← Κύπρος

D.O.M.S CARS LIMTED κ.α. ν. NBC (Nicosia) Business Centre Ltd κ.α., Αγωγή αρ.: 6097/14, 12/11/2015

D.O.M.S CARS LIMTED κ.α. ν. NBC (Nicosia) Business Centre Ltd κ.α., Αγωγή αρ.: 6097/14, 12/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A467 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ Αγωγή αρ.: 6097/14 Μεταξύ:

  1. D.O.M.S CARS LIMTED
  2. Ατκεν Ουζουνιάν Εναγόντων
  3. NBC (Nicosia) Business Centre Ltd
  4. Rivena Holdings Limited
  5. Ιωσήφ Χατσηιωσήφ
  6. Έλλη Χατζηχάννα Εναγόμενων ------------------ Αίτηση ημερ. 23.10.2014 για προσωρινά διατάγματα Ημερομηνία: 12 Νοεμβρίου 2015 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: κ. Μ. Παναγίδης για X. Χαβιαράς & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους/Καθ'ων: κ. Χ. Σταυράκης για Ρ. & Χ. Σταυράκης Δ.Ε.Π.Ε. ------------------ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που καταχώρισαν οι Ενάγοντες στις 23.10.2014, επιδιώκουν την ακύρωση της εγγραφής 250 συνήθων μετοχών της Εναγόμενης 1 που εγγράφηκαν επ' ονόματι της Εναγόμενης
  7. Ζητούν επίσης αποζημιώσεις για κατ' ισχυρισμόν απάτη, συνωμοσία και καταδολίευση από τους Εναγόμενους 2, 3 και
  8. Με μονομερή αίτηση της ίδιας ημερομηνίας, πέτυχαν στις 24.10.2014, την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος με το οποίο αναστάληκε και/ή απαγορεύτηκε η σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης της Εναγόμενης 1, η οποία είχε προγραμματιστεί για τις 31.10.
  9. Περαιτέρω, απαγορεύθηκε στην Εναγόμενη 2 να κάνει χρήση των δικαιωμάτων ψήφου των 250 μετοχών της Εναγόμενης 1 που εγγράφηκαν στο όνομα της. Απαγορεύθηκε, επίσης, στους Εναγόμενους να προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια που θα επέφερε μεταβολή του status quo της μετοχικής και διοικητικής δομής της Εναγόμενης
  10. Με το ίδιο διάταγμα διατάχθηκαν οι Εναγόμενοι 1, 3 και 4 να αποκαλύψουν τα έγγραφα στη βάση των οποίων επιτεύχθηκε η αύξηση και παραχώρηση των 250 μετοχών στην Εναγόμενη
  11. Η εκδοχή των Εναγόντων, όπως προβάλλει μέσα από την ένορκη δήλωση του Ενάγοντα 2 που υποστηρίζει την αίτηση για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, έχει ως ακολούθως: Γνωρίστηκαν με τον Εναγόμενο 3 επαγγελματικά το έτος 2007 και ανέπτυξαν φιλικές σχέσεις. Αποφάσισαν να συνεργαστούν με σκοπό την ανάπτυξη ενός ακινήτου της εταιρείας D.O.M.S. Properties Ltd που είναι θυγατρική της Ενάγουσας. Γι' αυτή τους τη δραστηριότητα απέκτησαν την Εναγόμενη 1 εταιρεία την οποία αγόρασαν έτοιμη (από το ράφι) και κατείχαν, μέσω της Εναγόμενης 4, το μετοχικό της κεφάλαιο σε ποσοστό 50% ο κάθε ένας. Από τα αρχικά στάδια της επίδικης επαγγελματικής δραστηριότητας του Ενάγοντα 2 με τον Εναγόμενο 3 ενεπλάκη και τρίτο πρόσωπο, κάποιος Δημοσθένης Χρυσάνθου. Υπογράφηκε τον Οκτώβριο του 2011 συμφωνία μεταξύ των τριών στην οποία περιγράφεται η μετοχική δομή που ο κάθε ένας από τους τρεις θα κατείχε στη Εναγόμενη
  12. Η συμφωνία αυτή κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  13. Ακολούθησαν αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 1 σε διάφορα χρονικά διαστήματα ώστε τον Ιούνιο του 2014 η μετοχική δομή της Εναγόμενης 1 διαμορφώθηκε ως ακολούθως: α) Η Ενάγουσα 1 κατείχε 1.500.000 μετοχές τάξης Α και 500 συνήθης μετοχές, β) ο Εναγόμενος 3 κατείχε 1.500.000 μετοχές τάξης Α και 500 συνήθης μετοχές και γ) η Εναγόμενη 2 κατείχε 1.250.000 μετοχές Τάξης Β. Η πιο πάνω μετοχική δομή διαμορφώθηκε με βάση τους όρους γραπτής συμφωνίας υπό τον τίτλο «Head of Terms» ημερ. 5.3.2012 μεταξύ του Ενάγοντα 2, του Εναγόμενου 3 και της Εναγόμενης 2 (Τεκμήριο 2), με εξαίρεση το γεγονός ότι η Ενάγουσα 1 και ο Εναγόμενος 3 έλαβαν από 1.500.000 μετοχές Τάξης Α, αντί από 1.875.000 μετοχές, όπως προβλεπόταν στο Τεκμήριο
  14. Η υπό αναφοράν συμφωνία εγκρίθηκε από το Διοικητικό Συμβούλιο της Εναγόμενης 1 και από τους μετόχους της με σχετικές αποφάσεις οι οποίες επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 2Α. Συνεχίζοντας ο ενόρκως δηλών αναφέρει πως η διαφωνία των διαδίκων εστιάζεται στην απόφαση που λήφθηκε σε μία κατ' ισχυρισμόν έκτακτη γενική συνέλευση ημερ. 23.6.2014, κατά την οποία εγκρίθηκε αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 1 με την παραχώρηση 250 συνήθων μετοχών στην Εναγόμενη
  15. Η Ενάγουσα, υποστηρίζει, δεν έλαβε μέρος σε τέτοια γενική συνέλευση και ουδέποτε ειδοποιήθηκε για τη σύγκληση της. Το γεγονός της, κατ' ισχυρισμό, σύγκλησης της υπό αναφοράν γενικής συνέλευσης το πληροφορήθηκε με επιστολή που του κοινοποιήθηκε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στις 16.10.2014 με επισυνημμένη ειδοποίηση για σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων στις 31.10.2014 με ένα εκ των θεμάτων την απομάκρυνση του από διευθυντή της Εναγόμενης 1 (Τεκμήριο 11). Προηγουμένως, υποστηρίζει, δεν είχε ενημερωθεί ούτε μπορούσε να φανταστεί ότι υπήρξαν τέτοιες εξελίξεις στην Εναγόμενη 1, με την παραχώρηση 250 συνήθων μετοχών με δικαίωμα ψήφου στην Εναγόμενη
  16. Μετά την λήψη της ειδοποίησης για την σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης θορυβήθηκε και με την βοήθεια των δικηγόρων του προέβησαν στις απαραίτητες έρευνες και πληροφορήθηκαν από τα αρχεία του Εφόρου Εταιρειών ότι κοινοποιήθηκε ειδικό ψήφισμα για αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 1 το οποίο υπογράφεται από την Εναγόμενη 4 (Τεκμήριο 9) και ότι την ίδια ημέρα (23.6.2014) παραχωρήθηκαν οι 250 συνήθεις μετοχές στην Εναγόμενη 2 (Τεκμήριο 10). Είναι πρόδηλο, κατά την εισήγηση του Ενάγοντα 2, ότι οι ενέργειες των Εναγόμενων 2, 3 και 4 έχουν αποκλειστικό σκοπό να τον εξοστρακίσουν από τη διοίκηση και διαχείριση της Εναγόμενης 1 και να αποκτήσουν οι ίδιοι τον έλεγχο της. Αναφέρει επί του προκειμένου πως, υλοποιώντας τον πιο πάνω σχεδιασμό τους, διόρισαν τον Εναγόμενο 3 ως εκτελεστικό διευθυντή της Εναγόμενης 1 και αφαίρεσαν τον ίδιο και τον πατέρα του από υπογραφείς στους λογαριασμούς των τραπεζών της εταιρείας με βάση απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου ημερ. 3.7.2014, Τεκμήριο
  17. Με τις πιο πάνω δόλιες, κατά τον ισχυρισμό του Ενάγοντα 2, ενέργειες των Εναγόμενων ανατράπηκε το status quo της κεφαλαιουχικής δομής της Εναγόμενης 1, κατά τρόπο που απέκτησαν την πλειοψηφία των μετοχών και τους παρέχεται έτσι η δυνατότητα να λαμβάνουν αποφάσεις στην απουσία του και χωρίς τη δική του ουσιαστική συμμετοχή, κατά παράβαση της συμφωνίας Τεκμήριο 2 και του καταστατικού της εταιρείας. Παραθέτοντας τα γεγονότα από το χρόνο έναρξης της συνεργασίας τους μέχρι τον Ιούνιο 2014, επισημαίνει τα ακόλουθα: α) Οι τρεις μέτοχοι, ως ανωτέρω, ξόδευσαν διάφορα ποσά για την επιδιόρθωση και αποκατάσταση των κτιρίων που βρίσκονταν εντός του ακινήτου. Όπως υπολογίζει, ο ίδιος κατέβαλε δια λογαριασμό της Ενάγουσας 1 ποσό €1.770.000, η Εναγόμενη 2 ποσό €1.237.500 και ο Εναγόμενος 3 ποσό €1.715.
  18. β) Από την εκμετάλλευση των υποστατικών και την ενοικίαση γραφείων, η Εναγόμενη 1 εισέπραττε εισοδήματα ύψους €29.237,00 μηνιαίως. Επί πλέον λειτούργησε περί τον Σεπτέμβριο του έτους 2012 καφεστιατόριο με την ονομασία C-House Lounge Café. γ) Οι σχέσεις τους άρχισαν να διασαλεύονται το έτος 2013, λόγω κυρίως της παράλειψης της Εναγόμενης 1 να καταβάλλει τα ενοίκια στην ιδιοκτήτρια εταιρεία (Doms Properties Ltd) που τυγχάνει , ως αναφέρθηκε πιο πάνω, θυγατρική της Ενάγουσας
  19. Τον Ιούνιο του έτους 2014, η ιδιοκτήτρια απέστειλε επιστολή τερματισμού της ενοικίασης (Τεκμήριο 7) λόγω της συνεχιζόμενης παράλειψης της Εναγόμενης 1 να πληρώνει τα οφειλόμενα ενοίκια από τον Ιούνιου του έτους 2012 και στη συνέχεια καταχώρισε αίτηση έξωσης (Τεκμήριο 8). (δ) Οι σχέσεις του με τον Εναγόμενο 3, εξηγεί, είχαν κλονιστεί σε τέτοιο βαθμό ώστε από τον Μάιο του 2014 έπαυσαν να έχουν οποιαδήποτε επικοινωνία. Εκτός από την παράλειψη της Εναγόμενης 1 να πληρώσει τα ενοίκια υπήρξαν και άλλοι λόγοι που οδήγησαν στην κατάρρευση της συνεργασίας τους. Όπως αναφέρει, έχει παραχωρήσει ο ίδιος προσωπικό δάνειο στην Εναγόμενη 1 ύψους €300.000 για το οποίο υποχρεώθηκε να καταχωρίσει αγωγή (Τεκμήριο 5Α). Πέραν τούτου, υποστηρίζει, εξαπατήθηκε από τον Εναγόμενο 3 και προέβη σε σχετική καταγγελία στην Αστυνομία. Αναφέρει, τέλος, ότι εγγυήθηκε προσωπικά τον Εναγόμενο 3 για να εξασφαλίσει δάνειο από Τράπεζα, το οποίο παραλείπει να εξοφλήσει και λαμβάνει ειδοποιήσεις από την Τράπεζα, ως εγγυητής του δανείου. Οι Εναγόμενοι καταχώρισαν γραπτή ένσταση, υποστηρίζοντας πως δεν δικαιολογείται η διατήρηση του διατάγματος σε ισχύ, για τέσσερεις λόγους. Οι πρώτοι τρεις σχετίζονται με κατ' ισχυρισμό απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων και παραπλάνηση του Δικαστηρίου και ο τέταρτος με τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου
  20. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, ο Εναγόμενος 3 αναφέρεται με λεπτομέρεια στις συζητήσεις που είχε με τον Ενάγοντα 2 και τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες ο Δ. Χρυσάνθου και αργότερα η θυγατέρα του (Ήβη Δημοσθένους) επένδυσαν στην Εναγόμενη 1, αποκτώντας, μέσω της Εναγόμενης 2, 1.250.000 μετοχές τάξεως Β, με βάση τη συμφωνία Τεκμήριο
  21. Όσον αφορά τη συμφωνία τους με την Εναγόμενη 2 για την απόκτηση μετοχών με δικαίωμα ψήφου, αναφέρει πως είχε συμφωνηθεί από όλους ότι η Εναγόμενη 2 (RIVENA) θα αποκτούσε το 25% του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 1 με δικαίωμα ψήφου, υπό τον όρο ότι θα κατέβαλλε την αξία των 1.250.000 προνομιούχων μετοχών τάξης Β, ήτοι €1.250.000 και δεν θα εξασκούσε το δικαίωμα για εξαργύρωση τους μέχρι την 31.12.
  22. Αφού εν συνεχεία, επεξηγεί πως η Rivena, αποφάσισε να μην εξασκήσει το δικαίωμα εξαγοράς των μετοχών της, κατανοώντας τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε η Εναγόμενη 1, υποστηρίζει πως συγκλήθηκε έκτακτη γενική συνέλευση της Εναγόμενης 1 στις 24.2.2014 κατά την οποία αποφασίστηκε η έκδοση των 250 συνήθων μετοχών στη RIVENA. Επεσύναψε προς τούτο τα πρακτικά της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης ημερ. 24.2.2014 (Τεκμήριο 9). Είχε προηγηθεί συνάντηση του Ενάγοντα 2 με την κα Δημοσθένους, στην οποία συμφωνήθηκε όπως η Εναγόμενη 2 μη εξασκήσει το option για την εξαγορά των προνομιούχων μετοχών της και την παραχώρηση σε αυτήν των 250 συνήθων μετοχών. Επισυνάπτει προς τούτο ένορκη δήλωση της κας Δημοσθένους (Τεκμήριο 4) στην οποία επεξηγεί τα μετοχικά δικαιώματα της Rivena στην Εναγόμενη
  23. Επεξηγώντας τους λόγους για τους οποίους επιχειρείται η παύση του Ενάγοντα 2 από το Διοικητικό Συμβούλιο της Εναγόμενης 1, υποστηρίζει πως οφείλεται στο γεγονός ότι ο Ενάγων 2 ενεργεί εις βάρος των συμφερόντων της Εναγόμενης 1 και προωθεί τα συμφέροντα των εταιρειών του. Όσον αφορά τέλος τις κοινοποιήσεις στον Έφορο Εταιρειών των εντύπων για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου και για την έκδοση των 250 συνήθων μετοχών στη Rivena, αναφέρει πως πρόκειται για καλόπιστο λάθος στις ημερομηνίες, το οποίο επεξηγείται με την ένορκη δήλωση της Λίτσας Χρίστου (Τεκμήριο 11). Στο υπό αναφοράν τεκμήριο, η κα Χρίστου αναφέρει πως προέβη σε αύξηση του κεφαλαίου της Εναγόμενης 1 και παραχώρηση των μετοχών στη Rivena, κατόπιν οδηγιών της Ε. Χ" Χάννα, γραμματέως της Εναγόμενης
  24. Από αβλεψία δική της, αναφέρει, δεν ανέτρεξε στο φάκελο της Εναγόμενης 1 για να επιβεβαιώσει την ακριβή ημερομηνία σύγκλησης της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης της εταιρείας, με αποτέλεσμα να αναγράψει λανθασμένη ημερομηνία στο σχετικό ψήφισμα. Με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων με παραπομπές στην πλούσια επί των εγειρόμενων ζητημάτων νομολογία. Ο συνήγορος των Εναγόντων εισηγήθηκε πως ουδείς από τους λόγους ένστασης ευσταθεί. Είναι παραδεκτό, επεσήμανε, πως δεν έλαβε χώρα Γενική Συνέλευση στις 23.6.2014, όπως είχε κοινοποιηθεί στον Έφορο Εταιρειών. Η θέση των Εναγόμενων ότι υπήρξε λάθος στην ημερομηνία που συγκλήθηκε η Γενική Συνέλευση και ότι η ορθή ημερομηνία είναι 24.2.2014 δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή, καθότι δεν έχει τεκμηριωθεί ο ισχυρισμός τους. Σε σχέση με τη θέση των Εναγόμενων πως δεν υπήρξε ειλικρινής αποκάλυψη, υπόδειξε πως δεν έλαβε χώρα η κατ' ισχυρισμόν Έκτακτη Γενική Συνέλευση στις 14.2.2014 και αυτός είναι ο λόγος που δεν αποκαλύφθηκε. Οι Ενάγοντες, εισηγήθηκε, έχουν αποκαλύψει όλα τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης και όσα επικαλούνται οι Εναγόμενοι αποτελούν εκ των υστέρων κατασκευάσματα για να δικαιολογήσουν τις θέσεις τους. Καταλήγοντας ο συνήγορος, υποστήριξε πως πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 και κάλεσε το Δικαστήριο να οριστικοποιήσει τα διατάγματα. Ο συνήγορος των Εναγόμενων υποστήριξε με την σειρά του πως υπήρξε ηθελημένη απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων και παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Επεσήμανε πως οι Ενάγοντες δεν αρνήθηκαν τις θέσεις που περιέχονται στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 3 περί σύγκλησης της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης ημερομηνίας 24.2.2014 την οποία ο Ενάγων 2 δεν αποκάλυψε. Δεδομένου, ανέφερε, ότι η Εναγόμενη 2 δεν εξάσκησε το δικαίωμα για εξαγορά των μετοχών της (option) εδικαιούτο όπως της παραχωρηθούν οι 250 συνήθεις μετοχές, με βάση τις πρόνοιες του Τεκμηρίου
  25. Συνεχίζοντας ο συνήγορος, υποστήριξε πως οι Ενάγοντες παρέθεσαν σωρεία άσχετης και αχρείαστης μαρτυρίας για να περιπλέξουν την υπόθεση, ενώ παρέλειψαν να αποκαλύψουν ουσιώδη γεγονότα, όπως: α) Τις πραγματικές διαστάσεις της επένδυσης της Εναγόμενης 2 και των δικαιωμάτων της για απόκτηση ποσοστού 25% του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 1, με βάση τους όρους του Τεκμηρίου
  26. β) Το γεγονός ότι η Εναγόμενη 2 είχε δικαίωμα να εξασκήσει το option για εξαργύρωση των προνομιούχων μετοχών Τάξης Β και πως εάν δεν το εξασκούσε, θα αποκτούσε το 25% του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 1, με το ανάλογο ποσοστό ψήφου. γ) Ότι ο Ενάγων 2, είχε πρωταγωνιστικό ρόλο για να πείσει την κα Δημοσθένους να μην ασκήσει το δικαίωμα για εξαργύρωση των μετοχών της Εναγόμενης 2, ώστε να μην αντιμετωπίσει οικονομικό πρόβλημα η Εναγόμενη
  27. δ) Ότι η Έκτακτη Γενική Συνέλευση έλαβε χώρα στις 24.2.2014 και όχι στις 23.6.2014 όπως ισχυρίστηκε ο Ενάγων
  28. Οι αρχές με βάση τις οποίες ασκείται η ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, δυνάμει του άρθρου 32 του Ν. 14/60 για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι ευρύτατα γνωστές. Καθώς έχει νομολογηθεί, ο αιτητής οφείλει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι:
  29. Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση,
  30. με ορατή πιθανότητα επιτυχίας και
  31. εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις αναλύθηκαν και ερμηνεύθηκαν σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, (βλ. ανάμεσα σε άλλες, Odysseos ν. Pieris Estates Ltd and Others

(1982)1 C.L.R. 557, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015). Πέραν των πιο πάνω προϋποθέσεων το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας, (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χατζηβασίλη
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 152). Έχει επίσης νομολογηθεί πως στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων επί του πραγματικού και νομικού υποβάθρου των επιδίκων θεμάτων (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου κ.α. v. Χριστόφορου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Όπως υποδείχθηκε στην Τ.Α. Micrologic Comp. Consult. Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1802, στην ενδιάμεση αυτή διαδικασία για έκδοση προσωρινού διατάγματος εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Έχω εξετάσει την αίτηση υπό το πρίσμα των πιο πάνω νομικών αρχών, έχοντας λάβει υπόψη τις θέσεις και εισηγήσεις των διαδίκων και όλα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επικαλέστηκαν με τις αγορεύσεις τους. Προέχει η εξέταση της θέσης των Εναγόμενων για απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, αφού τυχόν αποδοχή της εισήγησης οδηγεί σε ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Όπως υποδείχθηκε επανειλημμένα, το καθήκον του διαδίκου για πλήρη αποκάλυψη, αφορά τα ουσιώδη γεγονότα που θα μπορούσαν να επενεργήσουν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στη χορήγηση ή μη της επιδιωκόμενης με μονομερή αίτηση θεραπείας και δεν εκτείνεται στην υποχρέωση αποκάλυψης γενικά όλων των γεγονότων που σχετίζονται με κάποιο τρόπο με την υπόθεση (βλ. ανάμεσα σε άλλες, Harvadskeiy Prumysloy Hold A.S.K. Daventree Resourses Ltd κ.ά.
(2008)1(B) Α.Α.Δ. 801 και Χρίστου Ευσταθίου v. Dicran Ouzounian & Co Ltd, ECLI:CY:AD:2014:A38, Π.Ε. 292/2010 ημερ. 20.1.2014). Στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. v. Adeona Holdings Ltd, Π.Ε. E6/2014, ημερ. 27.02.2015, αφού επαναδιατυπώθηκαν οι πιο πάνω αρχές, παρατέθηκαν και τα ακόλουθα σχόλια: «Λόγω των δραστικών επιπτώσεων που συνήθως ακολουθούν εύρημα δικαστηρίου ότι δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη, τα τελευταία χρόνια διαπιστώθηκαν δύο φαινόμενα. Πρώτον, μια δικαιολογημένη φοβία εκ μέρους των δικηγόρων των αιτητών ως προς τον κίνδυνο να θεωρηθεί η πλευρά τους ότι δεν προέβη σε πλήρη αποκάλυψη. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να τίθενται ενώπιον των δικαστηρίων όγκοι εγγράφων, τα οποία, χωρίς οποιαδήποτε επεξήγηση, τις περισσότερες φορές τείνουν να συσκοτίζουν παρά να διαφωτίζουν το δικαστήριο. Όπως τονίστηκε από το αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση National Bank of Sharjah v. Dellborg, The Times, December 24, 1992 (CA), υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά μεταξύ ειλικρινούς και πλήρους αποκάλυψης και του κατακλυσμού του δικαστηρίου με σωρεία εγγράφων, πλείστα των οποίων είναι μη ουσιώδη και αχρείαστα για τους σκοπούς που τίθενται ενώπιον του δικαστηρίου. Γι' αυτό είναι πολύ σημαντικό όπως στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, να επεξηγείται με τρόπο λακωνικό η σημασία των εγγράφων που επισυνάπτονται. Περαιτέρω, θα πρέπει να τονίζεται το σημαντικό μέρος των εγγράφων, ώστε τα ουσιώδη θέματα να αναδύονται εύκολα με μια απλή συνδυασμένη ανάγνωση της ένορκης δήλωσης και των εγγράφων. Διαφορετικά υπάρχει κίνδυνος η αποκάλυψη να μην θεωρηθεί ειλικρινής και πλήρης. Το δεύτερο φαινόμενο που παρατηρείται, αφορά τους δικηγόρους των Καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι τα τελευταία χρόνια προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τις όποιες ελλείψεις στην ένορκη δήλωση του αντιδίκου τους, υποβάλλοντας ακραίες και αβάσιμες εισηγήσεις για μη αποκάλυψη, αγνοώντας το γεγονός ότι η σχετική νομολογία δίδει έμφαση στη μη αποκάλυψη «ουσιωδών γεγονότων». Παρατηρούμε ότι αυτό συνήθως γίνεται όταν οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος επί της ουσίας είναι λίγες, οπότε εναποτίθενται όλες οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος στη μη αποκάλυψη κάποιου στοιχείου, το οποίο τις περισσότερες φορές δεν είναι καθόλου ουσιώδες. Χωρίς να θέλουμε με κανένα τρόπο να αδυνατίσουμε ποσώς την υποχρέωση για ειλικρινή και πλήρη αποκάλυψη, θα πρέπει να τονίσουμε το αυτονόητο, ότι τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποπροσανατολίζονται από αβάσιμες εισηγήσεις που δίδουν έμφαση στη μη αποκάλυψη κάποιου ασήμαντου στοιχείου, το οποίο δεν αφορά σε ουσιώδες γεγονός. Ούτε ο κανόνας πρακτικής για ακύρωση του διατάγματος σε περίπτωση μη αποκάλυψης, θα πρέπει να αφεθεί να μετατραπεί σε εργαλείο αδικίας (βλ. Brinks-Mat Elcombe, ανωτέρω).» Στην εξεταζόμενη υπόθεση οι Ενάγοντες έχουν αποκαλύψει κάθε ουσιώδες γεγονός που σχετίζεται με την υπόθεση και θα μπορούσε να επιδράσει στην κρίση του Δικαστηρίου για τη χορήγηση των ενδιάμεσων διαταγμάτων. Τα παράπονα των Εναγόντων ότι οι Ενάγοντες απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα, κρίνονται αβάσιμα. Ειδικότερα: α) Όσον αφορά την εισήγηση πως δεν αποδόθηκε η ορθή διάσταση της συμμετοχής της Εναγόμενης 2 στη μετοχική δομή της Εναγόμενης 1, είναι αρκετό να υποδειχθεί πως καταγράφεται ο ακριβής αριθμός των μετοχών που απέκτησε καθώς και το ποσό που έχει επενδύσει στην Εναγόμενη
  1. Παρατίθεται, περαιτέρω, αυτούσιος ο σχετικός όρος της συμφωνίας Τεκμήριο 2, που προβλέπει το δικαίωμα της Εναγόμενης 2 για απόκτηση των μετοχών στην Εναγόμενη
  2. Είναι φανερό πως δίδεται διαφορετική ερμηνεία του σχετικού όρου από τους διαδίκους. Το Δικαστήριο θα αποφύγει να προβεί στο στάδιο αυτό σε τελική διαπίστωση ως προς την ορθή ερμηνεία του σχετικού όρου. Το κατά πόσο, δηλαδή, θα μπορούσε, με βάση τον όρο 2 του Τεκμηρίου 2, να αποκτήσει τις 250 συνήθεις μετοχές, με δικαίωμα ψήφου, πριν από την 31.12.
  3. Ας σημειωθεί πως υπάρχουν επί του προκειμένου αμφισβητούμενα γεγονότα σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έχει ανταλλαγεί η αλληλογραφία μεταξύ του Εναγόμενου 3 και της κας Δημοσθένους που σχετίζεται με το δικαίωμα εξαγοράς ή/και το waiver. Το γεγονός ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν αντικρούσει τη σχετική μαρτυρία, δεν σημαίνει ότι την αποδέχθηκαν όπως εισηγήθηκε ο συνήγορος των Εναγόμενων. Η θέση των Εναγόντων είναι πως εξαπατήθηκαν από τους Εναγόμενους και ότι υπήρξε συνωμοσία μεταξύ τους για να εξοστρακίσουν τον Ενάγοντα 2 από τη διοίκηση και διαχείριση της Εναγόμενης
  4. β) Η εισήγηση πως ο Ενάγων 2 δεν αποκάλυψε το γεγονός ότι υπήρξε Γενική Συνέλευση στις 24.2.2014 στην οποία έλαβε μέρος, παραγνωρίζει τη βασική θέση των Εναγόντων πως δεν ειδοποιήθηκαν, ούτε έλαβαν μέρος στην, κατ' ισχυρισμόν, Έκτακτη Γενική Συνέλευση, κατά την οποία λήφθηκαν οι επίδικες αποφάσεις. Από τα στοιχεία που παρέθεσαν οι Ενάγοντες, φαίνεται να επιβεβαιώνεται η θέση τους πως δεν έλαβε χώρα η Γενική Συνέλευση στις 23.6.2014, στη βάση της οποίας φαίνεται να λήφθηκαν οι αποφάσεις οι οποίες κοινοποιήθηκαν στο γραφείο του Εφόρου Εταιρειών. Το ότι δεν αναφέρονται στην κατ' ισχυρισμόν, Γενική Συνέλευση της 24.2.2014, δεν σημαίνει ότι αποδέχονται ότι έλαβε χώρα και δεν την αποκάλυψαν, όπως εισηγήθηκε ο συνήγορος των Εναγομένων. Οι Ενάγοντες υποστήριξαν πως δεν έλαβε χώρα η Έκτακτη Γενική Συνέλευση την οποίαν είχαν επικαλεστεί οι Εναγόμενοι, κοινοποιώντας τις αποφάσεις στην αρμόδια αρχή. Δεν θα μπορούσαν να υποθέσουν ότι οι Εναγόμενοι θα επικαλούντο με την ένσταση τους, λάθος στην ημερομηνία. Σε κάθε περίπτωση, τα στοιχεία που παρέθεσαν οι Εναγόμενοι με την ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 3, δεν είναι τόσο ισχυρά, ώστε να τεκμηριώνεται η θέση πως συγκλήθηκε η κατ' ισχυρισμόν Έκτακτη Γενική Συνέλευση. Υποδεικνύεται συναφώς πως το τηλεμήνυμα που παρουσίασε ο Εναγόμενος 3 αναφέρεται σε μια συνάντηση που θα είχε με τον ενάγοντα 2 το απόγευμα της ημέρας εκείνης. Το υπό αναφοράν μήνυμα δεν έχει τα τυπικά ή τα ουσιαστικά στοιχεία μιας ειδοποίησης για σύγκληση Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης. (γ) Όσον αφορά την εισήγηση πως οι Ενάγοντες δεν αποκάλυψαν ότι ο Ενάγων 2 «πρωτοστάτησε» στο να πεισθεί η κα Δημοσθένους να μην εξασκήσει το "option" της Εναγόμενης 2, καλύπτεται από όσα έχουν υποδειχθεί πιο πάνω, με έμφαση στο γεγονός ότι οι Ενάγοντες θεωρούν την Εναγόμενη 2 και κατ' επέκταση τη δικαιούχο των μετοχών της (Ήβη Δημοσθένους) μέρος της συνομωσίας. Ερχόμενος στην εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 32, εκτιμώ ότι οι Ενάγοντες έχουν παρουσιάσει μια σοβαρή υπόθεση με ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Με βάση τη μαρτυρία που έχουν παραθέσει, παρουσιάζεται να έχει συγκληθεί Έκτακτη Γενική Συνέλευση στην οποία λήφθηκαν οι επίδικες αποφάσεις, χωρίς να έχουν ειδοποιηθεί. Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει τις υπερασπίσεις που προβάλλουν με την ένσταση τους οι Εναγόμενοι, υποστηρίζοντας πως η Γενική Συνέλευση στην οποία λήφθηκαν οι αποφάσεις έλαβε χώρα στις 24.2.2014 και όχι στις 23.6.2014, όπως από παραδρομή αναγράφηκε στα έγγραφα που κοινοποιήθηκαν στον Έφορο Εταιρειών. Δεν είναι όμως το κατάλληλο στάδιο για να αποφασίσει το Δικαστήριο κατά πόσο ευσταθούν οι ισχυρισμοί των Εναγομένων. Όπως υποδείχθηκε πιο πάνω, στην ενδιάμεση αυτή διαδικασία οι Ενάγοντες δεν έχουν υποχρέωση να αποδείξουν τα ουσιαστικά δικαιώματα τους αλλά σοβαρές ενδείξεις για την πιθανότητα ύπαρξης τους. Σε σχέση με τον ισχυρισμό περί λάθους στην ημερομηνία σύγκλησης της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης, το Δικαστήριο, χωρίς να προβαίνει σε ενδελεχή αξιολόγηση, παρατηρεί πως δεν δόθηκε εξήγηση γιατί υποβλήθηκαν μετά από τέσσερεις μήνες οι σχετικές ειδοποιήσεις στο γραφείο του Εφόρου Εταιρειών. Δεν έχει, περαιτέρω, διευκρινιστεί κατά πόσο διορθώθηκαν οι κατ' ισχυρισμόν παρατυπίες. Υποδεικνύεται πως με βάση τον περί Εταιρειών Νόμο, η Εταιρεία οφείλει να παραδώσει στον Έφορο Εταιρειών την έκθεση παραχώρησης των μετοχών, μέσα σε ένα μήνα από την παραχώρηση (βλ. άρθρο 51 Κεφ. 113). Αλλά και επί της ουσίας του ισχυρισμού, οι Εναγόμενοι υποστήριξαν πως η απόφαση για αύξηση του κεφαλαίου της Εναγόμενης 1 και για την παραχώρηση των 250 μετοχών στην Εναγόμενη 2, λήφθηκε μετά από την εκδηλωθείσα πρόθεση της Εναγόμενης 2 να μην εξασκήσει το "option" για εξαγορά των μετοχών της. Όπως, όμως, προκύπτει από τα τεκμήρια που παρουσίασε ο Εναγόμενος 3, το έγγραφο για την εγκατάλειψη της εξάσκησης του δικαιώματος εξαγοράς (waiver), φέρει μεταγενέστερη ημερομηνία, ήτοι 12.3.2014 (Τεκμήρια 10Α και 10Β). Σημειώνεται, περαιτέρω, πως με βάση τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου 3, το "waiver" ενεκρίθη από την κα Δημοσθένους, στην παρουσία του, στις 28.5.
  5. Προκύπτει, συνεπώς, εύλογα το ερώτημα πως θα μπορούσε να αποφασιστεί η παραχώρηση των 250 συνήθων μετοχών στην εναγόμενη 2, με βάση τον αναφερθέντα όρο του Τεκμηρίου 2, προτού εξασκηθεί το "waiver"; Τα πιο πάνω είναι μερικές επισημάνσεις για να καταδειχθεί απλά πως οι Ενάγοντες έχουν αποσείσει το βάρος απόδειξης των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου
  6. Όσον αφορά την 3η προϋπόθεση, είναι αυταπόδεικτο πως κάτω από τις περιστάσεις της υπόθεσης έχει ικανοποιηθεί. Εάν οι Εναγόμενοι δεν εμποδίζονταν από το Δικαστήριο, θα προχωρούσαν με τις εργασίες της εξαγγελθείσας Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης, με σοβαρό κίνδυνο περαιτέρω αλλαγών στη μετοχική και διοικητική δομή της Εναγόμενης
  7. Ενόψει των ανωτέρω, καταλήγω ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 και είναι δίκαιο και πρόσφορο όπως το προσωρινό διάταγμα οριστικοποιηθεί. Η αίτηση κατά συνέπεια επιτυγχάνει. Το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε στις 24.10.2014 οριστικοποιείται, με ισχύ μέχρι την αποπεράτωση της αγωγής. Τα έξοδα της αίτησης, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και θα βαρύνουν τους Εναγομένους. Τα έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να είναι πληρωτέα στο τέλος. (Υπ.) ............ Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.