← Κύπρος

HPL SUPERIOR REAL ESTATE (CYPRUS) SERVICES ν. ΣΤΑΥΡΟΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ κ.α., Αρ. αγωγής: 206/09, 16/10/2015

HPL SUPERIOR REAL ESTATE (CYPRUS) SERVICES ν. ΣΤΑΥΡΟΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ κ.α., Αρ. αγωγής: 206/09, 16/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A284 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. αγωγής: 206/09 HPL SUPERIOR REAL ESTATE SERVICES Ενάγοντες εναντίον ΣΤΑΥΡΟΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ Εναγόμενοι ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΗΜΕΡ. 20/6/13 HPL SUPERIOR REAL ESTATE (CYPRUS) SERVICES Ενάγοντες εναντίον ΣΤΑΥΡΟΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ Εναγόμενοι ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ:16/10/2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους ενάγοντες - αιτητές: κα Φιάκκα Για εναγόμενους - καθ΄ ων η αίτηση: κα Ζίκκου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με ενδιάμεση αίτηση τους ημερομηνίας 30/9/2015, οι ενάγοντες ζητούν την έκδοση διαταγμάτων, με τα οποία ζητούν την τροποποίηση του τίτλου της αγωγής με την αντικατάσταση του ονόματος των εναγόντων με το όνομα Χάρης Παυλή και την τροποποίηση παραγράφων από την έκθεση απαίτησης, όπου ουσιαστικά επιδιώκεται η ανάφορα του ενάγοντα στις σύνθηκες κάτω από τις οποίες προέκυψε το ισχυριζόμενο αγώγιμο δικαίωμα το οποίο πηγάζει από την συμφωνία για πώληση ενός διαμερίσματος και του δικαιώματος αμοιβής δυνάμει κτηματομεσιτικών εργασιών. Συμπληρωματικά, αιτούνται οδηγίες του Δικαστηρίου που να καθορίζει τα χρονικά πλαίσια συμπλήρωσης των τροποποιημένων δικογράφων. Νομικό έρεισμα της αίτησης, αποτέλεσε η Δ.9 Θ.2, Δ.25 Θ. 1- 5, και Δ.48 Θ.1-3, Δ.64, το άρθρο 31 του Ν.14/60, η νομολογία, οι συμφυείς εξουσίες και η πρακτική του Δικαστηρίου και μαρτυρικό υπόβαθρο αυτής, αποτέλεσε η ένορκη δήλωση της κας Κωνσταντίνας Ζαντήρα από τη Λεμεσό, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των εναγόντων. Η ενόρκως δηλούσα, αναφέρει την πηγή της εξουσιοδότησης της και της γνώσης της ως προς τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, τονίζοντας ότι τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και ειδικότερα αυτά που οδήγησαν στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης, είναι καθαρά νομικά θέματα που πηγάζουν από τον χειρισμό της υπόθεσης, τον οποίο είχε στο παρελθόν άλλος δικηγόρος ο οποίος απουσιάζει για μακρύ χρονικό διάστημα από το γραφείο. Συγκεκριμένα, ο λόγος που επιδιώκεται η τροποποίηση, είναι επειδή ο προτιθέμενος για αντικατάσταση ενάγοντας, είναι ο μοναδικός διευθυντής και μέτοχος των εναγόντων και ότι ουσιαστικά είναι αυτός που είχε εμπλακεί και συμβληθεί με τους εναγόμενους και εκ παραδρομής αναγράφηκε το όνομα των εναγόντων, διότι ο προτιθέμενος ενάγων, συναλλάσσεται με την εμπορική επωνυμία η οποία είναι η ίδια με την ονομασία των εναγόντων, με εξαίρεση την αναφορά ΄΄LTD΄΄ και ο προτιθέμενος ενάγοντας αποδέχεται την αντικατάσταση του και ο οποίος ενημέρωσε ότι το 2002 οι ενάγοντες δεν διενεργούσε, όντας νομικό πρόσωπο κτηματομεσιτικές εργασίες, διότι με βάση την νομοθεσία δικαιούνται μόνο φυσικά πρόσωπα να εκτελούν τέτοιες εργασίες. Το πιο πάνω λάθος, διαπιστώθηκε κατά την προετοιμασία για την ακρόαση, δύο μέρες πριν την καταχώρηση της παρούσας αίτησης και η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι είναι απαραίτηση και η ανάλογη τροποποίηση των παραγράφων της έκθεσης απαίτησης, για να διατυπωθεί ορθά ο τρόπος όπου έγινε η ισχυριζόμενη συμφωνία και ότι οι εναγόμενοι δεν θα επηρεαστούν από την αιτούμενη τροποποίηση. Η αίτηση αντίκρυσε την ένσταση των εναγομένων. Νομικό έρεισμα της ένστασης, αποτέλεσε ουσιαστικά το ίδιο με αυτό της αίτησης με ελάχιστες διαφοροποιήσεις. Προβλήθηκαν συνολικά οκτώ λόγοι ένστασης. Συγκεκριμένα προβλήθηκε ότι: α) οι αιτητές δεν αιτούνται τροποποίηση αλλά αντικατάσταση των εναγόντων με άλλο πρόσωπο β) ότι οι ενάγοντες δεν δικαιούνται να ζητήσουν την αντικατάσταση του ονόματος χωρίς την συγκατάθεση του εν λόγω προσώπου και ότι ο μόνος τρόπος για να γίνει αυτό είναι να αποσυρθεί η παρούσα αγωγή και να καταχωρηθεί νέα γ) οι ενάγοντες ήδη εξασφάλισαν Διάταγμα τροποποίησης στις 20/6/2013 οπόταν και είχαν την ευκαιρία να ζητήσουν τότε την τροποποίηση οποιουδήποτε άλλου ισχυρισμού, πράγμα το οποίο παρέλειψαν δ) οι ενάγοντες επιχειρούν να εισάγουν νέα βάση αγωγής, διότι προσπαθούν να εισαγάγουν συμφωνία με κάποιον Χάρη Παυλή, ο οποίος δεν είναι καν διάδικος στην παρούσα αγωγή ή και μιλούν για άλλη συμφωνία από την επικαλούμενη στη δικογραφία, προσπαθώντας στην πραγματικότητα να εισαγάγουν νέα βάση αγωγής ε) οι ενάγοντες προσπαθούν να εισαγάγουν επαφή με τους εναγόμενους 1 και 2 η οποία έγινε με την υπάλληλο του Χάρη Παυλή, κάτι το οποίο αποτελεί νέα βάση αγωγής στ) οι αναφερόμενοι λόγοι στην ένορκη δήλωση της Κωνσταντίνας Ζαντήρα δεν μπορούν να την βοηθήσουν, διότι τα προβλήματα οποιουδήποτε δικηγορικού γραφείου δεν μπορούν να μεταφέρονται σε υποθέσεις ζ) δεν παρέχεται από την πλευρά των εναγόντων οποιοσδήποτε λόγος που να δικαιολογεί την καθυστέρηση ή και τη μη συμπερίληψη των αιτούμενων στην παρούσα αίτηση τροποποιήσεων στην προηγούμενη αίτηση τροποποίησης η) η παρούσα αίτηση τροποποίησης είναι εντελώς αβάσιμη και καταχρηστική Μαρτυρικό υπόβαθρο της ένστασης, αποτέλεσε η ένορκη δήλωση της κας Κατερίνας Κονναρή, υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο των εναγομένων, η οποία ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους πιο πάνω λόγους ένστασης, μετά από εξουσιοδότηση που έλαβε και πληροφόρησης και νομικής συμβουλής από την δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η κύρια, αλλά όχι βεβαίως η μοναδική, νομοθετική διάταξη που διέπει την υπό εξέταση αίτηση, είναι αυτή της Δ.9 θ.2 η οποία προνοεί τα ακόλουθα: ΄΄Where an action has been commenced in the name of the wrong person as plaintiff, or where it is doubtful whether it has been commenced in the name of the right plaintiff, the Court or a Judge may, if satisfied that it has been so commenced through a bona fide mistake, and that it is necessary for the determination of the real matter in dispute so to do, order that any other person consenting thereto be substituted or added as plaintiff upon such terms as may be just΄΄. Από τη γραμματική ερμηνεία της πιο πάνω διάταξης συνάγεται σαφώς ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία για αντικατάσταση ενάγοντα, εάν η αγωγή καταχωρήθηκε από λάθος πρόσωπο ως ενάγοντα ή υπάρχει αμφιβολία εάν ο ενάγοντας είναι το σωστό πρόσωπο για την καταχώρηση αγωγής εφόσον βέβαια συντρέχουν οι πιο κάτω προϋποθέσεις: (α) Να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι η καταχώρηση με λανθασμένο πρόσωπο ως ενάγοντα οφείλεται σε λάθος που έγινε καλή τη πίστη. (β) Ότι η αντικατάσταση είναι απαραίτητη για την επίλυση της διαφοράς που προκύπτει μέσα από το δικόγραφο. (γ) Το πρόσωπο που θα τεθεί ως νέος ενάγοντας να συγκατατίθεται προς τούτο. Εφόσον το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχουν οι πιο πάνω προϋποθέσεις εκδίδει διάταγμα αντικατάστασης ή προσθήκης ενάγοντα με τέτοιους όρους που το Δικαστήριο θα κρίνει ορθό και δίκαιο. Όπως προκύπτει από τις αυθεντίες που διέπουν το υπό κρίση ζήτημα, η Δ.9 Κ.2 είναι σχεδόν πανομοιότυπη με τη Δ.16 Κ.2 των παλαιών Αγγλικών Θεσμών, επομένως μπορεί να γίνει χρήσιμη αναφορά μέσα από την πλούσια πρακτική που έχει υπάρξει από την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης. Όπως συνάγεται από το σύγγραμμα The Annual Practice του 1958, σελίδες 325 και επόμενες, το πρόσωπο το οποίο ζητείται να αντικαταστήσει τον ενάγοντα ή να προστεθεί ως ενάγοντας θα πρέπει να δώσει τη συγκατάθεση του προς τούτο γραπτώς. Αυτό άλλωστε αποτελεί ρητή προϋπόθεση σύμφωνα με τη δική μας Δ.9 Κ.2. Στο εν λόγω σύγγραμμα αναφέρεται επίσης σχετικά με την ερμηνεία των λέξεων «through a bona fide mistake», ότι η σύγχρονη τάση της πρακτικής είναι να επιτρέπεται η τροποποίηση όταν ο εναγόμενος μπορεί να διασφαλιστεί ή εξασφαλιστεί ως προς τα έξοδα του και η προσθήκη ή αντικατάσταση του ενάγοντα είναι απαραίτητη για να καταστήσει δυνατή την επίλυση του επίδικου θέματος. Στην υπόθεση The Duke of Bucclench

(1982)p.204, σε αγωγή από ιδιοκτήτες πλοίου και φορτίου για ζημιές, ιδιοκτήτης μέρους του φορτίου αντικαταστάθηκε από τον ενάγοντα ο οποίος ήταν απλώς και μόνο αντιπρόσωπος του μετά από αναφορά σε αρμόδια υπηρεσία ή τμήμα για εκτίμηση της ζημιάς. Όσον αφορά δε τους όρους που τυχόν μπορεί να θέσει το Δικαστήριο σε περίπτωση έκδοσης του σχετικού για αντικατάσταση ή προσθήκη διατάγματος αναφέρεται στο πιο πάνω σύγγραμμα στη σελίδα 326 ότι στις περιπτώσεις προσθήκης ενάγοντα, ο ενάγοντας μπορεί να διαταχθεί να βαρύνεται με όλα τα έξοδα της αγωγής μέχρι το χρονικό σημείο της προσθήκης ή αντικατάστασης του ενάγοντα. Παρόμοιοι όροι ως προς τα έξοδα τέθηκαν και στις υποθέσεις Ives v. Brown
(1919)2 Ch. 314 και A.G. v. Pontypridd Waterworks
(1908)1 Ch. 388. Αναφορικά με το μέρος εκείνο της αίτησης που αφορά την τροποποίηση των παραγράφων από την έκθεση απαίτησης, (νοουμένου βεβαίως ότι θα επιτραπεί η αντικατάσταση των εναγόντων, καθ΄ότι απόρριψη του αιτήματος της αντικατάστασης, αυτομάτως καθιστά άνευ αξίας και αντικειμένου το υπόλοιπο μέρος της αίτησης) σχετική είναι η Δ.25 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (ως ισχύει για την παρούσα αγωγή, εν΄ όψει του χρόνου καταχώρησης της, καθ΄ ότι σε μεταγενέστερο στάδιο έχει τροποποιηθεί) η οποία προνοεί: «Το Δικαστήριο, ή ο Δικαστής, μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιοδήποτε διάδικο να αλλάξει ή να τροποποιήσει το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ή τα δικόγραφα του με τέτοιο τρόπο και κάτω από τέτοιους όρους που θα κρίνει δίκαιο, και όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα γίνονται οι οποίες θα είναι αναγκαίες για το σκοπό της διαλεύκανσης των πραγματικών θεμάτων, για τα οποία οι διάδικοι έχουν διαφορές». Οι αρχές της νομολογίας συνοψίζονται ως ακολούθως: Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης (βλ. Φοινιώτης ν. Grenmar Navigation
(1989)1Ε 33 σελ. 36-37, Clive Preece κ.α. ν. Νάσου Θεοφίλου Ρωσσίδου,
(2011)1Γ ΑΑΔ 2138 και Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη και Συνεταίροι, Πολιτική Έφεση Αρ. 79/2009, ημερομηνίας 4/5/2012). Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου (βλ. Φοινιώτης ν. Grenmar Navigation πιο πάνω). Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση (βλ. Φοινιώτης ν. Grenmar Navigation πιο πάνω και Περικτιόνη Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704 σελ 707). Η καθυστέρηση είναι σχετικός παράγοντας σε αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας, αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (βλ. Astor Manufacturing v. A & G Leventis Co.
(1993)1 ΑΑΔ 726 σελ 730, Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α. ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολιτικές Εφέσεις 137/2013 και 138/2013, 20/3/2014). Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης (βλ. SABA & CO (T.M.P) v. T.M.P. Agents
(1994)1 AΑΔ 426 στη σελ 432, Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω) Αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. (βλ. Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 ΑΑΔ 607, United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 AΑΔ 501, Ikos Cif Ltd v
  1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου (βλ. Ikos Cif Ltd v
  2. Martin Coward κ.α., πιο πάνω). Η τροποποίηση είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του Αιτητή είναι εμφανής (βλ. Περικτιόνη Χρίστου ν. Αζά πιο πάνω). Η σύγχρονη τάση (πριν την τροποποίηση βεβαίως της διαταγής 25 και 30, καθ΄ ότι με την τροποποίηση των εν λόγω διατάξεων, το όλο πνεύμα έχει αλλάξει άρδην) είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, ακόμα και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 στη σελ 939 και Evripidou v. Kannaourou
(1985)1 CLR 21 στην σελ. 27). Ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (βλ. Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω). Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποίησης δικογράφων το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο (βλ. Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560). Το ότι με την τροποποίηση επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής δεν σημαίνει αφ' εαυτού ότι η τροποποίηση δεν μπορεί να επιτραπεί (βλ. SABA & CO (T.M.P) v. T.M.P. Agents πιο πάνω, Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω). Όπου τα γεγονότα που ο αιτητής προτίθεται να εισαγάγει με την αίτησή του είναι γνωστά στον καθ' ου η αίτηση τότε το πλαίσιο της δίκης δεν μεταβάλλεται και ούτε επιφέρονται ζημιογόνες συνέπειες στα δικαιώματά του (βλ. BAUER SPEZIALTIENFBAU GMBH και άλλος ν. DIVNOGORSK SHIPPING CO LTD
(2002)1Α ΑΑΔ 618 σελ. 625) ή όπου θα συγκεκριμενοποιηθούν υφιστάμενοι ισχυρισμοί που θα θέσουν τα δικόγραφα σε τάξη Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(1999)1 ΑΑΔ 44 ή όπου θα εισαχθούν περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες υφιστάμενου ισχυρισμού (βλ. Alexandrou Rent a Car v. Δήμητρας Α. Νεάρχου
(1992)1 ΑΑΔ 111). Περαιτέρω και ειδικότερα το Δικαστήριο παραπέμπει και σε σχετικά πρόσφατη νομολογία όπου εν μέρει έχει αναφερθεί και πιο πάνω και πιο συγκεκριμένα: Στην υπόθεση KAYAT TRADING LIMITED - v - GENZYME CORPORATION Πολιτική Έφεση Αρ. 58/2012 , 4 Μαρτίου, 2013 αποφασίσθηκαν τα πιο κάτω: << Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι, όπως πολύ εύστοχα επισημάνθηκε στην υπόθεση Clive Preece: ΄΄ Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα." Επίσης, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου ανωτέρω: "Στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.">> Στην υπόθεση D. J. KARAPATAKIS & SONS LTD - v - ΔΗΜΟΥ ΣΤΡΟΒΟΛΟΥ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 135/2011 ημερομηνίας 13/6/2013, αποφασίσθηκαν τα πιο κάτω: << Σειρά αποφάσεων διαμόρφωσε τις αρχές που διέπουν το θέμα τροποποίησης δικογράφων κάτω από τη Δ.25 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η τροποποίηση ή μη δικογράφου, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται με πρωταρχικό μέλημα, το συμφέρον της δικαιοσύνης. Οι παράγοντες που επενεργούν στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης είναι πολλοί, όπως πολλοί είναι και οι παράγοντες που θα μπορούσαν να επιδράσουν στον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το βέβαιο είναι ότι δεν μπορούν να καθοριστούν εξαντλητικά. Στην Παπαχρυσοστόμου ν. Κ. Γρηγοριάδης & Συνέταιροι, κ.α., Π.Ε. 79/09, ημερ. 4/5/12, αναφέρονται τ' ακόλουθα: «Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι ότι στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.» ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ - ΕΝΣΤΑΣΗΣ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ To Δικαστήριο, αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από το πιο πάνω νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο που διέπει την υπό εξέταση αίτηση και έχοντας υπόψη του τα ενώπιον του δεδομένα μέσα από την μελέτη του φακέλου της παρούσας υπόθεσης, προβαίνει στις ακόλουθες διαπιστώσεις. Συγκεκριμένα, το κλητήριο ένταλμα, ειδικώς οπισθογραφημένο, καταχωρήθηκε στις 21/1/
  1. Καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης από αμφότερους τους εναγομένους στις 4/2/2009 και η έκθεση υπεράσπισης στις 13/2/
  2. Ορίστηκε για πρώτη φορά για οδηγίες στις 15/9/2009, όπου δόθησαν οδηγίες όπως αποκαλυφθούν ενόρκως από τους διαδίκους τα έγγραφα που είχαν στην κατοχή τους, πράγμα που έγινε και η αγωγή ορίστηκε εκ νέου για οδηγίες στις 9/11/
  3. Ακολούθως η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση στις 4/2/2010, για οδηγίες στις 9/3/2010 και 27/4/2010, επαναορίστηκε για ακρόαση στις 16/11/2010, εκ νέου για οδηγίες στις 8/12/2010, εκ νέου για ακρόαση στις 20/5/2011, 2/12/2011, 14/5/2012, 19/12/2012 ενώ στις 21/9/2012 εκδόθηκε εκ σύμφωνου Διάταγμα με το οποίο επιτράπηκε η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Ακολούθως η αγωγή επαναορίστηκε για ακρόαση στις 23/5/2013 και εκ νέου για οδηγίες στις 20/6/
  4. Εδώ θα γίνει μια ειδική αναφορά για το τι έλαβε χώρα στις 20/6/2013, όπου έχει γίνει και ειδική αναφορά από τους εναγόμενους για να στηρίξουν την ένσταση τους. Συγκεκριμένα, καταχωρήθηκε από τους ενάγοντες η αίτηση ημερομηνίας 23/5/2013 η οποία ορίστηκε στις 20/6/2013 και εκδόθηκε εκ συμφώνου Διάταγμα τροποποίησης του τίτλου της αγωγής και φέρει πλέον τον τίτλο που αναγράφεται σήμερα. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός, ότι ενόρκως δηλών στην εν λόγω αίτηση, ήταν ο προτιθέμενος προς αντικατάσταση ενάγων με την υπό εξέταση αίτηση, ήτοι ο κ. Χάρης Παυλή, ο οποίος ανέφερε ότι εκ παραδρομής οι δικηγόροι του ανέγραψαν στον τίτλο της αγωγής την εμπορική του επωνυμία αντί το όνομα της εταιρείας του στην οποία είναι διευθυντής και με την οποία οι εναγόμενοι συνεβλήθησαν (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου). Επισύναψε προς υποστήριξη της αίτησης του αντίγραφο συμφωνίας και διοριστήριο δικηγόρου, όπου φαίνεται ξεκάθαρα ότι είναι οι ενάγοντες που εξουσιοδότησαν την έγερση της παρούσας αγωγής. Ακολούθως, η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες στις 3/10/2013 με οδηγίες όπως ακολουθηθούν τα χρονοδιαγράμματα για την συμπλήρωση των τροποποιημένων δικογράφων και εκ νέου ορίστηκε για οδηγίες προς τον ίδιο σκοπό στις 18/10/2013, ημερομηνία όπου ορίστηκε ημερομηνία ακροάσεως στις 19/2/
  5. Ακολούθως, η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 3/6/2014, 16/10/2014, 30/1/2015, 26/3/2015, στις 27/4/2015 για οδηγίες και ακολούθως στις 30/9/2015 για ακρόαση. Το παρόν Δικαστήριο, επιλήφθηκε για πρώτη φορά της παρούσας αγωγής στις 30/9/2015 και δόθηκε άδεια όπως η υπό εξέταση αίτηση καταχωρηθεί και οριστεί στις 30/9/2015, μετά από ενημέρωση του Δικαστηρίου με υποβολή ταυτόχρονου αιτήματος, όπως η αίτηση καταχωρηθεί την εν λόγω ημερομηνία και ότι θα υποβαλλόταν ουσιαστικά αίτημα για αναβολή. Το Δικαστήριο, έχοντας υπόψη το βεβαρυμένο ιστορικό της υπόθεσης, όρισε την υπό εξέταση αίτηση για ακρόαση στις 12/10/2015, όπως και έγινε. Έχοντας λοιπόν υπόψη και το ιστορικό της υπόθεσης ως έχει αναγραφεί ανωτέρω, ως επίσης και τους λόγους όπου επικαλείται η πλευρά των αιτητών στην ένορκη τους δήλωση, το Δικαστήριο, ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια και αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από το πιο πάνω νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο, κρίνει ότι δεν έχει καταδειχθεί καλή τη πίστη λάθος, ως είναι η απαραίτητη προυπόθεση της Δ.9 θ. 2, διότι ο ίδιος ο προτιθέμενος προς αντικατάσταση ενάγων, ενόρκως, με σαφή και θετικό τρόπο, ανέφερε ότι οι δικηγόροι του ανέγραψαν στον τίτλο της αγωγής την εμπορική του επωνυμία αντί το όνομα της εταιρείας του στην οποία είναι διευθυντής και με την οποία οι εναγόμενοι συνεβλήθησαν (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου). Επισύναψε μάλιστα προς υποστήριξη της αίτησης του αντίγραφο συμφωνίας και διοριστήριο δικηγόρου, όπου φαίνεται ξεκάθαρα ότι είναι οι ενάγοντες που εξουσιοδότησαν την έγερση της παρούσας αγωγής. Από την πιο πάνω αναφορά του ιδίου του προτιθέμενου προς αντικατάσταση ενάγοντα, έχει διαφανεί ξεκάθαρα και με θετικό τρόπο, ποια είναι η θέση του ως προς την ενεργητική νομιμοποίηση των εναγόντων. Σε περίπτωση που θα εγκρινόταν το αίτημα των αιτητών, θα έπληττε συθέμελα την πορεία της ακροαματικής διαδικασίας, διότι θα ήταν ακροσφαλές, κάθε φορά που γίνεται ισχυρισμός είτε για λάθος χειρισμό από πλευράς δικηγόρου, είτε για λάθος από πλευράς διαδίκου, να επιτρέπεται η τροποποίηση δικογράφων, με την συνεπακόλουθη καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης. Ο προτιθέμενος προς αντικατάσταση ενάγων, γνώριζε εκ των προτέρων ποιοι είναι οι ενάγοντες και η ιδιότητα τους, ήταν άμεσα γνώστης και εμπλεκόμενος στα διαδραματισθέντα γεγονότα και η διαρκής παλινδρόμηση για το ποιος τελικά θα έπρεπε να κινήσει την παρούσα διαδικασία, δεν δύναται υπό το φως των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης να στοιχειοθετήσουν καλή τη πίστη λάθος, διότι είναι η δεύτερη φορά που επιζητείται η τροποποίηση της αγωγής με εμπλεκόμενο το ίδιο πρόσωπο, ήτοι τον κ. Χάρη Παυλή, από την στιγμή μάλιστα που το ίδιο πρόσωπο, με σαφή και θετικό τρόπο ανέφερε στην αίτηση ημερ. 23/5/2013 ποια είναι η εμπλοκή του και δεν είναι η πρώτη φορά που γίνεται επίκληση λάθους και αυτό κρίνεται από το Δικαστήριο ότι δεν υπάρχει καλή πίστη, διότι ο ίδιος ο προτιθέμενος προς αντικατάσταση ενάγων, γνώριζε επακριβώς ποια είναι η θέση του και η εμπλοκή του, τόσο με τους ενάγοντες, όσο και με τους εναγόμενους και μάλιστα με θετικό τρόπο τις αποτύπωσε στην αίτηση ημερομηνίας 23/5/2015, πράγμα που δεν συνέβη με την υπό εξέταση αίτηση και σίγουρα η αναφορά της ενόρκως δηλούσας στην υπό εξέταση αίτηση αναφορικά με την συγκατάθεση του για την αντικατάσταση του, ως επίσης και οι αναφορές της για το τι λέχθηκε δύο μέρες πριν τις 30/9/2015 με την δικηγόρο των εναγόντων, δεν δύνανται να υπερκεράσουν την προηγούμενη σαφή, θετική και πρωτογενής αναφορά του προτιθέμενου προς αντικατάσταση ενάγοντα. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η αίτηση απορρίπτεται, λόγω του ότι δεν έχει καταδειχθεί καλή τη πίστη λάθος, ως απαιτεί η Δ.9 θ. 2 και συνακόλουθα καθίστανται άνευ αξίας και αντικειμένου οι αιτούμενες τροποποιήσεις των παραγράφων στην έκθεση απαίτησης, διότι αυτές είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με την τύχη της αίτησης για αντικατάσταση των εναγόντων. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων - καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον των εναγόντων - αιτητών, ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.