Αναφορικά με την εταιρεία Larcher Trading Limited ν. Αναφορικά με την αίτηση της SUEK AG κ.α., Αρ. αίτησης: 403/2014, 5/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A268 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. αίτησης: 403/2014 Αναφορικά με την εταιρεία Larcher Trading Limited από τη Λεμεσό Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ.113 και Αναφορικά με την αίτηση της SUEK AG από την Ελβετία Αίτηση από την Larcher Trading Limited από τη Λεμεσό ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ:5/10/2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους αιτητές (καθ΄ ων η αίτηση στην κυρίως αίτηση) - αιτητή: κος Ηρακλής Αγαθοκλέους Για τους καθ΄ων η αίτηση (αιτητές στην κυρίως αίτηση): κα Μαρίνα Χατζησωτηρίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με ενδιάμεση αίτηση τους, οι αιτητές ζητούν Διάταγμα του Δικαστηρίου: Α)΄΄που να παραμερίζει και/ή απορρίπτει και/ή αναστέλλει την κυρίως αίτηση, για τον λόγο ότι το αντικείμενο και/ή η αξίωση που εγείρεται και/ή το ισχυριζόμενο χρέος στο οποίο βασίζεται ή θεμελιώνεται η αίτηση, τελεί υπό αμφισβήτηση και δεν συνιστά εκκαθαρισμένη απαίτηση και ο καθ΄ ου η αίτηση δεν είναι και δεν μπορεί να θεωρείται πιστωτής της εταιρείας και δεν μπορεί να αποφασιστεί στην αίτηση, αλλά σε κανονική πολιτική αγωγή ή διαιτησία και/ή για τον λόγο ότι η αίτηση είναι κακόπιστη, υποβολιμαία και εκδικητική και/ή ότι η καταχώρηση της συνιστά κατάχρηση των Δικαστικών διαδικασιών΄΄. Β) ΄΄για παραμερισμό και/ή απόρριψη της αίτησης της SUEK AG από την Ελβετία λόγω αναρμοδιότητας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού να εκδικάσει την αίτηση΄΄. Γ) ΄΄που να απαγορεύει στον καθ΄ ου η αίτηση και/ή σε οποιοδήποτε εκπρόσωπο του, από του να προβεί σε οποιαδήποτε δημοσίευση και/ή δημοσιοποίηση της αίτησης και/ή περίληψη της΄΄. Νομοθετικό έρεισμα της αίτησης, αποτέλεσε ο περί Εταιρειών Νόμος Κεφ. 113 άρθρα 211,212(α),213 και 218, οι θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θθ.1,2,3,7, Δ.27 θ.3, Δ.19 θ.26, Δ.64 θθ. 1 και 2, οι περί Εταιρειών Κανονισμοί του 1933 - 1998 Καν. 92, ο περί Δικαστηρίων Νόμος 14/60, ο περί Διαιτησίας Νόμος Κεφ. 4, η νομολογία και η πρακτική, καθώς και οι σύμφυτες εξουσίες και/ή διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Το μαρτυρικό υπόβαθρο της αίτησης, αποτέλεσε η ένορκη δήλωση του κ. Σάββα Νεοφύτου. Βεβαίως, το Δικαστήριο δεν θα παραθέσει αυτολεξεί το κείμενο της ένορκης δήλωσης και το περιεχόμενο των επισυνημμένων τεκμηρίων, πλην όμως θα παραθέσει τον κεντρικό πυρήνα αυτών και θα γίνεται ειδική μνεία εκεί όπου χρειάζεται για σκοπούς εξέτασης της βασιμότητας της αίτησης και το ίδιο θα γίνει και για την καταχωρηθείσα ένσταση. Ο ενόρκως δηλών, κάνει αναφορά στην πηγή της γνώσης και εξουσιοδότησης του που αφορούν τα γεγονότα της παρούσας αίτησης. Περαιτέρω, με παραπομπή στο μαρτυρικό υλικό που έχει τεθεί στην εναρκτήρια αίτηση, αναφέρει ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται αρμοδιότητας να εκδικάσει την εν λόγω αίτηση, λόγω ρήτρας διαιτησίας στο Διαιτητικό Δικαστήριο του Λονδίνου στο Ηνωμένο Βασίλειο (LMAA - London Maritime Arbitrators Association) και με βάση το Αγγλικό Δίκαιο και δεν έχει διαφανεί οποιοσδήποτε λόγος που να δικαιολογεί παράκαμψη αυτής της διαδικασίας. Επιπλέον, ως προς το θέμα της αναρμοδιότητας των Κυπριακών Δικαστηρίων, αναφέρθηκε στο θέμα της κατάρτισης και εκτέλεσης των συμφωνιών, λόγω και της φόρτωσης των εμπορευμάτων σε άλλες χώρες (ατυχώς η ΠΓΔΜ δεν αναφέρθηκε με το όνομα που είναι αναγνωρισμένη διεθνώς) και συνεπώς, κατά τον ίδιο, δεν υπάρχει σύνδεση με την Κύπρο και ότι η εναρκτήρια αίτηση καταχωρήθηκε εκδικητικά και καταχρηστικά για σκοπούς πίεσης και ότι θα μπορούσε να προωθηθεί ακόμα και διαδικασία διαιτησίας στην Κύπρο. Ως προς το ισχυριζόμενο ποσό, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι αυτό δεν είναι εκκαθαρισμένο, διότι η απαίτηση δεν είναι ξεκάθαρη και αδιαμφισβήτητη και πιο συγκεκριμένα για τους λόγους που αναφέρει στην ένορκη του δήλωση, οι οποίοι σχετίζονται με την προέλευση της κατάστασης, καθότι δεν έχει ετοιμαστεί από εγκεκριμένο ελεγκτή ή λογιστή, στο ότι δεν γίνεται αναφορά στο εκάστοτε υπόλοιπο έτσι ώστε, σε συνδυασμό με τον τόκο, να υπολογιστεί για να διαφανεί το τελικό ποσό της απαίτησης που εν πάσει περιπτώσει αμφισβητούν όχι μόνο το ποσό που προκύπτει από τόκους με βάση την απαίτηση των αιτητών στην εναρκτήρια αίτηση, αλλά οι αιτητές στην παρούσα αίτηση αμφισβητούν την χρέωση, λέγοντας ότι υπάρχουν διαφορές στις χρεώσεις και/ή υπερχρεώσεις τόκων. Επιπρόσθετα ο ενόρκως δηλών, αναφέρει ότι δεν γίνεται αναφορά και επεξήγηση ως προς τις ημέρες καθυστέρησης και γενικά δεν γίνεται επεξήγηση για το πως προήλθαν τα ποσά που αναγράφονται και που δικαιολογούν την απαίτηση των αιτητών στην κυρίως αίτηση και που να καταδεικνύουν το αδιαμφισβήτητο της απαίτησης. Περαιτέρω ο ενόρκως δηλών, με ετοιμασία σχετικού καταλόγου, καταδεικνύει ότι υπάρχουν διαφορές στα ποσά, ακόμα και με τα ίδια τα δεδομένα των αιτητών, ως επίσης υπάρχει και αναντιστοιχία που έγκειται στο γεγονός ότι υπάρχουν χρεώσεις τόκων που χρονολογούνται πριν την ημερομηνία που έχει συμφωνηθεί στο τεκμήριο 3, το οποίο υπογράφτηκε κατόπιν πιέσεων. Επιπρόσθετα των πιο πάνω, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι οι αιτητές είναι ικανοί να εξοφλούν τα χρέη τους, από την στιγμή που οι ίδιοι οι αιτητές στην εναρκτήρια αίτηση αναφέρουν ότι οι αιτητές στην παρούσα αίτηση εξόφλησαν το κεφάλαιο με δόσεις και ότι το ισχυριζόμενο ποσό προέρχεται από τόκους και η οποιαδήποτε εξόφληση μπορεί να γίνει με δόσεις και ότι έχει περιουσιακά στοιχεία και αποθέματα που καλύπτουν την ισχυριζόμενη απαίτηση, καταδεικνύοντας ταυτόχρονα ο ενόρκως δηλών την γενικότητα και συνακόλουθα την παρατυπία της αναφοράς περί αφερεγγυότητας της εταιιρείας. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει επίσης ότι, σε περίπτωση δημοσίευσης της κυρίως αίτησης, θα προκαλείτο αναστάτωση στην εταιρεία, θα επηρεάζονταν οι δραστηριότητες και η φήμη της εταιρείας, θα προκαλείτο ανεπανόρθωτη ζημιά και στην περίπτωση που η κυρίως αίτηση προχωρούσε, οι εργασίες θα αναστέλλονταν, θα δεσμεύονταν κεφάλαια και προσωπικό θα απολυόταν. Εν κατακλείδι, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι η κυρίως αίτηση δεν μπορεί να εξεταστεί στη βάση του άρθρου 211(ε) του Κεφ. 113, διότι δεν γίνεται αναφορά στην απαίτηση. Η πιο πάνω αίτηση, αντίκρυσε την ένσταση των αιτητών στην κυρίως αίτηση. Νομοθετικό έρεισμα της ένστασης, αποτέλεσε ο περί Εταιρειών Νόμος Κεφ.113 άρθρα 203, 204, 209, 211(ε), 212(α)(γ), 213, 214, 224, 226, 227, 229, 231, 232, 240 και 241, οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.19 Θ.26, Δ.27 Θ.3, Δ.48 ΘΘ. 1-4, το άρθρο 30 του Συντάγματος, επί της πρακτικής και οι γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου. Τέθηκαν συνολικά 20 λόγοι ένστασης που αφορούσαν το νόμω αβάσιμο της αίτησης και η μη πλήρωση των απαιτήσεων των συγκεκριμένων νομοθετικών διατάξεων, σε αντιδιαστολή με το νόμω και ουσία βάσιμο και δικαιολογημένο της κυρίως αίτησης, στα πλαίσια της οποίας θα έπρεπε να τεθούν υπό μορφή ενστάσεως οι ισχυρισμοί των αιτητών της παρούσας διαδικασίας. Περαιτέρω ως λόγοι ένστασης, αφορούν το εκκαθαρισμένο της απαίτησης και την ιδιότητα τους ως πιστωτών, το ότι η ένορκη δήλωση της παρούσας αίτησης δεν αποτελεί αμφισβήτηση χρέους παρά μόνο το ύψος του και δεν αποδεικνύει ικανότητα πληρωμής χρέους, σε συνδυασμό με την μη προσφορά για εξόφληση. Επιπρόσθετα, προωθείται ως λόγος ένστασης το αναγνωρισμένο της οφειλής με παραπομπή σε σχετική συμφωνία που είναι κατατεθειμένη ως τεκμήριο και από τις δύο πλευρές, στην ανυπαρξία αμφισβήτησης του χρέους πριν την καταχώρηση της παρούσας αίτησης, ως επίσης γίνεται αναφορά ότι τυχόν έγκριση της παρούσας αίτησης, θα παραβιαζόταν το δικαίωμα για προσφυγή στη Δικαιοσύνη και ότι η παρούσα αίτηση αποσκοπεί στην πρόκληση καθυστέρησης, συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και ο σκοπός είναι να αποφευχθούν οι σχετικές δημοσιεύσεις και να εντάξει στα πλαίσια της παρούσας αίτησης θέματα, που θα μπορούσαν να τεθούν στα πλαίσια της κυρίως αίτησης με αποτέλεσμα να γίνεται αποστέρηση του δικαιώματος προσκόμισης προφορικής μαρτυρίας. Στην συνέχεια, γίνεται απόκρουση και ουσιαστικά άρνηση των ισχυρισμών των αιτητών όσον αφορά το θέμα των τόκων και των πιέσεων, θέτοντας θέμα κωλύματος. Επίσης έγινε επίκληση της ανυπαρξίας νομοθετικής πρόνοιας που να απαγορεύει τις δημοσιεύσεις όταν υπάρχει πιθανότητα πρόκλησης ζημιών και για αυτό πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα δικαιώματα των πιστωτών δια των δημοσιεύσεων. Γίνεται επίσης αναφορά ότι στην παρούσα υπόθεση δεν υπάρχει οφθαλμοφανές αβασιμότητα της κυρίως αίτησης για να απορριφθεί και ως προς το θέμα της διαιτησίας, αναφέρθηκε ότι είναι θέμα άσχετο κατά πόσο υπάρχει νόμιμη οφειλή και άρνηση εξόφλησης και αδυναμία πληρωμής και ότι η διαδικασία εκκαθάρισης είναι ανεξάρτητη με αυτήν της διαιτησίας. Μαρτυρικό υπόβαθρο της αίτησης, αποτέλεσε η ένορκη δήλωση της κας Μαρίνας Φιάκκα, η οποία κάνει αναφορά στην πηγή της εξουσιοδότησης της, αλλά και των γνώσεων της ως προς τα γεγονότα και υιοθετεί τους λόγους ένστασης. Επιπρόσθετα, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει το ιστορικό και το περιεχόμενο των μεταξύ των διαδίκων συμφωνιών και πως έχει προκύψει το ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό και την μεταξύ των διαδίκων επικοινωνία, τονίζοντας ότι οι αιτητές ουσιαστικά παραδέχονται ότι οφείλουν ποσά και το ποσοστό του τόκου και είναι εκ των υστέρων σκέψεις οι αναφορές περί πίεσης και εκβιασμού που αποσκοπούν στην παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Ακολούθως, η ενόρκως δηλούσα κάνει αναφορά στο ανακύψαν θέμα της διαιτησίας και πιο συγκεκριμένα στην αίτηση που υποβλήθηκε και στην μη καταβολή των σχετικών εξόδων διαιτησίας από την αιτήτρια, με αποτέλεσμα να διενεργηθεί έρευνα αναφορικά με την οικονομική κατάσταση των αιτητών, στο οποίο κατέδειξε μόνο την ύπαρξη του ποσού των € 5,000 σε σχετικό τραπεζικό λογαριασμό, με αποτέλεσμα να αναστείλουν οι καθ΄ ων η αίτηση την διαδικασία της διαιτησίας, λόγω του ασύμφορου της διαδικασίας και της ορατής πιθανότητας μη είσπραξης του ισχυριζόμενου οφειλόμενου ποσού και με την καταβολή επιπρόσθετων ποσών για σκοπούς διατήρησης της αναστολής του σχετικού δικαιώματος και παρέμεινε η μόνη επιλογή αυτή της εκκαθάρισης, εν΄ όψει της μη ειδοποίησης περί επάρκειας των ποσών για καταβολή των σχετικών εξόδων διαιτησίας. Αναφορικά με το ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό τόκου, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι πληρώθηκε μεν η κύρια οφειλή, πλην όμως παρέμεινε οφειλόμενο το εν λόγω ποσό, λέγοντας ότι αυτό έχει λεπτομερώς υπολογιστεί με βάση το τεκμήριο που έχει κατατεθεί και από τις δύο πλευρές (με διαφορετική προσέγγιση όμως), ο υπολογισμός του τόκου έχει γίνει με τον ίδιο τρόπο που έχει γίνει και τις προηγούμενες φορές και δεν υπήρξε διαμαρτυρία των αιτητών ούτε και με την αποστολή της σχετικής επιστολής και συνεπώς οι αιτητές κωλύονται από του να αμφισβητεί εκ των υστέρων τα εν λόγω ποσά. Εν κατεκλείδι, η ενόρκως δηλούσα υπεραμύνεται του νομότυπου της σχετικής ειδοποίησης απαίτησης πληρωμής και της ύπαρξης του υπόλοιπου οφειλόμενου ποσού, απορρίπτοντας τις θέσεις των αιτητών και προβάλλοντας την θέση ότι η κυρίως αίτηση θα πρέπει να προχωρήσει, διότι πληρούνται οι σχετικές απαιτήσεις της νομοθεσίας. Επίσης, τοποθετείται επί των τοποθετήσεων του ενόρκως δηλούντα στην παρούσα αίτηση, λέγοντας ότι υπάρχει παραδοχή ότι οφείλεται ποσό, αλλά μικρότερο από αυτό που απαιτείται και ότι δεν έχει προσκομιστεί οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο που να καταδεικνύει ότι υπάρχει επάρκεια περιουσιακών στοιχείων. Επίσης, απέρριψε την θέση ότι θα επηρεαστούν οι εργασίες της εταιρείας σε περίπτωση που η κυρίως αίτηση προχωρήσει, λέγοντας ότι μπορούν να συνεχίσουν οι εργασίες της εταιρείας, μέχρι την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης και που εν πάσει περιπτώσει δεν αποδείχθηκε η διεξαγωγή οποιωνδήποτε εργασιών. Σύμφωνα με την αιτήτρια, η απλή αμφισβήτηση του ύψους του οφειλόμενου ποσού, δεν δύναται να αποτελέσει υπεράσπιση στην αίτηση εκκαθάρισης και εν πάσει περιπτώσει δεν υπάρχει οποιαδήποτε ανταπαίτηση και ούτε έγινε οποιαδήποτε προσφορά για πληρωμή του χρέους και περαιτέρω η ενόρκως δηλούσα ανέφερε ότι τα όσα προβλήθηκαν στην παρούσα αίτηση θα μπορούσαν να τεθούν στην ένσταση της κυρίως αίτησης. Αναφορικά με το θέμα της διαιτησίας, ανέφερε ότι αυτά τα θέματα είναι άσχετα με την παρούσα διαδικασία και ότι οι ισχυρισμοί στον υπολογισμό του τόκου, αποσκοπούν στην πρόκληση σύγχυσης και που εν πάσει περιπτώσει υπάρχει κώλυμα στο να προβληθούν, λόγω της αναγνώρισης χρέους με διάφορους τρόπους. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ - ΕΝΣΤΑΣΗΣ Αναφορικά με το ανακύψαν ζήτημα της Διαιτησίας, οι αιτητές κάνουν μια απλή αναφορά στον περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ. 4, χωρίς οποιαδήποτε συγκεκριμενοποίηση. Εν πάσει περιπτώσει όμως, το Δικαστήριο κρίνει, εν΄ όψει και του παρακλητικού της αίτησης, ότι δεν έχει ενώπιον του αίτηση με βάση το άρθρο 8 του Κεφ. 4, διότι η θέση της εταιρείας είναι ότι το χρέος επί του οποίου στηρίζεται η κυρίως αίτηση, τελεί υπό αμφισβήτηση και δεν συνιστά εκκαθαρισμένη απαίτηση και ως τέτοιο το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφασίσει αν υφίσταται ή όχι μέσω της παρούσας διαδικασίας, αλλά στα πλαίσια αγωγής ή διαιτησίας και πως ο αιτητής δεν μπορεί να θεωρείται πιστωτής της εταιρείας. Eν πάσει περιπτώσει όμως, όπως έχει διαφανεί, η διαδικασία της διαιτησίας στο Λονδίνο τελεί υπό αναστολή με βάση τα στοιχεία και τους λόγους που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και που δεν έχουν ουσιαστικά αμφισβητηθεί, με εξαίρεση βεβαίως το ζήτημα της πληρωμής των σχετικών τελών που εν πάσει περιπτώσει είναι ήσσονος σημασίας και οποιαδήποτε εξέταση του εν λόγω ζητήματος καθίσταται άνευ αντικειμένου, εν΄ όψει του παραδεκτού ουσιαστικά γεγονότος ότι η διαιτησία στο Λονδίνο τελεί υπό αναστολή. Στην K.M.C Motors v. Jorephanco Trading and Constructing Company
(1984)1 C.L.R 390 όπου, όπως και στην παρούσα υπόθεση, μετά την επίδοση αίτησης για εκκαθάριση εταιρείας υποβλήθηκε αίτηση για παραμερισμό και ακύρωση της αίτησης, κρίθηκε ότι με βάση τον κανονισμό 92 του περί Εταιρειών (Διάλυση) Κανονισμών 1933 όπου δεν υπάρχει πρόνοια στους εν λόγω κανονισμούς τότε οι περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμοί τυγχάνουν εφαρμογής. Συνακόλουθα, το Δικαστήριο δύναται να εφαρμόσει τους περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμούς, εκεί όπου χρειάζεται και γίνεται σχετική επίκληση αυτών. Αναφορικά με την επίκληση της Δ.27 Θ.3 όπου γίνεται επίκληση της στην νομική βάση της αίτησης, η εν λόγω διαταγή προνοεί τα ακόλουθα: «3. The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defense being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered according as may be just». (Βλέπε Annual Practice 1960 - σελ. 574 αντίστοιχη αγγλική διάταξη - Ο.25 R.4). Σύμφωνα με τον πιο πάνω κανονισμό δίδεται η διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να απορρίψει μια αγωγή όταν η αγωγή δεν αποκαλύπτει καλή βάση αγωγής ή είναι επιπόλαιη ή παρενοχλητική (frivolousor vexatious). Η διαγραφή δικογράφου συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικου ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο (In re Pelmako Development Ltd
(1991)1 C.L.R. 246). Εφόσον το δικόγραφο αποκαλύπτει κάποια αιτία αγωγής ή υπεράσπισης ή εγείρει κάποιο ζήτημα το οποίο είναι κατάλληλο για να αποφασισθεί από το Δικαστήριο, το απλό γεγονός ότι η υπόθεση είναι αδύνατη και δεν ενδέχετεαι να πετύχει δεν αποτελεί λόγο για την διαγραφή του (Annual Practice 1960 σελ. 575). (βλ. Cyber GroupLtd v. Κυριάκου Χαραλαμπίδη κ.ά
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 1852). Κατά την εξέταση τέτοιου είδους αίτησης όπως η παρούσα, η άσκηση της εξουσίας κρίνεται αποκλειστικά με βάση την αντικειμενική υπόσταση του περιεχομένου της ανεξάρτητα από την μαρτυρία η οποία την υποστηρίζει. (Βλ. In Re Pelmako (πιο πάνω) και Αναφορικά με την Εταιρεία F.K. & S (Varosia) Properties Ltd Αρ. Αιτ. 623/10 ημερ. 22.6.2011). Αναφορικά με την επίκληση της Δ.19 Θ. 26, αυτή προνοεί τα εξής: «
- The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any endorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action». Η πιο πάνω αναφερόμενη Δ.19 Θ.26 είναι πανομοιότυπη με το Ο.19 r.27 των παλιών Αγγλικών Θεσμών. Επεξηγείται δε στις σελ. 477-479 του Annual Practice του
- Κύριος σκοπός του είναι η συμμόρφωση των διαδίκων με τους κανόνες σύνταξης δικογράφων. Κατά την εξέταση αίτησης δυνάμει της Δ.19 Θ.26 δεν επιχειρείται εξέταση της εγκυρότητας του δικογράφου. Αυτό είναι ζήτημα που εξετάζεται δυνάμει της Δ.27 Θ.
- (βλ. Cyber Group Ltd v. Κυριάκου Χαραλαμπίδη κ.ά. (πιο πάνω). Όπως έχει παρατηρηθεί στην υπόθεση Lavar Shipping Co. Ltd & Anoterh v. Souras Bros. Ltd & Another
(1972)4 J.S.C σελ. 416 στις σελ. 423 και 424 «. . . . . . . though the language of Order 19 Rule 26 is wide, its operation is limited". Ειδικότερα δε, στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, το Δικαστήριο αντλεί διαφώτιση και καθοδήγηση από σχετική επί του θέματος Αγγλική Νομολογία (χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζεται η εξήγηση που έχει δώσει η πλευρά των αιτητών στην σελίδα 8 της αγόρευσης τους), εν΄ όψει του ότι γίνεται επίκληση από τους αιτητές της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα: Στην υπόθεση Charles Forte Investments Ltd v. Amanda
(1964)Ch. 240 Court of Appeal στην οποία γίνεται παραπομπή στο σύγγραμμα του L.S. Sealey, Cases and Materials in Company Law σελ. 780 αναφέρεται: "The Court has inherent jurisdiction to strike out a petition for Winding up which is bound to fail, and to grant an injunction restraining the presentation of such petition". Στο σύγγραμμα Pennington's Company Law 3η έκδοση σελ. 663, ο ορισμός του πιστωτή έχει ως ακολουθως: «A creditor is a person who could enforce his claim against the company by an action of debt, and a person cannot petition as a creditor when he merely has a right of action against the company for unliquidated damages .» και στις σελίδες 664 και 665 του ιδίου συγγράμματος αναφέρονται τα ακόλουθα: «But the court will not dismiss a petition merely because the company alleges that it has a defence to the creditors claim, unless it also shows that the defence is likely to succeed in point of law, and adduces at least prima facie proof of the facts on which the defence depends.» Επίπρόσθετα, στην σελίδα 28 από το γνωστό σύγγραμμα Palmer's Company Precedents, 17η έκδοση, Part 2, Winding Up, σελ. 27 - 28 αναφέρονται τα ακόλουθα: ΄΄The court may determine the dispute at once if it depends upon the construction of a document before it or if the company's contention is clearly wrong, or may determine on the evidence before it whether the dispute is bona fide΄΄ Περαιτέρω στο σύγγραμμα του L.S. Saley γίνεται αναφορά στην υπόθεση Re London & Paris Banking Corporation
(1984)L R 19 Eq.44 όπου γίνεται αναφορά: «A Winding up order will not be made on the basis of a debt which is bona fide disputed». Στο σύγγραμμα Commercial Litigation Pre - emptive remedies Sweet & Maxwell 2007 par. AO63 αναφέρονται τα ακόλουθα: "On application by a company for an injunction to restrain the presentation of a winding up - petition, the court must balance an unpaid creditors undoubted right to petition on the basis of an undisputed debt as against the company's right not to have its commercial standing and credit damaged, so being pressured into paying a debt which is not due... If there is doubt as to whether there is a genuine dispute as to whether the debt is owed or not then it should be the company which is entitled to the benefit of it". Στην υπόθεση Bryanston Finance Ltd - v - De Vries (Νο. 2)
(1976)Ch. 63) αναφέρονται και τα ακόλουθα: "Where it is sought to restrain presentation of the petition there must be prima facie evidence that the company would succeed in establishing that the proceedings sought to be restrained would constitute an abuse of process". Στην υπόθεση Abbey National Plc - v - JSF Finance & Currency Exchange Co. Ltd
(2006)EWCA Civ. 328 αναφέρθηκε ότι: "In order to establish that there are substantial grounds for disputing the debt the company should be able to show that its contention is fairly arguable and that there is prima facie evidence of the relevant facts to support its contention . . . . ..:". Και παρακάτω επί του θέματος αν υπήρχαν βασικοί λόγοι αμφισβήτησης του χρέους, αναφέρθηκαν και τα εξής: «. ... it seems to me that the degree of particularity required to support an allegation of fraud in an action is more than that needed to demonstrate substantial grounds for disputing liability such as to make the winding up procedure inappropriate. Similarly once it is established that there are substantial grounds for disputing the claim which may include issues of law and that they are advanced honestly, the court should not go on to consider the prospects of success of either party to the dispute». To ίδιο περίπου εξάγεται και από την Truck and Machinery Sales Ltd v. Marubeni Komatsu Ltd
(1996)1 IR 12 όπου τονίζεται ότι: «Since a winding up petition was not a legitimate means of enforcing payment of a debt which was bona fide disputed the presentation of a petition would in normal circumstances be restrained if the company in good faith and on substantial grounds disputed all liability in respect of the debt claimed» Στην Mann and Another v. Goldstein and Another
(1968)1 W.L.R 1091, οι ενάγοντες ζήτησαν διάταγμα που να απαγορεύει στους εναγόμενους να δημοσιεύσουν ή να προχωρήσουν σε οποιαδήποτε διαβήματα σε σχέση με αίτηση διάλυσης. Ισχυρίστηκαν ακόμη ότι οι καθ' ων η αίτηση στην αίτηση για απαγορευτικό διάταγμα δεν ήταν πιστωτές και διαζευκτικά αμφισβητούσαν ότι οι οφειλέτριες εταιρείες όφειλαν το οφειλόμενο ποσό, ότι οι εταιρείες ήταν ικανές να πληρώσουν τα χρέη τους και η αίτηση διάλυσης δεν έγινε καλόπιστα αλλά απεναντίας συνιστούσε κατάχρηση διαδικασίας. Το Δικαστήριο εξέδωσε τα αιτούμενα διατάγματα και αποφάσισε ότι (α) για να προχωρήσει σε αίτηση διάλυσης πρέπει οι αιτητές να είναι «πιστωτές» και αφού οι αξιώσεις ήταν αμφισβητούμενες σε ουσιαστική βάση, τότε δεν μπορούσαν να θεωρηθούν πιστωτές και ως εκ τούτου δεν είχε locus standi η αίτηση στο Δικαστήριο για διάλυση. (β) Ενώ όλα τα αποδεικτικά στοιχεία έδειχναν ότι οι εταιρείες ήταν ανίκανες να πληρώσουν τα χρέη τους, οι αιτήσεις διάλυσης δεν μπορούσαν να προχωρήσουν καθότι οι αξιώσεις των διαδίκων ήταν αμφισβητούμενες (substantially disputed). Το ίδιο αποφασίσθηκε και στην απόφαση In London and Paris Banking Corporation L.R 19 Eq. 444 (ημερ. 21.11.1874). Το Δικαστήριο ασχολήθηκε ιδιαίτερα με ειδικό άρθρο που δίνει δικαίωμα σε Αιτητή να αιτηθεί διάλυση εταιρείας μετά από επίδοση απαιτώντας πληρωμή, με την παρατήρηση ότι η αμέλεια πληρωμής δεν είναι ισοδύναμη της παράλειψης πληρωμής. "Negligence is a term which is well known to the law. Negligence in paying a debt on demand, as I understand it is omitting to pay without reasonable excuse. Mere omission by itself does not amount to negligence. Therefore I should hold, upon the words of the statute, that where a debt is bona fide disputed by the debtor, and the debtor alleges, for example, that the demand for goods sold and delivered is excessive, and says that he, the debtor, is willing to pay such sum for the goods, then in that case he has not neglected to pay, and is not within the wording of the statute". Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω η εξουσία του Δικαστηρίου να παραμερίσει αίτηση (petition) για εκκαθάριση εταιρείας ασκείται όχι μόνο στα πλαίσια των διαδικαστικών κανονισμών αλλά και στα πλαίσια της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου όταν μία διαδικασία κριθεί καταχρηστική (abuse of process of the Court). Σχετική είναι η υπόθεση Γίγας ν. Ουστά
(1994)1 Α.Α.Δ 1109), όπου αναφέρθηκε: «σύμφυτη είναι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισης της με το δικαστήριο και της αναγκαιότητας ύπαρξης της για τη λειτουργία του δικαστηρίου ως δικαστηρίου δικαίο». Στην υπόθεση In re A company Chan. Div.
(1984)1 WLR 1090, το Δικαστήριο απέρριψε αίτηση διάλυσης πιστωτή γιατί η εταιρεία αμφισβήτησε το ύψος το οφειλομένου ποσού με βάση τιμολόγιο και έκρινε ότι η αίτηση διάλυσης δεν ήταν ο νόμιμος τρόπος να διεκδικήσει ο πιστωτής το λαβείν του. (Βλ. επίσης In re A company
(1992)1 WLR 351). Στα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, 2004, reissue, volume 7
(3)para 452 σε σχέση με την ίδια έννοια σημειώνονται τα ακόλουθα: «Who may not petition. . A winding-up order may not be made on a debt which is disputed in good faith by the company; the court must see that the dispute is based on a substantial ground. A dispute as to the precise amount due is not a sufficient answer to the petition. If there is a genuine dispute, the petition may be dismissed or stayed.» Χρήσιμη αναφορά γίνεται και στην υπόθεση Ανδρέας Χατζηγιάννης ν. C & J Kyprianou Promotions Ltd
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 991 όπου εξετάστηκε, μεταξύ άλλων και το θέμα ποιός θεωρείται «πιστωτής» εταιρείας για σκοπούς γραπτής απαίτησης καταβολής οφειλής από εταιρεία. Το κριτήριο του κατά πόσο η αμφισβήτηση του χρέους είναι ουσιαστική εξηγείται ως ακολούθως στο σύγγραμμα Palmer's Company Law, 24η έκδοση, σελ. 1364-1367, σε απόσπασμα που υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Χατζηγιάννης: «To fall within the general principle the dispute must be bona fide in both a subjective and an objective sense. Thus it must be honestly believed to exist and must be based on substantial or reasonable grounds. "Substantial" means having substance and not frivolous and which the court should therefore ignore. There must be so much doubt and question about the liability to pay the debt that the court sees that there is a question to be decided. The onus is on the company "to bring forward a prima facie case which satisfies the court that there is something which ought to be tried either before the court itself or in an action, or by some other proceeding".» Υπό το φως των πιο πάνω αρχών, το Δικαστήριο θα εξετάσει την παρούσα αίτηση, έχοντας υπόψη τόσο τα γεγονότα της υπόθεσης, όσο και τις θέσεις των δύο πλευρών όπως εκφράζονται στις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων τους όπου με επιμέλεια ανέλυσαν το εγειρόμενο θέμα. Το κύριο ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο το ισχυριζόμενο χρέος είναι εύλογα αμφισβητούμενο από την εταιρεία και κατ΄ επέκταση εάν οι αιτητές της κυρίως αίτησης είναι πιστωτές εν τη εννοία του νόμου και υπό το φως της σχετικής νομολογίας και κατά πόσο υπάρχει μια καλή τη πίστη αμφισβήτηση της απαίτησης. Συνακόλουθα, το Δικαστήριο δεν βρίσκει σύμφωνο με την θέση των καθ΄ ων η αίτηση ότι ισχυρισμοί και θέσεις των αιτητών θα έπρεπε να τεθούν στα πλαίσια εξέτασης της κυρίως αίτησης, εν΄ όψει της πιο πάνω αναφερθείσας Νομολογίας. Θα πρέπει βεβαίως να τονιστεί, ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, δεν θα αξιολογήσει την ουσία της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, ήτοι κατά πόσο η απαίτηση των καθ΄ ων η αίτηση είναι ορθή και βάσιμη, διότι αυτό αποτελεί πρώτιστο καθήκον, είτε του εκδικάζοντος Δικαστηρίου εάν και εφόσον εγερθεί οποιαδήποτε αγωγή, ή του Διαιτητή, εφόσον αρχίσει οποιαδήποτε διαδικασία Διαιτησίας, αλλά το Δικαστήριο θα επικεντρωθεί στο κύριο ερώτημα που τίθεται και πιο συγκεκριμένα κατά πόσο το ισχυριζόμενο χρέος είναι εύλογα αμφισβητούμενο από την εταιρεία και κατ΄ επέκταση η ιδιότητα των αιτητών της κυρίως αίτησης ως ΄΄πιστωτές΄΄, ως πιο πάνω αναφέρθηκε και υπό το πρίσμα της πιο πάνω αναφερθείσας νομολογίας και αυθεντιών. Περαιτέρω, θα πρέπει να τονιστεί, ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, δεν θα εξετάσει το θέμα που εγέρθηκε από τους αιτητές της παρούσας διαδικασίας και που αφορά την μη αναγραφή της ορθής νομοθετικής πρόνοιας της κυρίως αίτησης, διότι δεν αποτελεί μέρος της παρούσας διαδικασίας. Το Δικαστήριο λοιπόν, έχοντας κατά νου την σύμφυτη εξουσία που έχει και που ως νομικό έρεισμα υπάρχει με βάση τις πιο πάνω νομικές αρχές που έχουν εκτεθεί πιο πάνω, κρίνει ότι ενδιάμεση αίτηση και πιο συγκεκριμένα το παρακλητικό Α αυτής, θα πρέπει να εγκριθεί και ειδικότερα η κυρίως αίτηση θα πρέπει να παραμεριστεί, για τους λόγους που θα επεξηγηθούν αναλυτικά πιο κάτω και συνακόλουθα τα υπόλοιπα παρακλητικά καθίστανται άνευ αντικειμένου. Συγκεκριμένα, δεν υπάρχει μόνο αμφισβήτηση του ύψους του ισχυριζόμενου ποσού, ως ήταν η σχετική εισήγηση των καθ΄ ων η αίτηση, αλλά υπάρχει αμφισβήτηση των χρεώσεων, του τρόπου που αυτές έγιναν και υπολογίστηκαν, ως επίσης και τα στοιχεία που λήφθηκαν υπόψη κατά τον υπολογισμό αυτών των ποσών, όπως π.χ. το εκάστοτε υπόλοιπο και ο χρόνος υπερημερίας, ως φαίνεται αναλυτικά στις παραγράφους 18 - 24 της ένορκης δήλωσης των αιτητών. Αυτές οι θέσεις, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η κατάσταση στην οποία εμφαίνονται οι τόκοι (καθ΄ ότι η απαίτηση εδράζεται σε οφειλόμενους τόκους ένεκα της εξόφλησης της κυρίως απαίτησης) δεν έχει ετοιμαστεί από λογιστές - ελεγκτές με σχετική υπογραφή από αυτούς, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι μεταξύ των διαδίκων διαφορές διέπονται από το Αγγλικό Δίκαιο, δεν αφήνουν ασφαλή περιθώρια στο Δικαστήριο για να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα στο κατά πόσο έχει ενώπιον του μια αποκρυσταλλωμένη, αδιαμφισβήτητη και εκκαθαρισμένη απαίτηση: Α) σε νομικό επίπεδο, ήτοι κατά πόσο οι τόκοι έχουν υπολογιστεί ορθά με βάση το Αγγλικό Δίκαιο για το οποίο δεν υπάρχει σχετική μαρτυρία επί αυτού του θέματος από αρμόδιο πρόσωπο, ως είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο (βλ. BANK OF SKOTLAND .V. GEODRILL LTD κ.α. 1993 1 Α.Α.Δ. 753) Β) και κυρίως σε ουσιαστικό επίπεδο, διότι η αμφισβήτηση έγκειται σε όλα τα επίπεδα, ήτοι στον τρόπο υπολογισμού, τα στοιχεία που λήφθησαν υπόψη, ο χρόνος που λήφθηκε υπόψη και το εκάστοτε υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό. Οι καθ΄ ων η αίτηση προβάλλουν την θέση ότι οι αιτητές κωλύονται από του να προβάλουν οποιαδήποτε αμφισβήτηση λόγω προηγούμενης αλληλογραφίας και της τελευταίας συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων. Αυτή η θέση δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο, διότι η αλληλογραφία και η σχετική συμφωνία, έλαβαν χώρα πριν τις 28/9/2012 όταν έλαβε χώρα η εξόφληση της κυρίως απαίτησης και συνακόλουθα το Δικαστήριο κρίνει ότι, από την στιγμή που έχει ενώπιον του μια απαίτηση η οποία εδράζεται μόνο σε υπόλοιπο τόκων και όχι απαίτησης με τόκους, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι υπήρξε εξόφληση της κυρίως απαίτησης στις 28/9/2012, χωρίς να έχει ενώπιον του μια αποκρυσταλλωμένη εικόνα ως προς την εξέλιξη και πορεία μεταξύ κύριας οφειλής και τόκων κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ τελευταίας συμφωνίας και εξόφλησης της κυρίως οφειλής και σε περαιτέρω συνδυασμό με την αμφισβήτηση των ποσών, του τρόπου που έχουν υπολογιστεί και των δεδομένων που λήφθηκαν υπόψη ως αναφέρθηκε πιο πάνω, δεν έχει ενώπιον του μια αδιαμφισβήτητη και εκκαθαρισμένη απαίτηση. Υπάρχει μια σθεναρή αντίρρηση, όχι ως προς το ύψος του τόκου το οποίο είναι ούτως ή άλλως παραδεκτό, αλλά ως προς το ισχυριζόμενο ποσό το οποίο εδράζεται σε υπόλοιπο μη καταβληθέντων τόκων, αντίρρηση η οποία εδράζεται σε χρόνο και τρόπο υπολογισμού και των στοιχείων που λήφθησαν υπόψη τόσο πριν, όσο και μετά την καταβολή της κυρίως απαίτησης και αυτή η αντίρρηση, κρίνεται στην όψη της και κάτω από αντικειμενικό φακό και χωρίς βεβαίως το Δικαστήριο να ειπησέρχεται στην ουσία της διαφοράς, ότι υπάρχει μια καλή τη πίστη αμφισβήτηση της απαίτησης, η οποία θα πρέπει να επιλυφθεί στα πλαίσια είτε αγωγής, είτε διαιτησίας και συνακόλουθα η εισήγηση των καθ΄ ων η αίτηση ότι οι ισχυρισμοί τους έχουν μείνει αναντίλεκτοι ένεκα της μη αντεξέτασης και της μη προσκόμισης προφορικής μαρτυρίας, δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο. Η αναφορά που γίνεται από την πλευρά των αιτητών στην παράγραφο 21 της ένορκης δήλωσης για διαφωνία σε ποσό των € 746,17, τέθηκε για να καταδειχθεί ότι υπάρχει διαφωνία των αιτητών ακόμα και ως προς το ποσό με τα ίδια δεδομένα των καθ΄ ων η αίτηση, χωρίς να γίνεται παραδοχή των εν λόγω δεδομένων αυτών από τους αιτητές και συνακόλουθα η θέση των καθ΄ ων η αίτηση ότι απλά υπάρχει αμφισβήτηση του ύψους του ποσού, δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο. Το ζήτημα που ηγέρθη από τους καθ΄ ων η αίτηση ότι οι αιτητές δεν απέδειξαν ότι διεξάγουν εργασίες και ότι μπορούν να εξοφλήσουν το χρέος τους με βάση αποδεικτικά στοιχεία που να καταδεικνύουν ύπαρξη περιουσίας, ως επίσης και ο αντίθετος ισχυρισμός των αιτητών, καθίσταται άνευ αντικειμένου, εν΄ όψει του ότι έχει καταδειχθεί ότι το χρέος είναι καλή τη πίστη αμφισβητούμενο, μη εκκαθαρισμένο και συνακόλουθα οι καθ΄ων οι αιτητές δεν είναι ΄΄πιστωτές΄΄ εν τη εννοία του νόμου και της σχετικής Νομολογίας, εκθεμελιώνοντας ταυτόχρονα το locus standi για την περαιτέρω προώθηση της κυρίως αίτησης. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει και με την σύμφυτη εξουσία του που πηγάζει από την πιο πάνω αναφερθείσα Νομολογία, η πιο πάνω αίτηση εγκρίνεται όσον αφορά το παρακλητικό Α και η κυρίως αίτηση (petition) παραμερίζεται ως καταχρηστική και το χρέος είναι καλή τη πίστη αμφισβητούμενο, μη εκκαθαρισμένο και συνακόλουθα οι καθ΄ων οι αιτητές δεν είναι ΄΄πιστωτές΄΄ εν τη εννοία του νόμου και της σχετικής Νομολογίας, εκθεμελιώνοντας ταυτόχρονα το locus standi για την περαιτέρω προώθηση της κυρίως αίτησης. Τα έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα βαρύνουν τους αιτητές της κυρίως αίτησης. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο