MARINOVA IVA ν. ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 134/09, 9/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A275 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 134/09 Μεταξύ: MARINOVA IVA, από την Λεμεσό Ενάγουσα και
- ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, από την Λεμεσό
- ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, από την Λεμεσό Εναγομένων ------------------ Ημερομηνία: 9 Οκτωβρίου 2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την ενάγουσα: κος Σ. Νεοκλέους για κ.κ. PHC Tsangarides LLC Για τους εναγόμενους 1 και 2: κος Κ. Χριστοφή για κο Χρίστο Σ. Χριστοφόρου ----------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή η ενάγουσα απαιτεί από τους εναγόμενους ποσό €17.086,01σ (ΛΚ. 10.000.-) το οποίο δόθηκε ως προκαταβολή για την αγορά ενός καταστήματος σύμφωνα με το Αγοραπωλητήριο Έγγραφο ημερ. 19.3.07, πλέον αποζημιώσεις για παράβαση και/ή αθέτηση του πιο πάνω εγγράφου και/ή αποζημιώσεις για οποιαδήποτε ζημιά υπέστηκε ή θα υποστεί η ενάγουσα συνεπεία της υπό των εναγομένων παράβαση και/ή διάρρηξη της αναφερόμενης συμφωνίας, πλέον τόκους και έξοδα. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης του ειδικά οπισθογραφημένου εντάλματος οι εναγόμενοι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του καταστήματος με αρ. 118 ευρισκομένου επί ακινήτου στην ενορία Νεάπολης στη Λεμεσό (στο εξής «το κατάστημα») και ιδιοκτήτες της επιχείρησης του εστιατορίου που βρισκόταν στο εν λόγω κατάστημα. Κατά ή περί την 19.3.07 η ενάγουσα συμφώνησε και υπέγραψε Αγοραπωλητήριο Έγγραφο (στο εξής «το πωλητήριο») με τους εναγόμενους για την αγορά του καταστήματος και των μηχανημάτων και επίπλων της επιχείρησης του εστιατορίου. Το τίμημα πώλησης του καταστήματος ανερχόταν σε ΛΚ.350.000.- και το τίμημα πώλησης των μηχανημάτων και επίπλων στο ποσό των ΛΚ.25.000.- Σύμφωνα με τον όρο 4 του πιο πάνω πωλητηρίου το τίμημα θα πληρωνόταν με ποσό ΛΚ.10.000.- ως προκαταβολή, ΛΚ.340.000.- ως πλήρη εξόφληση εντός ενός μηνός από την υπογραφή του πωλητηρίου και τη μεταβίβαση του ακινήτου εις το όνομα της ενάγουσας και το ποσό των ΛΚ.25.000.- αναφορικά με τα μηχανήματα και έπιπλα εντός ενός μηνός από την υπογραφή του πωλητηρίου . Το ποσό των ,ΛΚ. 10.000.- καταβλήθηκε από την ενάγουσα ως προκαταβολή και προς τούτο οι εναγόμενοι εξέδωσαν απόδειξη είσπραξης με αριθμό 511765 ημερ. 11.1.
- Σύμφωνα πάντα με την έκθεση απαίτησης οι εναγόμενοι κατά παράβαση των όρων του πωλητηρίου, χωρίς να ειδοποιήσουν την ενάγουσα, χωρίς να την καλέσουν να πληρώσει το υπόλοιπο του τιμήματος και χωρίς να τερματίσουν το πωλητήριο, πώλησαν το εν λόγω κατάστημα σε τρίτο πρόσωπο. Η ενάγουσα ζήτησε εξηγήσεις από τους εναγόμενους για την πώληση του καταστήματος και ζήτησε την επιστροφή της προκαταβολής αλλά οι εναγόμενοι αρνήθηκαν. Με επιστολή των δικηγόρων της ημερ. 26.11.08 η ενάγουσα κάλεσε τους εναγόμενους να επιστρέψουν το ποσό της προκαταβολής. Οι εναγόμενοι με επιστολή του δικηγόρου τους ημερ. 5.12.08 πρότειναν την επιστροφή μικρότερου ποσού στην ενάγουσα χωρίς να γίνει αυτό αποδεκτό από την ίδια. Η ενάγουσα με το δικόγραφο της έκθεσης απαίτησης ισχυρίζεται ότι δικαιούται σε επιστροφή της προκαταβολής σε αποκατάσταση των πραγμάτων στην προτέρα τους κατάσταση και/ή ως αποζημίωση για υπαίτια παράβαση των όρων του πωλητηρίου και/ή για πλήρη αποτυχία της αντιπαροχής από τους εναγομένους και/ή για αιτία μη επακολουθήσασα και/ή επειδή η ενάγουσα δεν απόλαυσε κανένα όφελος και/ή επειδή οι εναγόμενοι απέτυχαν υπαίτια να εκπληρώσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις έναντι της ενάγουσας. Διαζευκτικά η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι κατέβαλε προς τους εναγόμενους το ποσό των ΛΚ. 10.000.- (€17.086,01σ) ως προκαταβολή για την αγορά του καταστήματος χωρίς να έχει οποιαδήποτε χαριστική διάθεση και οι εναγόμενοι προσπορίστηκαν περιουσιακό όφελος σε βάρος της ενάγουσας και της περιουσίας της χωρίς νόμιμο αντάλλαγμα και χωρίς αντιπαροχή και αξιώνει το πιο πάνω ποσό ως αποζημιώσεις επί των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή επί των αρχών της επιείκειας. Οι εναγόμενοι 1 και 2 με την υπεράσπισή τους παραδέχονται ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ιδιοκτήτες του καταστήματος και της επιχείρησης του εστιατορίου και το γεγονός της υπογραφής του πωλητηρίου πλην της ημερομηνίας υπογραφής του, ισχυριζόμενοι ότι το πωλητήριο δεν φέρει ακριβή ημερομηνία παρά μόνο τη χρονολογία
- Παραδέχονται επίσης το τίμημα πώλησης του καταστήματος και του εξοπλισμού του καθώς και τον τρόπο πληρωμής του όπως αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης. Περαιτέρω παραδέχονται ότι καταβλήθηκε το ποσό των ΛΚ. 10.000.- ως προκαταβολή για την αγορά του καταστήματος από την ενάγουσα καθώς και την έκδοση της απόδειξης είσπραξης ημερ. 11.1.07, ισχυριζόμενοι όμως ότι είναι αδύνατο και αβάσιμο το πωλητήριο να υπογράφηκε την 19.3.07 όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα και η απόδειξη από τους εναγόμενους να δόθηκε την 11.1.
- Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η ενάγουσα μετά την υπογραφή του πωλητηρίου εξαφανίστηκε μέχρι την 1.12.08 όταν οι εναγόμενοι προς εκπλήξεως τους έλαβαν επιστολές της ενάγουσας ημερ. 26.11.08 δια των οποίων ζητούσε το ποσό της προκαταβολής. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι η ενάγουσα σύμφωνα με τον όρο 4 του πωλητηρίου είχε υποχρέωση να καταβάλει στους εναγόμενους το υπόλοιπο ποσό του τιμήματος αγοράς εντός ενός μηνός από την υπογραφή του πωλητηρίου και εν πάσει περιπτώσει εντός του έτους
- Η ενάγουσα κατά παράβαση των συμβατικών της υποχρεώσεων δεν κατέβαλε το υπόλοιπο του τιμήματος και οι ίδιοι τους αναζήτησαν την ενάγουσα για εξόφληση των υποχρεώσεων της χωρίς να την εντοπίσουν. Οι εναγόμενοι αρνούνται ότι τους ζητήθηκε από την ενάγουσα εξήγηση για την πώληση του καταστήματος σε τρίτο πρόσωπο και ισχυρίζονται ότι η πρώτη φορά όπου η ενάγουσα επικοινώνησε μαζί τους ήταν η αποστολή της επιστολής των δικηγόρων της ημερ. 26.11.08, την παραλαβή της οποίας παραδέχονται και αναφέρονται στην αποστολή από μέρους τους της επιστολής ημερ. 5.12.08, δια της οποίας χαριστικά και με σκοπό την φιλική διευθέτηση της διαφοράς πρότειναν στην ενάγουσα την καταβολή του ποσού των €8.543.- (ΛΚ. 5.000.-). Περαιτέρω οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι το ποσό της προκαταβολής το έχουν κατακρατήσει ως εύλογη αποζημίωση για την αντισυμβατική συμπεριφορά της ενάγουσας και για την υπαίτια παράβαση των όρων του πωλητηρίου και η ενάγουσα έχασε κάθε δικαίωμα της να έχει οποιαδήποτε αξίωση από τους εναγόμενους καθότι η ίδια ευθύνεται για την μη ολοκλήρωση της συμφωνίας και/ή είναι υπαίτια για την παράβαση των όρων του πωλητηρίου. Οι εναγόμενοι εγείρουν Ανταπαίτηση δια της οποίας αξιώνουν εναντίον της ενάγουσας: Α. Δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου που να ακυρώνει το αγοραπωλητήριο μεταξύ των διαδίκων, Β. Δήλωση και/ή αναγνωριστική απόφαση με την οποία να αναγνωρίζεται ότι το ποσό των ΛΚ. 10.000.- αποτελεί εύλογη αποζημίωση προς τους εναγόμενους για την υπαίτια παράβαση των όρων του πωλητηρίου από την ενάγουσα και/ή την αντισυμβατική συμπεριφορά της. Γ. Διαζευκτικά με το Β πιο πάνω αποζημιώσεις για παράβαση και/ή αθέτηση του πωλητηρίου και/ή αποζημιώσεις για οποιαδήποτε ζημιά υπέστηκαν ή θα υποστούν οι εναγόμενοι συνεπεία της υπό της ενάγουσας παράβασης και/ή διάρρηξης του πωλητηρίου. Με την Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση της η ενάγουσα, εμμένει στις θέσεις και ισχυρισμούς της, απαντώντας ότι η προκαταβολή καταβλήθηκε την 11.1.07 ενόψει της υπογραφής του πωλητηρίου το οποίο τελικά υπογράφηκε την 19.3.
- Περαιτέρω, με την Απάντηση η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ακόμα και αν οι ισχυρισμοί των εναγομένων ευσταθούν όφειλαν να στείλουν γραπτή ειδοποίηση στην ενάγουσα με την πρόθεση τους να τερματίσουν το πωλητήριο εφόσον είχαν όλα τα στοιχεία της. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν υποστεί οποιαδήποτε ζημιά, αρνείται ότι έχασε το δικαίωμα της για αξίωση εφόσον οι εναγόμενοι δεν την είχαν ειδοποιήσει για την πρόθεση τους να τερματίσουν το πωλητήριο. Ως προς δε την ανταπαίτηση των εναγομένων, η ενάγουσα αρνείται και απορρίπτει την Ανταπαίτηση των εναγομένων και ισχυρίζεται ότι το αιτητικό της δεν υποστηρίζεται και δεν συνάδει με τους ισχυρισμούς οι οποίοι περιέχονται στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση και το αιτητικό της Ανταπαίτησης είναι αβάσιμο, αστήρικτο και αδικαιολόγητο. Προς υποστήριξη της εκδοχής της ενάγουσας προσφέρθηκε η μαρτυρία της ίδιας και εκ μέρους των εναγομένων προσφέρθηκε η μαρτυρία της εναγομένης
- Η απαίτηση συνεκδικάστηκε με την ανταπαίτηση. Οι συνήγοροι αγορεύοντας υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους και κάλεσαν το Δικαστήριο αξιολογώντας την προσφερθείσα μαρτυρία να προβεί σε ευρήματα σύμφωνα με την εκδοχή κάθε πλευράς. Η εισήγηση του συνηγόρου της ενάγουσας είναι ότι ουσιαστικά η ενάγουσα δικαιούται την επιστροφή του ποσού της προκαταβολής εφόσον αποτελούσε μέρος του τιμήματος και αναφερόμενος σε νομολογία υποστήριξε την εισήγηση του στην πλήρη αποτυχία του συμφωνηθέντος ανταλάγματος, στις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού καθώς και σε νομολογία η οποία υποστηρίζει την επιστροφή της προκαταβολής ακόμα και εάν το πρόσωπο που ζητά την επιστροφή της είναι το υπαίτιο μέρος. Τέλος υποστηρίζει ότι οι εναγόμενοι δεν δικαιούνται στην επιδίκαση οποιουδήποτε ποσού εφόσον δεν απέδειξαν το ύψος της ζημιάς τους και δεν δικαιούνται σε δήλωση ακύρωσης του πωλητηρίου εφόσον οι ίδιοι τους δεν προχώρησαν στην ακύρωση του συμβολαίου. Οποιαδήποτε και αν αποφασισθεί ότι είναι η περίπτωση σύμφωνα με την νομολογία η ενάγουσα δικαιούται την επιστροφή της προκαταβολής που, εν πάση περιπτώσει, αποτελεί μέρος του τιμήματος για την αγορά του καταστήματος. Ο συνήγορος των εναγομένων 1 και 2 εισηγείται ότι η Αγωγή πρέπει να απορριφθεί λόγω διάστασης μεταξύ των δικογραφημένων ισχυρισμών της ενάγουσας και της δια ζώσης μαρτυρίας της. Ενώ, ως αναφέρει ο συνήγορος των εναγομένων, ως δεσπόζουσα βάση αγωγής αποτελεί η ισχυριζόμενη παράβαση από τους εναγόμενους του πωλητηρίου, κατά την μαρτυρία της η ενάγουσα προέβηκε σε ισχυρισμούς αντίθετους εφόσον η ίδια παραδέχτηκε ότι ήταν υπαίτια της μη υλοποίησης της συμφωνίας, ότι απουσίαζε για μεγάλο χρονικό διάστημα από την Κύπρο και αναφέρθηκε σε κάποιο κο Πανίκο ο οποίος δεν αναφέρεται στο δικόγραφο της έκθεσης απαίτησης. Με βάση την παρατηρούμενη διάσταση μεταξύ δικογράφου και μαρτυρίας, ο συνήγορος των εναγομένων εισηγείται ότι η δεσπόζουσα βάση αγωγής καταρρέει εφόσον παραβάτης της συμφωνίας ήταν η ίδια η ενάγουσα. Περαιτέρω εισηγείται ότι ούτε η διαζευκτική βάση αγωγής για ισχυριζόμενο αδικαιολόγητο πλουτισμό μπορεί να επιτύχει εφόσον δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις απόδειξης του. Με βάση τη προσαχθείσα πειστική και αληθινή μαρτυρία της εναγομένης 2, ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι έχει αποδειχθεί η ανταπαίτηση των εναγομένων. Με βάση τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου επισημαίνεται σ' αυτό το στάδιο ότι αποτελεί διαπίστωση ότι μεγάλο μέρος των ουσιαστικών επίδικων γεγονότων τα οποία έχουν διαδραματιστεί παρέμειναν αδιαμφησβήτητα από τους διαδίκους. Κατά πρώτο αποτελεί κοινό έδαφος ότι το ποσό των ΛΚ. 10.000.- πληρώθηκε από την ενάγουσα ως προκαταβολή στους εναγόμενους την 11.1.07 για την αγορά του καταστήματος και του εξοπλισμού του, αδιαμφησβήτητο επίσης παραμένει το γεγονός ότι το ποσό της προκαταβολής αποτελούσε μέρος του τιμήματος αγοράς, αποτελεί επίσης κοινό έδαφος ότι η ενάγουσα δεν επικοινώνησε προσωπικά με τους εναγόμενους για να τους αναφέρει τα προβλήματα τα οποία αντιμετωπίζει, ανεξάρτητα από τους λόγους τους οποίους προβάλει η κάθε πλευρά για την έλλειψη επικοινωνίας μεταξύ τους οι οποίοι θα αναφερθούν και αξιολογηθούν κατωτέρω, καθώς επίσης αποτελεί αδιαμφησβήτητο γεγονός η ανταλλαγή αλληλογραφίας μεταξύ των δικηγόρων των διαδίκων και της προσφοράς από τους εναγόμενους της επιστροφής του ποσού των ΛΚ. 5.000- η οποία δεν έγινε αποδεκτή από την ενάγουσα. Επίσης αποτελεί αποδεχτό γεγονός ότι εν τέλει το κατάστημα πωλήθηκε σε τρίτο πρόσωπο. Το Δικαστήριο, αναφορικά με την απαίτηση της ενάγουσας, με βάση τα επίδικα θέματα και αξιώσεις ως έχουν προωθηθεί μέχρι το τέλος της δίκης, καλείται ουσιαστικά ν' αποφασίσει κατά πόσο η ενάγουσα δικαιούται την επιστροφή της προκαταβολής την οποία κατέβαλε στους εναγόμενους. Η ενάγουσα κατά την Ακρόαση κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης της η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο Α στην Αγγλική γλώσσα και ως Τεκμήριο Α1 η μετάφραση του Τεκμηρίου Α στην Ελληνική γλώσσα. Η ενάγουσα αν και όπως ανέφερε, καταλάβαινε την Ελληνική γλώσσα επιθυμούσε να καταθέσει στο Δικαστήριο με την βοήθεια διερμηνέα ο οποίος παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για σκοπούς μετάφρασης. Κατά την μαρτυρία της κατέθεσε το Τεκμήριο 1, το αγοραπωλητήριο έγγραφο, το Τεκμήριο 2 την απόδειξη ημερ. 11.1.07, το Τεκμήριο 3, δέσμη εγγράφων αποτελούμενη από επιστολές ημερ. 26.11.08 μετά συνημμένης ένορκης δήλωσης επίδοσης, το Τεκμήριο 4, δέσμη εγγράφων αποτελούμενη από επιστολές ημερ. 5.12.08 και 15.12.08 και το Τεκμήριο 5, έγγραφο με τίτλο «Sales Agreement». Αναφερόμενη συνοπτικά στη μαρτυρία της ενάγουσας, είναι αρκετό να λεχθεί ότι η εκφρασθείσα θέση της κατά την κυρίως εξέταση της μέσω της γραπτής δήλωσης της Τεκμήριο Α, επαναλαμβάνει και υποστηρίζει τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης, χωρίς να χρειάζεται η επανάληψη τους. Ερωτηθείς από τον συνήγορο της γιατί δεν υλοποιήθηκε η πώληση, απάντησε ότι η πώληση δεν προχώρησε, πρώτο για λόγους υγείας οι οποίοι αφορούσαν την κόρη της και κατά δεύτερο λόγω εσφαλμένης επικοινωνίας μεταξύ των μερών και στη συνέχεια η πώληση του καταστήματος σε τρίτους χωρίς να ειδοποιηθεί προηγουμένως. Αντεξεταζόμενη η ενάγουσα αναγνώρισε τα Τεκμήρια 1 και 5 όπου ανέφερε ότι και τα δυο έγγραφα αφορούν την πώληση του ιδίου καταστήματος. Το Τεκμήριο 1 είναι το έγγραφο στην Ελληνική γλώσσα και το Τεκμήριο 5 το ίδιο έγγραφο στην Αγγλική γλώσσα το οποίο ετοιμάστηκε για να ξέρει τι υπογράφει. Ανέφερε ότι για την αγορά του καταστήματος υπήρχε μεσάζων (agent) και μετά από συναντήσεις που έγιναν καταρτίστηκε η συμφωνία και έδωσε το ποσό των ΛΚ. 10.000.- ως προκαταβολή. Παραδέχτηκε ότι δεν πλήρωσε τα υπόλοιπα ποσά εντός ενός μηνός όπως προνοείτε στο πωλητήριο για τον λόγο ότι η κόρη της βρισκόταν σε διαδικασία βιοψίας όπου είχε διαγνωσθεί με καρκίνο των οστών και έπρεπε να ξεκινήσει θεραπεία στο Λονδίνο. Θυμάται ότι από το αεροδρόμιο της Βιέννης τηλεφώνησε του μεσάζοντα, κο Πανίκο, του εξήγησε τι συμβαίνει και του ζήτησε να επικοινωνήσει με τους εναγόμενους να τους ενημερώσει ότι χρειάζεται 30 -45 ημέρες να την αναμένουν και θα τους εξηγήσει τι συμβαίνει για ν' αποφασίσουν εάν θα υπογράψουν νέα συμφωνία ή να επιστρέψουν το ποσό των ΛΚ. 10.000.- Στη συνέχεια ανέφερε ότι μπορεί να συναντήθηκε με τους εναγόμενους μια ή δυο φορές. Με τους εναγόμενους δεν είχε μιλήσει τηλεφωνικώς να τους εξηγήσει τις δυσκολίες της και ζήτησε από τον Πανίκο να τα διευθετήσει ο οποίος ήταν κοινός τους φίλος. Η ίδια δεν είχε το τηλέφωνο των εναγομένων και ο Πανίκος την ενημέρωσε ότι μίλησε μαζί τους. Από ότι θυμάται με βάση τις ημερομηνίες όπου βρισκόταν στο νοσοκομείο με την κόρη της πρέπει να είπε στον Πανίκο να ενημερώσει τους εναγόμενους γύρω στις 3 ή 5 Απριλίου. Για την πώληση του καταστήματος σε τρίτο πρόσωπο έμαθε από τον Πανίκο όταν ήρθε στην Κύπρο. Η ίδια της δεν πήγε στο εστιατόριο εφόσον ο Πανίκος ανέλαβε να τους εντοπίσει και ενημερώσει εφόσον από τον Πανίκο γνώρισε τους εναγόμενους. Ερωτηθείς κατά πόσο είναι σίγουρη ότι οι εναγόμενοι ενημερώθηκαν απάντησε: «Όχι, δεν μπορώ να ξέρω.» Η ενάγουσα επέμενε ότι ζήτησε από τον Πανίκο να διευθετήσει συνάντηση με τους εναγόμενους όταν η ίδια της ήταν στην Κύπρο για να τους εξηγήσει και να αποφασίσουν εάν θα προχωρήσουν με την πώληση και της έλεγε ότι δεν μπορούσε να τους εντοπίσει, εφόσον πιθανό η εναγόμενη 2 να βρισκόταν στην Βιέννη και την διαβεβαίωνε ότι θα διευθετήσει την επιστροφή της προκαταβολής. Όταν ξαναήρθε Κύπρο προσπάθησε να βρει τους εναγομένους χωρίς να τα καταφέρει και όταν συναντήθηκε με τον Πανίκο την ενημέρωσε ότι οι εναγόμενοι δεν θέλουν να ακούσουν για την συμφωνία, ούτε για την ίδια και δεν θα δώσουν πίσω τα χρήματα, ζήτησε το τηλέφωνο των εναγομένων από τον Πανίκο ο οποίος της ανέφερε ότι δεν το γνώριζε. Ερωτηθείς γιατί καθυστέρησε να στείλει ειδοποίηση μέσω Δικηγόρων απάντησε ότι είχε αρκετές συναντήσεις με τον Πανίκο ο οποίος την διαβεβαίωνε ότι θα επικοινωνούσε μαζί τους και θα την ενημέρωνε. Σε υποβολή ότι η ίδια της δεν εκπλήρωσε τις συμβατικές της υποχρεώσεις απάντησε: «Σωστό. Εάν το είχα κάνει δεν θα ήμουν εδώ.» Στη συνέχεια, σε υποβολή ότι από την αδυναμία της να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της οι εναγόμενοι έχουν υποστεί ζημιά απάντησε: «Και γω το ίδιο.» Η εναγόμενη 2 κατά την κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι είναι αδερφή του εναγομένου
- Όπως είπε, η ενάγουσα δεν επικοινώνησε μαζί της για να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της και να πληρώσει, ενώ οι εναγόμενοι περίμεναν αρκετό καιρό και η ίδια της έκανε προσπάθειες να την εντοπίσει αλλά δεν μπόρεσε. Όπως είπε, δεν επικοινώνησε άλλο πρόσωπο μαζί της ούτε ο Πανίκος. Τον Απρίλιο του 2007 βρισκόταν στο εστιατόριο και δούλευε. Η πρώτη φορά όπως είπε όπου η ενάγουσα έδειξε σημάδι ζωής ήταν το 2008 μέσω των δικηγόρων της. Τον Πανίκο δεν τον είδε ο οποίος ήταν γνωστός της ενάγουσας. Κατά το διάστημα όπου απουσίαζε η ενάγουσα υπήρχε ενδιαφέρον από άλλα άτομα για την αγορά ή ενοικίαση του καταστήματος αλλά δεν αποδεχόταν γιατί περίμενε την ενάγουσα να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της. Θυμάται κάποιο κο Κώστα ο οποίος ήθελε να το ενοικιάσει, συμφώνησε μαζί του αλλά μετά αποφάσισε να περιμένει την ενάγουσα να επιστρέψει. Η προσφορά όπως ανέφερε για το ενοίκιο ήταν €2.500.- ενώ μετά από παρέμβαση του εναγομένου 1 ο οποίος βρισκόταν στην αίθουσα του Δικαστηρίου διόρθωσε την απάντηση της και ανέφερε ότι το ενοίκιο ήταν €3.000.- Αντεξεταζόμενη η εναγόμενη 2 αναγνώρισε το Τεκμήριο 1 και την υπογραφή της επί αυτού. Μετά την υπογραφή του πωλητηρίου περίμενε την ενάγουσα σχεδόν ένα χρόνο, δεν μπορούσε να την βρει ούτε γνώριζε που βρισκόταν ενώ η ίδια της βρισκόταν στο μαγαζί της όλο το χρονικό διάστημα. Ρωτούσαν για να την βρούν αλλά δεν μπορούσαν και δεν είχε το τηλέφωνο της. Η επικοινωνία για την συμφωνία έγινε μέσω του Πανίκου του οποίου δεν είχε το τηλέφωνο. Ερωτηθείς με ποιο τρόπο επικοινώνησε μαζί της η ενάγουσα ή ο μεσάζων για την υπογραφή των συμβολαίων, απάντησε ότι πήγαν και οι δυο στο μαγαζί της και πήραν ακόμα ένα συνεργάτη από την Κούβα. Παρακάλεσαν την εναγόμενη 2 να περιλάβει τον εν λόγω Κουβανό στην εταιρεία για να μείνει Κύπρο και της έδωσαν το όνομα του Armando Roger Vila Caprera. Όπως ανέφερε ήταν ένας συνεργάτης της ενάγουσας που ήθελε να μείνει στο μαγαζί μέχρι να έρθει η ενάγουσα για να συνεχίσει το εστιατόριο και η ίδια της θα τον βοηθούσε. Όπως ανέφερε έβαλε το πιο πάνω πρόσωπο διευθυντή του εστιατορίου, πήρε το χαρτί από τους λογιστές της και το έκανε αυτό μέχρι να τακτοποιηθούν τα έγγραφα του για να μείνει Κύπρο. Στοιχεία επικοινωνίας του πιο πάνω προσώπου δεν είχε γιατί όπως ανέφερε ήταν μαζί με την ενάγουσα. Δεν θυμάται πόσες φορές πήγαν στο μαγαζί η ενάγουσα με τον μεσάζων και τον Κουβανό και κανένας από αυτούς δεν άφησε στοιχεία γιατί εάν ήθελαν να την βρουν θα την έβρισκαν στο μαγαζί. Αρνήθηκε ότι γνωρίζει ότι η ενάγουσα διατηρούσε γραφείο στην Λεμεσό με υπαλλήλους καθώς επίσης και το ότι γνώριζε τα στοιχεία της ενάγουσας και μπορούσε να επικοινωνήσει μαζί της. Ερωτηθείς ποια είναι η αλήθεια εφόσον στην κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι δεν είδε ποτέ τον Πανίκο ενώ αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι ο ίδιος του πήγαινε με την ενάγουσα στο κατάστημα απάντησε ότι τον είδε όταν πήγαινε στο μαγαζί με την ενάγουσα για τα συμβόλαια και συνόδευε την ενάγουσα για να συζητήσουν, μετά δεν τον ξαναείδε. Όσον αφορά τον χρόνο πώλησης του καταστήματος, αρχικά ανέφερε ότι το πώλησε περί τα τέλη του 2007 και στη συνέχεια ανέφερε ότι η πώληση έγινε περί τα μέσα Αυγούστου αρχές Σεπτεμβρίου. Στη συνέχεια ανέφερε ότι δεν τερμάτισε την συμφωνία με την ενάγουσα πριν την πώληση, ούτε ειδοποίησε τον Πανίκο ότι το πούλησε. Παραδέχτηκε ότι παρέλαβε ως προκαταβολή ΛΚ.10.000.- και υποδεικνύοντας της το Τεκμήριο 1 ανέφερε ότι δεν υπάρχει όρος ο οποίος να προνοεί ότι δικαιούται να κατακρατεί την προκαταβολή. Σε ερώτηση πως κατέληξε στην πρόταση προς την ενάγουσα να της επιστρέψει το ποσό των ΛΚ. 5.000.- ανέφερε ότι η ενάγουσα ήρθε δυο φορές Κύπρο και δεν της έδωσε εξηγήσεις εάν ήθελε ή όχι τι κατάστημα ενώ η ίδια της θα έδινε το κατάστημα σε άλλα πρόσωπα που ενδιαφέρονταν. Τέλος, ήταν η θέση της ότι κατακρατεί το ποσό της προκαταβολής μέχρι σήμερα, γιατί δεν εμφανίστηκε η ενάγουσα ενωρίτερα, δεν πήγε να την βρει και είχε λάβει μέσω Δικηγόρων επιστολή για το εν λόγω θέμα. Παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον μου. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας τους μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έγινε με γνώμονα, μεταξύ άλλων, τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, τις γνώσεις τους για τα επίδικα γεγονότα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα σε συνδυασμό με το στάδιο που ανέκυψε η μαρτυρία τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθώς και τη μνήμη, ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων (Bauer v. Hροδότου & Υιοι Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου ν. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447, Zαμπάς ν. Α & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Αξιολογώντας αρχικά την μαρτυρία της ενάγουσας, έχοντας κατά νου το σύνολο της προσφερθείσας μαρτυρίας στην υπόθεση, θεωρώ ότι η ενάγουσα παρουσίασε τα γεγονότα ως διαδραματίστηκαν τότε, δίδοντας ιδιαίτερο βάρος στην απόδοση εξήγησης των λόγων που δεν επικοινώνησε με τους εναγόμενους και γιατί από πλευράς της δεν ολοκληρώθηκε η πώληση του καταστήματος. Τα προβλήματα υγείας τα οποία αντιμετώπιζε η κόρη της ενάγουσας κατά τον ουσιώδη για την Αγωγή χρόνο δεν έχουν αμφισβητηθεί από πλευράς εναγομένων και τα οποία όπως έχει διαφανεί, είναι ο κύριος λόγος για τον οποίο η ενάγουσα δεν τήρησε τα χρονοδιαγράμματα όπως έχουν συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων. Βέβαια τα όσα ανέφερε η ενάγουσα εν σχέση με τον ρόλο του Πανίκου παραμένουν ατεκμηρίωτα και μετέωρα εφόσον ο ίδιος του δεν κλήθηκε να μαρτυρήσει στην υπόθεση. Το σίγουρο όμως είναι ότι αυτό το πρόσωπο υπήρξε στην όλη υπόθεση εφόσον αυτό επιβεβαιώνεται και από την εναγόμενη
- Το κατά πόσο ο Πανίκος όμως ενημέρωσε όντως τους εναγόμενους για τα όσα ανέφερε η ενάγουσα παραμένει άγνωστο όπως παραδέχτηκε και η ενάγουσα κατά την μαρτυρία της. Παρεμβάλλεται σ' αυτό το σημείο ότι η ενάγουσα μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας και η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή, ενόσω μάλιστα η ειλικρίνεια της επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι η ίδια της δήλωσε κατά την αντεξέταση της ότι δεν εκπλήρωσε τις συμβατικές της υποχρεώσεις. Βέβαια η παραδοχή της αυτή δεν αναιρεί από μόνη της την θέση της ότι και οι εναγόμενοι δεν έχουν τηρήσει τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, εφόσον παρέμεινε η θέση της ότι οι εναγόμενοι δεν τερμάτισαν το πωλητήριο και πώλησαν σε τρίτους το ακίνητο. Η ενάγουσα δεν παρέκλεινε κατά την μαρτυρία της από την δικογραφημένη θέση της ότι υπαίτιοι ήταν οι εναγόμενοι και η παραδοχή της για δική της υπαιτιότητα κρίνω ότι δεν αποτελεί εκτροχιασμό ή παρέκκλιση από τα ουσιαστικά επίδικα θέματα. Οι εναγόμενοι με την γραπτή αγόρευση τους δίνουν έμφαση στην πιο πάνω παραδοχή της ενάγουσας για το ότι δεν εκπλήρωσε τις συμβατικές της υποχρεώσεις και εισηγούνται ότι με την πιο πάνω παραδοχή ο τερματισμός της συμφωνίας λόγω υπαιτιότητας της ενάγουσας κατέστη δεδομένος. Δεν μπορώ να συμφωνήσω με την πιο πάνω θέση των εναγομένων εφόσον δεν έχει συνδεθεί με σχετική μαρτυρία ούτε υποβλήθηκε στην μάρτυρα η θέση ότι η από μέρους της μη εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων ήταν ο λόγος που δεν υλοποιήθηκε η συμφωνία πώλησης. Η μαρτυρία κάθε μάρτυρα εξετάζεται υπό το φως του συνόλου της προσκομισθείσας μαρτυρίας και όχι μικροσκοπικά. Δεν μπορεί να απομονωθεί η πιο πάνω απάντηση από το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας της ενάγουσας η οποία ανέφερε ότι μέχρι την στιγμή όπου έμαθε ότι πωλήθηκε το κατάστημα είχε πρόθεση να ολοκληρώσει την συμφωνία καθώς και το ότι ο λόγος που δεν ολοκληρώθηκε η πώληση ήταν γιατί δεν μπορούσε να βρει τους εναγομένους. Τα ίδια με τα πιο πάνω ισχύουν και για το σημείο της μαρτυρίας της ενάγουσας η οποία όταν της υποβλήθηκε ότι οι εναγόμενοι υπέστησαν ζημιά απάντησε «κι εγώ». Η εν λόγω απάντηση της ενάγουσας αποτέλεσε έναυσμα για τους εναγόμενους να εισηγηθούν ότι η εν λόγω αναφορά της ενάγουσας υποδηλεί παραδοχή για την πρόκληση ζημιάς στους εναγόμενους. Δεν γίνεται αποδεκτή η εν λόγω θέση των εναγομένων εφόσον κατά την κρίση μου, η πιο πάνω αναφορά της ενάγουσας δεν μπορεί να αποτελέσει σαφή και συγκεκριμένη μαρτυρία εν σχέση με την ισχυριζόμενη ζημιά των εναγομένων την οποία όφειλαν να δικογραφήσουν με λεπτομέρεια και να αποδείξουν προσκομίζοντας σχετική μαρτυρία προς τούτο. Σε αυτό το θέμα θα αναφερθώ κατωτέρω. Διαπιστώνω και δεν έχει αμφισβητηθεί από πλευράς εναγομένων ότι η ενάγουσα κατά το χρονικό σημείο μεταξύ της υπογραφής του πωλητηρίου και ολοκλήρωσης της πώλησης καταβάλλωντας το τίμημα πωλήσεως βρέθηκε αντιμέτωπη με το σοβαρό πρόβλημα υγείας της κόρης της όπου την ανάγκασε να βρίσκεται για μεγάλα χρονικά διαστήματα εκτός Κύπρου. Από την μαρτυρία της διαπιστώνω ότι η ίδια της δεν είχε πρόθεση να μην αγοράσει εν τέλει το κατάστημα ή ότι δεν είχε σκοπό να πληρώσει το υπόλοιπο του συμφωνηθέντος τιμήματος ούτε κάτι τέτοιο προβλήθηκε από πλευράς υπεράσπισης. Η μάρτυρας ανέφερε και η θέση της αυτή γίνεται αποδεχτή από το Δικαστήριο ότι όταν έμαθε ότι οι εναγόμενοι πώλησαν το κατάστημα ήθελε εξηγήσεις τις οποίες δεν έλαβε για τους λόγους που ανέφερε και αφού αντιλήφθηκε ότι δεν θα αγόραζε η ίδια το κατάστημα ζήτησε να της επιστραφεί η προκαταβολή που πλήρωσε στους εναγόμενους για ΛΚ. 10.000.- Μέχρι το βαθμό όπου η ενάγουσα ισχυρίστηκε στην μαρτυρία της ότι ζήτησε από τον Πανίκο να ενημερώσει τους εναγόμενους για τις δυσκολίες της και να ζητήσει από αυτούς παράταση χρόνου, η ενάγουσα κρίνεται αληθής και αποδέχομαι την θέση της αυτή, εφόσον η εμπλοκή του Πανίκου στη συναλλαγή των διαδίκων έγινε αποδεχτή εν τέλει από την εναγόμενη
- Πέραν των πιο πάνω δεν αποδέχομαι τα όσα ανέφερε η ενάγουσα εν σχέση με τον Πανίκο εφόσον το εν λόγω πρόσωπο δεν κλήθηκε να καταθέσει. Σημειώνεται ότι με βάση την μαρτυρία της ενάγουσας δεν αποδείχθηκε ο δικογραφημένος ισχυρισμός της ότι οι εναγόμενοι παραβίασαν τους όρους του πωλητηρίου εφόσον η μαρτυρία της επικεντρώθηκε στο ότι έψαχνε τους εναγόμενους για να πάρει εξηγήσεις για την πώληση του καταστήματος σε τρίτο πρόσωπο. Το γεγονός όμως αυτό κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν αποτελεί καθοριστικό γεγονός για την εξέταση του ζητήματος της επιστροφής της προκαταβολής, σύμφωνα με την Νομολογία στην οποία θα αναφερθώ κατωτέρω. Η ενάγουσα σύμφωνα με τις δικογραφημένες αξιώσεις της, στηρίζει την απαίτηση της για επιστροφή της προκαταβολής σε διαζευκτικές αιτίες. Διαπιστώνω από αυτό το αρχικό στάδιο ότι από τις εν λόγω διαζευκτικές αιτίες και ενόψη της πιο πάνω κρίσης του Δικαστηρίου επί της μαρτυρίας της ενάγουσας, η αξίωση στηριζόμενη σε αποζημίωση για υπαίτια παράβαση των όρων του εγγράφου και/ή επειδή οι εναγόμενοι απέτυχαν υπαίτια να εκπληρώσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις έναντι της ενάγουσας, δεν έχουν τεκμηριωθεί. Εις ότι αφορά την μαρτυρία της ενάγουσας για τους λόγους οι οποίοι ενδεικτικά αναφέρονται πιο πάνω, εκτός από τα σημεία της μαρτυρίας της τα οποία αφορούν ισχυρισμούς αναφορικά με τις ενέργειες του Πανίκου οι οποίοι δεν έχουν τεκμηριωθεί, γίνεται αποδεκτή και η ενάγουσα κρίνεται αξιόπιστη για το υπόλοιπο περιεχόμενο της μαρτυρίας της. Όσον αφορά τα Τεκμήρια 1 και 5 τα οποία κατέθεσε η ενάγουσα παρατηρώ ότι το Τεκμήριο 1 φέρει ημερομηνία 19.3 χωρίς χρονολογία και στον όρο 4 υπό τον τίτλο «Τρόπος Πληρωμής» προβλέπεται ως ημερομηνία πληρωμής του υπολοίπου τιμήματος «..εντός ενός μηνός από την υπογραφή του παρόντος συμβολαίου μέχρι τις 19/3/2007». Από την άλλη επί του Τεκμηρίου 5, το οποίο σύμφωνα με την ενάγουσα είναι η μετάφραση του Τεκμηρίου 1 στα Αγγλικά δεν αναγράφεται η ημέρα και ο μήνας αλλά μόνο η χρονολογία 2007 και στον όρο 4 υπό τον τίτλο «Mode of Payment» όπου προβλέπεται η πληρωμή του υπολοίπου τιμήματος εντός ενός μηνός από την υπογραφή της συμφωνίας δεν αναφέρεται η ακριβής ημερομηνία σε αντίθεση με το Τεκμήριο
- Παρ' όλα τα πιο πάνω κενά τα οποία παρατηρούνται στα Τεκμήρια 1 και 5 αποδέχομαι ότι η συμφωνία υπογράφηκε στις 19.3.07 εφόσον η θέση αυτή της ενάγουσας δεν αμφισβητήθηκε ούτε κατά την αντεξέταση της ούτε προβλήθηκε αντίθετη θέση από την εναγόμενη. Παρ' όλο όπου οι εναγόμενοι αμφισβητούν με το δικόγραφο της Υπεράσπισης την ημερομηνία κατάρτισης της συμφωνίας δεν προσκομίστηκε μαρτυρία περί του αντιθέτου από τους εναγόμενους αλλά όπως προκύπτει και από την γραπτή αγόρευση των εναγομένων η εν λόγω ημερομηνία είναι εν τέλει αποδεχτή. Η ανακρίβεια η οποία παρατηρείται μεταξύ των Τεκμηρίων 1 και 5 αναφορικά με το πότε θα έπρεπε να πληρωθεί το υπόλοιπο του τιμήματος δεν καθίσταται ανάγκη να εξεταστεί περαιτέρω, εφόσον αποτελεί κοινό έδαφος και γεγονός από τους διαδίκους ότι ουδέποτε πληρώθηκε το υπόλοιπο του τιμήματος αν και παρήλθε η προθεσμία την οποία είχαν κατά νου τα δυο μέρη. Δεν μου διαφεύγει επίσης ότι στην παρ. 8 της Υπεράσπισης οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι το τίμημα πωλήσεως ήταν πληρωτέο «.εν πάση περιπτώσει εντός του έτους 2007.» Το ουσιαστικό γεγονός το οποίο προκύπτει από τα Τεκμήρια 1 και 5 είναι ότι το ποσό των ΛΚ. 10.000.- και το οποίο παραμένει αδιαμφησβήτηο, είναι ότι αυτό καταβλήθηκε ως προκαταβολή και αποτελεί μέρος του τιμήματος πωλήσεως. Στον όρο 4 του Τεκμηρίου 1 προβλέπεται: «Τρόπος Πληρωμής. Η συμφωνηθείσα τιμή πωλήσεως του πωλούμενου υποστατικού είναι ΛΚ.350.000 το οποίον «ο Αγοραστής» συμφωνεί και αναλαμβάνει να καταβάλει εις «τον Πωλητή» ως ακολούθως: Α. το ποσό των ΛΚ. 10.000.- δόθηκαν ως προκαταβολή. Β. το ποσό των ΛΚ. 340.000.- την πλήρη εξόφληση του ως άνω ποσού, εντός ενός μηνός από την υπογραφή του παρόντος συμβολαίου μέχρι τις 19/3/2007.» Αποτελεί επίσης παραδεκτό γεγονός ότι η προκαταβολή δόθηκε την 11.1.07 σύμφωνα με το Τεκμήριο 2 αλλά και το δικόγραφο της Υπεράσπισης. Όσον αφορά την εναγόμενη 2, θεωρώ ότι δεν ήταν ειλικρινής και η μαρτυρία της παρουσιάζει ουσιαστικές αντιφάσεις οι οποίες αποδυναμώνουν τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης, όπως ενδεικτικά θα αναφερθώ σε κάποια παραδείγματα πιο κάτω. Κατ' αρχάς κατά την κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι ουδέποτε είδε τον Πανίκο ενώ στην συνέχεια παραδέχτηκε ότι είδε τον Πανίκο και μάλιστα πέραν της μιας φοράς όπου επισκεπτόταν με την ενάγουσα το μαγαζί της. Η ίδια της επέμενε ότι δεν είχε στοιχεία επικοινωνίας του Πανίκου ή της ενάγουσας και δεν μπορούσε να επικοινωνήσει με τον ένα ή τον άλλο. Δεν μπορώ να δεχτώ την πιο πάνω θέση της εναγόμενης 2, η οποία κατά την άποψη μου στερείται λογικής και πειστικότητας. Πώς είναι δυνατόν η εναγόμενη 2 να συμφωνεί να πωλήσει την περιουσία της για το ποσό των ΛΚ. 375.000.-, να υπογράφει συμφωνία, να λαμβάνει προκαταβολή και να μην ζητήσει έστω ένα τηλέφωνο είτε της ενάγουσας είτε του Πανίκου ως μεσάζων. Η εναγόμενη 2 μετέφερε την εικόνα στο Δικαστήριο ότι ουσιαστικά υπέγραψε μια συμφωνία με μια άγνωστη που δεν είχε κανένα στοιχείο εντοπισμού της ή επικοινωνίας μαζί της και μάλιστα μετά που όπως η ίδια ισχυρίζεται εξαφανίστηκε, την ανέμενε για ένα χρόνο να επιστρέψει. Την πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου θεωρώ ότι υποστηρίζει σε μεγαλύτερο βαθμό το γεγονός ότι η εναγόμενη 2, όπως η ίδια ανέφερε, ενέγραψε ως Διευθυντή της εταιρείας ένα Κουβανό ο οποίος την επισκέφθηκε με την ενάγουσα και της ζήτησε να τον εγγράψει στην εταιρεία για να μπορέσει να παραμείνει στην Κύπρο. Ο ρόλος του εν λόγω Κουβανού παραμένει ένα μυστήριο για την όλη υπόθεση εφόσον από την ενάγουσα δεν αναφέρθηκε οτιδήποτε για το εν λόγω πρόσωπο αλλά η εναγόμενη 2 υποστήριξε ότι χωρίς να τον γνωρίζει πήρε τα στοιχεία του και μέσω των λογιστών της ενέγραψε τον Κουβανό ως διευθυντή στην εταιρεία, που ας σημειωθεί ουδέποτε αναφέρθηκε οτιδήποτε περαιτέρω για την εταιρεία εις την οποία αναφέρθηκε η εναγόμενη
- Σε αυτό το σημείο της μαρτυρίας της εναγομένης 2 και πάλι εγείρονται εύλογα ερωτήματα πως είναι δυνατόν η εναγόμενη 2 να αποδέχθηκε τον διορισμό ως διευθυντή ενός αγνώστου προσώπου από την Κούβα και μάλιστα χωρίς να ολοκληρωθεί η πώληση του καταστήματος με την ενάγουσα. Πέραν τούτου εφόσον η ίδια ανέφερε ότι πήρε τα στοιχεία του Κουβανού ο οποίος σχετιζόταν με την ενάγουσα πως είναι δυνατόν όταν, όπως ισχυρίζεται εξαφανίστηκε η ενάγουσα και προσπαθούσε να την εντοπίσει, δεν επικοινώνησε με τον Κουβανό για να την βοηθήσει να βρει την ενάγουσα ή έστω να ενημερώσει τον ίδιο ότι θα πωλήσει το κατάστημα σε τρίτους. Πέραν των πιο πάνω, η εναγόμενη 2 κατά την μαρτυρία της ενώ ανέφερε αρχικά ότι ανέμενε την ενάγουσα για περίπου ένα χρόνο στη συνέχεια αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι πώλησε το κατάστημα το 2007 περί τα μέσα Αυγούστου αρχές Σεπτεμβρίου, δηλαδή πολύ λιγότερο από ένα χρόνο από την συμφωνία πώλησης με την ενάγουσα. Περαιτέρω η εναγόμενη 2 ενώ αναφερόταν ότι περίμενε την ενάγουσα και ότι εξάντλησε όλα τα περιθώρια πριν πωλήσει το κατάστημα δεν ανέφερε οποιαδήποτε ενέργεια της για εντοπισμό της ενάγουσας, ούτε διεφάνηκε στο Δικαστήριο από τις απαντήσεις της και με τον τρόπο που απαντούσε ότι την απασχόλησε ιδιαίτερα να επικοινωνήσει με την ενάγουσα ή να μάθει εάν τελικά θα αγόραζε το κατάστημα ή όχι. Παράδειγμα για την πιο πάνω κατάληξη μου είναι η απάντηση της σε ερώτηση τι ενέργειες έκανε για να επικοινωνήσει με την ενάγουσα εφόσον όπως ανέφερε την έψαχνε, «εγώ ήμουν στο εστιατόριο και δούλευα αλλά δεν ήρθε να με βρει.» Η θέση που προβάλλει η εναγόμενη 2 ότι περίμενε για μεγάλο διάστημα την ενάγουσα για να εκπληρώσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις δεν μπορεί να γίνει πιστευτή για ακόμα ένα λόγο. Στην παρ. 8 της Υπεράσπισης των εναγομένων αναφέρεται ότι το τίμημα θα έπρεπε να πληρωθεί εντός του έτους
- Η μαρτυρία της είναι αντίθετη με την πιο πάνω δικογραφημένη θέση εφόσον τελικά όπως η ίδια ανέφερε το κατάστημα πωλήθηκε περί τον Αύγουστο ή Σεπτέμβριο
- Εφόσον το έτος 2007 δεν είχε παρέλθει και δεν διεφάνηκε να ζητήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο η πληρωμή από την ενάγουσα πριν την πώληση του ακινήτου στο τρίτο πρόσωπο ενώ η πώληση έγινε εντός του 2007, η θέση της εναγομένης 2 ότι ανέμενε την ενάγουσα και πώλησε το κατάστημα επειδή η ενάγουσα δεν πλήρωσε εντός του καθορισμένου χρόνου, καταρρίπτεται. Αξιοσημείωτο επίσης είναι το μέρος της μαρτυρίας της εναγομένης 2 όπου ερωτηθείς γιατί εξακολουθεί να κατακρατεί το ποσό της προκαταβολής η απάντηση της ήταν: «Λόγω του ότι στο μεγάλο χρονικό διάστημα της υπόθεσης δεν εμφανίστηκε η Ίβα, δεν υπήρχε καμία επαφή. Δεν ήρθε να με βρει και είχα λάβει απευθείας μέσω των Δικηγόρων επιστολή για αυτό το θέμα. Δεν ήρθε προσωπικά δεν την είχα δει.» Ακόμα και όταν ερωτήθηκε πως κατέληξε στο ποσό των ΛΚ. 5.000.- που πρότεινε να επιστρέψει στην ενάγουσα η απάντηση της ήταν ότι η ενάγουσα ήρθε δυο φορές στην Κύπρο και δεν πήγε στο μαγαζί της ενώ η ίδια της θα έδινε αλλού το μαγαζί. Ουδέποτε η ενάγουσα ανέφερε ότι υπέστει οποιαδήποτε ζημιά που να δικαιολογεί την κατακράτηση της προκαταβολής ούτε δικαιολόγησε με άλλο τρόπο την μη επιστροφή ολόκληρου του ποσού της προκαταβολής στην ενάγουσα παρά μόνο στήριξε την μη επιστροφή του ποσού στο γεγονός ότι η ενάγουσα δεν πήγε στο κατάστημα να την βρει. Η εναγόμενη 2 σε κάποια σημεία της μαρτυρίας της αναφέρθηκε σε πρόσωπα που ενδιαφέρονταν για το κατάστημα αναφέροντας μόνο κάποιο Κώστα που ήθελε να ενοικιάσει το κατάστημα, που όπως φάνηκε δεν θυμόταν πόσο ήταν το ενοίκιο που είχε συμφωνήσει και προσπάθησε να αναφέρει το ορθό ποσό μετά από ανεπίτρεπτη παρέμβαση στην διαδικασία από τον εναγόμενο 1, ο οποίος βρισκόταν εντός της αίθουσας. Θεωρώ ότι η εναγόμενη 2 δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο ούτε μετέφερε στο Δικαστήριο την πραγματική εικόνα των διαδραματισθέντων για τα θέματα που αφορούν την παρούσα υπόθεση αλλά ούτε παράθεσε ικανή και επαρκή μαρτυρία για να στηρίξει τις δικογραφημένες θέσεις της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Δεν μπορώ να παραβλέψω το γεγονός ότι οι εναγόμενοι μετά την επιστολή της ενάγουσας δια της οποίας ζητά την επιστροφή της προκαταβολής οι εναγόμενοι ενήργησαν άμεσα προτείνοντας στην ενάγουσα την επιστροφή των ΛΚ. 5.000.-, δίνοντας έτσι την εντύπωση ότι σε εκείνη την χρονική στιγμή αποδέχτηκαν να επιστρέψουν μέρος της προκαταβολής χωρίς όμως να αιτιολογούν την κατακράτηση των υπολοίπων ΛΚ.5.000.- Ενόψει των πιο πάνω δεν αποδέχομαι την μαρτυρία της εναγομένης 2 η οποία σε πολλά σημεία παρουσίαζε αντιφάσεις, παρέκκλινε από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Υπεράσπσιης, στερείτο λογικής και απαντούσε με δισταγμό χωρίς να πείθει για την αλήθεια των όσων ανέφερε, όπως προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω. Σύμφωνα με την μαρτυρία η οποία έγινε αποδεκτή, μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια στα ακόλουθα ευρήματα αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης: Η ενάγουσα την 11.1.07 πλήρωσε το ποσό των ΛΚ.10.000.- ως προκαταβολή στους εναγόμενους για την αγορά του καταστήματος ιδιοκτησίας των εναγομένων και της επιχείρησης του εστιατορίου έναντι του συνολικού ποσού των ΛΚ.375.000.- Η προκαταβολή αποτελούσε μέρος του τιμήματος αγοράς του καταστήματος όπως προκύπτει από το πωλητήριο. Τα πιο πάνω ευρήματα αποτελούν αδιαμφισβήτητα γεγονότα από αμφότερες πλευρές. Κατά την 19.3.07 υπογράφηκε το αγοραπωλητήριο έγγραφο μεταξύ των διαδίκων αναφορικά με την πώληση του καταστήματος και του εξοπλισμού του. Η πώληση έγινε με την διαμεσολάβηση κάποιου κου Πανίκου. Μετά την υπογραφή του πωλητηρίου η ενάγουσα αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας που αφορούσαν την κόρη της και βρισκόταν εκτός Κύπρου. Περί τον Απρίλιο του 2007 η ενάγουσα ζήτησε τηλεφωνικώς από τον Πανίκο να ενημερώσει τους εναγόμενους για τα προβλήματα που αντιμετωπίζει και ότι η ίδια ζητά παράταση για την πληρωμή του τιμήματος αγοράς. Παραμένει άγνωστο εάν ο Πανίκος ενημέρωσε τους εναγόμενους ούτε η ενάγουσα γνωρίζει εάν τελικά ενημερωθήκαν οι εναγόμενοι. Σε επίσκεψη της ενάγουσας στην Κύπρο ενημερώθηκε από τον Πανίκο ότι οι εναγόμενοι πώλησαν σε τρίτο πρόσωπο το κατάστημα. Η ενάγουσα από την μια δεν πλήρωσε το υπόλοιπο του τιμήματος για τους λόγους που εξήγησε και από την άλλη οι εναγόμενοι πώλησαν το κατάστημα σε τρίτο πρόσωπο. Κανείς εκ των διαδίκων δεν τερμάτισε το εν λόγω πωλητήριο. Η ενάγουσα όταν πληροφορήθηκε την πώληση του ακινήτου αποτάθηκε σε Δικηγόρους οι οποίοι έστειλαν επιστολή ημερ. 26.11.08 στους εναγομένους ζητώντας την επιστροφή του ποσού της προκαταβολής. Οι εναγόμενοι με επιστολή ημερ. 5.12.08 μέσω του Δικηγόρου τους πρότειναν στην ενάγουσα να της επιστρέψουν το ποσό των ΛΚ. 5.000.- από το ποσό της προκαταβολής και η ενάγουσα δεν αποδέχθηκε την εν λόγω πρόταση. Είναι παραδεκτό γεγονός ότι η ενάγουσα κατάβαλε στους εναγόμενους ως προκαταβολή το ποσό των Λ.Κ.10.
- Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 1 και 5 το εν λόγω ποσό αποτελεί μέρος του τιμήματος αγοράς του καταστήματος και του εξοπλισμού του και αυτό παραμένει αδιαμφισβήτητο γεγονός. Στην επίδικη συμφωνία δεν προβλέπεται οτιδήποτε σε σχέση με το ποσό αυτό, κατά πόσο το ποσό αυτό σε περίπτωση τερματισμού και/ή ακύρωσης της συμφωνίας, θα έπρεπε να επιστραφεί στην ενάγουσα. Η ενάγουσα, μεταξύ άλλων, στηρίζει την αξίωση της για επιστροφή της προκαταβολής λόγω της πλήρης αποτυχίας της αντιπαροχής Σχετική αναφορά γίνεται στο σύγγραμμα του Treitel «The Law of Contract» 8η έκδ., σελ.927: "
(1)Total failure of consideration. (a) DEFINITION. A contracting party can recover back money paid under a contract if there is a "total failure of consideration" i.e. if he has not got any part of what he bargained for. Στο σύγγραμμα CHITTY ON CONTRACTS, στη σελ.1421, παρά.29-034 καταγράφονται τα ακόλουθα: "General principles. Where money has been paid under a transaction that is or becomes ineffective the payer may recover the money provided that the consideration for the payment has totally failed. ..... In that context failure of consideration occurs where the payer has not enjoyed the benefit of any part of what he bargained for. .... The failure has to be total because the consideration is "whole and indivisible," and the courts will not divide or apportion it unless the parties have done so. This is partly because one cannot assume that all parts of the payee's performance are equally valuable and that the contract price is earned incrementally, but historically it was also because of the absence in English law of a defence of change of position until recently. Thus, any performance of the actual thing promised, as determined by the contract, is fatal to recovery under this heading». Το σύνολο των υποχρεώσεων και των δικαιωμάτων των συμβαλλομένων μερών καθορίζονται μέσα από το πλαίσιο της σύμβασης στην οποία έχουν καταλήξει και συνομολογήσει. Τα συμβαλλόμενα μέρη είναι δεσμευμένα να υλοποιήσουν τα καθήκοντα τους όπως αυτά απορρέουν από την μεταξύ τους σύμβαση και τίποτα περισσότερο. Σε περίπτωση που το ένα μέρος δεν προσφέρει αντάλλαγμα και το άλλο δώσει τότε το αναίτιο μέρος δικαιούται επιστροφή του ανταλλάγματος που κατέβαλε στη βάση επιστροφής του καταβληθέντος ποσού ως ποσού καταβληθέντος άνευ ανταλλάγματος ή πλήρους/ολικής αποτυχίας ανταλλάγματος (total failure of consideration) αναλόγως της περίπτωσης, πλέον αποζημιώσεις, εφόσον ακυρωθεί η μεταξύ τους συμφωνία (Δρυάδη και άλλη v. Καλησπέρα
(1998)1Β Α.Α.Δ 881). Αναφορικά ωστόσο με την ανταπαίτηση των εναγομένων επισημαίνεται ότι δεν έχει προσαχθεί ίχνος μαρτυρίας σε σχέση με την αποζημίωση την οποία αξιώνουν οι εναγόμενοι και δεν έχει συσχετιστεί η κατακράτηση της προκαταβολής ως μέτρο αποζημίωσης για την πρόκληση οποιασδήποτε ζημίας στους εναγόμενους από την ενάγουσα. Η σχετική μαρτυρία της εναγόμενης 2 και η δήλωση της ότι δεν επιστρέφει την προκαταβολή λόγω του ότι η ενάγουσα δεν την επισκέφθηκε στο εστιατόριο για να της δώσει εξηγήσεις δεν αποδυκνείει οποιαδήποτε ζημιά. Ούτε η γενική και αόριστη αναφορά της ότι άλλα πρόσωπα ενδιαφέρονταν για το κατάστημα και η αναφορά της σε κάποιο κο Κώστα που θα ενοικίαζε το κατάστημα μπορεί να αποτελέσει ικανοποιητική απόδειξη που θα αποτελούσε τη βάση καθορισμού της ισχυριζόμενης ζημιάς των εναγομένων ακόμα και αν εκρίνετο ότι οι εναγόμενοι είναι το αναίτιο μέρος. Πέραν των πιο πάνω δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι δεν δικογραφείται οποιοσδήποτε ισχυρισμός για την ενοικιαστική αξία του ακινήτου η οποία να σχετίζεται με την μαρτυρία της εναγομένης 2 αναφερόμενη σε κάποιο Κώστα ο οποίος θα ενοικίαζε το κατάστημα. Οι εναγόμενοι δεν δικογραφούν οποιαδήποτε ειδική ζημιά, η οποία πρέπει να δικογραφείται ειδικά και να αποδυκνείεται αυστηρά. Η αποτυχία των εναγομένων να αποδείξουν οποιαδήποτε ζημιά έγκειται και στο γεγονός ότι, το κατάστημα βρισκόταν καθ όλο τον ουσιώδη χρόνο στην κατοχή των εναγομένων ακόμα και μετά την υπογραφή του πωλητηρίου, εφόσον η εναγόμενη 2 ανέφερε ότι βρισκόταν συνεχώς στο εστιατόριο. Επομένως ποια η ζημιά των εναγομένων την στιγμή μάλιστα που εν τέλει το κατάστημα πωλήθηκε σε τρίτο πρόσωπο και δεν έγινε οποιαδήποτε αναφορά στην τιμή πώλησης του ακινήτου και κατά πόσο οι εναγόμενοι ζήμιωσαν από την πώληση του καταστήματος. Όσον αφορά την αξίωση της Ανταπαίτησης όπου οι εναγόμενοι ζητούν την έκδοση Δήλωσης και/ή απόφασης που να ακυρώνει την εν λόγω συμφωνία λόγω αντισυμβατικής συμπεριφοράς της ενάγουσας, κρίνω ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν αποδείξει ότι δικαιούνται στην έκδοση τέτοιας Απόφασης. Δεν έχει καταδειχθεί με πειστική μαρτυρία ότι η ενάγουσα παραβίασε τους όρους του πωλητηρίου. Καταλήγω στο πιο πάνω συμπέρασμα λαμβάνοντας υπόψη ότι οι εναγόμενοι ουδέποτε τερμάτισαν το πωλητήριο και ότι οι εναγόμενοι σύμφωνα με την Υπεράσπιση τους το τίμημα θα καταβαλλόταν εντός του έτους 2007 ενώ εντός του ιδίου έτους πώλησαν το ακίνητο. Ούτε έχει καταδειχθεί ότι οι εναγόμενοι κάλεσαν την ενάγουσα να καταβάλει το υπόλοιπο του τιμήματος σε οποιοδήποτε χρόνο πριν την πώληση του ακινήτου. Ως προς το θέμα της υπαιτιότητας παρατηρώ ότι καμία πλευρά δεν έχει αποδείξει με ικανοποιητική μαρτυρία ποιος ευθύνεται τελικά για την μη υλοποίηση της συμφωνίας. Όπως όμως θα διαφανεί πιο κάτω, από τη Νομολογία προκύπτει ότι για το ζήτημα της επιστροφής της προκαταβολής δεν αποτελεί ουσιαστικό παράγοντα για την κρίση του Δικαστηρίου η υπαιτιότητα των μερών. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, General Principles, 24η έκδοση, §1476, σελ. 696, σε περίπτωση τερματισμού της συμφωνίας είναι επιτρεπτό το υπαίτιο για τον τερματισμό μέρος να ανακτήσει χρήματα που πληρώθηκαν ως μέρος του τιμήματος αγοράς. Στην υπόθεση Αγαπίου κ.ά. ν. Λεωνίδου, Πολ. Εφ. αρ. 104/05, ημερ. 19.1.2007, κρίθηκε ότι κατά τον τερματισμό της συμφωνίας πώλησης της κατοικίας που οφείλετο σε υπαναχώρηση της εφεσίβλητης, χωρίς να έχουν υπαιτιότητα οι εφεσείοντες, ορθά επιδικάστηκε υπέρ της εφεσίβλητης η προκαταβολή που αυτή είχε καταβάλει εφόσον ήταν μέρος του συμφωνηθέντος τιμήματος και ως εκ τούτου επιστρεπτέα εφόσον η συμφωνία τερματίστηκε, ανεξάρτητα από το λόγο τερματισμού της. Ως προς τις αποζημιώσεις που διεκδίκησαν οι εφεσείοντες, θεωρήθηκε ορθή η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου που δεν αποδέχθηκε την προφορική μαρτυρία σε σχέση με το τίμημα πώλησης της κατοικίας σε τρίτο, στην απουσία οποιουδήποτε άλλου στοιχείου, με την επισήμανση ότι δεν είχε γίνει αναφορά στην αγοραία αξία της κατοικίας κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ίδια ήταν η αντιμετώπιση του θέματος στην υπόθεση Οδυσσέως ν. Χαρίτου
(2004)1(Β) ΑΑΔ 1061, όπου ανατράπηκε η πρωτόδικη απόφαση και εκδόθηκε απόφαση υπέρ του αγοραστή ακινήτου, ο οποίος παρέβη την σύμβαση αγοράς και τερματίζοντας την ζήτησε την επιστροφή της προκαταβολής που είχε καταβάλει στον πωλητή, καθότι κρίθηκε ότι διέλαθε της προσοχής του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ζητείτο επιστροφή της προκαταβολής και αποφασίζοντας ότι ο εφεσείων διέπραξε την παράβαση της συμφωνίας και δεν εδικαιούτο θεραπείας είχε απορρίψει την αγωγή. Αν και η πιο πάνω Νομολογία αφορά περιπτώσεις όπου η συμφωνία τερματίζεται ρητά από τα μέρη, όπου κάτι τέτοιο δεν ισχύει στην παρούσα υπόθεση, προκύπτει αβίαστα ότι ανεξαρτήτου υπαιτιότητας για παράβαση της συμφωνίας η προκαταβολή επιστρέφεται στον αγοραστή εφόσον αποτελεί μέρος του τιμήματος. Στο σημείο αυτό επισημαίνω πώς κι αν ακόμη η απόφαση μου ήταν πώς η ενάγουσα ήταν υπαίτια παράβασης του πωλητηρίου, επί τη βάση των όσων αποφασίστηκαν στις υποθέσεις Αγαπίου κ.ά. ν. Λεωνίδου (ανωτέρω),Οδυσσέως ν. Χαρίτου (ανωτέρω) κρίνω ότι και πάλι αυτή θα εδικαιούτο στην έκδοση απόφασης για το ποσό της προκαταβολής. Ενόψει των πιο πάνω και με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου κρίνεται ότι η ενάγουσα έχει αποδείξει, στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όπως απαιτείται στις πολιτικές υποθέσεις, ότι δικαιούται την επιστροφή της προκαταβολής των €17.086,01σ, ως μέρους του τιμήματος του καταστήματος, από τους εναγόμενους. Η ενάγουσα δεν έχει προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με ζημιά την οποία υπέστη για να δικαιούται σε επιδίκαση αποζημιώσεων, θεραπεία η οποία εν πάσει περιπτώσει προκύπτει και από την γραπτή αγόρευση της ενάγουσας ότι έχει εγκαταλειφθεί. Ως εκ τούτου η αξίωση της ενάγουσας για αποζημιώσεις σύμφωνα με την παρ. 15Β της αξίωσης της έκθεσης απαίτησης, απορρίπτεται. Δεδομένης της επιτυχίας της αιτίας αγωγής για επιστροφή του ποσού της προκαταβολής για τους λόγους οι οποίοι εξηγούνται ανωτέρω, δεν τίθεται θέμα εξέτασης κατά πόσο η ενάγουσα δικαιούται το ποσό αυτό και δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Εκδίδεται ως εκ τούτου απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 αλλυλέγγυα και/ή κεχωρισμένως για το ποσό των €17.086,01σ αντίστοιχο του ποσού των ΛΚ.10.000.-, πλέον νόμιμο τόκο. Τα έξοδα της αγωγής, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 αλλυλέγγυα και/ή κεχωρισμένως . Η ανταπαίτηση των εναγομένων, ενόψει του ότι οι αξιούμενες θεραπείες, όπως ήδη κρίθηκε πιο πάνω, δεν μπορούν να τους αποδοθούν εφόσον δεν αποδείχθηκαν, απορρίπτεται χωρίς ιδιαίτερη διαταγή για έξοδα, δεδομένου ότι αυτή εκδικάσθηκε συγχρόνως με την απαίτηση της ενάγουσας. (Υπ.) Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other/Final/13409saleofpropertydeposit cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο