← Κύπρος

ΜLK CHRISTODOULOU LTD ν. CHRISTMAS MYSTERY LTD, Αρ. αγωγής: 3446/2015, 30/10/2015

ΜLK CHRISTODOULOU LTD ν. CHRISTMAS MYSTERY LTD, Αρ. αγωγής: 3446/2015, 30/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A313 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. αγωγής: 3446/2015 ΜLK CHRISTODOULOU LTD Ενάγoντες εναντίον CHRISTMAS MYSTERY LTD Εναγόμενοι ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ:30/10/2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους ενάγοντες - αιτητές: κα Μελανθίου Για εναγόμενους - καθ΄ ων η αίτηση: κα Ιωσηφάκη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Mε ενδιάμεση αίτηση τους ημερομηνίας 10/9/2015, οι ενάγοντες ζήτησαν και πέτυχαν στις 17/9/2015 την έκδοση προσωρινού Διατάγματος ως το Α της αίτησης, με βάση το οποίο οι εναγόμενοι εμποδίζονταν από το να αποξενώσουν χρηματικό ποσό το οποίο είναι κατατεθειμένο σε τραπεζικό λογαριασμό και δεν κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί αυτολεξεί το κείμενο του Διατάγματος. Ζητήθηκαν επίσης, αλλά δεν εγκρίθηκαν μονομερώς και δόθησαν οδηγίες, όπως τα υπόλοιπα αιτούμενα Διατάγματα οριστούν για επίδοση και που αφορούσαν αιτήματα όπως οι εναγόμενοι να μην αποσύρουν και γενικά να μην αποξενώσουν το χρηματικό ποσό που αναφέρεται από τραπεζικά ιδρύματα που αναφέρονται στην αίτηση, ως επίσης ζητούν διάταγμα παγοποίησης (freeze or block) του χρηματικού ποσού που αναφέρεται στην αίτηση από την τράπεζα που κατονομάζεται, ως επίσης ζητείται και Διάταγμα αποκάλυψης της κινητής και ακίνητης περιουσίας των εναγομένων στη Κύπρο, ως επίσης και τους τελικούς ιδιοκτήτες (ultimate beneficiaries). Η ένορκη δήλωση που υποστήριζε την αίτηση δεν κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί στο παρόν στάδιο, πλην όμως θα γίνεται ειδική αναφορά κατά το στάδιο της αξιολόγησης κατωτέρω. Οι εναγόμενοι έφεραν ένσταση στην συνέχιση ισχύος του εκδοθέντος Διατάγματος και την έκδοση των υπολοίπων αιτούμενων Διαταγμάτων αντίστοιχα. Προβλήθηκαν δύο λόγοι ένστασης και πιο συγκεκριμένα ότι η συνέχιση της ισχύος του Διατάγματος πλήττει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του ελευθέρως συμβάλλεσθαι και του δικαιώματος άσκησης επαγγέλματος απασχόλησης, εμπορίου και εργασίας. Μαρτυρικό υπόβαθρο της ένστασης αποτέλεσε η ένορκη δήλωση του κ. Ευθύμιου Ιωσήφ και νομικό έρεισμα της ένστασης, αποτέλεσε το άρθρο 32 και 43 του Ν.14/60, το άρθρο 9 του Κεφ.6, η Δ.48 θ.1-4, το άρθρο 26 του Συντάγματος, οι κανόνες της φυσικής Δικαιοσύνης, η γενική πρακτική, η διακριτική ευχέρεια και οι σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι είναι ο διευθυντής των εναγομένων και γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης προσωπικώς και προβαίνει στην παραδοχή των παραγράφων 1-13 της ένορκης δήλωσης που υποστήριξε την αίτηση. Ακολούθως απορρίπτει τους υπόλοιπους ισχυρισμούς που υποστηρίζουν την αίτηση, λέγοντας ότι οι εναγόμενοι έχουν ως διεύθυνση οδό που κατονομάζεται στην ένορκη δήλωση της ένστασης και ότι η διεύθυνση που κατονομάζεται στην ένορκη δήλωση της αίτησης, είναι διεύθυνση όπου στεγάζονταν περιοδικά άτομα και υπάλληλοι της, λόγω της περιοδικής άσκησης των δραστηριοτήτων της εναγομένης κατά την περίοδο των Χριστουγέννων. Ανέφερε επίσης ότι σε περίπτωση έκδοσης των Διαταγμάτων, θα ήταν τροχοπέδη στην ενάσκηση των εργασιών της εναγομένης και είναι απαραίτηση η διατήρηση τραπεζικού λογαριασμού και σε αντίθετη περίπτωση, εάν η απαίτηση επιτύχει, δεν θα είναι δυνατή η αποπληρωμή οποιουδήποτε ποσού ήθελε επιδικαστεί. Αναφέρεται επίσης ότι η αξία των περιουσιακών στοιχείων που έχει η εναγόμενη, υπερκαλύπτει την αξία αυτών που αναφέρονται στην αίτηση και πιο συγκεκριμένα είναι αξίας που ξεπερνούν τις € 800,000 και επισύναψε επιπρόσθετα το τεκμήριο Α, αντίγραφο τιμολογίου αγοράς μέρους του εξοπλισμού της εναγόμενης. Περαιτέρω ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι σε περίπτωση έκδοσης του Διατάγματος, η εναγόμενη δεν θα μπορεί να δραστηριοποιηθεί κατά την περίοδο των Χριστουγέννων με αποτέλεσμα να υποστεί ανυπολόγιστες ζημιές και να πλήττεται το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως. Επιπλέον ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι η ενάγουσα θα μπορούσε να εφαρμόσει στο εγγύς μέλλον άλλα δικονομικά μέτρα που θα εξασφαλίζουν τα συμφέροντα της και σε περίπτωση που εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα, η εναγόμενη δεν θα μπορέσει να αποπληρώσει οποιαδήποτε οφειλή προς την ενάγουσα, εάν αυτή αποδεικτεί. Τέλος απέδωσε τις προθέσεις της ενάγουσας σε εκδικητικό χαρακτήρα, εν΄ όψει της μη αμφισβήτησης της οφειλής από την εναγόμενη και συνακόλουθα αιτήθηκε απόρριψη των αιτούμενων θεραπειών. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ - ΕΝΣΤΑΣΗΣ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Αναφορικά με την οριστικοποίηση του Διατάγματος ως το παρακλητικό A της αίτησης, ο αιτητής που με μονομερή αίτηση εξασφάλισε υπέρ του προσωρινό διάταγμα έχει το βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι το διάταγμα θα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ (βλ. Dolego Estates Ltd κ.ά. ν. Φιλίππου κ.ά.

(1999)1 Α.Α.Δ. 1217, 1224). Για να παραμείνει σε ισχύ το διάταγμα πρέπει να ικανοποιούνται δύο παράμετροι: - ότι στη βάση των δεδομένων που είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τον αιτητή ορθά εκδόθηκε το διάταγμα, και - ότι στη βάση των δεδομένων κατά την ακρόαση, αφ' ότου ορίστηκε επιστρεπτέτο, είναι ορθή η οριστικοποίηση του διατάγματος και συνέχιση της ισχύος του. Τα δεδομένα κατά την ακρόαση περιλαμβάνουν τα επιπλέον στοιχεία που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου από το ενιστάμενο μέρος, τον καθ' ου η αίτηση. Το Δικαστήριο εξετάζει τα πιο κάτω: (α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί σαν επιβάλλον οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δικογραφία. (β) Πιθανότητες ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία. Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα, αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. (γ) Πρέπει να φανεί στο Δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. (Σχετικές είναι οι αποφάσεις Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 Α.Α.Δ. 557, Acropol Shipping Co Ltd v. Rossis
(1976)1 Α.Α.Δ 38, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ. 263, National Bank of Greece v. Motovia
(1987)1 Α.Α.Δ. 303, ΚΟΤ ν. Θεωρή
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 255, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ"Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152 και Cyprus Sulphur & Copper Co Ltd & άλλων ν. Παραλράμα Λτδ
(1990)1 Α.Α.Δ. 1051). Περαιτέρω μετά την ικανοποίηση των προαναφερθέντων προϋποθέσεων στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του, το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο η συνέχιση του διατάγματος με βάση το ισοζύγιο της ευχέρειας. Με βάση τις νομικές αρχές που διέπουν την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων, στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν επιχειρεί να αποφασίσει επί των αμφισβητούμενων γεγονότων της ουσίας της αγωγής και έχει υποχρέωση να αποφύγει να προχωρήσει σε αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Στη φάση αυτής της διαδικασίας το Δικαστήριο πρέπει να πεισθεί για σοβαρές ενδείξεις ουσιαστικών δικαιωμάτων και δεν είναι ο χρόνος για να κρίνει αν αυτά αποδείχθηκαν ή όχι (βλ. T. A. Micrologic Computer Consultant Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802 και Δημοκρατίας της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka A.P.
(1999)1 Α.Α.Δ. 225). Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο έχοντας υπόψη τα γεγονότα της υπόθεσης να οριστικοποιήσει το εκδοθέν διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλη Χ"Βασίλη
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152, Κ.Ο.Τ. v. Θεωρή
(1989)1 Ε Α.Α.Δ. 255). Ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι η διατήρηση του status quo. Περαιτέρω σύμφωνα με την υπόθεση C.T. TOBACCO LIMITED v. Της Εταιρείας Εκδόσεις ΑΡΚΤΙΝΟΣ Λτδ κ.α.
(2003)1Β Α.Α.Δ 853 το Δικαστήριο δεν μπορεί στο στάδιο της έκδοσης ενός παρεμπίπτοντος διατάγματος να προβεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας των προσώπων που τυχόν αντεξετάσθηκαν για να καταλήξει σε εύρημα κατά πόσο ήταν αξιόπιστοι ή όχι. Σημειώνεται ότι σε περίπτωση ασάφειας στην όψη του διατάγματος δεν είναι επιτρεπτό το δικαστήριο να καταφύγει στα πρακτικά της διαδικασίας έκδοσης του διατάγματος για να διευκρινίσει την ασάφεια. (βλ. Northwest Territories Public Service Association -v- Commissioner of the Northwest Territories
(1980)107 DLR 458). Το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται σε αυτό το στάδιο να εμπλακεί σε οτιδήποτε που να προσομοιάζει με προκαταρκτική εκδίκαση της αγωγής πάνω σε συγκρουόμενες ένορκες δηλώσεις για να αξιολογήσει τη δυνατότητα της υπόθεσης του κάθε μέρους. Η διαδικασία σε παρόμοιες αιτήσεις δεν είναι η πρέπουσα για τη διεξαγωγή έρευνας σε σχέση με τα αμφισβητούμενα γεγονότα (Βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2026). Το Δικαστήριο κρίνει και αποφασίζει πάνω στην ολότητα του ενώπιον του υλικού χωρίς να διαφεύγει της προσοχής ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως την παρούσα, δεν είναι επιθυμητό να προσπαθήσει να αποφασίσει με βάση τη μαρτυρία που έχει ενώπιον του τα διαφιλονικούμενα θέματα πάνω στα οποία θα κριθεί τελικά η απαίτηση του ενάγοντα, έργο το οποίο εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (βλ. Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 623 και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802, υποδεικνύεται ότι σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Το άρθρο 32 των Περί Δικαστηρίων Νόμων παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Αυτό έχει αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις. Αυτές είναι: - Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. - Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. - Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αναγνωρίζεται πως αφού ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Στην προσπάθειά του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Οποιεσδήποτε διαπιστώσεις γίνονται για σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της (Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(A) A.A.Δ. 225, 236). Στην Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, 2041 υιοθετείται η επί του προκειμένου Αγγλική νομολογία όπως εκφράζεται στο σύγγραμμα Copinger and Skone James on Copyright, 12η έκδοση παραγ. 621 (σε μετάφραση): «Συζητήσιμη υπόθεση. .. Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από την ένορκη δήλωση είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγων έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Ο ενάγων δεν υπέχει υποχρέωση, όπως ήταν προηγουμένως η αντίληψη, να αποδείξει ότι έχει ισχυρή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή ακόμα πιθανότητα ότι θα επιτύχει στη δίκη. Το βάρος στον ενάγοντα είναι λιγότερο, πρέπει να αποδείξει ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση .» Η εξέταση του ζητήματος της οριστικοποίησης του εκδοθέντος Διατάγματος, είναι εξαιρετικά απλή. Συγκεκριμένα, ο ενόρκως δηλών στην ένσταση του, παραδέχεται τις παραγράφους 1 έως 13 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση και δια μέσου αυτής της παραδοχής, έχει καταδειχθεί η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπόθεσης, διότι υπάρχει ένα ξεκάθαρο ιστορικό και υπόβαθρο γεγονότων, όπου οι διάδικοι σύναψαν την συμφωνία που περιγράφεται για παροχή υπηρεσιών εκτύπωσης με συγκεκριμένο τίμημα. Οι πιθανότητες επιτυχίας είναι ορατές, εν΄ όψει του ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση του υπόλοιπου οφειλόμενου ποσού και αυτό προκύπτει τόσο μέσα από την ένσταση, αλλά και από την αγόρευση των εναγομένων. Το ενδεχόμενο να μην απονεμηθεί Δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και ότι θα είναι δύσκολο αυτό να επιτευχθεί, αυτό διαφαίνεται ξεκάθαρα όχι μόνο μέσα από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης των εναγοντων, αλλά κυρίως και μέσα από την ίδια την ένσταση των εναγομένων και την αγόρευση αυτών. Συγκεκριμένα, οι λόγοι ένστασης που προβάλλουν οι εναγόμενοι, είναι όχι μόνο γενικοί και αόριστοι, αλλά και επιπρόσθετα οι εναγόμενοι, δεν κατέδειξαν πως η συνέχιση της ισχύος του εκδοθέντος Διατάγματος, αλλά και η έκδοση των υπολοίπων, είναι δυνατό να επηρεάσουν την επιχειρηματική δραστηριότητα τους. Ιδίως δε για την συνέχιση ισχύος του Διατάγματος, είναι απορίας άξιο η προβολή της ανυσηχίας από πλευράς εναγομένων, ότι δεν θα καταστεί εφικτή η πληρωμή οποιουδήποτε ποσού από την εναγόμενη στην ενάγουσα σε περίπτωση επιδίκασης οποιουδήποτε ποσού, από την στιγμή που η οφειλή είναι παραδεκτή και είναι πράγματι απορίας άξιο, γιατί δεν προβαίνει η εναγόμενη στην πληρωμή του οφειλόμενου ποσού από αυτό το στάδιο, για να αποφευχθεί ο κίνδυνος δημιουργίας περαιτέρω εξόδων, εν΄ όψει της παραδοχής του υπολοίπου οφειλόμενου ποσού. Η προβολή του ισχυρισμού ότι η εναγόμενη διαθέτει περιουσία αξίας πέραν του ποσού των € 800,000, επισυνάπτοντας μάλιστα και σχετικό τιμολόγιο, είναι άνευ αντικειμένου, όχι μόνο λόγω της γενικότητας του ισχυρισμού, αλλά και επιπλέον λόγω του ότι το σχετικό τιμολόγιο είναι ανυπόγραφο από πλευράς παραλήπτη, το τιμολόγιο είναι γενικό και αόριστο και θα αναμενόταν μια πιο λεπτομερής καταγραφή του εξοπλισμού για ένα ποσό της τάξης των € 298,540 που εκ πρώτης όψεως αντιπροσωπεύει, υπάρχουν τρεις ορατές γραμμές διαγραφής στο πλαίσιο της περιγραφής και περαιτέρω η εναγόμενη λησμονεί ότι έχει παραδεχθεί την παράγραφο 12 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση και με βάση την οποία δεν διαθέτει οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη περιουσία, ως είναι η έρευνα στον Έφορο Εταιρειών - τεκμήριο Μ και το πιο πάνω παραδεκτό γεγονός αποτελεί ασφαλή υπόβαθρο για την εξαγωγή του συμπεράσματος ότι η εναγόμενη στερείται περιουσίας. Ακόμα όμως και να ίσχυε αυτός ο ισχυρισμός περί ύπαρξης περιουσίας αξίας πέραν των € 800,000, είναι απορίας άξιο, ποια ζημιά θα προκαλείτο στην εναγόμενη από την οριστικοποίηση του εκδοθέντος Διατάγματος για ένα ποσό υποπολλαπλάσιο της αξίας της περιουσίας της εναγόμενης και αναπόδραστα εξάγεται το συμπέρασμα ότι κανένα πρόβλημα κινητικότητας της εταιρείας δεν θα προκύψει από την εν λόγω οριστικοποίηση, πέραν του ότι ο ισχυρισμός για τον κύκλο εργασιών είναι γενικός, αόριστος και ασαφής. Αποτελεί επίσης απορίας άξιο, πως είναι δυνατό να δημιουργείται πρόβλημα στην επιχείρηση, όταν δεσμεύεται ένα ποσό, το οποίο ούτως ή άλλως η εναγόμενη πρέπει να καταβάλει και που παραδέχεται την οφειλή της. Είναι επίσης απορίας άξιο η προβολή της θέσης για πλήξη του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος του συμβάλλεσθαι και της άσκησης εμπορίας και γενικά του επαγγέλματος, από την στιγμή που υπάρχει παραδοχή της οφειλής και συνακόλουθα η οριστικοποίηση του Διατάγματος, είναι υπό τις περιστάσεις δίκαιη, διότι αποφεύγεται ο κίνδυνος η έκδοση της απόφασης να καταστεί άνευ αντικειμένου και αναποτελεσματική. Συνακόλουθα το Δικαστήριο κρίνει ότι υπό τις περιστάσεις και με βάση τα πιο πάνω, το προσωρινό Διάταγμα ορθώς έχει εκδοθεί και είναι ορθή η συνέχιση της ισχύος δια της οριστικοποίησης του. Αναφορικά με το ζήτημα του χρόνου που έχει εγερθεί η παρούσα αγωγή, το Δικαστήριο με βάση και τα παραδεκτά γεγονότα και την παραδεκτή οφειλή, δεν έχει διακρίνει οτιδήποτε το επιλήψιμο ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση, ως προκύπτει και με βάση τα παραδεκτά γεγονότα στις παραγράφους 1 έως 13 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση και που γίνεται ρητή παραδοχή αυτών. Αναφορικά με το εγερθέν ζήτημα του ύψους της εγγύησης, είναι επίσης απορίας άξιο, πως εγείρεται ένα τέτοιο ζήτημα και να προβάλλεται η θέση ότι σε περίπτωση οριστικοποίησης, θα πρέπει να αυξηθεί το ύψος αυτού και αυτό έγγυται όχι μόνο στην γενικότητα της θέσης ότι η εναγόμενη θα υποστεί ζημιές, χωρίς οποιαδήποτε χειροπιαστή απόδειξη, αλλά κυρίως λόγω του ότι γίνεται παραδοχή της οφειλής του ποσού των € 17,942,82 σεντ και το Δικαστήριο διέταξε την υπογραφή εγγύησης από τους ενάγοντες ύψους € 20,000 για ενδεχόμενες ζημιές, που σίγουρα δεν τίθεται τέτοιο ζήτημα εν΄ όψει της παραδοχής της οφειλής. Μετέωρη, ασαφής, γενική και αόριστη είναι και η αναφορά της εναγόμενης ότι η ενάγουσα θα μπορούσε ή θα μπορεί στο μέλλον να εγείρει άλλα δικονομικά μέτρα που θα προστάτευαν τα συμφέροντα της, διότι δεν γίνεται καμία απολύτως αναφορά επί αυτού του θέματος, πέραν αυτής της γενικότητας η οποία είναι άνευ αξίας για περαιτέρω αξιολόγηση. Ως προς το εγερθέν ζήτημα της ιδιότητας του ενόρκως δηλούντα, υπό τις περιστάσεις είναι άνευ αξίας πλέον, εν΄ όψει της πιο πάνω αξιολόγησης και το ίδιο συμβαίνει και με την διεύθυνση της εναγόμενης, εν΄ όψει της παραδοχής της απαίτησης που είναι το μείζον και που συνακόλουθα καλύπτει και το έλασσον. Συνακόλουθα, το Δικαστήριο, ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια, αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από το πιο πάνω νομικό και νομολογιακό πλαίσιο και εν΄ όψει της πιο πάνω αξιολόγησης, οριστικοποιεί το εκδοθέν Διάταγμα ημερομηνίας 17/9/2015, μέχρι αποπεράτωσης της παρούσας αγωγής. Ως προς τα υπόλοιπα Διατάγματα, το Δικαστήριο προχωρεί στην πιο κάτω αξιολόγηση. Ως προς το παρακλητικό Δ της αίτησης, αυτό έχει καταστεί πλέον άνευ αντικειμένου, διότι είναι πλέον παραδεκτό ότι η εναγόμενη στερείται οποιασδήποτε περιουσίας στην Κύπρο και συνακόλουθα δεν εκδίδεται το σχετικό αιτούμενο Διάταγμα. Ως προς τα παρακλητικά της αίτησης Β και Γ, εν΄ όψει της οριστικοποίησης του Διατάγματος ως το Α της αίτησης και της συνακόλουθης εξασφάλισης του λαβείν της ενάγουσας το οποίο είναι παραδεκτό από την εναγόμενη, είναι πλέον άνευ αντικειμένου και αξίας η έκδοση των εν λόγω Διαταγμάτων και συνακόλουθα δεν εκδίδονται τα εν λόγω Διατάγματα. Ως προς το παρακλητικό της αίτησης υπό Ε, η φύση των εν λόγω Διαταγμάτων, είναι πλέον ευρέως γνωστή και καθιερωθεί ως Διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal που αντλούν την ονομασία τους από την ομόνυμη απόφαση, τα οποία υιοθετήθηκαν και από το δικό μας δικαιικό σύστημα. Αναφορικά με τις αρχές που διέπουν το εν λόγω ζήτημα, στην απόφαση Penderhill Holdings Ltd κ.α - v - Ιωάννη Κλούκινα Πολιτικές Εφέσεις 319 και 320/2011 ημερ. 13/1/2014, λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄ Το πολύπλοκο των συναλλαγών η χρήση μεθόδων και ενεργειών που παραπέμπουν σε δύσκολα ανιχνεύσιμους μηχανισμούς με δοσοληψίες και μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων σε τρίτες εταιρείες, όπως εδώ στην Κύπρο, με διαφορετικά συστήματα, επιτάσσουν και προβάλλουν την αναγκαιότητα της χρήσης του διατάγματος Norwich ως βοηθητικό μέσο για την ανεύρεση και εξιχνίαση εκείνων των πληροφοριών που είναι αναγκαίες, τόσο για τη διαπίστωση της ταυτότητας του ή των αδικοπραγούντων όσο και την υποβοήθηση στην ανεύρεση γεγονότων και μαρτυρίας για την ενδεχόμενη έγερση αγωγής (Avila Management Services Ltd ν. Frantisek Stepanek κ.a., Πολιτική Έφεση 54/12 ημερ. 27.6.2012)................................ Όπως παρατηρήθηκε στην Seamark Consultancy Services Limited v. Joseph P. Lasala κ.α.,
(2007)1 A.A.Δ. 162, με υιοθέτηση της ABP Holdings Ltd κ.α. ν. Ανδρέα Κιταλίδη (Αρ.2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, τα Δικαστήρια της Κύπρου λειτουργούν με βάση την ευρύτατη εξουσία που τους παρέχεται από το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60. Τα Κυπριακά Δικαστήρια, ακολουθώντας την πορεία των Αγγλικών Δικαστηρίων, έκριναν ότι θα έπρεπε να υιοθετήσουν τη γραμμή των αποφάσεων ώστε να αντιμετωπίσουν τις ραγδαίες εξελίξεις στην τεχνολογία και στον τομέα της επικοινωνίας καθώς, όπως παρατηρείται στην Lasala, και της σύγχρονης μεταβολής στους τρόπους συναλλαγής των ανθρώπων. Οι δοσοληψίες που γίνονται σε όλα τα μέρη της γης μέσα σε χρόνο ελάχιστο μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος και η μεταφορά χρημάτων από ένα λογαριασμό σε άλλο, από τη μια χώρα στην άλλη, σε μηδενικό σχεδόν χρόνο απαιτούν νέους χειρισμούς έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων ώστε αυτά να παρέχουν αποτελεσματικό όπλο στα χέρια των διαδίκων μέχρι το πέρας της διαφοράς. Ευρύτατη λοιπόν εξουσία παρέχεται, δυνάμει του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, στο Δικαστήριο που ασκεί πολιτική δικαιοδοσία να εκδώσει παρεμπίπτοντα διατάγματα τα οποία να καθίστανται αποτελεσματικά. Εκείνο που κρίνεται πάντοτε κάτω από το άρθρο 32 είναι αν πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις, κανένας άλλος περιορισμός δεν τίθεται. Προσεκτική εξέταση όλων των γεγονότων και δεδομένων της υπόθεσης υποστηρίζει εμφαντικά ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εξήσκησε ορθώς τη διακριτική του ευχέρεια. Τα γεγονότα όπως είχαν τεθεί ενώπιον του επίτασσαν την χρήση του διατάγματος Norwich Pharmacal, ως βοηθητικού μέσου για την ανεύρεση και εξιχνίαση εκείνων των σχετικών πληροφοριών που είναι αναγκαίες, τόσο για τη διαπίστωση της ταυτότητας του ή των αδικοπραγούντων, όσο και την υποβοήθηση και ανεύρεση γεγονότων και μαρτυρίας για την πιθανότητα έγερσης αγωγής στην ημεδαπή. Στην υπόθεση Upmann v. Elkan
(1871)L.R. 12 Eq. 140, στην οποία γίνεται αναφορά στην Avila Management (ανωτέρω), αναγνωρίστηκε η ύπαρξη δικαιοδοσίας που επιβάλλει το καθήκον σε πρόσωπο που έχει αναμιχθεί σε αδικοπραξία άλλων ώστε να διευκολύνει την εκτέλεση τους, παρά το γεγονός ότι μπορεί το ίδιο να μην είχε προσωπική ευθύνη, να δώσει βοήθεια με παροχή πληροφοριών και αποκάλυψη των ονομάτων των αδικοπραγούντων, αρχή που υιοθετήθηκε στην Norwich Pharmacal Co and others v. Commissioners and Custom Excise
(1973)2 All E.R. 943, η οποία ακολουθήθηκε σε σειρά άλλων υποθέσεων στις οποίες κάνει αναφορά και το πρωτόδικο Δικαστήριο. Η αρχή που εφαρμόστηκε στην Norwich έχει επεκταθεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε η αποκάλυψη εναντίον εναγομένων να προσφέρει στον ενάγοντα τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει όλα τα στοιχεία που αποκαλύφθηκαν για να εγερθεί αγωγή εναντίον τρίτου προσώπου, έστω και αν δεν θα ήταν δυνατόν να διακριβωθεί, χωρίς τη λήψη των πληροφοριών αυτών, κατά πόσο το τρίτο αυτό πρόσωπο διέπραξε αστικό αδίκημα εναντίον του ενάγοντα. Η ιστορική ανάπτυξη και επέκταση των αρχών της Norwich με λεπτομέρεια περιγράφεται στην Avila (ανωτέρω) την οποία και υιοθετούμε χωρίς να κρίνουμε αναγκαίο να επαναλάβουμε την πορεία που ακολούθησαν οι εν λόγω αποφάσεις. Παραθέτουμε μόνο την Mitsui & Co Ltd v. NexenPetroleum UK Ltd
(2005)EWHC 625 και το πιο κάτω απόσπασμα όπου λέχθηκε ότι: «(
  1. i)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (
  2. ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (
  3. a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (
  4. b)be able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued.» Σε μετάφραση: (όπως καταγράφεται στην Avila) «(
  5. i)πρέπει να έχει λάβει χώραν ή κατ΄ ισχυρισμόν να έχει λάβει χώραν μια αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα, (
  6. ii)πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση διατάγματος ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος και (iii) το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση πρέπει: (α) να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και (β) να είναι σε θέση ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος.» Στην Avila (ανωτέρω) όπου εξετάσθηκε επίσης το ζήτημα το οποίο τέθηκε και πρωτοδίκως, ότι διατάγματα Norwich δεν εκδίδονται για υποβοήθηση έγερσης αγωγής εκτός δικαιοδοσίας, το Εφετείο κατέληξε ως ακολούθως: «Άλλο ουσιαστικό ζήτημα το οποίο εγείρεται με την έφεση και τέθηκε και πρωτοδίκως ήταν ότι τα διατάγματα Norwich δεν εκδίδονται για υποβοήθηση έγερσης αγωγής εκτός δικαιοδοσίας, δηλαδή, σε δικαιοδοσία άλλη από αυτή στην οποία επιδιώκεται και εκδίδεται το διάταγμα. Τα διατάγματα Norwich Pharmacal εμπίπτουν στη γενικότερη δυνατότητα της παροχής πληροφοριών και αποκάλυψης εγγράφων και στοιχείων. Όπως κάθε διάταγμα αποκάλυψης και παρουσίασης εγγράφων, όπως για παράδειγμα διάταγμα που εκδίδεται κάτω από το Bankers´ Books Evidence Act 1879, έτσι και το διάταγμα Nowrich Pharamacal χρειάζεται τη συνδρομή των αρμοδίων αρχών, συνήθως των Πρωτοκολλητών των Δικαστηρίων, για την εκτέλεση του. Γι΄ αυτό και το Δικαστήριο δεν εκδίδει κατά κανόνα τέτοιο διάταγμα επί αλλοδαπού ή επί αλλοδαπής τράπεζας που είναι ή μπορεί να είναι μέρος της επί Δικαστηρίω αγωγής και που βρίσκεται εκτός δικαιοδοσίας. Ιδιαιτέρως, όταν η επιχείρηση διεξάγεται στο εξωτερικό (Mackinnon v. Donaldson Lufkin & Jenrette Securities Corp.
(1986)1 All E.R. 653). Δεν υπάρχει όμως κώλυμα ως θέμα αρχής τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal να είναι δυνατόν να εκδοθούν και προς υποβοήθηση λήψης στοιχείων και πληροφοριών για έγερση αγωγής εκτός δικαιοδοσίας. Με την πολυπλοκότητα των σύγχρονων εμπορικών δραστηριοτήτων, κατά τη διεξαγωγή των οποίων δυνατό να εμπλέκονται διάφορα φυσικά και νομικά πρόσωπα εντός και εκτός δικαιοδοσίας, θα ήταν πολύ περιοριστική η εμβέλεια του διατάγματος εάν αποφασιζόταν να ισχύει μόνο για τις εντός της δικαιοδοσίας προτιθέμενες αγωγές. Κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να υποστηριχθεί πάνω σε οποιαδήποτε νομική ή ακόμη και λογική βάση. Στη Smith Kline & French Laboratories Ltd v. Global Pharmaceuticals
(1986)RPC 394, η οποία αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στην United Company Rusal Plc and others v. HSBS Bank Plc and others
(2011)EWHC 404 (QB), αναγνωρίστηκε ότι τα διατάγματα αυτού του τύπου εναντίον ενός εναγομένου έχουν σκοπό να δώσουν τη δυνατότητα σε ενάγοντα να εντοπίσει τον αδικοπραγούντα ακόμη και σε ξένη χώρα, ώστε να εγερθεί εκεί σχετική διαδικασία χρησιμοποιώντας τα έγγραφα και τις πληροφορίες που αποκαλύφθηκαν σε άλλη δικαιοδοσία. Αρκεί το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει αδικοπραξία από άτομο ή άτομα τρίτα προς τη διαφορά ή τους διαδίκους σε μια αγωγή ώστε ο αιτούμενος το διάταγμα να εγείρει την αγωγή του ακόμη και στο εξωτερικό, (Steven Gee: Commercial Injunctions 5η έκδ. σελ. 689). » Στο τέλος της ημέρας εκείνο που προσμετρά είναι η αναγκαιότητα λήψης των πληροφοριών κρινόμενο πάντοτε κάτω από τα γεγονότα της εκάστοτε υπόθεσης. H δυνατότητα έκδοσης του διατάγματος τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, το οποίο δεν θα πρέπει να ικανοποιήσει το αίτημα εάν οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με άλλο διαθέσιμο τρόπο, ή εκεί όπου το Δικαστήριο δεν έχει πεισθεί ότι υπάρχει πραγματική πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντος..........΄΄ Μέσα λοιπόν από το πιο πάνω αναφερθέν νομικό και νομολογιακό πλαίσιο που διέπει το υπό εξέταση αίτημα, είναι ξεκάθαρο πλέον ότι, όχι μόνο έχει καταστεί άνευ αντικειμένου και αξίας το εν λόγω αιτούμενο Διάταγμα εν΄ όψει της οριστικοποίησης του εκδοθέντος Διατάγματος ημερομηνίας 17/9/2015, αλλά και περαιτέρω δεν τίθεται υπό τις περιστάσεις η εξέταση ζητήματος ιχνηλάτησης στοιχείων οποιουδήποτε αδικοπραγούντος ή στοιχείων που να είναι υποβοηθητικά εις την έγερση οποιασδήποτε αγωγής, εν΄ όψει του παραγματικού υποβάθρου της αίτησης και των παραδεκτών γεγονότων και απαίτησης των εναγόντων. Συνακόλουθα δεν εκδίδεται το αιτούμενο Διάταγμα ως το παρακλητικό Ε της αίτησης. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, το εκδοθέν Διάταγμα ημερομηνίας 17/9/2015 οριστικοποιείται μέχρι αποπεράτωσης της παρούσας αγωγής, τα υπόλοιπα Διατάγματα που ζητούνται στην αίτηση δεν εγκρίνονται. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων - αιτητών και εναντίον των εναγομένων - καθ΄ ων η αίτηση, ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.