← Κύπρος

CHR. ATHANASIOU CONSTRUCTIONS & DEVELOPMENTS LTD ν. Σώτου Σωτηρίου, Αρ. Αγωγής: 2745/15, 23/10/2015

CHR. ATHANASIOU CONSTRUCTIONS & DEVELOPMENTS LTD ν. Σώτου Σωτηρίου, Αρ. Αγωγής: 2745/15, 23/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A296 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2745/15 Mεταξύ: CHR. ATHANASIOU CONSTRUCTIONS & DEVELOPMENTS LTD Eναγόντων - και - Σώτου Σωτηρίου Εναγομένου ------------------ Aίτηση ημερ. 6.7.15 ------------------- Hμερομηνία: 23.10.15 Για τους αιτητές-ενάγοντες: κος Μ. Ιωάννου Για τον καθ'ου η αίτηση-εναγόμενο: κα Χριστοδουλίδου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την χωρίς ειδοποίηση αίτηση τους οι ενάγοντες-αιτητές ζητούν: "A. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον τον Εναγόμενο προσωπικά και/ή ομού και/ή αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα και/ή οποιουσδήποτε υπαλλήλους και/ή υπηρέτες και/ή αντιπροσώπους του και/ή οποιοδήποτε πρόσωπο ενεργεί εκ μέρους και/ή για λογαριασμό του όπως παύσουν να επεμβαίνουν καθ' οιονδήποτε τρόπο εις το ακίνητο των Εναγόντων αρ. εγγραφής 0/20546 Φ/Σχ. --/2-208-341 Τμήμα 6 Τεμάχιο 78 τοποθεσία Μιξούδια Ενορία Ποταμός Γερμασόγειας Λεμεσός και/ή όπως το Δικαστήριο κρίνει δίκαιον υπό τις περιστάσεις μέχρι αποπεράτωσης της παρούσης αγωγής και/ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Οποιονδήποτε άλλο Διάταγμα που το Σεβαστό Δικαστήριο κρίνει εύλογο και δίκαιο υπό τις περιστάσεις.» Η αίτηση βασίζεται στο Νόμο Πολιτικής Δικονομίας Κεφ. 6, άρθρα 4, 5 και 9, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 στη Δ.39 θ.1 θ.2, Δ.48 θ.1, 2 και 3 στις γενικές αρχές πρακτική και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κ. Χριστάκη Αθανασίου στην οποία αναφέρει ότι είναι ο διευθυντής της ενάγουσας εταιρείας και γνωρίζει πλήρως τα γεγονότα της υπόθεσης. Οι ενάγοντες είναι εταιρεία που ασχολείται με την ανάπτυξη ακινήτων και την αξιοποίηση τους με την ανέγερση ακινήτων τα οποία διαθέτουν προς πώληση. Στις 7.5.15 οι ενάγοντες αγόρασαν από την εταιρεία A. N Xατζηευαγγέλου Λτδ το επίδικο ακίνητο και αφού πλήρωσαν το τίμημα πώλησης στην πωλήτρια εταιρεία, στις 29.5.15 το ακίνητο ενεγράφη επ' ονόματι τους. Οι ενάγοντες προχώρησαν στην ετοιμασία αρχιτεκτονικών σχεδίων για την ανέγερση τριώροφης οικοδομής προκειμένου να τα καταθέσουν για την εξασφάλιση των σχετικών αδειών. Περί τα μέσα Ιουνίου 2015 οι ενάγοντες μετέβηκαν με ειδικό συνεργείο στο επίδικο ακίνητο για να καθαρίσουν το χώρο και να προβούν σε προκαταρκτικές εργασίες για την ανέγερση της οικοδομής όμως ο εναγόμενος τους εμπόδισε και οι ενάγοντες για να αποφύγουν φασαρίες με τον εναγόμενο εγκατέλειψαν το χώρο και έδωσαν οδηγίες στο δικηγόρο τους να καταχωρίσει την παρούσα αγωγή και αίτηση. Ο εναγόμενος ανέφερε στους ενάγοντες και ή αντιπρόσωπους τους ότι οι προηγούμενοι ιδιοκτήτες του ακινήτου του παραχώρησαν το ακίνητο για να φυτεύει λαχανικά. Οι ενάγοντες αποτάθηκαν στους προηγούμενους ιδιοκτήτες οι οποίοι τους ανέφεραν ότι ο εναγόμενος παράνομα και αυθαίρετα και χωρίς οποιαδήποτε άδεια φύτευε λαχανικά αφού διέμενε σε παρακείμενο ακίνητο. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει περαιτέρω ότι ο ίδιος επισκέφθηκε το επίδικο ακίνητο προσπάθησε να συνομιλήσει με τον εναγόμενο για να παύσει να επεμβαίνει στο ακίνητο αλλά ο εναγόμενος του ανέφερε ότι θα εγκαταλείψει το ακίνητο εάν οι ενάγοντες του πληρώσουν το χρηματικό ποσό των €20.

  1. Ο εναγόμενος όπως είναι ο ισχυρισμός των εναγόντων ουδεμία σχέση έχει με το ακίνητο αφού οι προηγούμενοι ιδιοκτήτες τους πληροφόρησαν ότι ουδέποτε του είχαν ενοικιάσει ή παραχωρήσει το ακίνητο αλλά ούτε και υπήρχαν οποιαδήποτε φυτεμένα λαχανικά στο ακίνητο. Είναι περαιτέρω η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο δεν εκδώσει το ζητούμενο διάταγμα οι ενάγοντες-αιτητές θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά από την καθυστέρηση στην εκτέλεση οικοδομικών εργασιών αφού ο εναγόμενος παράνομα και αυθαίρετα επεμβαίνει στο ακίνητο των εναγόντων χωρίς να έχει οποιαδήποτε βάσιμη δικαιολογία αλλά με απώτερο σκοπό τον εκβιασμό για την εξασφάλιση χρημάτων. Το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες όπως η αίτηση επιδοθεί στον καθ'ου η αίτηση-εναγόμενο και στην αίτηση αυτή ο καθ'ου η αίτηση-εναγόμενος καταχώρισε ένσταση. Οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: Το πραγματικό και/ή νομικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίζεται η Αίτηση της Ενάγουσας/Αιτήτριας ημερομηνίας 06/07/2015 για έκδοση από το Δικαστήριο προσωρινού Διατάγματος («η Αίτηση») δεν δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος και/ή το αιτούμενο Διάταγμα δεν ευρίσκει έρεισμα στις οικείες νομικές αρχές και/ή την νομολογία και/ή δεν συντρέχουν ικανοποιητικοί λόγοι, για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου Διατάγματος. Eπιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά και χωρίς επηρεασμό του προηγούμενου λόγου ένστασης η πραγματική πρόθεση των Εναγόντων/Αιτητών έγκειται στη χρήση μέσων δικαίου κατά τρόπο καταχρηστικό της διαδικασίας (manipulation of the procedure) και/ή οι Ενάγοντες/Αιτητές προωθούν την παρούσα δικαστική διαδικασία καταχρηστικά (abuse of process) και/ή η Αίτηση είναι κακόπιστη και/ή κακόβουλη (mala fides). Επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά και χωρίς επηρεασμό των προηγούμενων λόγων ένστασης οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από το Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60για την έκδοση προσωρινών Διαταγμάτων δεν πληρούνται και/ή δεν ικανοποιούνται. Επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά και χωρίς επηρεασμό των προηγούμενων λόγων ένστασης οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν έχουν αποσείσει το βάρος που βρίσκεται στους ώμους τους και/ή απέτυχαν να αποδείξουν ότι είναι δίκαιο και/ή θεμιτό και/ή προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να δοθεί η αιτούμενη θεραπεία την οποία επιζητούν με την Αίτηση τους ποσώς δε δεν νομιμοποιούνται στην έκδοση ενδιάμεσου προστατικού Διατάγματος αφού απέτυχαν να καταδείξουν την πιθανότητα πρόκλησης σε αυτούς ανεπανόρθωτης ζημιάς στην περίπτωση που το αιτούμενο Διάταγμα δεν εκδοθεί και εν πάση περιπτώσει η απαίτηση τους ως παρουσιάζεται δεν συνιστά μια ασυνήθιστα δυνατή και καθαρή περίπτωση που να δικαιολογεί την έκδοση προστακτικών Διαταγμάτων. Επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά και χωρίς επηρεασμό των προηγούμενων λόγων ένστασης η μαρτυρία υπέρ της Αίτησης είναι πρόδηλα αστήριχτη ώστε το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί σε αυτή προς το σκοπό έκδοσης των αιτούμενων Διαταγμάτων και/ή βασικά συστατικά στοιχεία έκδοσης αυτών απουσιάζουν ώστε η Αίτηση των Εναγόντων/Αιτητών δέον να απορριφθεί. Επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά και χωρίς επηρεασμό των προηγούμενων λόγων ένστασης οι Ενάγοντες/Αιτητές ανεπίτρεπτα επιδιώκουν την ανατροπή του υφιστάμενου status quo με σκοπό μάλιστα την ικανοποίηση στην πράξη της τελικής τους αξίωσης. Επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά και χωρίς επηρεασμό των προηγούμενων λόγων ένστασης οι Ενάγοντες/Αιτητές επιδιώκουν ανεπίτρεπτα την εκδίκαση της ουσίας της κυρίως υπόθεσης με την ενδιάμεση Αίτηση τους. viii. Επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά και χωρίς επηρεασμό των προηγούμενων λόγων ένστασης η Αίτηση των Εναγόντων/Αιτητών είναι κακόπιστη και συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας.» Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η ένσταση του καθ'ου η ένσταση φαίνονται στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου-καθ'ου η αίτηση κ. Σώτου Σωτηρίου ο οποίος αναφέρει ότι μετά από συμφωνία που έκανε το Νοέμβριο του 2009 με τον Νεόφυτο Χατζηευαγγέλου εκ μέρους και για λογαριασμό των προηγούμενων ιδιοκτητών του επίδικου ακινήτου, του παραχωρήθηκε δικαίωμα χρήσης του εν λόγω ακινήτου για σκοπούς καλλιέργειας βιολογικών προϊόντων. Μετά από την παραχώρηση της άδειας προέβηκε σε εργασίες για επίχωση με φυτόχωμα, τοποθέτησε σύστημα άρδευσης και έχει φυτέψει οπωροκηπευτικά, λεμονόδεντρα κα άλλα εσπεριδοειδή και παράλληλα έχει περιφράξει το ακίνητο με θαμνώδη φυτά. Ήταν επίσης όρος της συμφωνίας με τους προηγούμενους ιδιοκτήτες ότι σε περίπτωση που το επίδικο ακίνητο θα απαιτείτο για την αξιοποίηση του θα του εδίδετο εύλογη προειδοποίησης που δεν θα ήταν λιγότερη του ενός έτους ώστε να μπορέσει να μεταφέρει τις καλλιέργειες και εγκαταστάσεις του σε άλλο κατάλληλο χώρο. Στις 16.1.12 καταχωρήθηκε από τους προηγούμενους ιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου εναντίον του η αγωγή με αρ. 176/12 με την οποία ζητούσαν την έκδοση διατάγματος για άμεσο τερματισμό της επέμβασης στο ακίνητο, την απαγόρευση της εισόδου και ή της χρήσης του ακινήτου ή διαζευκτικά την αποζημίωση ύψους €5.
  2. Οι προηγούμενοι ιδιοκτήτες όπως ισχυρίζεται ο εναγόμενος συμφώνησαν μαζί του στα πλαίσια διευθέτησης της αγωγής αρ. 176/12 την καταβολή αποζημίωσης στον ίδιο από τον νέο αγοραστή του ακινήτου η οποία αποζημίωση συμφωνήθηκε στο ποσό των €15.000 πλέον την καταβολή των δικηγορικών εξόδων στους δικηγόρους του που δημιουργήθηκαν στην υπόθεση 176/
  3. Οι ενάγοντες μέσω του δικηγόρου τους συμφώνησαν όπως ισχυρίζεται ο εναγόμενος, να του καταβληθεί το ποσό των €15.000 πλέον τα δικηγορικά έξοδα που δημιουργηθήκαν στα πλαίσια της υπόθεσης 176/12 και να παραδώσει το ακίνητο στον ενδιαφερόμενο αγοραστή εντός 6 μηνών από την επίτευξη της συμφωνίας. Μάλιστα όπως ισχυρίζεται ο ενόρκως δηλών, ο δικηγόρος των εναγόντων τον διαβεβαίωσε πως σε περίπτωση που η αγορά του επίδικου ακινήτου θα προχωρούσε, να θεωρήσει ότι το θέμα είχε διευθετηθεί και ότι ο ίδιος θα αναλάμβανε την πληρωμή των αποζημιώσεων για λογαριασμό του πελάτη του. Ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες ουδέποτε τον ενημέρωσαν ότι αγόρασαν το επίδικο ακίνητο αλλά αυτό το πληροφορήθηκε μετά την επίδοση των εγγράφων που αφορούσε την παρούσα υπόθεση και η παρούσα διαδικασία γίνεται αποκλειστικά και μόνο για να δικαιολογηθεί η υπαναχώρηση των εναγόντων από τα συμφωνηθέντα. Είναι περαιτέρω ο ισχυρισμός του Σώτου Σωτηρίου ότι η κατοχή του επίδικου ακινήτου δεν συνιστά επέμβαση και οι αιτητές δεν αποκαλύπτουν οποιοδήποτε βάσιμο λόγο που να δικαιολογεί την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων αλλά περαιτέρω τα όσα αναφέρει ο Χριστάκης Αθανασίου στην ένορκη του δήλωση αποτελούν παραποίηση των γεγονότων και απόκρυψη της αλήθειας. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών ανέπτυξαν τις θέσεις τους μέσα από τις αγορεύσεις τους στις οποίες θα αναφερθώ όπου κριθεί σκόπιμο. Η αίτηση στηρίζεται τόσο στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όσο και στο άρθρο 4 του Κεφ.
  4. Το άρθρο 4 έχει σχέση με έκδοση διαταγμάτων που σχετίζονται με το αντικείμενο της αγωγής και το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπίπτοντων διαταγμάτων και εξετάστηκε σε σωρεία αποφάσεων (βλ. Odysseos v. Pieris Estates

(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motoria Ltd
(1987)1 C.L.R. 303, Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.ά.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453). Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο Ενάγων σε θεραπεία, και (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο Ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο και/ή ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η πιθανότητα στο πλαίσιο της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον ενάγοντα/αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση δηλαδή ότι χωρίς τη έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Οι δύο πρώτες προϋποθέσεις είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετες ιδιαίτερα στην περιορισμένη έκταση εξέτασης σ' αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που περιέχεται στις ένορκες δηλώσεις. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις, το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα (βλ. Bacardi v. Vinco
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, Ζωντίλης ν. Αντρέου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1603 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ ν. C. Kokkouris Trading
(1998)1 A.A.Δ. 149). Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του και πρέπει να αποφύγει την αναλυτική εξέταση των επίδικων θεμάτων της αγωγής, καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 και όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograbska Banka
(1999)1(A) A.A.Δ. 225, 235: "οι διαπιστώσεις στις οποίες προβαίνουμε, γίνονται για τους σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος, . Όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εξεταστεί η ουσία της." Στην υπόθεση επίσης P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802 αναφέρθηκε ότι: "Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του." Μια από τις αρχές που το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας να εκδώσει ή όχι ένα προσωρινό διάταγμα είναι το ανεπιθύμητο να ζητείται με την αίτηση για προσωρινό διάταγμα ουσιαστικά η ίδια θεραπεία με αυτή της κυρίως αγωγής ούτως ώστε να αναγκάζεται το Δικαστήριο να εκδικάζει το ίδιο θέμα σε δύο περιπτώσεις. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση R.Κ.B. Leathergoods Limited v. Βιργινίας Ευαγγέλου Αγγελίδη
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 1071, «προστακτικό διάταγμα δεν εκδίδεται ποτέ ως εάν να είναι κάτι το βέβαιο ή φυσικό και η έκδοση του εμπίπτει πάντοτε στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου.». Οι αρχές επί των οποίων εκδίδεται προστακτικό διάταγμα έχουν τεθεί στην υπόθεση Morris v. Redland Bricks Ltd
(1970)A.C. 652, 665, 666 και έχουν υιοθετηθεί από τον Δικαστή Καλλή στην υπόθεση R.Κ.B. Leathergoods Limited (ανωτέρω) και είναι οι εξής:
  1. Προστακτικό διάταγμα μπορεί μόνο να χορηγηθεί όπου ενάγων αποδεικνύει ισχυρή πιθανότητα ότι θα υποστεί σοβαρή ζημιά στο μέλλον.
  2. Όπου οι αποζημιώσεις δεν θα αποτελούν επαρκή θεραπεία αν επισυμβεί τέτοια ζημιά. Αυτό αποτελεί μόνο εφαρμογή της γενικής αρχής της επιείκειας.
  3. Αντίθετα προς την περίπτωση όπου εκδίδεται απαγορευτικό διάταγμα για να αποτρέψει τη συνέχιση ή επανάληψη μιας άδικης πράξης το θέμα της δαπάνης που θα υποστεί ο εναγόμενος για να εκτελέσει έργα τα οποία αποτρέπουν ή μειώνουν την πιθανότητα διάπραξης μιας μελλοντική αδικοπραξίας πρέπει να αποτελεί στοιχείο που θα λαμβάνεται υπόψη: (α) Όπου ο εναγόμενος έχει ενεργήσει χωρίς να λάβει υπόψη τα δικαιώματα του γείτονα του ή έχει προσπαθήσει να κερδίσει πλεονέκτημα έναντι του ή έχει προσπαθήσει να αποφύγει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου ή για να συνοψίσουμε, έχει ενεργήσει αδικαιολόγητα και παράλογα σε σχέση με το γείτονα του μπορεί να διαταχθεί να διορθώσει τις αδικαιολόγητες και παράλογες πράξεις του με την εκτέλεση εργασίας για επαναφορά του status quo έστω και αν η δαπάνη είναι δυσανάλογη με το πλεονέκτημα που θα πάρει ο ενάγων. (β) Πλην όμως όπου ο εναγόμενος έχει ενεργήσει με λογικό τρόπο μολονότι, όπως αποδεικνύεται, εσφαλμένα η δαπάνη της θεραπείας των προηγούμενων ενεργειών του με θετικές πράξεις είναι πολύ σημαντικός παράγων.
  4. Αν στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο αποφασίσει ότι πρόκειται για κατάλληλη περίπτωση χορήγησης προστακτικού διατάγματος τότε το Δικαστήριο πρέπει να προσέξει να διασφαλίσει όπως ο εναγόμενος γνωρίζει επακριβώς τι οφείλει να πράξει και αυτό σημαίνει όχι ως ζήτημα νόμου αλλά ως ζήτημα γεγονότων, έτσι ώστε όταν εκτελεί το διάταγμα να μπορεί να δίδει στους εργολάβους του τις κατάλληλες οδηγίες. Στην HjiNicolaou v. Gavriel and Another
(1965)1 C.L.R. 421, 431 χορηγήθηκε προστακτικό διάταγμα αφού λήφθηκαν υπόψη «οι περιστάσεις που περιβάλλουν την υπόθεση». Στην Colls Home and Colonial Stores
(1904)A.C. 193 λέχθηκε ότι αν ο ίδιος ο εναγόμενος έχει ενεργήσει με δόλια και ληστρική περιφρόνηση έναντι των δικαιωμάτων του ενάγοντος «θα χορηγηθεί προστακτικό διάταγμα ακόμη και στις περιπτώσεις όπου κατά τα άλλα δεν θα χορηγείτο γιατί ήταν πολύ ασήμαντο για τη θεραπεία» («too trifling for the remedy»). Στην υπόθεση Αντώνη Χ"Κωνσταντή ν. Μαργαρίτας Χ"Κωνσταντή
(1998)1 Α.Α.Δ. 1827 αναφέρθηκε ότι: "Πρέπει να εξετάζονται με πολλή προσοχή αιτήσεις για προσωρινά διατάγματα εκκρεμούσης της αγωγής όπου το αιτούμενο διάταγμα ζητά το ίδιο διάταγμα στην αγωγή του. Δεν αποκλείει όμως τη δυνατότητα έκδοσης προσωρινού διατάγματος ως εκείνο που ζητείται δια της αγωγής όπου τα γεγονότα το επιτρέπουν, ασκώντας το Δικαστήριο τη διακριτική του εξουσία." Είναι γεγονός το οποίο προκύπτει μέσα από την οπισθογράφηση της απαίτησης ότι το αίτημα στην αίτηση για ενδιάμεσο διάταγμα είναι και ένα από τα αιτήματα στην οπισθογράφηση απαίτησης. Στην οπισθογράφηση απαίτησης φαίνεται περαιτέρω ότι οι ενάγοντες ζητούν όπως ο εναγόμενος παραδώσει ελεύθερη κατοχή του ακινήτου, όπως απομακρύνει οποιαδήποτε προσωπικά του αντικείμενα, όπως παύσει να εμποδίζει τους ενάγοντες να εκτελούν οποιαδήποτε εργασία και να εισέρχεται στο ακίνητο των εναγόντων και ζητούν επίσης εναντίον του εναγομένου ως αποζημιώσεις το ποσό των €10.000 μηνιαίως από τη στέρηση ανάπτυξης του επίδικου ακινήτου εκ μέρους των εναγόντων. Όπως ισχυρίζονται περαιτέρω στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση οι ενάγοντες, αγόρασαν το επίδικο ακίνητο, αυτό ενεγράφη επ' ονόματι τους και κατέβαλαν στην πωλήτρια εταιρεία ολόκληρο το ποσό αγοράς. Οι ενάγοντες είναι εταιρεία ανάπτυξης ακινήτων και έχει προχωρήσει σε προκαταρκτικές εργασίες για την ανέγερση οικοδομής στο επίδικο ακίνητο. Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αμφισβητούνται από τον εναγόμενο. Ο εναγόμενος αρνείται να εγκαταλείψει το ακίνητο γιατί όπως ισχυρίζεται θα πρέπει οι ενάγοντες να του πληρώσουν το ποσό των €20.000 ως αποζημιώσεις. Είναι ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι ο εναγόμενος δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με το επίδικο ακίνητο, δεν υπάρχουν στο χώρο φυτεμένα λαχανικά όπως είναι ο ισχυρισμός του εναγόμενου, αλλά αυθαίρετα και παράνομα επεμβαίνει στο ακίνητο των εναγόντων χωρίς να έχει οποιαδήποτε βάσιμη δικαιολογία. Όπως προκύπτει μέσα από την ένορκη δήλωση του εναγόμενου Σώτου Σωτηρίου, του παραχωρήθηκε το ακίνητο για σκοπούς καλλιέργειας βιολογικών προϊόντων από τους προηγούμενους ιδιοκτήτες και ήταν όρος της μεταξύ τους συμφωνίας σε περίπτωση που το επίδικο ακίνητο θα απαιτείτο για την αξιοποίηση του από τους τότε ιδιοκτήτες, θα του εδίδετο εύλογη προειδοποίηση που δεν θα ήταν λιγότερη του ενός έτους για να μπορέσει όπως ισχυρίζεται να μεταφέρει τις καλλιέργειες του και τις εγκαταστάσεις του σε άλλο χώρο. Στις 16.1.12 οι προηγούμενοι ιδιοκτήτες, όπως προκύπτει από την ένορκη του δήλωση, καταχώρισαν εναντίον του την αγωγή με αρ. 176/12 με την οποία ζητούν την έκδοση διατάγματος για άμεσο τερματισμό της επέμβασης στο ακίνητο, την απαγόρευση της εισόδου και της χρήσης του ακινήτου από τον εναγόμενο και την κατεδάφιση όλων των αντικειμένων και κατασκευών που τοποθετήθηκαν στο ακίνητο. Από αυτούς τους ισχυρισμούς του εναγόμενου και έχοντας πάντοτε υπόψη ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε τελικά ευρήματα σε σχέση με την αξιοπιστία της μαρτυρίας, είναι η λογική πορεία των πραγμάτων ότι εφόσον οι προηγούμενοι ιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου καταχώρισαν εναντίον του την αγωγή αρ. 176/12, έδωσαν στον εναγόμενο προειδοποίηση με τον πιο έντονο τρόπο ότι επιθυμούν να πάρουν την κατοχή του επίδικου ακινήτου. Οι προηγούμενοι ιδιοκτήτες πώλησαν το ακίνητο στους ενάγοντες, γεγονός που είναι επίσης παραδεκτό από τον εναγόμενο, έστω και αν ο ίδιος ισχυρίζεται ότι αυτό το πληροφορήθηκε όταν του επιδόθηκε η επιστολή τεκμήριο Δ και όχι προσωπικά από τους προηγούμενους ιδιοκτήτες. Οι ενάγοντες επιθυμούν την ανάπτυξη του επίδικου ακινήτου, το οποίο νόμιμα αγόρασαν και ενέγραψαν στο όνομα τους, έχουν προχωρήσει στην εκπόνηση αρχιτεκτονικών σχεδίων όπως φαίνεται στο τεκμήριο Γ και πρόθεση τους είναι η εξασφάλιση άδειας οικοδομής και η ανάπτυξη του ακινήτου. Ο εναγόμενος αυτό που ουσιαστικά απαιτεί από τους ενάγοντες είναι ποσό €15.000 όπως αναφέρει ο ίδιος ή €20.000 όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες ως αποζημίωση η οποία όπως ισχυρίζεται, συμφωνήθηκε μεταξύ του και των προηγούμενων ιδιοκτητών του επίδικου ακινήτου. Ακόμη και αν δεχθώ για σκοπούς συζήτησης τους ισχυρισμούς του εναγόμενου ότι συμφώνησαν και οι ενάγοντες στην καταβολή αποζημιώσεων, ο εναγόμενος δεν αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ποια άλλη ζημιά θα υποστεί εάν εγκαταλείψει το επίδικο ακίνητο. Εάν ο εναγόμενος δικαιούται στο ποσό της αποζημίωσης, είναι κάτι που θα αποτελεί αντικείμενο της αγωγής αλλά στην παρούσα αίτηση θεωρώ ότι δεν μπορεί να συνδεθεί με την άρνηση του να παύσει να επεμβαίνει στο επίδικο ακίνητο και οι ενάγοντες κρίνω ότι με τα όσα έχουν αναφέρει, στοιχειοθετούν τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32. Το ερώτημα που προκύπτει είναι αν είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος και εάν η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο είναι ικανοποιητικό μέτρο. Η έννοια της δικαιοσύνης όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση M & CH. Mitsingas Trading Ltd κ.ά. ν. Timperland Co of USA
(1977)1 C.L.R. 1791 δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου την θεραπεία. Στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης η μη έκδοση του διατάγματος θα είχε κατά την κρίση μου αλυσιδωτές αρνητικές επιπτώσεις αφού οι ενάγοντες θα εμποδίζονται στην ανάπτυξη του ακινήτου για το οποίο έχουν εκπονήσει αρχιτεκτονικά σχέδια και προχωρούν στην εξασφάλιση άδειας οικοδομής. Απαιτούν περαιτέρω από τον εναγόμενο αποζημιώσεις €10.000 μηνιαίως για την καθυστέρηση στην ανάπτυξη, ενώ ο εναγόμενος το μόνο που απαιτεί από τους ενάγοντες είναι το ποσό των €15.000 ή €20.000 ως αποζημιώσεις τις οποίες συμφώνησε όπως ισχυρίζεται με τους προηγούμενους ιδιοκτήτες και αποδέχθηκαν οι ενάγοντες, αναγνωρίζοντας ότι οι ενάγοντες είναι οι νέοι ιδιοκτήτες του ακινήτου. Η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο θεωρώ ότι δεν θα είναι ικανοποιητικό μέτρο για τους ενάγοντες και οι περαιτέρω ενέργειες του εναγόμενου στο ακίνητο θα αυξήσουν και θα πολλαπλασιάσουν τα προβλήματα στους ενάγοντες με απρόβλεπτο το ύψος των ζημιών ενώ για τον εναγόμενο η μοναδική απαίτηση του εναντίον των εναγόντων εάν επιτύχει είναι €15.000 ή €20.000 ως αποζημιώσεις. Όπως φαίνεται μέσα από τη νομολογία η οποία εφαρμόζεται στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, το προστακτικό διάταγμα μπορεί να εκδοθεί όπου ο εναγόμενος έχει ενεργήσει χωρίς να λάβει υπόψη τα δικαιώματα των εναγόντων και στην ουσία προσπαθεί να κερδίσει πλεονέκτημα έναντι των εναγόντων για συμφωνία που ισχυρίζεται ότι έκανε με τους προηγούμενους ιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου. Ως εκ τούτου θεωρώ με βάση τα πιο πάνω, ότι και στο ισοζύγιο της ευχέρειας είναι δίκαιο και εύλογο όπως εκδοθεί το ζητούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ"Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152 και Κυρίλλου ν. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1528). Για τους λόγους που αναφέρω πιο πάνω εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Α της αίτησης. Οι αιτητές θα υπογράψουν εγγύηση ύψους €25.000 για τυχόν ζημιές και το διάταγμα γίνεται απόλυτο. Τα έξοδα θα ακολουθήσουν την πορεία της αίτησης και επιδικάζονται υπέρ των αιτητών και εναντίον του καθ'ου η αίτηση τα οποία θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............ Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΔΔ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Ενδιάμεση Απόφαση - προσωρινό διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.