← Κύπρος

A.A.S. ASSET ADVISORY SERVICES LIMITED ν. Lusine Kotikyan, Αγωγή αρ.: 500/09, 22/10/2015

A.A.S. ASSET ADVISORY SERVICES LIMITED ν. Lusine Kotikyan, Αγωγή αρ.: 500/09, 22/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A294 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 500/09 Μεταξύ: A.A.S. ASSET ADVISORY SERVICES LIMITED, με έδρα τους τη Λεμεσό Εναγόντων και Lusine Kotikyan, από την Αρμενία και τώρα στη Λεμεσό Εναγόμενης -------------------------------------------------- 22/10/2015 Για τους Ενάγοντες: κα Λιασίδου για Άγγελος Γ. Παφίτης Για την Εναγόμενη: κ. Κυπρίζογλου για Ρίκκος Ν. Ερωτοκρίτου & Σία (Για ν' ακούσει απόφαση ο κ. Ανδρέου) Εναγόμενη παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης οι Ενάγοντες, εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο, ήταν οι ιδιοκτήτες ενός διαμερίσματος δύο υπνοδωματίων με τον αριθμό 2, αριθμό θύρας 402, στον 4ο όροφο της πολυκατοικίας με την ονομασία "SPARTAKOS COURT", με συνολικό εμβαδό 97 τ.μ. και με τίτλο ιδιοκτησίας που φέρει αριθμό εγγραφής 1/65014, τεμάχιο 395, Φ/Σχ.54/580104, τμήμα 1 (διακριτικός αριθμός 76895/3/21), στην τοποθεσία Καθολική της επαρχίας Λεμεσού (στη συνέχεια θα αναφέρεται ως «το επίδικο διαμέρισμα»). Περί τον Απρίλιο του 2008 η Εναγόμενη προσέγγισε τους Ενάγοντες, με σκοπό την αγορά του επίδικου διαμερίσματος, του οποίου η αρχική τιμή ήταν €205.032 (Λ.Κ.120.000). Για να καταστεί δυνατή η μείωση της τιμής πώλησης του, τα μέρη συμφώνησαν όπως αφαιρεθούν 15 τ.μ. από το επίδικο διαμέρισμα. Συγκεκριμένα οι Ενάγοντες, οι οποίοι είναι ιδιοκτήτες του διπλανού διαμερίσματος, συμφώνησαν όπως αναλάβουν την μετατροπή των δύο διαμερισμάτων με το διαχωρισμό της κουζίνας του επίδικου διαμερίσματος και την προσθήκη της στο δικό τους διαμέρισμα. Με την μετατροπή αυτή συμφωνήθηκε η μείωση της τιμής πώλησης του επίδικου διαμερίσματος σε €153.774 (Λ.Κ.90.000) το οποίο, βάσει των όρων της μεταξύ των μερών υπογραφείσας συμφωνίας, θα πληρωνόταν κατά τον ακόλουθο τρόπο: (α) €128.145 μέσα σε ένα μήνα από την υπογραφή της συμφωνίας και (β) το υπόλοιπο ποσό με την παράδοση του στην Εναγόμενη. Βάσει των όρων της υπό αναφορά συμφωνίας, οι Ενάγοντες θα αναλάμβαναν το κόστος του διαχωρισμού των δύο διαμερισμάτων, ενώ η Εναγόμενη θα αναλάμβανε το κόστος ανέγερσης καινούργιας κουζίνας εντός του επίδικου διαμερίσματος. Κατόπιν των πιο πάνω, οι Ενάγοντες ανέλαβαν και έφεραν εις πέρας τον διαχωρισμό των διαμερισμάτων. Η Εναγόμενη, κατά παράβαση των όρων πληρωμής της αναφερόμενης συμφωνίας, κανένα ποσό κατέβαλε στους Ενάγοντες. Με επιστολή των δικηγόρων τους, ημερομηνίας 10/7/2008 κάλεσαν την Εναγόμενη όπως εντός 21 ημερών συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις της, χωρίς όμως οποιαδήποτε εκ μέρους της ανταπόκριση. Με την υπό εξέταση αγωγή τους οι Ενάγοντες αξιώνουν, εναντίον της Εναγόμενης, διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να τερματίζεται η μεταξύ των μερών συμφωνία πώλησης, ημερομηνίας 30/5/2008, καθώς επίσης και διάταγμα με το οποίο να διαγράφεται από τα μητρώα του Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού η ως άνω αναφερθείσα συμφωνία. Αξιώνουν, επίσης, αποζημιώσεις για την ζημιά την οποία υπέστησαν συνεπεία της ισχυριζόμενης παραβατικής συμπεριφοράς της Εναγόμενης. Η Εναγόμενη στο δικόγραφο της Υπεράσπισης της ισχυρίζεται ότι περί την 9/6/2008 οι Ενάγοντες συμφώνησαν προκαταρκτικά, προφορικά και/ή γραπτά να της πωλήσουν το επίδικο διαμέρισμα, έναντι του συνολικού τιμήματος των €170.000 περίπου. Για την τελική συμφωνία αγοραπωλησίας, όμως, συμφωνήθηκε ότι θα ειδοποιούσε τους Ενάγοντες εντός ενός περίπου μηνός από τη σύναψη της προκαταρκτικής συμφωνίας, αφού εξέταζε μέσω δικών της εμπειρογνωμόνων, κατά πόσο η κατάσταση του επίδικου διαμερίσματος ήταν ενδεδειγμένη και ασφαλής για να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία και επιπλέον, εφόσον εξέταζε την οικονομική της δυνατότητα για την αγορά του διαμερίσματος. Συμφωνήθηκε δε περαιτέρω ότι σε περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο ναυαγούσε η μεταξύ τους προκαταρκτική συμφωνία, κανένα από τα μέρη θα είχε οποιαδήποτε απαίτηση ή/και αξίωση εναντίον του άλλου, εφόσον ειδοποιούσε το άλλο μέρος εντός χρονικού διαστήματος δύο μηνών, για την κατάρρευση της προκαταρκτικής συμφωνίας. Στις 11/7/2009 η Εναγόμενη ειδοποίηση τους Ενάγοντες πως ούτε οι εμπειρογνώμονες της ήταν υπέρ της αγοράς του επίδικου διαμερίσματος, ούτε και η ίδια είχε εξεύρει τα χρήματα για την αγορά του, γι' αυτό δεν επιθυμούσε να προχωρήσει στη σύναψη αγοραπωλητηρίου συμβολαίου. Ως εκ τούτου, η μεταξύ των μερών προκαταρκτική συμφωνία για αγορά του επίδικου διαμερίσματος, μοιραία κατέρρευσε. Η μαρτυρία: Οι μάρτυρες, τους οποίους παρουσίασαν οι Ενάγοντες ήταν, η διευθύντρια τους Dagmar Partik - Wordian (Μ.Ε.1), ο Γιώργος Μέσσιος, διευθυντής της εργοληπτικής εταιρείας A. Messios & Sons Ltd (Μ.Ε.2) και η Στέλλα Λουκά, υπεύθυνη του λογιστηρίου του δικηγορικού γραφείου Α.Γ. Παφίτης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. (Μ.Ε.3). Η Μ.Ε.1 κατέθεσε ότι οι Ενάγοντες δραστηριοποιούνται κυρίως στον τομέα των επενδύσεων και κατά το 1999 οικοδόμησαν, σε συνεργασία με την εταιρεία AMV Holdings Ltd, την πολυκατοικία με την ονομασία SPARTAKOS COURT, επί της οποίας βρίσκεται το επίδικο διαμέρισμα. Περί τις αρχές του 2008 την προσέγγισε η Εναγόμενη, με πρόθεση να αγοράσει το επίδικο διαμέρισμα, το οποίο βρίσκεται στον ίδιο όροφο με το διαμέρισμα της αδελφής της, Ruzan. Στον ίδιο όροφο υπάρχει ακόμα ένα διαμέρισμα, με αριθμό 403, το οποίο ανήκει στους Ενάγοντες και στο οποίο διαμένει η ίδια με τον σύζυγο της. Η τιμή πώλησης του επίδικου διαμερίσματος, συνολικής έκτασης 100 τ.μ., ανήρχετο σε Λ.Κ.120.000 (€205.032,00). Η Εναγόμενη προσπάθησε να την πείσει για μείωση της τιμής, κάτι το οποίο δεν ήταν αποδεκτό από τους Ενάγοντες. Μετά από συζητήσεις συμφώνησαν όπως αφαιρεθούν 15 τ.μ. από το επίδικο διαμέρισμα, με σκοπό τη μείωση της τιμής πώλησης του. Συγκεκριμένα, συμφωνήθηκε όπως οι Ενάγοντες αναλάβουν τη μετατροπή των δύο διαμερισμάτων, με τον διαχωρισμό και αποκοπή της κουζίνας του επίδικου διαμερίσματος και την προσθήκη της στο διαμέρισμα

  1. Με αυτή τη μετατροπή συμφωνήθηκε η μείωση της τιμής πώλησης του επίδικου διαμερίσματος σε Λ.Κ.90.000 (€153.774). Επειδή το διαμέρισμα 403 θα επωφελείτο από την ως άνω μετατροπή, αφού θα αυξανόταν το εμβαδόν του, συμφωνήθηκε όπως οι Ενάγοντες αναλάβουν το κόστος μετατροπής των δύο διαμερισμάτων, ενώ η Εναγόμενη θα αναλάμβανε το κόστος ανέγερσης καινούργιας κουζίνας, εντός του επίδικου διαμερίσματος. Στη βάση των εν λόγω συμφωνιών οι Ενάγοντες διόρισαν την αρχιτέκτονα και πολιτικό μηχανικό, Ίρμεργκαρτ Μαυρομμάτη-Γκάσνερ, με σκοπό την υλοποίηση των συμφωνηθέντων. Κατόπιν των πιο πάνω, ζήτησε από τους δικηγόρους των Εναγόντων να συντάξουν συμφωνία πώλησης του επίδικου διαμερίσματος και ταυτόχρονα διόρισε την εργοληπτική εταιρεία A. Messios & Sons Ltd, η οποία ανέλαβε την τροποποίηση των διαμερισμάτων. Την 30/5/2008 συναντήθηκε στα γραφεία των δικηγόρων των Εναγόντων με την Εναγόμενη και υπέγραψαν τη συμφωνία πώλησης του επίδικου διαμερίσματος (Τεκμήριο 6). Δυνάμει των όρων της υπό αναφορά συμφωνίας η Εναγόμενη όφειλε μέχρι το τέλος του Ιουνίου, 2008, να πληρώσει στους Ενάγοντες το ποσό των €128.
  2. Όμως, περί το τέλος Ιουνίου, η Εναγόμενη ζήτησε παράταση λίγων ημερών, για να εξοφλήσει το ως άνω ποσό. Λίγες μέρες αργότερα, η Εναγόμενη της τηλεφώνησε και της ανέφερε ότι κατά την 8/7/2008 θα την επισκεπτόταν για να της πληρώσει το αρχικό ποσό των €8.000 και να κανόνιζαν την ημερομηνία συνάντησης τους στο Κτηματολόγιο Λεμεσού, με σκοπό την εξόφληση του επίδικου διαμερίσματος από την τράπεζα καθότι, όπως της ανέφερε, είχε εγκριθεί το δάνειο της. Όμως, κατά την 8/7/2008 αντί για την Εναγόμενη, την επισκέφθηκε η αδελφή της, Ruzan και της ανέφερε ότι η Εναγόμενη δεν μπορούσε να προχωρήσει με την αγορά του επίδικου διαμερίσματος, για το λόγο ότι είχε αποβιώσει ο πατέρας του πρώην συζύγου της και ως εκ τούτου δεν μπορούσαν να αγοράσουν το διαμέρισμα, πλέον. Οι Ενάγοντες, με επιστολή των δικηγόρων τους, ημερομηνίας 10/7/2008, κάλεσαν την Εναγόμενη να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της εντός 21 ημερών από της ως άνω ημερομηνίας, διαφορετικά θα λάμβαναν όλα τα απαραίτητα νομικά μέτρα εναντίον της (Τεκμήριο 8). Δεν υπήρξε ανταπόκριση από την Εναγόμενη στην ως άνω επιστολή. Στη συνέχεια, ολοκληρώθηκαν οι εργασίες των εργολάβων, με την μετατροπή των δύο διαμερισμάτων. Το κόστος της μετατροπής ανήλθε στο ποσό των €14.800 πλέον Φ.Π.Α., το οποίο πληρώθηκε από τους Ενάγοντες. Ο Μ.Ε.2 κατέθεσε ότι περί το Μάϊο του 2008 η Μ.Ε.1 του ζήτησε όπως προχωρήσει στην τροποποίηση των διαμερισμάτων με αριθμούς θύρας 402 και 403, τα οποία βρίσκονταν στην πολυκατοικία SPARTAKOS COURT, στη Λεμεσό, έτσι ώστε να αφαιρεθούν 15 τ.μ. από το επίδικο διαμέρισμα, με τον διαχωρισμό και αποκοπή της κουζίνας του και την προσθήκη της στο διαμέρισμα με αρ.
  3. Όπως του είχε αναφέρει η Μ.Ε.1, ο λόγος για τον οποίο θα γίνονταν οι ως άνω αλλαγές ήταν γιατί τις είχε ζητήσει η αγοραστής του επίδικου διαμερίσματος. Προχώρησε με τις αλλαγές οι οποίες του ζητήθηκαν και μετά την ολοκλήρωση τους εξέδωσε σχετικό τιμολόγιο, ημερομηνίας 15/11/2008, για το ποσό των €14.800, πλέον Φ.Π.Α., το οποίο εισέπραξε από την Μ.Ε.1 (Τεκμήριο 9). Η εκτέλεση των εργασιών που περιγράφονται στο Τεκμήριο 9 ήταν απαραίτητη για το διαχωρισμό των δύο διαμερισμάτων, καθώς και την τοποθέτηση καινούργιας κουζίνας εντός του επίδικου διαμερίσματος. Κατά την εκτέλεση των εργασιών επισκεπτόταν τα διαμερίσματα η πολιτική μηχανικός Ίρμεργκαρτ Μαυρομμάτη-Γκάσνερ, η οποία είχε ετοιμάσει τα σχέδια διαχωρισμού των δύο διαμερισμάτων. Η Μ.Ε.3 κατέθεσε ότι η Μ.Ε.1 είναι πελάτισσα στη δικηγορική εταιρεία στην οποία εργάζεται. Λόγω της θέσης της έχει πρόσβαση στο ηλεκτρονικό σύστημα τιμολόγησης της εταιρείας. Όσον αφορά τους Ενάγοντες, όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης που τηρείται στο γραφείο τους, έχει εκδοθεί επ' ονόματι τους το τιμολόγιο υπ' αριθμόν CS.AAS.01-08, για το ποσό των €1.150, το οποίο αφορούσε την ετοιμασία συμφωνίας πώλησης αναφορικά με τα διαμερίσματα υπ' αριθμόν 1 και 2 στην πολυκατοικία SPARTAKOS COURT (Τεκμήριο 13). Για την πλευρά της Υπεράσπισης έδωσε ένορκη μαρτυρία η Εναγόμενη και ο αρχιτέκτονας Merujian Sarkisian (Μ.Υ.2). Η Εναγόμενη κατέθεσε ότι περί την 30/5/2008 συμφώνησε με τους Ενάγοντες, προκαταρκτικά, να της πωλήσουν το επίδικο διαμέρισμα έναντι του συνολικού τιμήματος των €170.000, περίπου. Για την τελική συμφωνία αγοραπωλησίας συμφώνησε μαζί τους ότι θα τους ειδοποιούσε εντός ενός περίπου μηνός, αφού στο μεταξύ εξέταζε, μέσω δικών της αρχιτεκτόνων και πολιτικών μηχανικών, κατά πόσο η κατάσταση του επίδικου διαμερίσματος ήταν ενδεδειγμένη και ασφαλής για να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία και κατά πόσο είχε τις απαιτούμενες από το Νόμο πολεοδομικές άδειες για οποιεσδήποτε εργασίες αποφάσιζαν να διενεργήσουν οι Ενάγοντες σ' αυτό, όπως για παράδειγμα οι μετατροπές στην κουζίνα του επίδικου διαμερίσματος. Επιπλέον, θα εξέταζε τις οικονομικές της δυνατότητες για την αγορά του. Συμφώνησε δε περαιτέρω με τους Ενάγοντες ότι, σε περίπτωση που η ρηθείσα προκαταρκτική συμφωνία ναυαγούσε, για οποιοδήποτε λόγο, κανένα από τα μέρη θα είχε οποιαδήποτε απαίτηση ή/και αξίωση εναντίον του άλλου, εφόσον ειδοποιούσε το άλλο μέρος για την κατάρρευση της, εντός διαστήματος δύο μηνών από τη σύναψη της. Κατά την 11/7/2009 ειδοποίησε τους Ενάγοντες, μέσω της Μ.Ε.1, ότι ούτε οι εμπειρογνώμονες που διόρισε την συμβούλεψαν να προχωρήσει στην αγορά του επίδικου διαμερίσματος, λόγω του ότι η μετατροπή της κουζίνας του το καθιστούσε μειωμένης ασφαλείας, ούτε η ίδια όμως είχε εξεύρει τα χρήματα για την αγορά του, γι' αυτό δεν επιθυμούσε να προχωρήσει στη σύναψη αγοραπωλητηρίου εγγράφου με τους Ενάγοντες. Ως εκ τούτου, η μεταξύ τους προκαταρκτική συμφωνία, ναυάγησε. Ο Μ.Υ.2 κατέθεσε ότι περί τον Μάϊο - Ιούνιο του 2008 η Εναγόμενη του ανέφερε ότι ήθελε να αγοράσει κάποιο διαμέρισμα, το οποίο βρισκόταν στην περιοχή Καθολική, στη Λεμεσό. Επισκέφθηκε το διαμέρισμα με την Εναγόμενη, η οποία του ανέφερε ότι η ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος ήθελε να κάμει κάποιο διαχωρισμό, συγκεκριμένα, να πιάσει ένα μέρος από το διαμέρισμα. Ως αρχιτέκτονας, ανέφερε στην Εναγόμενη ότι, για να γίνει ο διαχωρισμός έπρεπε να εξασφαλιστεί άδεια και καινούργιος τίτλος ιδιοκτησίας, για τα οποία απαιτείτο χρόνος. Η συμβουλή του προς την Εναγόμενη ήταν ότι δεν μπορούσε να γίνει ο διαχωρισμός, χωρίς πρώτα να εξασφαλιστεί άδεια διαχωρισμού και ακολούθως να εκδοθεί νέος τίτλος ιδιοκτησίας. Κατά την αντεξέταση του διευκρίνισε ότι δεν είχε αναφέρει στην Εναγόμενη οτιδήποτε, για την ασφάλεια του διαμερίσματος. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Όπως έχει διαφανεί, μέσα από το μαρτυρικό υλικό, ενώπιον του Δικαστηρίου παρουσιάστηκαν δύο γραπτές συμφωνίες για το επίδικο διαμέρισμα, οι οποίες φέρεται να υπογράφονται από τους διαδίκους. Η πρώτη, ημερομηνίας 30/5/2008 (Τεκμήριο 6), κατατέθηκε κατά την κύρια εξέταση της Μ.Ε.1 και είναι σ' αυτήν ουσιαστικά που οι Ενάγοντες στηρίζουν την υπόθεση τους. Η δεύτερη, ημερομηνίας 9/6/2008 (Τεκμήριο 10), παρουσιάστηκε κατά την αντεξέταση της Μ.Ε.1, κατόπιν αιτήματος του ευπαίδευτου συνηγόρου της Εναγόμενης, στο οποίο συγκατατέθηκε η πλευρά των Εναγόντων. Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός και ανάλογο εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι Ενάγοντες ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του επίδικου διαμερίσματος. Παραπέμπω στο αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο του πιστοποιητικού εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας, το οποίο παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου (Τεκμήριο 5). Παρακολούθησα με την επιβαλλόμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν ενόρκως στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Θα πρέπει να τονίσω ότι η αξιολόγηση τους δεν περιορίστηκε στην εντύπωση που άφησαν από το εδώλιο του μάρτυρα, αλλά επεκτάθηκε στην ουσία της εκδοχής τους, την οποία αντιπαρέβαλα με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό που υπάρχει ενώπιον μου (Αντωνίου ν. Αστυνομίας

(2008)2 Α.Α.Δ. 766 και Βούτουνος ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71). Όπως έχει αναφερθεί στην πρόσφατη υπόθεση P. & Chr. Seafood Express Ltd κ.α. ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, ECLI:CY:AD:2014:A661, Πολ. Έφεση αρ. 277/2009, ημερομηνίας 10/9/2014: «Είναι καθιερωμένη και αδιαμφισβήτητη η νομολογία που θέλει κριτή της μαρτυρίας να είναι κατ' εξοχήν το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου διεξάγεται η δίκη (Σταύρου ν. Χαραλάμπους
(2011)1 Α.Α.Δ. 193). Και αυτό βέβαια για καλό λόγο. Το Δικαστήριο μπορεί να αποτιμήσει την αξιοπιστία των μαρτύρων υπό το φως της ενώπιον του ακροαματικής διαδικασίας στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης με όλες τις εκφάνσεις και παραμέτρους της. Ο Δικαστής ο οποίος έχει το ευεργέτημα αυτής της θεώρησης πραγμάτων καλείται κατ' αντικειμενικό τρόπο να κρίνει τους συνανθρώπους του αποστασιοποιημένος βέβαια από την υπόθεση και ενσωματώνοντας το μέτρο εκείνο της αμερόληπτης και λογικής κρίσης που διέρχεται ολόκληρη την κοινωνία με πρόσθετη βέβαια τη νομική κατάρτιση του Δικαστή (Baloise Insurance Co.Ltd v. Κατωμονιάτη κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275). Η Μ.Ε.1 άφησε αρνητική εντύπωση στο Δικαστήριο. Είμαι πεπεισμένος ότι δεν είπε την αλήθεια στη μαρτυρία της, αντίθετα, προσπάθησε να αποκρύψει γεγονότα, τα οποία δεν ευνοούσαν την εκδοχή της. Η μαρτυρία της, σε σχέση με την υπογραφή της δεύτερης συμφωνίας (Τεκμήριο 10), υπήρξε ασαφής, αντιφατική και ακατανόητη. Ενώ αρχικά αναγνώρισε τη μία εκ των υπογραφών που υπάρχουν επί του Τεκμηρίου 10, ως τη δική της, γι' αυτό εξάλλου είχε ζητηθεί η κατάθεση του εγγράφου αυτού από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Εναγόμενης, στις επόμενες ερωτήσεις που ακολούθησαν αρνήθηκε ότι το υπέγραψε. Ακολούθως, ισχυρίστηκε ότι είναι μεν η υπογραφή της, αλλά επειδή παρουσιάστηκε αντίγραφο του πρωτοτύπου, δεν το έχει υπογράψει. Αν πράγματι ευσταθούσε η θέση της ότι η υπογραφή καθώς και οι μονογραφές που υπάρχουν επί του Τεκμηρίου 10 δεν είναι δικές της, λογικά αυτό το οποίο θα ανέμενα ήταν ότι θα έκαμνε καταγγελία στην Αστυνομία για πλαστογράφηση της υπογραφής της. Αποτέλεσε δε γεγονός αδιαμφισβήτητο ότι, παρά το ότι είχε ενημερωθεί για την ύπαρξη του Τεκμηρίου 10 από προηγουμένως, εντούτοις δεν προέβηκε σε καταγγελία στην Αστυνομία. Όπως ισχυρίστηκε κατά την αντεξέταση της, είχε μεν ακούσει από τους δικηγόρους της για την ύπαρξη της δεύτερης συμφωνίας, όμως η πρώτη φορά που την έβλεπε ήταν στο Δικαστήριο. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι, με βάση τα έγγραφα του φακέλου της υπόθεσης, η υπό αναφορά συμφωνία ήταν μεταξύ των εγγράφων που είχαν αποκαλυφθεί ενόρκως από την πλευρά της Εναγόμενης από 19/11/2009, στα πλαίσια της διαδικασίας της ένορκης αποκάλυψης εγγράφων. Οι δικαιολογίες που έδωσε στο Δικαστήριο για τη μη καταγγελία της ισχυριζόμενης πλαστογράφησης της υπογραφής της στην Αστυνομία, κάθε άλλο παρά πειστικές θα μπορούσαν να κριθούν. Επισημαίνω ότι μεταξύ των δικαιολογιών που προέβαλε ήταν ότι το άφησε στους δικηγόρους της να το χειριστούν (το ζήτημα), δεν είχε πρόθεση σε εκείνο το στάδιο, πριν γίνει η δίκη, να πάει στην Αστυνομία, ήθελαν να τα βρουν φιλικά μεταξύ τους, δεν είχαν πρόθεση να καταλήξουν στο Δικαστήριο. Ευτελής κρίνεται και η δικαιολογία που προέβαλε σε σχέση με τον πιθανό τρόπο που τοποθετήθηκε η σφραγίδα της Ενάγουσας εταιρείας επί του Τεκμηρίου
  1. Όπως συγκεκριμένα ισχυρίστηκε, κατ' εκείνο το διάστημα ο σύζυγος της είχε αφήσει κατά λάθος τα κλειδιά του διαμερίσματος τους στην εξώπορτα, δεν είχε κλαπεί η σφραγίδα της εταιρείας από το διαμέρισμα τους, όμως υπήρχε η πιθανότητα να χρησιμοποιήθηκε από οποιονδήποτε. Για τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω πιο πάνω, απορρίπτω τη θέση της ότι η υπογραφή που υπάρχει στην τρίτη σελίδα του Τεκμηρίου 10, πάνω από το όνομα της Ενάγουσας εταιρείας, καθώς και οι μονογραφές που υπάρχουν στις σελίδες 1 και 2 του ιδίου Τεκμηρίου, δεν είναι δικές της. Η θέση της σε σχέση με το κατά πόσο είχε υποβληθεί η αίτηση στην αρμόδια τοπική Αρχή για λήψη της πολεοδομικής άδειας για τις μετατροπές στα δύο διαμερίσματα κρίνεται επίσης ως ασαφής και αντιφατική. Ενώ αρχικά ισχυρίστηκε ότι η αίτηση ήταν έτοιμη για υποβολή, όμως δεν την υπέβαλαν μέχρι να πάρουν την πρώτη πληρωμή από την Εναγόμενη, σε κατοπινό στάδιο προέβαλε ότι είχε υποβληθεί η ως άνω αίτηση, όταν όμως δεν τους πλήρωσε η Εναγόμενη το ποσό που είχαν συμφωνήσει, σταμάτησε η υποβολή της. Ούτε και η θέση της ότι η μετατροπή των δύο διαμερισμάτων έγινε κατ' απαίτηση της Εναγόμενης, με σκοπό να μειωθεί η τιμή πώλησης του επίδικου διαμερίσματος, θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Η θέση αυτή καταρρίπτεται από το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο της επιστολής της ιδίας, ημερομηνίας 8/7/2008, την οποία απέστειλε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο προς τους δικηγόρους της (Τεκμήριο 7). Όπως συγκεκριμένα αναφέρει, επί λέξει, στο Τεκμήριο 7: "It was their wish (εννοώντας την πλευρά της Εναγόμενης) to buy the flat. I did not want to sell it first, but than (η σωστή λέξη έπρεπε να είναι then) I agreed, if they leave me one room." Ο Μ.Ε.2 κρίνεται ως ανεξάρτητος μάρτυρας. Φυσικά θα πρέπει να τονίσω ότι ολόκληρη τη μαρτυρία του υπήρξε αδιαμφισβήτητη. Αποδέχομαι ότι η εταιρεία του προέβηκε στη μετατροπή των δύο διαμερισμάτων, με την αφαίρεση 15 τ.μ. από το επίδικο διαμέρισμα και την προσθήκη τους στο διπλανό διαμέρισμα. Οι εργασίες οι οποίες εκτελέστηκαν περιγράφονται λεπτομερώς στο Τεκμήριο 9, το περιεχόμενο του οποίου υπήρξε αδιαμφισβήτητο. Αποδέχομαι, επίσης, ότι για τις εργασίες αυτές πληρώθηκε από τη Μ.Ε.1, το ποσό που αναφέρεται στο Τεκμήριο
  2. Όσον αφορά τη θέση του ότι η Μ.Ε.1 του είχε αναφέρει ότι ο λόγος για τον οποίο θα γίνονταν οι ως άνω μετατροπές στα δύο διαμερίσματα ήταν γιατί τις είχε ζητήσει η αγοραστής του επίδικου διαμερίσματος, έχω να αναφέρω ότι, αναμφισβήτητα, πρόκειται για εξ' ακοής μαρτυρία. Φυσικά, όπως είναι νομολογημένο, η εξ ακοής μαρτυρία είναι καθ' όλα αποδεκτή, εναπόκειται όμως στο Δικαστήριο να αποφασίσει για τη βαρύτητα που θα προσδώσει σ' αυτήν (Genemp Trading Ltd v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ ex Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ, Πολ. Έφεση αρ. 281/2007, ημερομηνίας 7/10/2013). Στην υπό εξέταση υπόθεση το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να προσδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα στην ως άνω εξ' ακοής μαρτυρία για το λόγο ότι έχει ήδη απορρίψει, για τους λόγους που επεξηγήθηκαν, την αρχική μαρτυρία της Μ.Ε.1 ότι οι μετατροπές στα δύο διαμερίσματα έγιναν κατ' απαίτηση της Εναγόμενης με σκοπό να μειωθεί η τιμή πώλησης του επίδικου διαμερίσματος. Αδιαμφισβήτητη υπήρξε και η μαρτυρία της Μ.Ε.3, η οποία ήταν περισσότερο τυπικής φύσεως. Το Δικαστήριο την αποδέχεται στην ολότητα της. Με βάση τη μαρτυρία της, καταλήγω σε εύρημα ότι οι Ενάγοντες πλήρωσαν στους δικηγόρους τους το ποσό των €1.150 για την ετοιμασία της γραπτής συμφωνίας, Τεκμήριο
  3. Στρέφομαι, τώρα, στη μαρτυρία της Εναγόμενης. Η εντύπωση που άφησε στο Δικαστήριο ήταν θετική. Γενικά κρίνεται ως ειλικρινής και αξιόπιστη. Όμως, εξετάζοντας με προσοχή τη μαρτυρία της, αυτό το οποίο έχω παρατηρήσει είναι ότι δεν έχει δώσει μια ξεκάθαρη εικόνα για τις συνθήκες υπογραφής των δύο συμφωνιών. Παρά το ότι ήταν σταθερή στη θέση της ότι υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων και η δεύτερη συμφωνία (Τεκμήριο 10), θέση την οποία αποδέχομαι χωρίς κανένα δισταγμό, εντούτοις δεν έχει δώσει μια σαφή εικόνα για τους λόγους που επέβαλαν την υπογραφή και της δεύτερης συμφωνίας. Η θέση της ήταν ότι δεν θυμόταν ποιες ήταν οι συνθήκες υπό τις οποίες υπεγράφη το Τεκμήριο
  4. Φυσικά, δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος της, κατά την αντεξέταση της Μ.Ε.1, της υπέβαλε ότι ο λόγος της υπογραφής του Τεκμηρίου 10 ήταν ότι η τράπεζα που θα χρηματοδοτούσε την Εναγόμενη για την αγορά του επίδικου διαμερίσματος δεν αποδέχτηκε τη χρηματοδότηση της στη βάση του Τεκμηρίου 6, γι' αυτό κατέστη αναγκαία η υπογραφή νέας συμφωνίας, στην οποία να μην περιλαμβάνονταν οι μετατροπές που περιλάμβανε το Τεκμήριο
  5. Όμως, η θέση αυτή παρέμεινε στο επίπεδο της απλής υποβολής, χωρίς να υποστηρίζεται από την ενώπιον μου μαρτυρία. Γι' αυτό, παρά το ότι κρίνεται ως λογική, υπό τις περιστάσεις, δεν θα μπορούσε να ληφθεί υπόψιν από το Δικαστήριο. Σχολιάζοντας περαιτέρω τη μαρτυρία της θα πρέπει να υποδείξω ότι ενώ στο δικόγραφο της Υπεράσπισής της ισχυρίζεται ότι η προκαταρκτική συμφωνία ήταν αυτή που υπεγράφη την 9/6/2008 (Τεκμήριο 10), αρνούμενη την υπογραφή της συμφωνίας της 30/5/2008 (Τεκμήριο 6), στην ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία της, κατ' αντίθεση με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της, παραδέχθηκε την υπογραφή της συμφωνίας η οποία εμπεριέχεται στο Τεκμήριο 6 και ισχυρίστηκε ότι αυτή ήταν η προκαταρκτική συμφωνία η οποία υπεγράφη μεταξύ των μερών. Ο ισχυρισμός της όμως ότι η συμφωνία της 30/5/2008 ήταν προκαταρκτική και ότι θα ακολουθούσε η τελική συμφωνία, η υπογραφή της οποίας τελούσε υπό την αίρεση αφ' ενός μεν της έγκρισης της αγοράς του επίδικου διαμερίσματος από τους εμπειρογνώμονες τους οποίους θα συμβουλευόταν, αφ' ετέρου δε της εξασφάλισης των χρημάτων για την πληρωμή του τιμήματος πώλησης, αντικρούεται από τους όρους της υπό αναφορά συμφωνίας. Το περιεχόμενο της υπό αναφορά συμφωνίας (Τεκμήριο 6), το οποίο έχω μελετήσει με προσοχή, δεν φαίνεται να υποστηρίζει τους ισχυρισμούς της ότι πρόκειται για προκαταρκτική συμφωνία, περαιτέρω δε ότι θα ακολουθούσε η σύναψη τελικής συμφωνίας μεταξύ των μερών. Όπως είναι νομολογημένο, όταν μια συμφωνία έχει διατυπωθεί εγγράφως, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή εξωγενής μαρτυρία για να αντικρούσει, τροποποιήσει, αφαιρέσει ή να προσθέσει στο περιεχόμενο των όρων του εγγράφου (Marketrends Finace Ltd v. Ανδρέα Πέρδικου κ.ά.
(2006)1 Α.Α.Δ. 1042, Μαύρου ν. Θεοδώρου
(1984)1 C.L.R. 635). Στο σημείο αυτό θα ήθελα να αναφέρω ότι, ούτε και η δεύτερη συμφωνία η οποία υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων (Τεκμήριο 10), την οποία επίσης έχω μελετήσει με προσοχή, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως προκαταρκτική. Για το λόγο που έχω αναφέρει αμέσως πιο πάνω, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδεχθεί το μέρος της μαρτυρίας της, η οποία αντιβαίνει στο περιεχόμενο των γραπτών συμφωνιών που έχουν κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου (Τεκμήρια 6 και 10). Αποδέχομαι επίσης, χωρίς κανένα δισταγμό, τη θέση της ότι οι μετατροπές στα δύο διαμερίσματα, με την αφαίρεση της κουζίνας από το επίδικο διαμέρισμα, δεν έγιναν κατ' απαίτηση της ίδιας, αλλά κατόπιν επιθυμίας της Μ.Ε.
  1. Θα ήθελα ακόμα να αναφέρω ότι ο ισχυρισμός της ότι είχε στείλει επιστολή στη Μ.Ε.1, με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (email), με την οποία την προειδοποιούσε ότι δεν θα αγόραζε το επίδικο διαμέρισμα, δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτός από το Δικαστήριο για το λόγο ότι δεν έχει κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου η σχετική επιστολή, η οποία θα μπορούσε να στηρίξει τον ως άνω ισχυρισμό της. Ο Μ.Υ.2, παρά το αδιαμφισβήτητο της μαρτυρίας του, εντούτοις δεν πρόσφερε οτιδήποτε θετικό στην υπεράσπιση της Εναγόμενης. Είναι εμφανές ότι ο μάρτυρας αυτός κλήθηκε στο Δικαστήριο για να στηρίξει τη θέση της Εναγόμενης ότι δικαιολογημένα δεν προχώρησε στη σύναψη της τελικής συμφωνίας με τους Ενάγοντες, για την αγορά του επίδικου διαμερίσματος. Συγκεκριμένα, όπως υποστήριξε στη μαρτυρία του, συμβούλευσε την Εναγόμενη να μην προχωρήσει στην αγορά του, μέχρι να εξασφαλιστεί η απαιτούμενη από το Νόμο άδεια για τη μετατροπή των διαμερισμάτων, καθώς και ο νέος τίτλος ιδιοκτησίας. Όμως, όπως έχει ήδη αναφερθεί και θα επεξηγηθεί λεπτομερέστερα σε μεταγενέστερο σημείο της απόφασης μου, καμιά από τις δύο συμφωνίες που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο (Τεκμήρια 6 και 10), αποτελεί προκαταρκτική συμφωνία, όπως ισχυρίστηκε η Εναγόμενη και ότι θα ακολουθούσε η σύναψη τελικής συμφωνίας για την αγορά του επίδικου διαμερίσματος. Με βάση την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Οι διάδικοι, εκτός από τη συμφωνία της 30/5/2008 (Τεκμήριο 6), η υπογραφή της οποίας ήταν κοινός τόπος, υπέγραψαν μεταξύ τους και τη συμφωνία της 9/6/2008 (Τεκμήριο 10), η οποία επίσης αφορά το επίδικο διαμέρισμα. Η Εναγόμενη δεν πλήρωσε οποιοδήποτε ποσό στους Ενάγοντες έναντι του τιμήματος πώλησης. Οι Ενάγοντες, με επιστολή των δικηγόρων τους ημερομηνίας 10/7/2008 (Τεκμήριο 8), ενημέρωσαν την Εναγόμενη ότι είχε παραβεί τον όρο 3 της συμφωνίας της 30/5/2008, σε σχέση με τον χρόνο αποπληρωμής του τιμήματος πώλησης και την κάλεσαν όπως εντός τριών εβδομάδων, από της ημερομηνίας της επιστολής τους, συμμορφωθεί με την ως άνω υποχρέωση της. Η Εναγόμενη δεν συμμορφώθηκε με την ως άνω επιστολή των δικηγόρων των Εναγόντων. Αποτελεί επίσης εύρημα μου ότι οι Ενάγοντες δεν υπέβαλαν οποιαδήποτε αίτηση στην αρμόδια πολεοδομική Αρχή για έκδοση της απαιτούμενης άδειας σε σχέση με τις μετατροπές, οι οποίες προβλέπονται στη συμφωνία της 30/5/2008 και κατά συνέπεια, δεν έχει εκδοθεί οποιαδήποτε άδεια της αρμόδιας Αρχής για νομιμοποίηση των αναφερομένων μετατροπών. Νομική ανάλυση: Όπως έχει ήδη αναφερθεί, οι Ενάγοντες στηρίζουν την αγωγή τους στη συμφωνία της 30/5/2008 (Τεκμήριο 6). Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι μεταξύ των διαδίκων, πέραν της ως άνω αναφερόμενης συμφωνίας, υπεγράφη και η συμφωνία της 9/8/2008 (Τεκμήριο 10). Αυτό το οποίο παρατηρώ είναι ότι ελλείπουν τόσο από το Τεκμήριο 6, όσο και από το Τεκμήριο 10 οι υπογραφές οποιωνδήποτε μαρτύρων προς επιβεβαίωση των υπογραφών των συμβαλλομένων, παρά το ότι στην τελευταία σελίδα και των δύο εγγράφων υπάρχει ειδικός χώρος για να υπογράψουν δύο μάρτυρες. Όμως η παράλειψη βεβαίωσης των υπογραφών των συμβαλλομένων από μάρτυρα δεν επηρεάζει, κατά την άποψη μου, την εγκυρότητα των δύο συμφωνιών. Επιπρόσθετα, θα ήθελα να τονίσω ότι το γεγονός ότι το Τεκμήριο 10 είναι φωτοαντίγραφο της πρωτότυπης συμφωνίας, δεν το καθιστά μη αποδεκτή μαρτυρία. Επισημαίνω ότι αυτό κατατέθηκε χωρίς να εγερθεί οποιαδήποτε ένσταση από πλευράς Εναγόντων. Μετά από προσεκτική μελέτη των Τεκμηρίων 6 και 10, έχω παρατηρήσει ότι και οι δύο συμφωνίες περιγράφονται ως "sale agreement", είναι διατυπωμένες στα αγγλικά και αφορούν και οι δύο το επίδικο διαμέρισμα. Με βάση τους όρους της κάθε συμφωνίας οι Ενάγοντες πωλούν στην Εναγόμενη το επίδικο διαμέρισμα. Οι βασικές διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των δύο συμφωνιών, πέραν της ημερομηνίας υπογραφής τους, είναι οι ακόλουθες: (α) Στο μεν Τεκμήριο 6 αναφέρεται ρητά ότι θα γίνει μετατροπή μεταξύ του επίδικου και του διαμερίσματος υπ' αριθμό 1, κατά τρόπο ώστε να αφαιρεθούν 15 μέτρα από το επίδικο διαμέρισμα και να προστεθούν στο διαμέρισμα υπ' αριθμόν
  2. Αντίθετα, στο Τεκμήριο 10 δεν γίνεται αναφορά σε οποιαδήποτε οικοδομική μετατροπή του επίδικου διαμερίσματος και γενικά σε μείωση των τετραγωνικών του μέτρων. Απλά, αναφέρεται ότι ο αγοραστής έχει συμφωνήσει να αγοράσει από τον πωλητή το επίδικο διαμέρισμα, συμφώνως των νέων τίτλων ιδιοκτησίας, των οποίων αναμένεται η έγκριση[1]. (β) Στο Τεκμήριο 6 ως τίμημα πώλησης του επίδικου διαμερίσματος αναφέρεται το ποσό των €153.774 (Λ.Κ.90.000). Στο Τεκμήριο 10 ως τίμημα πώλησης αναφέρεται το ποσό των €170.860 (Λ.Κ.100.000). Όπως είναι νομολογημένο, η ερμηνεία μιας συμφωνίας είναι νομικό ζήτημα το οποίο θα πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο (Saab and Another v. The Holy Monastery of Agios Neophytos
(1982)1 Α.Α.Δ. 499). Το Δικαστήριο έχει καθήκον, ερμηνεύοντας μια συμφωνία, να ανεύρει την πρόθεση των συμβληθέντων και να ερμηνεύσει τα αναγραφόμενα στη συμφωνία, κατά τρόπο που να συνάδει, να εφαρμόζει και να υλοποιεί την πρόθεση των συμβληθέντων (Αργύρη ν. Χρυσοστόμου
(2006)1 Α.Α.Δ. 1362). Αφού μελέτησα το περιεχόμενο των δύο συμφωνιών (Τεκμήρια 6 και 10), έχοντας κατά νουν την ενώπιον μου μαρτυρία, έχω καταλήξει ότι αποτελούν νόμιμες συμφωνίες πώλησης του επίδικου διαμερίσματος από τους Ενάγοντες στην Εναγόμενη, βάσει των όρων που περιέχονται στην κάθε συμφωνία. Οι όροι τους είναι σαφείς και δεν υπάρχει τίποτε που να επιτρέπει στο Δικαστήριο να τους ερμηνεύσει με διαφορετικό τρόπο από εκείνο που καθορίζει το λεκτικό τους (Μεταλλικά Ηρακλής Μιχαηλίδης Λτδ ν. G & C Exhaust Systems Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 500). Αποτελεί εύρημα μου ότι και οι δύο συμφωνίες φέρουν τις υπογραφές και τις μονογραφές των διαδίκων. Εκ μέρους της Ενάγουσας εταιρείας έχει υπογράψει η Μ.Ε.1, η οποία είναι η διευθύντρια της. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η Εναγόμενη προέβαλε τον ισχυρισμό ότι η συμφωνία (Τεκμήριο 6) ήταν απλά προκαταρκτική, θα ακολουθούσε δε η υπογραφή τελικής συμφωνίας, υπό την προϋπόθεση ότι θα είχε τη θετική γνώμη των ειδικών, τους οποίους θα συμβουλευόταν για την αγορά του επίδικου διαμερίσματος, επιπλέον δε θα εξασφάλιζε, μέσω δανείου, τα χρήματα για την πληρωμή του τιμήματος πώλησης. Προβάλλει, επίσης, τον ισχυρισμό ότι, από τη στιγμή που ειδοποίησε τους Ενάγοντες ότι δεν ενδιαφερόταν να προχωρήσει στην αγορά του επίδικου διαμερίσματος, δεν δεσμευόταν πλέον από την υπό αναφορά συμφωνία. Κατ' αρχήν, θα πρέπει να υπενθυμίσω ότι το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό της ότι είχε ειδοποιήσει με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (email) τη Μ.Ε.1 ότι δεν προτίθετο να προχωρήσει στην αγορά του επίδικου διαμερίσματος. Επιπρόσθετα, όπως έχω ήδη αναφέρει, οι ως άνω προβληθέντες ισχυρισμοί της αντικρούονται από το περιεχόμενο τόσο του Τεκμηρίου 6, όσο και του Τεκμηρίου
  1. Συνιστούν δε εξωγενή μαρτυρία, η οποία δεν μπορεί να ληφθεί υπόψιν από το Δικαστήριο. Έχοντας κατά νουν το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 6 και 10, καταλήγω ότι αποτελούν τελικές συμφωνίες πώλησης του επίδικου διαμερίσματος. ΄Όπως έχει ήδη αναφερθεί, οι αξιώσεις των Εναγόντων στηρίζονται στη συμφωνία της 30/5/2008 (Τεκμήριο 6). Αξιώνουν δε εναντίον της Εναγόμενης διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να τερματίζεται η υπό αναφορά συμφωνία και επιπλέον να διατάσσεται η διαγραφή της από τα μητρώα του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού. Αξιώνουν, επίσης, αποζημιώσεις για τη ζημιά που υπέστησαν, όπως το ποσό που κατεβλήθη για τη μετατροπή των δύο διαμερισμάτων και το ποσό που κατέβαλαν στους δικηγόρους τους ως νομική αμοιβή για τη σύνταξη της υπό αναφορά συμφωνίας. Αξιώνουν ακόμα εξαιρετικές και/ή τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις για παράβαση της ως άνω συμφωνίας. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι διάδικοι, εκτός από τη συμφωνία πώλησης ημερομηνίας 30/5/2008 (Τεκμήριο 6) υπέγραψαν μεταξύ τους και τη δεύτερη συμφωνία πώλησης, ημερομηνίας 9/6/2008 (Τεκμήριο 10), η οποία επίσης αφορά την πώληση του επίδικου διαμερίσματος από τους Ενάγοντες προς την Εναγόμενη. Οι ουσιώδεις διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των δύο συμφωνιών, έχουν ήδη καταγραφεί σε προγενέστερο σημείο της απόφασης μου. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες υπεγράφη η δεύτερη συμφωνία της 9/6/
  2. Δεν υπάρχει επίσης μαρτυρία ή οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι η συμφωνία της 9/6/2008 έπαψε να ισχύει ή ότι δεν ήταν δεσμευτική για τους διαδίκους. Οι Ενάγοντες, οι οποίοι είχαν και το σχετικό βάρος απόδειξης, δεν έδωσαν οποιαδήποτε επεξήγηση στο Δικαστήριο, όσον αφορά την υπογραφή της συμφωνίας της 9/6/
  3. Επισημαίνω την αμφιταλαντευόμενη θέση της Μ.Ε.1 σε σχέση με την εκ μέρους της υπογραφή της συμφωνίας της 9/6/
  4. Από τη στιγμή λοιπόν που υπάρχουν δύο συμφωνίες μεταξύ των μερών, με αντιφατικούς όρους μεταξύ τους για την πώληση του επίδικου διαμερίσματος, το Δικαστήριο ελλείψει σχετικής μαρτυρίας δεν θα μπορούσε να καταλήξει σε εύρημα ότι η συμφωνία της 30/5/2008, την οποία επικαλούνται οι Ενάγοντες στην αγωγή τους, ήταν η μόνη που βρισκόταν σε ισχύ και δέσμευε τους διαδίκους. Επισημαίνω ότι, συμφώνως των ημερομηνιών των δύο συμφωνιών, η συμφωνία την οποία επικαλούνται οι Ενάγοντες είναι προγενέστερη της συμφωνίας της 9/6/
  5. Παρά το ότι η Υπεράσπιση δεν εισηγείται, ούτε και δικογραφεί, ότι η συμφωνία της 9/6/2008 αποτελεί νέα συμφωνία (novation), η συνομολόγηση της οποίας είχε ως αποτέλεσμα την αντικατάσταση της συμφωνίας της 30/5/2009 και την κατ' αυτό τον τρόπο απαλλαγή των διαδίκων από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τους, τις οποίες ανέλαβαν να εκπληρώσουν με βάση τη συμφωνία της 30/5/2008, όπως προνοεί το άρθρο 62[2] του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, εντούτοις δεν θα μπορούσα να καταλήξω σε εύρημα ότι οι δύο συμφωνίες ίσχυαν ταυτόχρονα, ενόψει των διαφορετικών και αντιφατικών όρων που περιλαμβάνει η κάθε μία από αυτές. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να αναφέρω ότι δεν θα συμφωνούσα με τη θέση της γραπτής αγόρευσης της ευπαίδευτης συνηγόρου των Εναγόντων ότι η μοναδική συμφωνία που υπάρχει είναι αυτή της 30/5/
  6. Η ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία κάθε άλλο παρά υποστηρίζει την ως άνω θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου. Αναφορικά με τη σημασία της νέας συμφωνίας (novation), σχετική είναι η υπόθεση Τράπεζα Κύπρου κ.ά. ν. Coudounaris Food Products Ltd κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 641. Θα πρέπει επίσης να γίνει παραπομπή και στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4th ed., vol. 9, par. 580 και επόμενα[3]. Έχοντας κατά νουν τα όσα αναφέρω αμέσως πιο πάνω, δεν θα μπορούσα να καταλήξω σε εύρημα ότι η συμφωνία της 30/5/2008 ήταν αυτή που δέσμευε τους διαδίκους, με αποτέλεσμα να υποχρεούνται στην εκπλήρωση των εκατέρωθεν υποχρεώσεων τους. Κατ' επέκταση, η Εναγόμενη δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί υπόλογη για παράβαση των όρων της υπό αναφορά συμφωνίας. Πέραν των όσων αναφέρω πιο πάνω, παρενθετικά θα ήθελα να προσθέσω ακόμα ότι, συμφώνως του όρου C[4] της συμφωνίας της 30/5/2008, οι Ενάγοντες δηλώνουν ότι, ως πωλητές του επίδικου διαμερίσματος, είχαν ήδη υποβάλει αίτηση στην τοπική Πολεοδομική Αρχή (Local Town Planning Authority), περιμένουν δε την έγκριση των οικοδομικών μετατροπών στα δύο διαμερίσματα, όπως αυτές περιγράφονται στο επισυνημμένο αρχιτεκτονικό σχέδιο, καθώς και την έκδοση νέων τίτλων ιδιοκτησίας. Συμφώνως των ευρημάτων στα οποία έχω καταλήξει, οι Ενάγοντες δεν είχαν υποβάλει αίτηση στην αρμόδια Πολεοδομική Αρχή για την έκδοση της προβλεπόμενης άδειας, σε σχέση με τις ως άνω αναφερόμενες οικοδομικές μετατροπές. Από τη στιγμή λοιπόν που οι ίδιοι δεν συμμορφώθηκαν με τις δικές τους υποχρεώσεις, παρά το ότι στην υπό αναφορά συμφωνία δηλώνουν ότι έχουν ήδη αποταθεί στην αρμόδια Πολεοδομική Αρχή, διερωτώμαι πως είναι δυνατόν να ψέγουν την Εναγόμενη ότι ήταν αυτή που δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις της, περαιτέρω δε να την κατηγορούν για παράβαση της υπό αναφορά συμφωνίας. Επιπρόσθετα, όσον αφορά τις αποζημιώσεις τις οποίες αξιώνουν οι Ενάγοντες, έχω να αναφέρω ότι στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Αρχιππέα Σύμβουλοι Επενδύσεων Λτδ κ.ά. ν. Δημητρίου Κακαβού, ECLI:CY:AD:2015:A683, Πολιτική Έφεση αρ. 278/2010, ημερομηνίας 15/10/2015, επαναδιατυπώνονται οι αρχές που σχετίζονται με την επιδίκαση αποζημιώσεων στις περιπτώσεις παράβασης μιας συμφωνίας. Όπως συγκεκριμένα αναφέρεται: «Είναι γνωστό ότι το σύνηθες μέτρο της αποζημίωσης για διάρρηξη συμβολαίου συναρτάται με το ποσό που θα χρειαζόταν για να τεθεί το αναίτιο μέρος στη θέση που θα ήταν αν η συμφωνία εκτελείτο κανονικά (Alpan (Αδελφοί Τάκη) Λτδ ν. Τρυφωνίδου
(1996)1 Α.Α.Δ. 679 και Α. Panayides Contracting Ltd v. M. & M. Frangos Engineering and Contracting Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 1136). Σε περίπτωση μη εφαρμογής της συμφωνίας εξ υπαιτιότητας ενός των μερών, το αναίτιο μέρος δικαιούται στο δίκαιο των αποζημιώσεων να ακυρώσει τη σύμβαση ώστε να μην είναι ο ίδιος υπόλογος για οποιαδήποτε δική του υποχρέωση, να ανακτήσει οποιοδήποτε ποσό κατέβαλε και να αναζητήσει αποζημιώσεις για απώλεια κέρδους ή οποιαδήποτε απώλεια έχει υποστεί λόγω της παράβασης της συμφωνίας (δέστε Ποντίκη ν. Κωνσταντινίδη
(2004)1 Α.Α.Δ. 875 και Πολυβίου: «Το Δίκαιο των Συμβάσεων» σελ. 744, κ.ε.).» Όπως έχει ήδη αναφερθεί, οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον της Εναγόμενης το ποσό των €14.800, ως η δαπάνη την οποία κατέβαλαν για τις μετατροπές στα δύο διαμερίσματα, βάσει της συμφωνίας της 30/5/2008. Αυτό το οποίο θα ήθελα να επισημάνω είναι ότι, βάσει του όρου D[5] της συμφωνίας της 30/5/2008 οι Ενάγοντες, με την έγκριση της αίτησης τους από την τοπική Πολεοδομική Αρχή, θα προέβαιναν στις τροποποιήσεις των δύο διαμερισμάτων, με δικά τους έξοδα, βάσει των αρχιτεκτονικών σχεδίων. Συμφώνως των ευρημάτων στα οποία έχω καταλήξει, όχι μόνο δεν εγκρίθηκε η αίτηση των Εναγόντων από την αρμόδια Πολεοδομική Αρχή, αλλά ούτε καν υπεβλήθη τέτοια αίτηση. Κατά συνέπεια, έχοντας κατά νουν, αφενός ότι στη συμφωνία της 30/5/2008 καθορίζετο ο χρόνος κατά τον οποίο θα προέβαιναν στην εκτέλεση των υπό αναφορά εργασιών, αφετέρου ότι οι υπό αναφορά εργασίες εκτελέστηκαν πριν την έκδοση της σχετικής πολεοδομικής άδειας, καθίσταται φανερό ότι οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται να αξιώνουν όπως τους καταβληθεί το ποσό που κατέβαλαν για την εκτέλεση των εργασιών μετατροπής των δύο διαμερισμάτων. Η αξίωση τους εναντίον της Εναγόμενης, για πληρωμή του ποσού των €14.800, θα πρέπει να απορριφθεί ως ανεδαφική. Όσον αφορά την αξίωση για ανάκτηση του ποσού των €1.150 που πληρώθηκε στους δικηγόρους των Εναγόντων, ως η αμοιβή τους για την ετοιμασία του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 30/5/2008, είμαι της άποψης ότι δεν συνιστά ζημιά η οποία προέκυψε συνεπεία της ισχυριζόμενης παράβασης της συμφωνίας από την Εναγόμενη, γι' αυτό δεν θα μπορούσε να ανακτηθεί από τους Ενάγοντες. Αξιώνεται, επίσης, από τους Ενάγοντες η επιδίκαση εξαιρετικών και/ή τιμωρητικών και/ή παραδειγματικών αποζημιώσεων για παράβαση σύμβασης. Η νομολογία μας είναι σαφής και διαχρονική όσον αφορά τις υποθέσεις στις οποίες μπορούν να επιδικαστούν αποζημιώσεις αυτού του είδους. Όπως ειδικότερα έχει νομολογηθεί, η δυνατότητα επιδίκασης παραδειγματικών, άλλως τιμωρητικών αποζημιώσεων, περιορίζεται στις περιπτώσεις αστικών αδικημάτων, αποτελούν δε ένα είδος ασύνηθων αποζημιώσεων που σκοπό έχουν την τιμωρία του αδικοπραγούντα, παρά την αποζημίωση. Για το λόγο αυτό είναι γνωστές και ως τιμωρητικές, λόγω ακριβώς του ουσιωδώς τιμωρητικού τους χαρακτήρα. Όσον αφορά τις εξαιρετικές αποζημιώσεις (aggravated damages) συνιστούν μια ενδιάμεση κατηγορία μεταξύ τιμωρητικών και συνήθων αποζημιώσεων, ένα είδος επαυξημένων αποζημιώσεων που σκοπό έχουν να καταδείξουν την αποδοκιμασία του Δικαστηρίου στην συμπεριφορά του αδικοπραγήσαντα (Ερωτοκρίτου ν. Θεοδώρου κ.ά.
(1997)1 Α.Α.Δ., 1800, Papakokkinou a.o. v. Kanther
(1982)1 C.L.R. 65, 74). Από τα όσα παραθέτω αμέσως πιο πάνω, καθίσταται φανερό ότι στην υπό εξέταση υπόθεση δεν μπορούν να επιδικαστούν αυτού του είδους οι αποζημιώσεις. Για τους λόγους που έχω επεξηγήσει λεπτομερώς πιο πάνω, καταλήγω ότι η αγωγή των Εναγόντων θα πρέπει να απορριφθεί. Όσον αφορά τα έξοδα, δεν βλέπω λόγο για απόκλιση από τον γενικό κανόνα ότι επιδικάζονται υπέρ του επιτυχόντα διάδικου. Η αγωγή απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον των Εναγόντων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΘΘ/ΑΓ Subject: Civil / Other actions / Final Αναφορά: Αγωγή για παράβαση συμφωνίας [1] «The Vendor has agreed to sell to the Purchaser and the Purchaser has agreed to purchase from the Vendor the Flat as per the new title deeds awaiting approval." [2] «62. Αν οι συµβαλλόµενοι συµφωνούν να αντικαταστήσουν τη σύµβαση µε νέα, ή να υπαναχωρήσουν από τη σύµβαση ή να τροποποιήσουν αυτήν, η αρχική σύµβαση δεν χρειάζεται εκπλήρωση.» [3] "Novation, however, is an act whereby, with the consent of all parties, a new contract is substituted for an existing contract and the latter discharged." [4] "C. The Vendor has already applied to the Local Town Planning Authority awaiting approval for the modification of Apartments' 1 and 2 total square meter areas and/or their construction by extending and/or expanding the total area of Apartment No.1 through gaining 15 square meters from the area of Apartment 2 as particularly described as 'kitchenette' in the attached "APPENDIX B" and the issuance of new title deeds therefore." [5] "D. Upon granting approval of the above application by the Local Town Planning Authority the Vendor shall as its' own expense arrange for the proper modification of the two Flats' total area and/or construction according to approved architectural plans which will therefore effect the total square meter area of Apartment 2 (ie the Flat under sale) by downsizing its' today's total area by 15 square meters." cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.