η Αγωγή. Η δικαιολογία που έδωσε είναι αντίθετη με την ενέργεια της Τράπεζας να προχωρήσει τη δικαστική διαδικασία με την καταχώρηση της αίτησης γι' απόφαση. Η επιμονή της Τράπεζας θα έπρεπε να την προβληματίσει. Ακόμη και να μη γνώριζε την ύπαρξη της αίτησης αναμένετο λογικά σε κάποιο στάδιο να διερωτηθεί για την τύχη της παρούσας Αγωγής και να φροντίσει η ίδια να πληροφορηθεί το στάδιο στο οποίο βρισκόταν, εφόσον επέλεξε να καταχωρίσει προσωπικό σημείωμα εμφάνισης. Αντίθετα επέδειξε πλήρη αδιαφορία προβάλλοντας την πιο πάνω δικαιολογία που δεν κρίνω επαρκή για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Σ' όσον αφορά το κατά πόσο έχει αποδειχθεί η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση εκ μέρους της αιτήτριας θα πρέπει να σημειωθεί ότι εκείνο που εξετάζεται είναι αν τα στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου αποκαλύπτουν μια καλή τη πίστει συζητήσιμη Υπεράσπιση χωρίς να απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που την στοιχειοθετούν. Εν όψει των ισχυρισμών στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας, κυρίως των συνθηκών κάτω από τις οποίες δόθηκαν οι προσωπικές εγγυήσεις και εξασφαλίσεις για το δάνειο του συζύγου της ότι ήταν αποτέλεσμα άσκησης ψυχικής πίεσης και άλλης επιλήψιμης συμπεριφοράς σε βάρος της και παραλείψεων της Τράπεζας σε βάρος της, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί η ύπαρξη συζητήσιμου θέματος. Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης είναι υψίστης σημασίας γιατί είναι συνυφασμένη με την ανάγκη εξασφάλισης της τελεσιδικίας της υπόθεσης. Το αίτημα για παραμερισμό υπόκειται σε απόρριψη αν αποδειχθεί ότι η καθυστέρηση στην προώθηση του αιτήματος για παραμερισμό της απόφασης είναι ασυγχώρητη συμπεριφορά από πλευράς αιτητή και προσβλητική σε βαθμό καταφρόνησης της δικαστικής εξουσίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου. Κρίνω την παράλειψη επαρκούς δικαιολόγησης του χρόνου που μεσολάβησε από την έκδοση της απόφασης ότι είναι καταλυτική για την έκβαση της αίτησης. Η καθυστέρηση χαρακτηρίζεται ως ασυγχώρητη και ότι συνιστά επίδειξη ασέβειας προς το Δικαστήριο. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204 η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγοντας που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα επανανοίγματος της υπόθεσης του. Η αιτήτρια είχε το βάρος να δικαιολογήσει την μακρά καθυστέρηση από πλευράς της στη λήψη διαβημάτων για ακύρωση της απόφασης που είχε ληφθεί σχεδόν δυο χρόνια προηγουμένως. Όχι μόνο δεν απέσεισε το βάρος αυτό αλλά απέφυγε να τοποθετηθεί ευθέως ως προς τον ακριβή χρόνο που έλαβε γνώση της έκδοσης της απόφασης. Εν όψει όλων των πιο πάνω κρίνω ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της απόρριψης της αίτησης, παρά τη διαπίστωση ότι εκ πρώτης όψεως η αιτήτρια παρουσιάζει με την ένορκη δήλωση της μια συζητήσιμη Υπεράσπιση. Κρίνω ότι το χρονικό διάστημα των δυο χρόνων περίπου που μεσολάβησε κατά τη διάρκεια μάλιστα του οποίου λήφθηκαν από πλευράς ενάγουσας διαβήματα, προφανώς στη βάση της εκδοθείσης απόφασης, όπως η διαδικασία πτώχευσης που η ίδια η αιτήτρια αναφέρει στην ένορκη δήλωση της, τα δικαιώματα της ενάγουσας θα πληγούν ανεπανόρθωτα με το να δοθεί η ευκαιρία στην εναγόμενη 2 να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 941 «μπορεί να απορριφθεί η αίτηση, παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης Υπεράσπισης, εφόσον διαπιστωθεί ότι ο εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία για την αγωγή, η οποία προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου.» Ως προς τη σημασία της δικαιολόγησης της καθυστέρησης, στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Ιακώβου κ.α.
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 457 τονίστηκε ότι ένα από τα κριτήρια που καθιέρωσε η νομολογία και μάλιστα σημαντικό, στην περίπτωση αίτησης για παραμερισμό απόφασης, είναι το δικαιολογημένο ή όχι της καθυστέρησης που συναρτάται προς την υποχρέωση έγκαιρης εκδίκασης και την ανάγκη για τελεσιδικία. Εν κατακλείδι είναι κατάληξη μου ότι η συμπεριφορά της αιτήτριας με την παράλειψη καταχώρησης Υπεράσπισης μέχρι την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης και τη μη έγκαιρη λήψη μέτρων για ακύρωση της απόφασης, ισοδυναμούν με πλήρη αδιαφορία και έλλειψη σεβασμού της δικαστικής διαδικασίας ώστε να μην δικαιολογείται το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Η δικαιολογία που έδωσε περί διαβεβαιώσεων που έτυχε ότι η Τράπεζα δεν θα προχωρούσε εναντίον της και ότι θα διευθετείτο η υπόθεση γι' αυτό και δεν καταχώρησε Υπεράσπιση ή ότι ο γιος της δεν την πληροφόρησε για την αίτηση που του επιδόθηκε, δεν κρίνεται ικανοποιητική για τους λόγους που ανέφερα ανωτέρω. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της ενάγουσας-καθ' ης η αίτηση και εναντίον της εναγόμενης 2-αιτήτριας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Αίτηση για παραμερισμό απόφασης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο