ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΟΡΦΟΥ, και ή ως έχει μετά από συγχώνευση μετονομαστεί σε ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΠΑΝΙΚΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ κ.α., Γενική Αίτηση Αρ: 59 /15, 29/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A311 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕMEΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M.Παπαθανασίου, Ε.Δ. Γενική Αίτηση Αρ: 59 /15 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΟΡΦΟΥ, και ή ως έχει μετά από συγχώνευση μετονομαστεί σε ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ Αιτητών ΚΑΙ
- ΠΑΝΙΚΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ - Αρ.Ταυτ.589683 - Πρωτοφειλέτης, από τη Λευκωσία
- ΤΑΣΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ - Αρ.Ταυτ.697800 - Εγγυητής, από τη Λευκωσία
- ΔΕΣΠΩ ΠΑΠΑ - Αρ.Ταυτ.656139 - Εγγυήτρια, από τη Λάρνακα
- ΑΡΓΥΡΩ ΤΟΥΜΑΖΟΥ - Αρ.Ταυτ.404950 - Εγγυήτρια, από τη Λευκωσία Καθ' ων η Αίτηση ---------------------------------------------------------------------- Αίτηση για να δοθεί άδεια και ή διάταγμα που να επιτρέπει την εγγραφή και εκτέλεση της Διαιτητικής απόφασης ημερ. 01.11.2011 αναφορικά με τους καθ'ών η αίτηση 1 και 2 Ημερομηνία: 29 Οκτωβρίου
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Αιτητές: κ. Π.Κονταξής για κ.Σωφρόνιο Σωφρονίου Για τους Καθ' ών η Αίτηση 1 και 2: κα. Παπαφιλίππου για κ.Παναγιώτη Κλεοβούλου Α Π Ο Φ Α Σ Η H ΑΙΤΗΣΗ Με την παρούσα Γενική Αίτηση τους οι Αιτητές ζητούν: Άδεια και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την εγγραφή και εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης ημερ.01/11/2011 εναντίον των Καθ' ων η αίτηση αρ.1-3, και με την οποία να καθορίζεται αυτή ως τελική και εκτελεστή, κατά τον ίδιο τρόπο όπως εκτελούνται και ως αν να ήταν απόφαση πολιτικού Δικαστηρίου. Η αίτηση βασίζεται στον Περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ. 4, άρθρο 21, στον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο και στις τροποποιήσεις του Νόμου αυτού, άρθρο 52, στους Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς, Θ.79, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ. 1 - 3, καθώς και επί της συμφυούς εξουσίας (INHERENT POWER) του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Γιώργου Παπαδόπουλου, υπαλλήλου των αιτητών. Αναφέρει δε σε αυτήν ότι: (α) Την 01/11/2011 εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση (την οποία επισυνάπτει ως τεκμ.Α) υπέρ των αιτητών και εναντίον των καθ'ών η αίτηση 1-3 για το ποσό των €26.702,55.- πλέον τόκους προς 11,5% ετησίως από την 01/11/2011 μέχρι εξόφλησης, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης δύο φορές τον χρόνο την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι τέλειας εξοφλήσεως, πλέον €50,00.- έξοδα διαιτησίας. (β) Οι καθ'ών η αίτηση δεν έχουν εφεσιβάλει και ή δεν άσκησαν μέχρι σήμερα οποιοδήποτε ένδικο μέσο εναντίον της αναφερόμενης διαιτητικής απόφασης, παρά το γεγονός ότι αντίγραφο επιδόθηκε στους καθ'ών η αίτηση αρ.1 και 2 στις 06/02/2012, και στην καθ'ής η αίτηση αρ.3 στις 20/01/2012 (αντίγραφα των εν λόγω επιδόσεων επισυνάπτει ως τεκμ.Β). Ως εκ τούτου προσθέτει η διαιτητική απόφαση κατέστη τελεσίδικη. (γ) Για όλους τους πιο πάνω λόγους είναι ορθό και προς το συμφέρον της Δικαιοσύνης, όπως το Δικαστήριο εκδώσει την άδεια και ή το διάταγμα που ζητούν οι αιτητές με την αίτηση τους, ώστε να μπορέσουν να προχωρήσουν με μέτρα εκτέλεσης της αναφερόμενης διαιτητικής απόφασης. Παρεμβάλλω εδώ προκειμένου να υπάρχει μια ολοκληρωμένη εικόνα της υπόθεσης, ότι αναφορικά με τον καθ' ου η αίτηση 3 τον οποίο επίσης αφορά η αίτηση έχει ήδη εκδοθεί διάταγμα ως ανωτέρω αναφέρεται στις 18/09/
- Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΚΑΘ'ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ 1 & 2 Οι καθ' ων η αίτηση 1 και 2 αντέδρασαν καταχωρώντας ένσταση στην Αίτηση, η οποία στηρίζεται στην ακόλουθη νομική βάση: Επί των άρθρων 9 και 26 του Συντάγματος, επί του Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου 93(Ι)/96, άρθρο 5
(1)
(2)
(3)
(4)και Παραρτήματος Ι(ιζ), επί του περί Ελευθεροποίησης του επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου 160(Ι)/99, σε συνάρτηση με τις πρόνοιες του Συντάγματος και του προυπάρχοντος Νόμου Περί Τόκου 2/77, στις Ευρωπαικές οδηγίες οι οποίες ενσωματώθηκαν από την Κυπριακή Νομοθεσία, στον Περί Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμου13(Ι)/08, άρθρο 4, στον Περί Συμβάσεων Νόμο Κεφ.149 άρθρο 74, στον Περί Συμβάσεων Καταναλωτικής Πίστης Νόμο 106(Ι)/2010 άρθρο 19 (Παράρτημα ΙΙΙ), στον Περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο 197(Ι)/2003 άρθρα 2,3,4,5,6,12 και 13, στην απόφαση του Ευρωπαικού Δικαστηρίου (τέταρτο τμήμα) ημερομηνίας 30/04/2014 C-26/12 Arpad Kasler and Vs OTP Jelzaloglank Zrt, στον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85, όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, Μέρος ΧΙΙΙ και ΧVI, στον Περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ.4 άρθρο 10, 30, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.Δ.2, 16, 19, 20, 21, 22, 23, 31, 33, 34, 47 και 48 Κ.Κ.1-4, στον Περί Δικαστηρίου Νόμο 14/60 άρθρο 37 και 33 και της συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου. Οι λόγοι της ένστασης είναι οι ακόλουθοι (ενόψει της έκτασης τους κάποιοι εκ των λόγων καταγράφονται περιληπτικά): 1. Η μη συνδρομή των προϋποθέσεων που θέτει ο Νόμος για να δικαιούνται οι αιτητές την έκδοση των αιτούμενων. 2. Η αίτηση αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας. 3. Η λεγόμενη απόφαση ουδεμία νομική ισχύ έχει καθ' ότι εξεδόθη από πρόσωπο αναρμόδιο. 4. Ο διορισμός του εν λόγω προσώπου έγινε από τον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών μονομερώς χωρίς την συγκατάθεση των καθ'ών η αίτηση. 5. Ο εν λόγω διορισμός παραβιάζει τις πρόνοιες του περί Καταχρηστικών Ρητρών Νόμου σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου 93(Ι)/96 και συγκεκριμένα του άρθρου 5
(1)
(2)
(3)
(4)και του Παραρτήματος, παράγραφος 1 (ιζ) κατά τις οποίες απαγορεύεται η κατάργηση της προσφυγής στο Δικαστήριο και της άσκησης των ενδίκων μέσων και της υποχρέωσης του δανειολήπτη να αποδέχεται διαιτησία μη καλυπτόμενη από νομικές διατάξεις και άλλους περιορισμούς, οι οποίοι απαριθμούνται στο Νόμο.
- Η διαδικασία από την οποία εκπορεύτηκε η λεγόμενη απόφαση ήταν παράτυπη καθ' ότι δεν τηρήθηκαν τα δικονομικά θέσμια και παρεβιάσθη κάθε έννοια φυσικής δικαιοσύνης (ακολουθούν λεπτομέρειες).
- Στο ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό περιέχονται παράνομες και ή καταχρηστικές χρεώσεις, οι εν λόγω καταχρηστικές χρεώσεις επεκτείνονται σε παράνομες κεφαλαιοποιήσεις και ανατοκισμούς τόκων, σε παράνομες χρεώσεις υπερημερίας και στη συνέχεια σε κεφαλαιοποιήσεις των και ανατοκισμού των, σε χρεώσεις καταχρηστικές και ή αδικαιολόγητες, όπως χρεώσεις τήρησης λογαριασμών και ή άλλες παρεμφερείς χρεώσεις, οι οποίες στη συνέχεια τοκίζονται, κεφαλαιοποιούνται και ανατοκίζονται με αποτέλεσμα το χρέος να αυξάνεται με ρυθμό αλματώδη και παράλογα απαράδεκτο.
- Η δανειακή σύμβαση εβασίσθη επί του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου 160(Ι)/99, ο οποίος παρέχει στις τράπεζες την απόλυτη ελευθερία να χρεώνουν παράνομα.
- Ο αναφερόμενος Νόμος 160(Ι)/99 είναι αντισυνταγματικός στο σύνολο του και ή εν μέρει (ακολουθούν λεπτομέρειες αντισυνταγματικότητας).
- Διαζευκτικά ο εν λόγω Νόμος δεν είναι εναρμονισμένος με τις Ευρωπαικές οδηγίες που εξεδόθησαν κατά καιρούς (ακολουθούν λεπτομέρειες δυσαρμονίας των προνοιών του Νόμου 160(Ι)/99 με τις Ευρωπαϊκές οδηγίες και ή κανονισμούς και ή νομοθεσία).
- Διαζευκτικά η εν θέματι δανειακή σύμβαση είναι πλήρης καταχρηστικών όρων, κατά παράβαση των προνοιών του περί καταχρηστικών ρητρών σε καταναλωτικές συμβάσεις Νόμου 93(Ι)/96 (ακολουθούν λεπτομέρειες).
- Η εν θέματι δανειακή σύμβαση, ως πλήρης καταχρηστικών ρητρών, είναι άκυρη ή ακυρώσιμη στο σύνολο της ως καταχρηστική και ή ως βασισμένη σε νομοθεσία αντισυνταγματική και ή μη εναρμονισμένη με την ευρωπαϊκή νομοθεσία και ή οδηγίες και ή κανονισμούς.
- Εις ην περίπτωσιν κατά την οποία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ότι η εν λόγω δανειακή σύμβαση δεν είναι άκυρη ή ακυρώσιμη, οι ρήτρες περί αυθαίρετων και μονομερών χρεώσεων του λογαριασμού των καθ' ων και περί μονομερούς επιβολής επιτοκίου και τόκων και παράνομων κεφαλαιοποιήσεων και ανατοκισμών είναι ανίσχυροι όροι και δεν επιφέρουν κανένα έννομο αποτέλεσμα.
- Η αιτήτρια μονομερώς, παρανόμως, αυθαίρετα και καταχρηστικά επιβάρυνε τον επίδικο λογαριασμό με αδικαιολόγητες και ή παράνομες χρεώσεις, και συνεχίζει μέχρι σήμερα την παράνομη αυτή πρακτική.
- Η πρακτική της αιτήτριας υπερφόρτωσε το λογαριασμό των καθ'ών η αίτηση με καταχρηστικές χρεώσεις και τόκους με ρυθμό αλματώδη, ο οποίος έχει ως αποτέλεσμα το παρουσιαζόμενο ως οφειλόμενο να πολλαπλασιάζεται από περίοδο σε περίοδο, δηλαδή περίπου ανά πενταετία να διπλασιάζεται.
- Περαιτέρω οι ενάγοντες ανατοκίζουν τον τόκο κατά παράβαση του άρθρου 33 του περί Δικαστηρίων Νόμου.
- Η εν λόγω πρακτική της αιτήτριας πλήττει τα δικαιώματα των καθ' ων. Προκαλεί κατάφωρη αδικία μη συνάδουσα με ευνομούμενη πολιτεία και η πολιτεία ενώ οφείλει να ασκεί εποπτεία προληπτική και ή κατασταλτική στην αυθαιρεσία της αιτήτριας, εντούτοις παραμένει αμέτοχη και ή συνεργός στην εν λόγω τεκταινόμενη, χωρίς έλος, παρανομία. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση 1, ο οποίος αναφέρει ότι είναι εξουσιοδοτημένος και από τον καθ' ού η αίτηση 2 να προβεί στην ένορκη δήλωση. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση του δε ο καθ' ου η αίτηση 1 επαναλαμβάνει αυτούσιους τους λόγους ένστασης που αναφέρονται στο σώμα της ένστασης (πλην του 2ου στον οποίο ουδεμία αναφορά γίνεται) και ζητά απόρριψη της αίτησης. ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ Η θέση του συνηγόρου των αιτητών περιλαμβάνεται αναφέρω στην γραπτή αγόρευση που παρέδωσε στο Δικαστήριο, η οποία σημειώνω έχει τύχει ενδελεχούς μελέτης. Δεν κρίνω όμως σκόπιμο αναφέρω εδώ να παραθέσω ότι ο συνήγορος αναφέρει με την αγόρευση του. Από πλευράς της δε η συνήγορος των καθ' ων η αίτηση 1 και 2 δεν προέβη σε γραπτή αγόρευση. Ανέφερε μόνον ενώπιον του Δικαστηρίου ότι για σκοπούς αγόρευσης επαναλαμβάνει την ένσταση που έχει καταχωρηθεί και την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σύμφωνα με το άρθρο 52
(1)(α) του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου (Ν.22/85), όταν προκύπτει διαφορά μεταξύ Συνεργατικής Εταιρείας και μελών, καταθετών, οφειλετών ή των εγγυητών τους, η διαφορά αυτή θα παραπέμπεται από την εταιρεία ή από οποιοδήποτε από τα πιο πάνω πρόσωπα στον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών. Τα εδάφια
(2)&
(4)δε του ίδιου άρθρου προνοούν τα ακόλουθα: «
(2)Ο Έφορος δύναται, με τη λήψη της δυνάμει του εδαφίου
(1)παραπομπής: (α) να επιχειρήσει συνδιαλλαγή της διαφοράς ή (β) να παραπέμπει τη διαφορά προς επίλυση σε διαιτησία η οποία διεξάγεται σύμφωνα με τις διατάξεις των Θεσμών που εκδίδονται δυνάμει του εδαφίου
(6)ή, μέχρι την έκδοση τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Διαιτησίας Νόμου και τις διατάξεις των Θεσμών 78 και 79 των Περί Συνεργατικών εταιρειών Θεσμών του 1987 έως 2012 .» «
(4)Οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση οποιουδήποτε διαιτητή ή διαιτητών δύναται να υποβάλει Έφεση στο Δικαστήριο εντός 21 ημερών από την ημερομηνία γνωστοποίησης προς αυτόν της απόφασης.» Σε περίπτωση δε που η απόφαση δεν εφεσιβληθεί, σύμφωνα με το εδάφιο 5 του άρθρου 52 πιο πάνω καθίσταται τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως οι αποφάσεις του πολιτικού δικαστηρίου. Εδώ θα πρέπει επίσης να γίνει αναφορά στο άρθρο 21 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, που είναι απόλυτα σχετικό και προνοεί τα εξής: « 21. Διαιτητική απόφαση που εκδίδεται με βάση συνυποσχετικό δύναται, με άδεια του Δικαστηρίου, να εκτελεστεί κατά τον ίδιο τρόπο όπως δικαστική απόφαση ή διάταγμα με την ίδια ισχύ και σε τέτοια περίπτωση δύναται να καταχωρηθεί δικαστική απόφαση με περιεχόμενο εκείνο της διαιτητικής απόφασης. » Σύμφωνα με τη Νομολογία οι αρχές οι οποίες διέπουν την έκδοση Διατάγματος ως το αίτημα στην παρούσα Αίτηση, μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως: Στην Πολιτική Έφεση 188/06 Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας ν. Άντη Κυριακίδη κ.α.,
(2008)1 ΑΑΔ 716 αναφέρθηκε ότι: «Η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ως απόφαση Δικαστηρίου είναι, κατά την άποψη μας, ζήτημα τύπου. Για να εκτελεστεί οποιαδήποτε απόφαση Δικαστηρίου χρειάζεται η εμπλοκή του ιδίου, που αφενός την διατάσσει και ταυτόχρονα την εποπτεύει. Επομένως, η διαιτητική απόφαση πρέπει κατά κάποιο τρόπο να καταχωριστεί, να «εγγραφεί" δηλαδή στα αρχεία του πρωτοκολλητείου ως απόφαση Δικαστηρίου, για να προχωρήσει η εκτέλεση της. Γι΄αυτό το σκοπό υπεβλήθη η υπό συζήτηση αίτηση, και μάλιστα επιδόθηκε στους εφεσίβλητους για να προβάλουν ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε ήθελαν, με αναφορά ασφαλώς μόνο στο επίδικο θέμα, της προώθησης δηλαδή της εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης.» Περαιτέρω στην υπόθεση αναφορικά με την αίτηση της Σωτηρούλας Κωνσταντινίδου
(1995)1 Α.Α.Δ. 827, το Δικαστήριο ανέφερε ότι: «. Δεν είναι αντικείμενο αυτής της διαδικασίας η απόφαση του Διαιτητή και, εν πάση περιπτώσει, επισημαίνω πως το άρθρο 52
(4)του Ν. 22/85 παρέχει σε όποιον θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση του Διαιτητή δικαίωμα έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο που πρέπει να ασκείται μέσα στην προθεσμία που τάσσει. Δεν έχει ασκηθεί έφεση εναντίον της απόφασης του Διαιτητή, η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη και δεν έχει εξηγηθεί πώς θα μπορούσε να εκδηλωθεί τώρα, στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας που, επαναλαμβάνω, αναφέρεται μόνο στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου που ακολούθησε, τέτοιο παράπονο. ..» Στην Ανδρέας Χατζηγεωργίου-Νικολάου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς Πολιτική Έφεση 357/08, ημερομηνίας 11/4/2012, αποφασίστηκε ότι: «Το επαρχιακό δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Από την άλλη όμως, η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική εφόσον δι' αυτής επιδιώκεται η πρόσδοση δικαστικής ισχύος στη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης μέσω του επαρχιακού δικαστηρίου διά της εφαρμογής των ανάλογων δικονομικών μέτρων που εφαρμόζονται για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο κάθε αίτηση που υποβάλλεται στο επαρχιακό δικαστήριο για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται η διαιτητική απόφαση ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλει ο,τιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κλπ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται». Τέλος, στην ΜΑΝΩΛΗΣ ΧΡΙΣΤΟΦΗ ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΑΤΣΙΩΝ , ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 87/11, 20 Ιουνίου 2014, καθορίστηκαν περιοριστικά ποια ζητήματα εξετάζει το Δικαστήριο κατά την εξέταση Αίτησης ως η παρούσα, επιτάσσοντας μάλιστα ότι η εξέταση οποιονδήποτε άλλων παραμέτρων δεν αρμόζει σε τέτοιες περιπτώσεις ως η παρούσα. Συγκεκριμένα αναφέρονται τα ακόλουθα: «Το πρωτόδικο δικαστήριο κατά την εξέταση της αίτησης ημερ.3/12/2007, γι' εγγραφή της διαιτητικής απόφασης, όφειλε μόνο να διαπιστώσει κατά πόσο αυτή επιδόθηκε, ότι η απόφαση έφερε τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στον εφεσείοντα.» ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ Το Δικαστήριο εξ' αρχής αναφέρει ότι η αίτηση θα πρέπει να εγκριθεί. Έχοντας υπόψη την Νομολογία πιο πάνω είναι προφανές ότι πληρούνται όλα τα στοιχεία που πρέπει να συντρέχουν για την έγκριση της αίτησης, και μάλιστα έχει σημασία να λεχθεί ότι αυτά στην ουσία δεν αμφισβητούνται από τους καθ' ων η αίτηση. Πιο συγκεκριμένα αναφέρεται κατ' αρχήν ότι οι καθ' ων η αίτηση είναι προφανές πως δεν αμφισβητούν ότι η διαιτητική απόφαση φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης. Το παράπονο των καθ' ων η αίτηση με την ένσταση τους δεν αφορά το θέμα αυτό αλλά τον διορισμό του διαιτητή και τη διαδικασία διαιτησίας. Εν πάση περιπτώσει εξετάζοντας το Δικαστήριο το θέμα αυτό διαπιστώνει ότι η διαιτητική απόφαση ημερ. 01/11/2011 (τεκμ.Α στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση) φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά έγκυρης διαιτητικής απόφασης. Η απόφαση είναι διατυπωμένη με ξεκάθαρο και σαφέστατο τρόπο, χωρίς να αφήνει κενά ερμηνείας ή αβεβαιότητας αναφορικά με οτιδήποτε ή για τα πρόσωπα στα οποία απευθύνεται δηλαδή τους Αιτητές και τους καθ' ων η Αίτηση. Ας σημειωθεί εδώ ότι δεν απαιτείται η διαιτητική απόφαση να είναι διατυπωμένη με κάποιο συγκεκριμένο τρόπο. Αρκεί να είναι διατυπωμένη με ξεκάθαρο και σαφή τρόπο. Αυτό προκύπτει και από το σύγγραμμα Halsbury's Lawsof England, 3η έκδοση, Τόμος 2, σελ. 42, παρ. 96, όπου δίνεται περιγραφή μιας απαιτούμενης διαιτητικής απόφασης. Αναφέρεται ότι: «No particular form of words is requisite for the validity of an award; it may be expressed in such language as the arbitrator or umpire thinks fit provided its meaning is clear. An ambiguous or uncertain award is bad and cannot be enforced». Σε ότι αφορά το κατά πόσο γνωστοποιήθηκε η διαιτητική απόφαση στους καθ' ων η αίτηση, παρατηρώ και πάλιν ότι αυτό δεν αμφισβητείται. Δεν υπάρχει στην ένσταση συγκεκριμένος ισχυρισμός που να αμφισβητεί την επίδοση, η οποία εν πάση περιπτώσει με βάση το τεκμ.Β που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση προκύπτει ότι έγινε πράγματι εις αμφότερους τους καθ' ων η αίτηση στις 06/02/12. Ερχόμενος τώρα στο θέμα του κατά πόσο η επίδικη αίτηση επιδόθηκε στους καθ' ων η αίτηση, παρατηρώ ότι στον φάκελο της διαδικασίας υπάρχουν οι ένορκες δηλώσεις επίδοσης της αίτησης στους καθ' ων η αίτηση 1 και 2 η οποία έγινε στις 18/03/15 και 02/03/15 αντίστοιχα. Ούτε αυτό το θέμα αμφισβητήθηκε σημειώνεται από τους καθ' ων η αίτηση, και δεν θα μπορούσε εξάλλου με δεδομένο ότι οι καθ' ων η αίτηση εμφανίστηκαν εξ' αρχής στη διαδικασία μέσω του δικηγόρου τους κάτι που δείχνει σαφώς τη γνώση τους περί της διαδικασίας. Με αυτά υπόψη και έχοντας πάντα κατά νου την Νομολογία πιο πάνω το Δικαστήριο έχει εξετάσει όλα τα στοιχεία που όφειλε να εξετάσει και που πρέπει να συντρέχουν για να αποφανθεί αν θα εγκρίνει ή όχι την επίδικη αίτηση. Ανεξάρτητα όμως αυτού, το Δικαστήριο θα ήθελε περαιτέρω να αναφέρει τα εξής σε ότι αφορά τους λόγους ένστασης. Πλην του 1ου λόγου ένστασης ο οποίος μέσα από όσα έχουν αναφερθεί έχει απαντηθεί, αλλά και του 2ου λόγου στον οποίο ουδεμία αναφορά γίνεται στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την ένσταση και συνεπώς παρέμεινε αστήριχτος αλλά σε κάθε περίπτωση αναφέρεται δεν έχει στοιχειοθετείται, όλοι οι υπόλοιποι λόγοι δεν μπορούν να εξεταστούν στο πλαίσιο της άσκησης των εξουσιών του Δικαστηρίου για εξέταση του αιτήματος για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης. Τα θέματα που εγείρονται με τους λόγους αυτούς εκφεύγουν του πλαισίου αυτού. Εξάλλου επαναλαμβάνω εδώ ότι με βάση όσα λέχθηκαν στην υπόθεση ΣΠΕ Αγίας Νάπας ν Άντυ Κυριακίδη ανωτέρω η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ως απόφασης Δικαστηρίου είναι ζήτημα τύπου. Όλα αυτά τα θέματα εν πάση περιπτώσει, αναγόμενα στην ουσία κλπ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση ή σχετικά με τη διαδικασία διαιτησίας αυτή καθ' αυτή και το διορισμό του διαιτητή, οι καθ' ων η αίτηση όφειλαν να τα εγείρουν ενώπιον του διαιτητή στα πλαίσια της διαδικασίας διαιτησίας όπου με βάση τη διαιτητική απόφαση προκύπτει ότι ειδοποιήθηκαν να παρευρεθούν κατάλληλα αλλά δεν παρουσιάστηκαν, ή στα πλαίσια έφεσης που είχαν δικαίωμα να υποβάλουν ενώπιον του αρμόδιου Επαρχιακού Δικαστηρίου εντός 21 ημερών από την γνωστοποίηση σε αυτούς της διαιτητικής απόφασης, ως προνοεί το άρθρο 52
(4)του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, κάτι που δεν έπραξαν. Ως εκ τούτου η διαιτητική απόφαση ελλείψει έφεσης ως ανωτέρω αναφέρεται κατέστη τελική και εφόσον πληρούνται όλα τα απαιτούμενα στοιχεία δύναται να εγγραφεί και να εκτελεστεί σαν να ήταν απόφαση πολιτικού Δικαστηρίου (βλ. άρθρο 52
(5)του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου και άρθρο 21 του Περί Διαιτησίας Νόμου). ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ως εκ των ανωτέρω η αίτηση εγκρίνεται και εκδίδεται Διάταγμα ως η αιτούμενη θεραπεία υπό
- της Αίτησης αναφορικά με τους καθ' ων η αίτηση 1 και
- Τα έξοδα επιδικάζονται προς όφελος των Αιτητών και εις βάρος των Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και 2, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ..................................... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Final Αναφορά: Αστικές/Αίτηση για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο