VIVA GIFTS CAVA WINE & SPIRITS LTD ν. LANI RESTAURANTS LTD, Αρ. αγωγής: 874/2014, 29/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A309 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. αγωγής: 874/2014 VIVA GIFTS CAVA WINE & SPIRITS LTD Ενάγoντες εναντίον LANI RESTAURANTS LTD Εναγόμενοι ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ:29/10/2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους εναγόμενους - αιτητές: κα Πουλλαδόφωνος Για ενάγοντες - καθ΄ ων η αίτηση: κα Γιατρού ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με ενδιάμεση αίτηση τους, οι εναγόμενοι - αιτητές, ζητούν Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται η προηγούμενη εκδοθείσα απόφαση ημερομηνίας 5/5/2014 στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, πλέον έξοδα, πλέον οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε κρίνει το Δικαστήριο ορθή υπό τις περιστάσεις. Νομικό έρεισμα της αίτησης, αποτέλεσε η Δ.17 θ.10, Δ.48 θ.1-4, 9(h), Δ.57, Δ.64. Μαρτυρικό υπόβαθρο της αίτησης, αποτέλεσε η ένορκη δήλωση του κ. Παύλου Αγαπητού. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι είναι ο δικηγόρος όπου ανέλαβε τον χειρισμό της υπόθεσης και η εναγόμενη απέστειλε το κλητήριο ένταλμα στο γραφείο όπου εργάζεται για να καταχωρηθεί σημείωμα εμφάνισης και να την υπερασπίσουν και η οποία εταιρεία έχει ένα ευρύ φάσμα εργασιών και εμπλέκεται σε διάφορες εργασίες είτε ως ενάγουσα, είτε ως εναγόμενη. Έδωσε οδηγίες στην γραμματέα του γραφείου όπως ετοιμαστούν τα σημειώματα εμφάνισης και ο τύπος διορισμού δικηγόρου, πλην όμως διέλαθαν της προσοχής της γραμματέως και της δικής του και το ίδιο έγινε και με άλλες υποθέσεις. Μόλις εντοπίστηκε το λάθος, έσπευσε και προέβηκε σε έρευνα, όπου και ενημερώθηκε για την έκδοση της απόφασης. Η μη έγκαιρη καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης, οφείλεται σε καλόπιστο λάθος και κακό συντονισμό των ιδίων και όχι των εναγομένων, οι οποίοι έδωσαν έγκαιρα οδηγίες για να εκπροσωπηθούν στην παρούσα αγωγή. Επί της ουσίας της υπόθεσης, ανέφερε ότι οι εναγόμενοι έχουν καλή υπεράσπιση και πιο συγκεκριμένα, τα προιόντα ήταν ακατάλληλα για τον σκοπό που παραγγέλθηκαν και υποδεέστερα σε ποιότητα και δεν ανταποκρίνονταν στην περιγραφή που έδωσαν οι ενάγοντες. Αποτέλεσμα των πιο πάνω ήταν όπως σε διάφορες περιπτώσεις να επιστραφούν τα προιόντα στην ενάγουσα και να καταστεί σαφές ότι τα οποιαδήποτε τιμολόγια ήταν απορριπτέα σε σχέση με αυτά τα προιόντα, πλην όμως η ενάγουσα αμελούσε να προβεί σε ακύρωση και διαγραφή των τιμολογίων, με αποτέλεσμα να παρουσιάζεται υπόλοιπο το οποίο δεν ανταποκρινόταν στο αποτέλεσμα των πραγματικών συναλλαγών μεταξύ των διαδίκων και παρά τις επανειλημμένες υποδείξεις και διαμαρτυρίες, η ενάγουσα αμέλησε να προβεί σε διορθώσεις με σκοπό την υπερχρέωση και την αποκόμιση κέρδους για τιμολόγια που η εναγόμενη δεν αποδέχθηκε. Περαιτέρω η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι έχει εξοφλήσει την ενάγουσα και δεν οφείλει κανένα ποσό και περαιτέρω στην παράγραφο 14, όπου προφανώς προκύπτει τυπογραφικό λάθος στην αναγραφή ενάγουσας και εναγομένης πλην όμως το νόημα είναι ότι, η εναγόμενη λόγω της συμπεριφοράς της ενάγουσας και λόγω των προιόντων που ελάμβανε η εναγόμενη από την ενάγουσα δεν πληρούσαν τις προδιαγραφές, η εναγόμενη υπέστη ζημιά, άλλαξε την τακτική πωλήσεων και πρακτικής ετοιμασίας των παρασκευασμάτων με τα οποία εμπορεύεται. Εξέφρασε την άποψη ότι αν δεν χορηγηθούν οι αιτούμενες θεραπείες, η εναγόμενη θα αποστερηθεί του δικαιώματος να προβάλει την πραγματική και γνήσια υπεράσπιση της και την ενδεχόμενη ανταπαίτηση της από ένα καλόπιστο λάθος των δικηγόρων της. Η αίτηση αντίκρυσε την ένσταση των εναγόντων, οι οποίοι προέβαλαν συνολικά 4 λόγους ένστασης οι οποίοι είναι οι ακόλουθοι: (α) Έχει παρέλθει περίοδος 3 μηνών από την έκδοση της απόφασης. (β) Το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε νομότυπα και κανονικά στις 23/3/2014 και στις 9/4/2014 καταχωρήθηκε η αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης. (γ) Η εναγόμενη έδειξε πλήρη αδιαφορία για την υπόθεση της. (δ) Δεν έχει καμία υπεράσπιση, καθ΄ ότι πρόκειται για τιμολόγια. Νομικό έρεισμα της αίτησης, αποτέλεσε η Δ.17 θ.10, Δ.33 θ.5 και Δ.48 θ.1-3 και 9, η πρακτική και η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και μαρτυρικό υπόβαθρο της αίτησης, αποτέλεσε η ένορκη δήλωση της κας Μαρίας Αντωνιάδη. Η ενόρκως δηλούσα, αφού κάνει αναφορά στην εξουσιοδότηση της και στην πηγή της γνώσης της ως προς τα γεγονότα και η οποία είναι προσωπική, ως επίσης και για την νομική συμβουλή που έλαβε και με βάση την οποία η ένσταση θα πρέπει να απορριφθεί, υιοθετεί τους λόγους ένστασης, κάνοντας αναφορά και στο ιστορικό της υπόθεσης. Απέδωσε επίσης στους εναγόμενους την επιθυμία όπως καθυστερήσουν την πληρωμή και απέδωσε τους ισχυρισμούς των εναγομένων αναφορικά με την ακαταλληλότητα των προιόντων σε ύστερες σκέψεις για να δικαιολογήσουν υπεράσπιση, απορρίπτοντας ταυτόχρονα τους ισχυρισμούς για επιστροφές εμπορευμάτων και υποβολή παραπόνων. Σε περίπτωση όμως που η αίτηση επιτύχει, θα πρέπει να καταβληθούν στους ενάγοντες τα έξοδα που έχουν δημιουργηθεί μέχρι στιγμής. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αν και είναι πολύ γνωστή η Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με τον παραμερισμό απόφασης δυνάμει της Δ.17 θ.10, εν τούτοις το Δικαστήριο θα παραπέμψει στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου NSM DEMOCARS LTD κ.α. - ν - ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ECLI:CY:AD:2015:A677, Πολιτική Έφεση 121/2010 ημερ. 14/10/2015, όπου η Έντιμη Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κα Τάσια Ψαρά - Μιλτιάδου, ανέφερε τα ακόλουθα, όπου και τα σχετικά αποσπάσματα τα οποία μιλούν από μόνα τους: ΄΄Πριν την εξέταση τους, να προβούμε σε μια συνοπτική περιγραφή της νομολογιακής αντίκρυσης της Δ.17 θ.10 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αποτέλεσε βέβαια τον πυρήνα της αίτησης, της ένστασης και της απόφασης. Όπως έχει διαχρονικά τεθεί από τη νομολογία, η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, προκειμένου να επιτύχει η αίτηση για παραμερισμό, απόφασης ληφθείσας ερήμην, συνιστά πρωταρχικό παράγοντα ο οποίος λαμβάνεται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.17 θ.10 (βλ. Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Bίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ κ.ά. ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 28, Πίττας ν. UnigoodsTrading Co.Ltd
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 1761, Κωνσταντινίδη ν. Hissin
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 1774). Εφόσον δε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με αναφορά στους παράγοντες που, κατά φυσιολογική συνέπεια, επενεργούν στην άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου, το Εφετείο δεν επεμβαίνει υποκαθιστώντας την πρωτόδικη κρίση (βλ. Μilouca v. Κούρτη
(1997)1Β Α.Α.Δ. 941). Επιδίωξη του Δικαστηρίου πρέπει να είναι η εξισορρόπηση αφενός του δικαιώματος του διαδίκου να ακουσθεί στην υπόθεση του και αφετέρου, η ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων με την διασφάλιση της τελεσιδικίας. Το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του αιτητή είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. ΄Οπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση. Ορθά λοιπόν το πρωτόδικο Δικαστήριο, έστρεψε πρώτα την προσοχή του στο αν είχε καταδειχθεί καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση............................... Είναι ορθό βέβαια αυτό που λέχθηκε στη νομολογία ότι για να καταλήξει το Δικαστήριο σε απόφανση δεν απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση αλλά επιβάλλεται η παράθεση θετικών γεγονότων με τρόπο πειστικό. Στην Πατούρης ν. Hellenic Bank
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2118, αναφέρονται τα εξής στη σελ.2123 και 2124: «Στην απόφασή του το πρωτόδικο Δικαστήριο χαρακτηρίζει την προβληθείσα υπεράσπιση του εφεσείοντος ως «αοριστολογίες»· υποδηλώνοντας την απουσία στέρεου βάθρου θεμελιωτικού οποιασδήποτε από τις προβληθείσες υπερασπίσεις. Η προβολή διαζευκτικών εκδοχών αναφορικά με γεγονότα που έπρεπε να γνωρίζει ο ομνύων κλονίζει αφ' εαυτής το θεμέλιο της υπεράσπισής του. Στο σημείο αυτό το πρωτόδικο Δικαστήριο παραπέμπει στην El Fath Co v. E.D.T. Shipping και άλλος
(1992)1 Α.Α.Δ. 1255 (υπόθεση ναυτοδικείου - σύλληψη πλοίου), για να υπογραμμίσει όσα αναφέρονται στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση εκείνη: «Τα γεγονότα μπορούν να επιδέχονται διαζευκτικούς νομικούς χαρακτηρισμούς ή να υπάγονται σε διαζευκτικές νομικές έννοιες. Διαζεύξεις όμως ως προς το τί ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα όπως η περιεχόμενη στην παρούσα ένορκη δήλωση, δεν χωρούν. Είτε οι εναγόμενοι 1 είναι οι ιδιοκτήτες του πλοίου είτε δεν είναι και είναι κάτι άλλο.» (Απόφαση (Εφετείου) από Κωνσταντινίδη, Δ.) Όντως το ακροσφαλές του βάθρου της υπεράσπισης του εφεσείοντος την καθιστά τρωτή σε βαθμό που να αναιρεί την υπόστασή της. Στην ένσταση της εφεσίβλητης επισυνάπτεται τόσο η εγγυητική όσο και το δείγμα υπογραφής του εφεσείοντος, γεγονότα που δεν τέθηκαν υπό αμφισβήτηση από τον εφεσείοντα, είτε με ένορκη δήλωση, που θα ήταν δυνατό να προσαγάγει, ή με οποιοδήποτε άλλο παραδεκτό τρόπο, όπως υποδεικνύει το δικάσαν δικαστήριο. Η καλοπιστία του εφεσείοντος τέθηκε, όπως διαπίστωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο υπό σοβαρή δοκιμασία, ενόψει της αποκάλυψης των σχέσεων του με τους ιθύνοντες της εταιρείας και του γεγονότος ότι ο εναγόμενος 2, και συνεγγυητής του ήταν αδελφός του· γεγονός αποκαλυπτικό της συνάφειας του εφεσείοντος τόσο με τον ίδιο όσο και με την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία. Ανεξάρτητα από οποιεσδήποτε άλλες επιφυλάξεις, εξ αντικειμένου η προβληθείσα υπεράσπιση του εφεσείοντος στερείται αξιοπιστίας. Κειμένεται η υπεράσπισή του μεταξύ πιθανολογούμενης άγνοιας ή αδυναμίας γνώσης των γεγονότων αφενός, και απουσίας συνεπειών από τις πράξεις του σε περίπτωση που ήθελε φανεί ότι εγγυήθηκε την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία, αφετέρου. Κανένα θετικό γεγονός δεν προβάλλεται στην ένορκη δήλωση του εφεσείοντος που να στοιχειοθετεί υπεράσπιση. Τούτο σε συνδυασμό με την απουσία ουσιαστικής αμφισβήτησης του προσαχθέντος εγγράφου που φέρει την υπογραφή του, απογυμνώνει την υπεράσπιση του νομιμοποιητικού ερείσματος. Ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας· υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Εφόσον η προβαλλόμενη υπεράσπιση έχει αυτά τα χαρακτηριστικά, καθίσταται συζητήσιμη. Όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση, η αίτηση απορρίπτεται.» Eπισημαίνεται ανωτέρω η ανάγκη προβολής θετικών θέσεων στη στηρίζουσα την αίτηση ένορκη δήλωση, χωρίς διαζεύξεις και «αοριστολογίες». Χαρακτηρίζεται δε «συζητήσιμη» μια υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη΄΄. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ - ΕΝΣΤΑΣΗΣ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο, αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από το πιο πάνω αναφερθέν νομικό και νομολογιακό πλαίσιο, σε συνδυασμό με τα γεγονότα που έχουν προβληθεί και κυρίως τα γεγονότα που έχουν προβληθεί από τους αιτητές και ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια, κρίνει ότι η αίτηση δεν δύναται να τύχει έγκρισης για τους πιο κάτω λόγους: Θα πρέπει να εξεταστεί πρωτίστως το ζήτημα κατά πόσο έχει προβληθεί εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση και η απάντηση στο ερώτημα είναι αρνητική. Συγκεκριμένα, οι ισχυρισμοί των εναγομένων - αιτητών για ελαττωματικότητα προιόντων, είναι ασαφής, γενικός και αόριστος, διότι δεν έχει γίνει με θετικό τρόπο αναφορά για ποια εμπορεύματα εννοούν, την ποσότητα, την αξία τους και ποια ήταν η έκπτωση από τις προδιαγραφές και την ποιότητα που αναφέρουν. Γενική, ασαφή και αόριστη είναι και η αναφορά των εναγομένων ως προς την διαμαρτυρία τους για εμπορεύματα τα οποία επιστράφησαν, διότι δεν γίνεται αναφορά σε ημερομηνία, αξία, ποσότητες και γενικά υπάρχει μια αοριστολογία επί του θέματος και ούτε γίνεται κάποια θετική αναφορά σε κάποια τουλάχιστον τιμολόγια για τα οποία υπάρχει ισχυρισμός ότι έχει γίνει διαμαρτυρία. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι δεν έχουν κάποια σταθερή γραμμή πλεύσης αναφορικά με το κατά πόσο οφείλεται τελικώς κάποιο ποσό ή δεν οφείλεται καθόλου, διότι οι εναγόμενοι από την μια στην παράγραφο 11 της ένορκης τους δήλωσης αναφέρουν ότι ο λογαριασμός δεν ανταποκρινόταν στο αποτέλεσμα των πραγματικών συναλλαγών μεταξύ των διαδίκων και από την άλλη, στην παράγραφο 13, αναφέρει τόσο επιπρόσθετα, αλλά τόσο και σε διαζευκτική βάση, ότι έχει εξοφλήσει οποιοδήποτε υπόλοιπο. Ομιχλώδης και αδιευκρίνιστη είναι και η πρόθεση των εναγομένων όπως προβάλουν ανταπαίτηση, η οποία μάλιστα δεν έχει ακόμα καν αποκρυσταλλωθεί, παρά την παρέλευση τόσου χρονικού διαστήματος. Αν και με την πιο πάνω αξιολόγηση, ουσιαστικά σφραγίζεται και η τύχη της αίτησης η οποία είναι πλέον έκθετη προς απόρριψη, εν τούτοις για σκοπούς πληρότητας θα αξιολογηθεί και κατά πόσο δικαιολογημένα οι εναγόμενοι δεν έχουν εμφανιστεί. Η απάντηση και σε αυτό το ερώτημα είναι αρνητική. Υπάρχει και επ΄ αυτού μια γενικότητα αναφορικά με το πότε οι εναγόμενοι έδωσαν την παρούσα αγωγή στους δικηγόρους τους για να τους εκπροσωπήσουν, προβάλλοντας μια απλή και γενική αναφορά ότι αυτό έγινε ΄΄εγκαιρα΄΄ χωρίς κανένα χρονικό προσδιορισμό. Εν πάσει όμως περιπτώσει υπό τις περιστάσεις οι λόγοι που οδήγησαν στην μη καταχώρηση εμφάνισης λόγω του ότι διέλαθε της προσοχής δικηγόρου και γραμματέα στο να καταχωρηθεί σημείωμα εμφάνισης και τύπος διορισμού δικηγόρου και μάλιστα το ίδιο να έγινε και σε άλλες υποθέσεις, δεν δύναται υπό τις περιστάσεις να δικαιολογήσει την μη εμφάνιση των εναγομένων. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος των αιτητών - εναγομένων και υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση - εναγόντων, ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο