ΕΛΕΝΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ν. ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΩΥΣΗ, Αρ. Αγωγής: 370/2015, 20/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A288 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 370/2015 ΜΕΤΑΞΥ: ΕΛΕΝΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Ενάγουσας και ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΩΥΣΗ Εναγόμενου ---------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 20 Οκτωβρίου 2015 Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια : κ. Α.Δαμιανού για Α.Καριτζής & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για το Εναγόμενο - Καθ' ού η Αίτηση : κ.Α.Ενταφιανός Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγικά - Ιστορικό Στις 23/01/15 η ενάγουσα καταχώρησε την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή (κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο) εναντίον του εναγόμενου, ο οποίος με τη σειρά του αφού καταχώρησε στις 03/02/15 σημείωμα εμφάνισης δια δικηγόρου, λίγες ημέρες μετά και συγκεκριμένα στις 13/02/15 καταχώρησε την Υπεράσπιση του. Αυτό που ακολουθεί χρονικά την Υπεράσπιση, με βάση το φάκελο της δικογραφίας, είναι το πρακτικό αδελφού Επαρχιακού Δικαστή ημερ.24/04/15 με το οποίο η αγωγή απορρίπτεται. Αυτούσιο το πρακτικό έχει ως εξής: « Τα δικόγραφα έχουν συμπληρωθεί. Η περίοδος των 60 ημερών που προνοείται στη Δ.30 Θ.1 έχει λήξει. Δικαστήριο: Η αγωγή απορρίπτεται, με έξοδα εναντίον του Ενάγοντα/Εναγόμενου όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ημερ.24.4.15 Ε.Δ. (υπογραφή) » Με βάση επίσης το φάκελο της δικογραφίας προκύπτει ότι περί τα μέσα Μάιου του 2015 το γεγονός της απόρριψης της αγωγής περιήλθε σε γνώση των δικηγόρων της ενάγουσας οι οποίοι απέστειλαν στον Πρωτοκολλητή του Ε.Δ.Λεμεσού την επιστολή ημερ.27/05/15. Με την επιστολή τους εξέφρασαν την άποψη ότι η απόρριψη της αγωγής ήταν αυθαίρετη και χωρίς νομικό έρεισμα και πως η Δ.30 ερμηνεύτηκε λανθασμένα, ενώ ζητούσαν από τον Πρωτοκολλητή να επιληφθεί του θέματος όσον αφορά την περαιτέρω προώθηση της αγωγής. Η απάντηση του Πρωτοκολλητή ήταν άμεση. Με επιστολή του ημερ.28/05/15 πληροφορεί τους δικηγόρους, πολύ ορθά κατά την άποψη μου, ότι δεν είναι στα καθήκοντα του να υπεισέλθει σε νομική συζήτηση για την Δ.30 και ότι δεν είναι ο Πρωτοκολλητής που έδωσε την ερμηνεία αλλά το Δικαστήριο που απέρριψε την αγωγή. Καλούσε δε τους δικηγόρους να λάβουν τα αναγκαία μέτρα που αυτοί θεωρούσαν ορθά. Αμφότερες οι επιστολές ευρίσκονται εντός του φακέλου της δικογραφίας, επισυνάπτονται όμως και στην ένορκη δήλωση της ενάγουσας που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση. Έχει σημασία επίσης να αναφερθεί εδώ ότι είναι παραδεκτό από τις δύο πλευρές ότι εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση η Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας όπως έχει πρόσφατα τροποποιηθεί (26/09/14 και 06/02/15). Επίδικη Αίτηση Μετά την πιο πάνω εξέλιξη η ενάγουσα καταχώρησε στις 28/05/15 την επίδικη αίτηση με την οποία ζητά : Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να παρατείνεται η χρονική προθεσμία υποβολής και ή καταχώρησης της Απάντησης στην Υπεράσπιση στα πλαίσια της με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγής. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να παρατείνεται η χρονική προθεσμία των 30 (τριάντα) ημερών από τον χρόνο κατά τον οποίο τα δικόγραφα θεωρούνται συμπληρωμένα και ή κλειστά, προς έκδοση κλήσης για οδηγίες. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να καθορίζεται η χρονική προθεσμία εντός της οποίας θα καταχωρηθεί η απάντηση στην υπεράσπιση και ή η κλήση για οδηγίες σύμφωνα με την Διαταγή 30 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η επαναφορά και ή αποκατάσταση της με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγής. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το σεβαστό Δικαστήριο κρίνει ορθή και δίκαια. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ. 30 Θ. 1 (α), (γ), 2(α) και (β), Δ. 48 Θ.1-4, 8, 9, Δ.64, Δ.21, Δ.57, επί των γενικών αρχών του Νόμου, των κανόνων της επιείκειας, της πρακτικής και της σύμφυτου εξουσίας των Δικαστηρίων. Η επίδικη αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της ενάγουσας, η οποία αναφέρει το ιστορικό μέχρι την απόρριψη της αγωγής και την ανταλλαγή επιστολών μεταξύ των δικηγόρων της και του Πρωτοκολλητή, εις τα οποία έκανε αναφορά το Δικαστήριο εισαγωγικά πιο πάνω, και καταλήγει να πει πως η ερμηνεία που δόθηκε στη Δ.30 και οδήγησε στην απόρριψη της αγωγής είναι λανθασμένη. Συγκεκριμένα αναφέρει σχετικά ότι ο εναγόμενος όφειλε με βάση τη Δ.30 Θ.1(γ) να επιδώσει ειδοποίηση στην ενάγουσα εν σχέση με την παράλειψη της να εκδώσει κλήση για οδηγίες και εφόσον δεν το έπραξε η αγωγή δεν μπορούσε να απορριφθεί. Η παράλειψη του εναγόμενου να επιδώσει την εν λόγω ειδοποίηση καταλήγει αποτελεί καλό λόγο για να δικαιολογήσει την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς επαναφορά της αγωγής αλλά και για έκδοση των λοιπών διαταγμάτων που ζητούνται. Ένσταση Στην επίδικη αίτηση ο Εναγόμενος αντέδρασε καταχωρώντας ένσταση, εις την οποία καταγράφονται πέντε λόγοι ένστασης [(α)-(ε)] που είναι οι εξής: (α) Η ενάγουσα δεν νομιμοποιείται στην προώθηση της αίτησης για το λόγο ότι έχει παραβιάσει επιτακτικούς δικονομικούς κανόνες αναφορικά με την τήρηση χρονικών προθεσμιών. (β) Η ενάγουσα βασίζει τα αιτήματα της σε λάθος και ή σε αβλεψία και ή αμέλεια και ή παράλειψη των δικηγόρων της, πράγμα το οποίο είναι δικονομικά και νομολογιακά ανεπίτρεπτο ως δικαιολογία και ή υπόβαθρο για άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ των αιτημάτων της. (γ) Το υπόβαθρο της αίτησης της ενάγουσας πάσχει από αοριστία επειδή δεν έχει παρουσιαστεί και ή δοθεί και ή εξειδικευτεί οποιαδήποτε βάσιμη και αντικειμενική δικαιολογία για άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. (δ) Ο εναγόμενος ουδεμία υποχρέωση έχει βάσει των προνοιών της νέας Δ.30 για έκδοση και ή επίδοση ειδοποίησης προς την ενάγουσα ενημερώνοντας την για τη δική της παράλειψη να εκδώσει κλήση για οδηγίες. Τέτοια υποχρέωση υπάρχει μόνον για την ενάγουσα. (ε) Καμία δικονομική αρχή ή άλλη αρχή δικαίου δεν δημιουργεί την υποχρέωση στον εναγόμενο να προειδοποιεί τον αντίδικο του για τις συνέπειες των παραλείψεων του. Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.1 Θ.2, Δ.21 Θ.14
(1)και
(2), Δ.30 Θ.1(α) και (γ), 2(α), (β) και (γ), Δ.48 ΘΘ.1-9, Δ.57 Θ.2, Δ.64, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6, στη Νομολογία, τη διακριτική ευχέρεια και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του εναγόμενου. Ο εναγόμενος με αυτήν στην ουσία αρνείται ότι υπήρχε υποχρέωση στον ίδιο να επιδώσει ειδοποίηση στην ενάγουσα με βάση τη Δ.30 αναφορικά με την παράλειψη της να εκδώσει κλήση για οδηγίες και επομένως η απόρριψη της αγωγής αναφέρει ήταν δικαιολογημένη και νομικά ορθή. Καταλήγει δε λέγοντας ότι δεν υπάρχει καμία δικονομική αρχή ή άλλη αρχή δικαίου, ιδιαίτερα στο σύστημα της αντιδικίας που επικρατεί στην Κύπρο, που να δημιουργεί την υποχρέωση στον εναγόμενο να προειδοποιεί τον αντίδικο του για τις συνέπειες των παραλείψεων του και ζητά απόρριψη της αίτησης. Η επιχειρηματολογία των δικηγόρων των διαδίκων Οι θέσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών περιλαμβάνονται αναφέρω στις γραπτές αγορεύσεις που παρέδωσαν στο Δικαστήριο, οι οποίες σημειώνω έχουν τύχει ενδελεχούς μελέτης από το Δικαστήριο. Δεν κρίνω όμως σκόπιμο αναφέρω εδώ να παραθέσω ότι οι συνήγοροι αναφέρουν με τις αγορεύσεις τους. Εδώ θα αρκεστώ μόνον να αναφέρω με σεβασμό τα εξής. Θεωρώ πως δεν έχει εντοπιστεί κυρίως από μέρους του συνηγόρου της ενάγουσας η ουσία του πράγματος. Έχει επικεντρωθεί ο συνήγορος σε άλλα θέματα πλην του ουσιαστικότερου αυτών που δεν είναι άλλο από το κατά η αγωγή δύναται να επαναφερθεί και βεβαίως αν το Δικαστήριο έχει την εξουσία να επαναφέρει την αγωγή. Η αγόρευση του επί τούτου είναι γενική, ενώ θα έλεγα ότι στις εισηγήσεις του πολλές φορές φαίνεται να διαφεύγει ότι η αγωγή απορρίφθηκε. Παρατηρώ εν πάση περιπτώσει ότι δεν εδόθη σημασία στο πιο ουσιαστικό διάταγμα που ζητείται δηλαδή για επαναφορά της αγωγής και το οποίο θεωρώ θα έπρεπε να ήταν το μόνο που να απασχολούσε το Δικαστήριο. Όλα τα υπόλοιπα θέματα και διατάγματα έπονται. Νέα Διαταγή 30 Η Δ.30 ΘΘ.1 και 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας όπως έχει τροποποιηθεί πολύ πρόσφατα έχει ως εξής: «
- (α) Ο ενάγων σε κάθε αγωγή υποχρεούται εντός τριάντα ημερών από το χρόνο κατά τον οποίο τα δικόγραφα θεωρούνται συμπληρωμένα και προτού λάβει οποιοδήποτε νέο μέτρο στην αγωγή, εκτός από αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα, να εκδώσει κλήση για οδηγίες, οριζόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου σε χρονικό διάστημα όχι μικρότερο των εξήντα ημερών. (β) Η κλήση για οδηγίες εκδίδεται σύμφωνα με τον συνημμένο Τύπο 25, ο οποίος συμπληρώνεται με τις αναγκαίες λεπτομέρειες χρησιμοποιώντας προς τούτο και πρόσθετα φύλλα. (γ) Σε περίπτωση που ο ενάγων αμελήσει ή παραλείψει να εκδώσει την προνοούμενη στην παράγραφο (α) πιο πάνω κλήση για οδηγίες, επιδίδεται ειδοποίηση προς τον ενάγοντα που εκδίδει ο εναγόμενος στον συνημμένο τύπο [25A] με την οποίαν τον ενημερώνει για την παράλειψη και τον καλεί όπως εντός 30 ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης καταχωρήσει την αίτηση για οδηγίες. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης σε οποιαδήποτε από τις πιο πάνω πρόνοιες η αγωγή ή η ανταπαίτηση θα θεωρείται ως εγκαταλειφθείσα και θα απορρίπτεται από το Δικαστήριο στη λήξη της περιόδου των 60 ημερών, με έξοδα εναντίον του ενάγοντα ως θα είναι η περίπτωση. Η έννοια του ενάγοντα και της αγωγής, καλύπτει και τον ανταπαιτούντα διάδικο, και, αναλόγως, την ανταπαίτηση. (δ) Η κατά τα ανωτέρω απόρριψη της αγωγής ή της ανταπαίτησης, ως θα είναι η περίπτωση, δεν θα συνιστά κώλυμα καταχώρησης νέας αγωγής ή ανταπαίτησης με την ίδια αιτία αγωγής και δεν θα συνιστά προς τούτο κώλυμα ο καθορισμένος, ανάλογα με την περίπτωση, χρόνος παραγραφής. (ε) Τα έξοδα εναντίον του ενάγοντα ή του ανταπαιτούντος ως θα είναι η περίπτωση θα υπολογίζονται και η πληρωμή τους θα συνιστά προαπαιτούμενο καταχώρησης νέας αγωγής κατά την παράγραφο (δ) ανωτέρω. Το νέο κλητήριο θα φέρει σημείωμα ότι πρόκειται για «Νέα αγωγή σε σχέση με αγωγή αρ.... που απορρίφθηκε την .... συνεπεία των προνοιών της Δ 30 Θ1» και τα τέλη καταχώρησης της (χαρτόσημα, δικηγορόσημα ή άλλα) θα είναι τα διπλάσια εκείνων που αναλογούν στην κλίμακα της αγωγής ή της ανταπαίτησης ως θα είναι η περίπτωση.
- (α) Διάδικος στην αγωγή υποχρεούται να καταθέσει στο Πρωτοκολλητείο μέσα σε 30 μέρες από την έκδοση και επίδοση της κλήσης το συνημμένο στον Τύπο 25, Παράρτημα, συμπληρωμένο ως προς όλα τα στοιχεία αυτού. (β) Οι προθεσμίες των 30 ημερών που καθορίζονται ανωτέρω στους Θεσμούς 1(α) και 2(α) δεν παρατείνονται εκτός αν καταδειχθεί στο Δικαστήριο ότι υπήρχε αντικειμενική αδυναμία συμμόρφωσης με τις εν λόγω προθεσμίες ή άλλος καλός λόγος που να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για παράταση τους. » (Η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου) Εξέταση της Αίτησης Το Δικαστήριο έχει μελετήσει πολύ προσεκτικά την επίδικη αίτηση και την ένσταση, μαζί με τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν. Για λόγους που έχω ήδη εξηγήσει σε άλλο σημείο πιο πάνω θα ασχοληθώ κατά προτεραιότητα με το θέμα της επαναφοράς της αγωγής. Είναι αυτονόητο ότι εάν η κατάληξη του Δικαστηρίου εν σχέση με το θέμα αυτό είναι πως η αγωγή δεν μπορεί να επαναφερθεί, τα υπόλοιπα θέματα που αφορούν παράταση χρόνου για να καταχωρηθεί απάντηση στην υπεράσπιση και κλήση για οδηγίες δεν κρίνεται σκόπιμο να εξεταστούν. (α) Νομική βάση της αίτησης - Δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εκδώσει το διάταγμα Εξ' αρχής αναφέρεται ότι δεν υπάρχει στην ένσταση σχετικός λόγος ένστασης. Το θέμα εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο επειδή ακριβώς αφορά την ύπαρξη ή όχι δικαιοδοσίας στο Δικαστήριο να εξετάσει την αίτηση και να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα επαναφοράς. Είναι ξεκάθαρο αναφέρεται πως στη νομική βάση της αίτησης δεν υπάρχει καμία διάταξη ή συγκεκριμένος Θεσμός που να παρέχει στο Δικαστήριο δικαιοδοσία και εξουσία να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα επαναφοράς. Ακριβώς δε επειδή το θέμα εξετάζεται αυτεπάγγελτα και ελλείψει σχετικού λόγου ένστασης εδόθη η ευκαιρία στους συνηγόρους σήμερα να τοποθετηθούν επί του θέματος. Ο συνήγορος της ενάγουσας σημειώνεται ανέφερε γενικά πως είναι ένα θέμα που μπορεί να διορθωθεί με βάση τη Δ.
- Όταν όμως του υπεδείχθη από το Δικαστήριο πως η Δ.64 από μόνη της, ελλείψει διάταξης που να παρέχει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο για το ζητούμενο δεν έχει κάποια αξία και του ζητήθηκε να υποδείξει την συγκεκριμένη διάταξη στην οποία βασίζεται η αίτηση εν σχέση με το θέμα επαναφοράς, δεν έδωσε κάποια συγκεκριμένη απάντηση και ζήτησε λίγο χρόνο για να μελετήσει το θέμα. Του δόθηκε ο χρόνος και επανερχόμενος ανέφερε απλά ότι θα περιοριστεί στο κείμενο της αγόρευσης του. Ο κ.Ενταφιανός επί του θέματος ανέφερε ουσιαστικά ότι αν μπορούσαν να γίνουν διαβήματα για επαναφορά αυτό θα αναφερόταν στους Θεσμούς. Δυστυχώς ανέφερε η Διάταξη 30 είναι απόλυτη και το μόνο δικαίωμα που έχει η ενάγουσα (με βάση την εν λόγω Διάταξη) είναι να επανακαταχωρήσει την αγωγή. Σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.48 Θ.1 και 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, κάθε αίτηση θα πρέπει να υποβάλλεται γραπτώς και να αναφέρει τη φύση του αιτήματος και το συγκεκριμένο άρθρο του νόμου ή τον συγκεκριμένο θεσμό στον οποίο αυτή βασίζεται. Η χρήση της λέξης «shall» στο αντίστοιχο Αγγλικό κείμενο αναμφίβολα καταδεικνύει ότι πρόκειται για επιτακτική πρόνοια η οποία επιβάλλει υποχρέωση, και όχι δικαίωμα επιλογής, συμμόρφωσης με αυτή. Σχετικές επί τούτου είναι οι υποθέσεις Φαλέκκου v. Χριστοφίδη, Πολ. Έφ. 63/10, ημ.17.12.13, και Wunderlich v. Παναγιώτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 366. Η προαναφερόμενη δικονομική διάταξη αποτέλεσε αντικείμενο αναφοράς στην υπόθεση Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδης κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 965, στην οποία υιοθετήθηκε η υπόθεση Kouppas and another v. Vassiliades
(1981)1 J.S.C. 120 και η αρχή ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις «ο καθορισμός του νομικού υπόβαθρου, με αναφορά στο άρθρο ή άρθρα της νομοθεσίας και των θεσμών που το στοιχειοθετούν, αποτελεί, σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.48 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όρο απαράβατο για την εγκυρότητα του δικονομικού μέτρου». Το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Μαχλουζαρίδης είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικό: «Το σκεπτικό του Δικαστηρίου στην υπόθεση Kouppa συνοψίζεται στο πιο κάτω απόσπασμα: .. Σε μετάφραση: "Ο καθορισμός των θεσμών στους οποίους στηρίζεται το ενδιάμεσο δικονομικό μέτρο (αίτηση με κλήση) δεν είναι όπως κατανοώ μόνο θέμα τύπου αλλά ουσιαστική δικονομική διάταξη, η οποία πρέπει να ακολουθείται αυστηρά. εν όψει του ότι η ενδιάμεση διαδικασία συνιστά διαδικασία ασυνήθη χαρακτήρα για το λόγο ότι τα επίδικα θέματα εκδικάζονται έξω από το πλαίσιο της ολοκληρωμένης δίκης που αποτελεί τη συνήθη οδό για την εκδίκαση των επίδικων θεμάτων. Συνεπώς τα δικονομικά εχέγγυα τα οποία αποβλέπουν στον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και του πλαισίου εκδίκασής τους πρέπει να τηρούνται με σχολαστικότητα ιδιαίτερα στην περίπτωση των επιτακτικών προνοιών της Δ.48 θ.1. Δεν είναι τυχαίο ότι το νομικό υπόβαθρο της αίτησης πρέπει, αντίθετα με την έκθεση απαιτήσεως, να καθορίζεται. συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι που επιβάλλουν όπως παρεμφερή θέματα προσδιορίζονται τόσο νομικά όσο και πραγματικά με ακρίβεια ώστε το Δικαστήριο, χωρίς υπέρμετρη καθυστέρηση, να είναι σε θέση να τα εξετάσει και με αυτό τον τρόπο να επιστρώσει το έδαφος διά την εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς." Συμφωνούμε με τις αρχές που διατυπώνονται στην Kouppa ως προς το δικονομικό πλαίσιο το οποίο διέπει την έγκυρη έγερση ενδιάμεσων αιτήσεων.» Η πιο πάνω απόφαση ακολουθήθηκε και σε μεταγενέστερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. Γιαννάκης Φλουρέντζου κ.α. ν. Cashgrove Betting Ltd κ.α.
(2007)1 ΑΑΔ 393 , Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λ. Ιορδάνους Λτδ.
(2001)1 ΑΑΔ 743 και Μάριος Κουλέρμος, ανήλικος διά του πλησιέστερου φίλου, πατρός και κηδεμόνος αυτού Ανδρέα Κουλέρμου ν. Ξένιας Κουμπαρίδου
(2000)1 ΑΑΔ 493). Στην υπόθεση Γιαννάκης Φλουρέντζου κ.α. ν. Cashgrove Betting Ltd κ.α.
(2007)1 ΑΑΔ 393 το Εφετείο απασχόλησε αίτηση για επαναφορά έφεσης. Σύμφωνα με το Εφετείο καμία από τις δικονομικές διατάξεις στις οποίες στηριζόταν η αίτηση δεν είχε εφαρμογή. Έγινε αναφορά στη σχετική Νομολογία και αναφέρθηκε ότι μια ενδιάμεση αίτηση πρέπει απαραιτήτως να προσδιορίζει τις δικονομικές διατάξεις πάνω στις οποίες βασίζεται. Αυτό σημαίνει ότι η αίτηση θα πρέπει να στηρίζεται στην ορθή δικονομική και/ή νομική διάταξη. Αν η διάταξη στην οποία στηρίζεται η αίτηση είναι άσχετη, τότε, η νομική της βάση είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη. Το γεγονός ότι η αίτηση δεν στηριζόταν στην ορθή δικονομική διάταξη κρίθηκε πως αποτελούσε επαρκή λόγο για απόρριψη της. Στην υπόθεση Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λ. Ιορδάνους Λτδ.
(2001)1 ΑΑΔ 743, που αναφέρεται πιο πάνω, κατά την διάρκεια της ακρόασης της έφεσης ζητήθηκε από τον συνήγορο του εφεσείοντος η τροποποίηση των λόγων έφεσης σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.25 θ.1 και Δ.48 θ.1 και 2, έτσι που να συμπεριληφθεί έβδομος λόγος έφεσης. Η εφεσίβλητη εταιρεία πρόβαλε ένσταση ισχυριζόμενη, μεταξύ άλλων, ότι οι αναφερόμενοι στην αίτηση θεσμοί δεν μπορούσαν να στηρίξουν το αίτημα. Ήταν η θέση της εφεσίβλητης ότι η εμβέλεια της Δ.25, θ.1 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας επί της οποίας στηριζόταν η αίτηση περιορίζεται στην τροποποίηση δικογράφων που αφορούν σε πολιτικές διαδικασίες ενώπιον πρωτόδικων Δικαστηρίων. Η ορθή Κανονιστική Διάταξη ήταν εκείνη της Δ.35 θ.4, πλην όμως δεν χωρούσε διορθωτική επέμβαση με την καταφυγή στις πρόνοιες της Δ. 64. Λέχθηκαν τα ακόλουθα από το Ανώτατο Δικαστήριο: «Η εισήγηση της εφεσίβλητης ότι η αίτηση βασίζεται σε λανθασμένους Κανονισμούς είναι ορθή. Η Δ.48 θ.2 προνοεί ότι οι ενδιάμεσες αιτήσεις πρέπει απαραιτήτως να προσδιορίζουν τις νομικές διατάξεις πάνω στις οποίες βασίζονται. Και τούτο γιατί η ενδιάμεση διαδικασία της εξέτασης αιτήσεων έχει ένα ασυνήθιστο χαρακτήρα αφού τα επίδικα θέματα πρέπει να εξετάζονται έξω από τα πλαίσια της ολοκληρωτικής δίκης και με αυτό το πνεύμα ο προσδιορισμός τους πρέπει να γίνεται με ακρίβεια για να μπορεί το Δικαστήριο να επιστρώσει το έδαφος για τη γρήγορη εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς. (Ίδε Kouppa and another v. Vassiliadis [1981] 1 JSC 120). Οι αρχές που καθιερώθηκαν στην Kouppa and another v. Vassiliadis υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη και άλλων
(1990)1 Α.Α.Δ. 965 όπου τονίστηκε ότι απαράβατοι όροι της εγκυρότητας του δικονομικού πλαισίου μιας ενδιάμεσης αίτησης είναι η αναφορά στα άρθρα και στους θεσμούς που στοιχειοθετούν το νομικό υπόβαθρο της αίτησης». Η σημασία της συμπερίληψης του ορθού νομικού βάθρου σε ενδιάμεση αίτηση τονίσθηκε από το Εφετείο και στην μεταγενέστερη υπόθεση Μάριος Κουλέρμος, ανήλικος διά του πλησιέστερου φίλου, πατρός και κηδεμόνος αυτού Ανδρέα Κουλέρμου ν. Ξένιας Κουμπαρίδου
(2000)1 ΑΑΔ 493 που επίσης αναφέρεται πιο πάνω. Στην υπόθεση αυτή το Εφετείο ακύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με βάση την οποία απορρίφθηκε η αγωγή κατόπιν αίτησης της εναγόμενης. Ένας από τους λόγους στους οποίους το Εφετείο βάσισε την απόφασή του ήταν ότι με βάση όσα αποφασίστηκαν επί του σημείου τούτου στην υπόθεση Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη και άλλων (πιο πάνω), καμία εκ των θεσμικών διατάξεων στις οποίες θεμελιώθηκε η αίτηση δεν παρείχαν έρεισμα στο αίτημα της εναγόμενης. Στην Αίτηση Αρ. 109/00 της Παρασκευούς Μάρκου Κκαφά Αντωνίου (Αρ. 1)
(2000)1Γ ΑΑΔ 1868 λέχθηκαν στις σελίδες 1871-1872 τα ακόλουθα: «Ισχυρίζεται έτσι η αιτήτρια στην παρούσα αίτηση ότι οι επίδικες αιτήσεις δεν περιέχουν, όπως θα έπρεπε, τα δικαιοδοτικά άρθρα και ειδικά στη μονομερή αίτηση δεν φαίνεται πού βασίζεται η δικαιοδοσία του Δικαστήριο να εκδώσει διάταγμα και συγκεκριμένα δεν γίνεται αναφορά στο άρθρο 9 του Κεφ.6 για ενδιάμεσες αιτήσεις επειγούσης φύσεως. Όπως έχει λεχθεί στην Μαχλουζαρίδη ν. Ιωαννίδη και Άλλων
(1990)1 A.A.Δ. 965 ". o καθορισμός του νομικού βάθρου, με αναφορά στο άρθρο ή άρθρα της νομοθεσίας και των θεσμών που τον στοιχειοθετούν, αποτελεί, σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.48, θ.1 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όρο απαράβατο για την εγκυρότητα του δικονομικού μέτρου». Στην βάση της σαφούς νομολογημένης αρχής ότι σε ενδιάμεση αίτηση ο καθορισμός του νομικού βάθρου με αναφορά στους θεσμούς που το στοιχειοθετούν αποτελεί σύμφωνα με την Δ.48 θ.1 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας όρο απαράβατο για την εγκυρότητα του δικονομικού μέτρου συνάγεται ότι η επίδικη αίτηση πάσχει θεμελιωδώς, κάτι που σηματοδοτεί και την αποτυχία της. Υπό το φως των πιο πάνω και αφ' ης στιγμής η μη στήριξη της αίτησης στην ορθή δικονομική διάταξη άπτεται της εγκυρότητάς της δεν παρέχεται και δεν μπορεί εκ προοιμίου να παρέχεται η δυνατότητα διορθωτικής ενέργειας στην βάση της Διάταξης 64 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Εν πάση περιπτώσει με δεδομένο ότι η πλευρά της ενάγουσας απέτυχε να υποδείξει συγκεκριμένη διάταξη που να παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει το διάταγμα, θα ήταν άσκοπη κρίνω η εξέταση του θέματος υπό το φώς της Δ.64 και της εξουσίας που έχει το Δικαστήριο για άρση παρατυπίας. Συνεπώς με βάση όσα αναφέρονται πιο πάνω το αίτημα της ενάγουσας για επαναφορά της αγωγής απορρίπτεται. (β) Δυνατότητα επαναφοράς της αγωγής που απορρίπτεται με βάση τη Δ.30 Θ.1(γ). Ανεξάρτητα από το σημείο (α) πιο πάνω, προχωρώ και λέω ότι μελετώντας την Δ.30 στο σύνολο της προκύπτει πως δεν υπάρχει σε κάθε περίπτωση πρόνοια για επαναφορά της αγωγής που απορρίπτεται με βάση τη Δ.30 Θ.1(γ). Όταν απορρίπτεται η αγωγή τότε ο ενάγοντας έχει δικαίωμα να καταχωρήσει νέα αγωγή. Η απόρριψη της πρώτης αγωγής δεν συνιστά με βάση τη Δ.30 Θ.1 (δ) «κώλυμα καταχώρησης νέας αγωγής, με την ίδια αιτία αγωγής και δεν θα συνιστά προς τούτο κώλυμα ο καθορισμένος, ανάλογα με την περίπτωση, χρόνος παραγραφής». Συνεπώς η ενάγουσα εδώ δεν μπορεί να ζητά επαναφορά της αγωγής, όμως έχει δικαίωμα να καταχωρήσει νέα αγωγή, συμμορφούμενη όμως με τις πρόνοιες της Δ.30 Θ.1 (ε). Ενόψει της κατάληξης μου στα σημεία (α) και (β) πιο πάνω δεν κρίνω σκόπιμο να εξετάσω οποιοδήποτε άλλο θέμα. Κατάληξη Η αίτηση ημερ. 28/05/15 απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του εναγόμενου-καθ'ού η αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας-αιτήτριας. (Υπ.) ............... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Interim Αναφορά: Αστικές/Αίτηση για επαναφορά αγωγής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο