Παναγιώτη Αβραάμ κ.α., Γεν. Αίτηση: 840/2014, 23/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A400 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Γεν. Αίτηση: 840/2014 Επί τοις αφορώσι τον Περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ.4 και τον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85, όπως έχει τροποποιηθεί. Επί τοις αφορώσι τη Διαιτησία μεταξύ του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού Λτδ και των Παναγιώτη Αβραάμ, Στέλλα Αβραάμ και Χριστιάνα Αβραάμ από τη Λεμεσό. ΑΙΤΗΣΗ ΕΦΕΣΗΣ ΔΙΑ ΚΛΗΣΕΩΣ Αίτηση υπό
- Παναγιώτη Αβραάμ
- Στέλλα Αβραάμ
- Χριστιάνα Αβραάμ από τη Λεμεσό, Αιτητών ------------------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 8/10/2015 των Αιτητών για καθορισμό του τρόπου διεξαγωγής της ακροαματικής διαδικασίας και που να τους επιτρέπει να προσαγάγουν προφορική μαρτυρία Ημερομηνία: 23/12/2015 Για τους Αιτητές: κα. Φ.Βερεσιέ για κ. Κ. Μ. Χατζηπιέρα Για τους Καθ' ων η Αίτηση: κ.Νικολάου για Γιώργο Χαραλαμπίδη & Σία ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η H Αίτηση Η πλευρά των αιτητών ζητά με την επίδικη αίτηση οδηγίες αναφορικά με τον τρόπο διεξαγωγής της ακροαματικής διαδικασίας της κυρίως αίτησης, ως επίσης διάταγμα που να επιτρέπει την προσαγωγή προφορικής μαρτυρίας κατά την ακροαματική διαδικασία. Παρεμβάλλω εδώ ότι έναυσμα για την καταχώρηση της αίτησης αποτέλεσε στην ουσία η αναφορά του Δικαστηρίου σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας ότι αιτήσεις όπως η παρούσα εκδικάζονται στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και όχι με την προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, Θ. 1, 2 και 3, Δ.31 Θ.1 μέχρι 10, στο άρθρο 50-53 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, του Περί Δικαστηρίων Νόμου 22/85 όπως τροποποιήθηκε, στις Διατάξεις 2, 5, 16, 17, 19, 20, 21, 23, 26, 30, 31, 32, 33, 34, 35, 36, 37, 38, 48, 49, των Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, επί του άρθρου 36 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στον Περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ.4, στο Σύνταγμα άρθρα 30 και 152, επί της εγγενείς και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στην Νομολογία. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Άντρης Κωνσταντίνου, που είναι δικηγορική υπάλληλος στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των αιτητών, και στην οποία αναφέρει συνοπτικά τα ακόλουθα:
- Γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης από μελέτη του φακέλου της αλλά και από πληροφορίες που πήρε από τους αιτητές και τους δικηγόρους τους. Είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση.
- Οι δικηγόροι που χειρίζονται την υπόθεση την έχουν πληροφορήσει ότι : (α) Είναι ανάγκη το Δικαστήριο να εκδώσει οδηγίες ως προς τον τρόπο διεξαγωγής της ακροαματικής διαδικασίας καθότι οι αιτητές επιθυμούν να προσκομίσουν μαρτυρία προς απόδειξη της υπόθεσης τους. (β) Είναι υποχρέωση των αιτητών οι οποίοι έχουν το βάρος απόδειξης να το αποσείσουν και συνεπώς κρίνουν πως η προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας είναι επιβεβλημένη. (γ) Η παρούσα υπόθεση είναι γενική αίτηση, εναρκτήρια, η οποία με βάση τις αρχές της Νομολογίας και των κανονισμών δικάζεται με την προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας και όχι απλά στη βάση των ενόρκων δηλώσεων.
- Ως εκ των ανωτέρω είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Η Ένσταση Οι καθ'ών η αίτηση αντέδρασαν καταχωρώντας ένσταση στην αίτηση. Οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: «
- Η αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη.
- Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν παρέχει το αναγκαίο υπόβαθρο για την έγκριση της αίτησης και ή δεν αποδεικνύει ικανοποιητικό λόγο για την έγκριση της αίτησης.
- Δεν είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. » Η ένσταση η οποία στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.1 Κ.2, Δ.31 Κ.Κ.1-10, Δ.48 Κ.Κ.1-13 και Δ.64, στον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85 άρθρα 50-53 και 59
(2), στους Περί Συνεργατικών Εταιρειών Κανονισμούς Καν.101
(2), στους Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς Κ.Δ.Π.142/87 άρθρα 78 και 79, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/60ως έχει τροποποιηθεί άρθρα 2, 5, 16, 17, 19, 20, 21, 23, 26, 30-38 και 48-49, στον Περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ.4, στο Σύνταγμα άρθρα 30 και 152, στη διακριτική ευχέρεια, στην Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στο Κοινοδίκαιο, στο δίκαιο της Επιείκειας, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας Χριστιάνας Αντωνίου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των καθ'ών η αίτηση και στην οποία αναφέρει συνοπτικά τα ακόλουθα:
- Γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης από προσωπική της γνώση, από έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή της και από πληροφορίες που έχει λάβει από τους καθ' ων η αίτηση.
- Αρνείται τους ισχυρισμούς της Άντρης Κωνσταντίνου πιο πάνω.
- Πιστεύει και τυγχάνει νομικής συμβουλής ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί στη βάση των λόγων ένστασης που αναφέρθηκαν πιο πάνω.
- Η Ακροαματική διαδικασία δυνάμει της σχετικής Νομοθεσίας, των σχετικών Κανονισμών και των αρχών της Νομολογίας θα πρέπει να διεξαχθεί στη βάση των ενόρκων δηλώσεων της αίτησης και της ένστασης αντίστοιχα. Οι εν λόγω ένορκες δηλώσεις αποτελούν το μαρτυρικό υλικό βάσει του οποίου το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει και τα διάδικα μέρη δεν νομιμοποιούνται στην προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας. Σε κάθε δε περίπτωση οι αιτητές δεν έχουν προβάλει ικανοποιητικό λόγο γιατί το Δικαστήριο θα πρέπει να επιτρέψει την προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας.
- Ως εκ των ανωτέρω είναι δίκαιο και εύλογο να απορριφθεί η αίτηση. Η Ακρόαση της αίτησης Η ακρόαση της επίδικης αίτησης έγινε στη βάσει των ενόρκων δηλώσεων. Η επιχειρηματολογία των δικηγόρων των διαδίκων Οι συνήγοροι των δύο πλευρών αγόρευσαν προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου και με παραπομπή σε Νομολογία υποστήριξαν τις θέσεις τους. Δεν χρειάζεται κρίνω να αναφερθώ με λεπτομέρεια στα όσα οι συνήγοροι έχουν αναφέρει. Πολύ συνοπτικά μόνον αναφέρονται κατωτέρω οι κύριες θέσεις τους: Η ευπαίδευτη συνήγορος των αιτητών ανέφερε ότι η αίτηση είναι εναρκτήρια και δεν εφαρμόζεται η Δ.48 για ενδιάμεσες αιτήσεις. Πουθενά δεν υπάρχει στη Νομοθεσία ή τους Κανονισμούς περιορισμός ως προς τη διεξαγωγή της διαδικασίας. Η αίτηση θα πρέπει να δικαστεί ως αν να ήταν αγωγή και εφαρμόζεται η Δ.33 Θ.
- Εν πάση περιπτώσει οι αιτητές έχουν δικαίωμα με βάση το άρθρο 30 του Συντάγματος να προσαγάγουν μαρτυρία και να εξετάσουν μάρτυρες. Η πλευρά τους επιθυμεί να κλητεύσει τον Διαιτητή καθώς επίσης να εκδώσει κλήση για να προσκομιστεί κατάσταση λογαριασμού από τη Συνεργατική, κάτι που διαφορετικά δεν μπορεί να γίνει. Εάν το Δικαστήριο αποστερήσει το δικαίωμα τους να προσκομίσουν μαρτυρία δεν θα μπορέσουν να αποσείσουν το βάρος απόδειξης. Επίσης ανέφερε ότι ο χρόνος για καταχώρηση της παρούσας αίτησης-έφεσης ήταν 21 ημέρες από την επίδοση της διαιτητικής απόφασης, ο οποίος χρόνος δεν παρατείνεται. Δεν μπορούσαν εντός της προθεσμίας αυτής να καταχωρήσουν περισσότερες ένορκες δηλώσεις για απόδειξη της υπόθεσης τους. Περαιτέρω αναφέρει ότι το Δικαστήριο ίσως μπορεί να περιορίσει το εύρος της μαρτυρίας αλλά όχι την προσκόμιση μαρτυρίας. Αυτό θα ήταν αντίθετο με το άρθρο 30 του Συντάγματος. Τέλος, ανέφερε ότι με βάση τα πιο πάνω και με δεδομένο ότι η αίτηση είναι νομότυπη και στηρίζεται στους κατάλληλους θεσμούς και Νομολογία, δεν μπορεί να εγκριθεί οποιοσδήποτε λόγος ένστασης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ'ών η αίτηση κατ' αρχήν υιοθέτησε την ένσταση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει. Ακολούθως παρέπεμψε σε Νομολογία και σε συγγράμματα προς υποστήριξη πάντα της θέσης του ότι η ακροαματική διαδικασία θα πρέπει να διεξαχθεί στη βάση των ενόρκων δηλώσεων. Εν πάση περιπτώσει η θέση της συναδέλφου του ότι θα πρέπει να παρουσιαστεί μαρτυρία προκειμένου να μπορέσει η πλευρά των αιτητών να αποσείσει το βάρος απόδειξης δεν υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Επίσης δεν αναφέρεται ότι ζητήθηκε από μάρτυρες να καταθέσουν και αρνήθηκαν να δώσουν ένορκη δήλωση. Αναφορικά με την προθεσμία των 21 ημερών που είχε στη διάθεση της η άλλη πλευρά για να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση-έφεση και όσα σχετικά αναφέρθηκαν, είπε ότι μπορεί να καταχωρηθεί συμπληρωματική ένορκη δήλωση για καλό λόγο. Όμως ακόμη και έτσι να μην είναι ο Νομοθέτης έκρινε την προθεσμία αυτή αρκετή. Εξέταση της αίτησης-Αξιολόγηση Ευθέως αναφέρω ότι το Δικαστήριο διαφωνεί με την θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου των αιτητών για το ότι η ακρόαση της κυρίως αίτησης θα πρέπει να διεξαχθεί με την προσαγωγή προφορικής μαρτυρίας και με την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε. Αντίθετα θεωρώ ότι ο ευπαίδευτος συνηγόρος των καθ'ών η αίτηση μέσα από την σύντομη αλλά ουσιαστική αγόρευση του, με πολύ εύστοχες αναφορές σε Νομολογία και σε συγγράμματα, τις οποίες υιοθετεί το παρόν Δικαστήριο, έθεσε το θέμα στην ορθή του διάσταση. Εξάλλου οφείλω να πω ότι είναι την ίδια αυτή Νομολογία και συγγράμματα που είχε υπόψη του το Δικαστήριο όταν σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας, ως αναφέρεται ανωτέρω, είπε στους δικηγόρους ότι η διαδικασία θα διεξαχθεί στη βάση των ενόρκων δηλώσεων. Ενδεικτικά να σημειώσω εδώ την αίτηση 2289/2013, Σε ότι αφορά την Διαιτησία μεταξύ Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λατσιών Λτδ και των Οικοδομικές Επιχειρήσεις Σ & Α Φραντζίδης Λτδ, εκ Λευκωσίας, απόφαση του Ανώτερου Επαρχιακού Δικαστή κ.Γιαπανά ημερ.11/02/2015, όπου αναφέρονται τα εξής με τα οποία συμφωνώ: « Η διαδικασία για την ακύρωση της απόφασης του Διαιτητή, με βάση τις πρόνοιες του αρ. 52
(4)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, Ν. 22/85 όπως έχει τροποποιηθεί γίνεται με ΄Εφεση. Παρενθετικά να υπομνησθεί ότι η ακύρωση μιας τέτοιας απόφασης επιτρέπεται για τους περιορισμένους λόγους που αναφέρονται στο Αρ. 20
(2)του Περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4. Επανερχόμενος στη διαδικασία, σχετικός περί τον τύπο της ΄Εφεσης είναι ο Καν. 101
(2)των Περί Συνεργατικών Εταιρειών Κανονισμών (Co-Operative Societies). Οι θεσμοί αυτοί εξακολουθούν να παραμένουν σε ισχύ δυνάμει των προνοιών του αρ. 59
(2)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου Ν.22/85όπως έχει τροποποιηθεί, νοουμένου ότι δεν αντίκεινται προς τις διατάξεις του. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και στους περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς, Κ.Δ.Π. 142/87 άρθρα 78 και 79 για τη γενικότερη διαδικασία παραπομπής μιας διαφοράς στον Έφορο και ακολούθως σε διαιτησία. Η ΄Εφεση εναντίον της απόφασης του διαιτητή γίνεται με ειδοποίηση ΄Εφεσης (notice of appeal) σύμφωνα με τον καθορισμένο τύπο που προβλέπεται στο Δεύτερο Παράρτημα των Κανονισμών συνοδευόμενη με αντίγραφο της εφεσιβαλλόμενης απόφασης. Στην υπόθεση Ashbank v. Department of Transport, Times 25.7.94, εξηγείται ότι η ορθή διαδικασία για παραμερισμό απόφασης διαιτητή είναι με εναρκτήρια κλήση (originating motion, βλπ ακόμα Russell on Arbitration 19η εκδ. σελ. 495 επ. και σελ. 604 για τον σχετικό τύπο της αίτησης). Ότι η παρούσα ΄Εφεση συνοδεύεται με ένορκη δήλωση, που δεν προβλέπεται ούτε από το Νόμο ούτε τους Θεσμούς, κρίνεται πως δεν επηρεάζει το κύρος της διαδικασίας, αφού ούτως ή άλλως το δικαστήριο στο μετέπειτα στάδιο δίνει οδηγίες για την καταχώρηση του μαρτυρικού υλικού, με ένορκες δηλώσεις. Και ο λόγος είναι γιατί η ακολουθητέα διαδικασία είναι εκείνη των πρωτογενών αιτήσεων, στα πλαίσια της οποίας κρίνεται ότι εντάσσεται και η εξεταζόμενη έφεση. Σχετική προς τούτο είναι η Δ.1, Θ.2 της Πολιτικής Δικονομίας, σύμφωνα με την οποία πρωτογενής κλήση (Originating summons) ορίζεται ως κάθε κλήση που δεν αφορά εκκρεμούσα διαδικασία (cause of matter). H μόνη πρόνοια που υπάρχει στους Θεσμούς για την ακρόαση πρωτογενών αιτήσεων είναι η Δ.55 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αναφέρεται ή αφορά άλλα μεν θέματα, ενδεικτικά όμως δίνει το στίγμα και τροχοδρομεί την διαδικασία. Σχετικοί είναι και οι τύποι 50 και 51 που βρίσκονται στο παράρτημα Α των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η αίτηση, σύμφωνα με την διαταγή αυτή, υποστηρίζεται από μαρτυρία (evidence), ενώ στην αντίστοιχη Αγγλική διαταγή Δ.55 Θ.7 προβλέπεται ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται είναι με ένορκη δήλωση. Στο σύγγραμμα Odger's On Pleading and Practice, 20th Ed. 355-357, εξηγείται ότι η ακρόαση πρωτογενών αιτήσεων γίνεται με μαρτυρία που δίνεται μέσα από ένορκες δηλώσεις. Συνήθως οι οδηγίες δίνονται από το Δικαστήριο για την καταχώρηση των ενόρκων δηλώσεων. Αποτελεί όμως απαραίτητο και αμετάβλητο όρο η μαρτυρία να δίνεται με ένορκη δήλωση (such evidence is invariably given by affidavit), ενώ συνήθως η μαρτυρία του αιτητή καταχωρείται αμέσως μετά την καταχώρηση της αίτησης. Τα υπόλοιπα μέρη της διαδικασίας έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν από το Δικαστήριο άδεια για την καταχώρηση της δικής τους μαρτυρίας υπό μορφή ένορκων δηλώσεων. Μάλιστα το δικαστήριο δεν ενεργεί μόνο ως θεματοφύλακας, αλλά έχει την εξουσία κατόπιν δικής του πρωτοβουλίας να απαιτήσει, εάν το κρίνει σκόπιμο ή αναγκαίο, την καταχώριση περαιτέρω μαρτυρίας. Η κυρίως εξέταση διεξάγεται μέσα από το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως, αλλά με αίτημα του αντιδίκου ο ομνύον μπορεί να διαταχθεί να παρουσιαστεί για να αντεξεταστεί επί της ενόρκου δηλώσεως (Odger΄s ανωτέρω, σελ.357). Πρόκειται για την ανάλογη διαδικασία που ρυθμίζεται με την Διαταγή 48
(4)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Να σημειωθεί βεβαίως ότι η ένορκη δήλωση που καταχωρείται ως μαρτυρία δεν επέχει θέση δικογράφου. Ομοίως και στον Atkin΄s Court Forms 2nd Ed. V. 29 σελ. 259 επ. εξηγείται πως αν ο αιτητής προτίθεται να εισάξει μαρτυρία προς υποστήριξη της πρωτογενούς αιτήσεως θα πρέπει αυτή να γίνει υπό μορφή ενόρκου δηλώσεως, ενώ ο καθ' ου η αίτηση που καταχωρεί εμφάνιση, μετά την επίδοση σε αυτόν της ενόρκου δηλώσεως έχει το δικαίωμα να καταχωρήσει την δική του απαντητική ένορκη δήλωση. Το Δικαστήριο ακόμη μπορεί να εκδώσει οδηγίες για την παρουσία του ομνύοντος για σκοπούς αντεξέτασης. Να σημειωθεί ότι στην Αγγλία υπάρχει σχετική Δικονομική Οδηγία (Practice Direction,
(1969)1 All. E. R, 636). Η συνήθης πρακτική που ακολουθείται στις πρωτογενείς αιτήσεις όπως έγινε και στην παρούσα υπόθεση, είναι η καταχώρηση της να συνοδεύεται με την ένορκη δήλωση του αιτητή μαζί με συνημμένα έγγραφα, ενώ ο καθ' ου η αίτηση να καταχωρεί ένσταση συνοδευόμενη με δική του ένορκη δήλωση. Χωρίς όμως αυτό, ως λέχθηκε, να επηρεάζει το κύρος της διαδικασίας (Odger's ανωτέρω), αφού η μαρτυρία που προσκομίζεται είναι πάντοτε με ένορκες δηλώσεις. Στο τέλος της ημέρας εκείνο που επιδιώκεται είναι η διεξαγωγή της δίκης με βάση τις ένορκες δηλώσεις και όχι δια της ζωντανής μαρτυρίας. Ο σκοπός και ο στόχος είναι προφανής και αυτονόητος. Την σύντομη εκδίκαση των αναφυομένων ζητημάτων και την αποφυγή καθυστερήσεων, ώστε η εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης, που είναι το ουσιαστικά ζητούμενο, να διεξαχθεί όσο το δυνατόν συντομότερα. Συναφώς και προς αυτή την κατεύθυνση, όπως εξηγείται στον Russel ανωτέρω, οποιοδήποτε έγγραφο που είναι σχετικό ή αναγκαίο για τη διαδικασία, τίθεται ενώπιον του δικαστηρίου με ένορκη δήλωση. Έτσι η κρίση του δικαστηρίου στην υπό κρίση υπόθεση κατά την εξέταση όλων των εγειρόμενων ζητημάτων θα κριθεί μέσα σε αυτό το πλαίσιο, με δεδομένο ότι το βάρος της απόδειξης παραμένει στον αιτητή. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται επί των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων και όσα προκύψουν εκ της αντεξέτασης, εκεί και όπου διαταχθεί, με την αντιπαραβολή της με τα διάφορα συνημμένα τεκμήρια. Είναι σημαντικό να υπομνησθεί ξανά ότι δεν πρόκειται περί ενδιαμέσου αιτήσεως, αλλά περί Πρωτογενούς αιτήσεως η οποία σύμφωνα με την Δ.1, Θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, πρόκειται ή και εξομοιώνεται με αγωγή και συνεπώς το δικαστήριο οφείλει καθηκόντως να αξιολογήσει όλα όσα προβάλλονται δια των ενόρκων δηλώσεων και των συνημμένων τεκμηρίων, στα πλαίσια ακριβώς του σκοπού για τον οποίο μια διαδικασία άρχεται δια πρωτογενούς αιτήσεως. Και ακριβώς προς αυτή την κατεύθυνση αποτελεί και η νομολογιακή αρχή ότι το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως αποτελεί το αποδεικτικό μέσο (Βιολάρης ν. Marfin Popular Public Bank Co. Ltd, Πολ. Έφεση 411/08 ημερ. 24.5.12). » Παρεμβάλλω εδώ ότι κατά την κρίση μου μέσα από το πιο πάνω απόσπασμα όλες οι θέσεις της κας Βερεσιέ απαντώνται και όλη η επιχειρηματολογία της με σεβασμό λέω καταρρέει. Περαιτέρω αναφέρεται ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ'ών η αίτηση κατά την αγόρευση του έκανε αναφορά και στην απόφαση του Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας κ.Πογιατζή στην αίτηση αρ.473/2011, Αναφορικά με την Εταιρεία G.Paraskevaides
(1966)Ltd, ημερ.03/03/2015, εις την οποία σημειώνεται υπάρχουν σημαντικά στοιχεία που ενισχύουν την θέση περί διεξαγωγής της εδώ διαδικασίας επί τη βάση των ενόρκων δηλώσεων και όχι με προφορική μαρτυρία. Ας σημειωθεί ότι με την απόφαση αυτή ο έντιμος Πρόεδρος καταλήγει, προβαίνοντας σε μια ομολογουμένως εις βάθος ανάλυση του θέματος, ότι η ακρόαση αιτήσεων εκκαθάρισης διεξάγεται κατά κανόνα στη βάση των ενόρκων δηλώσεων. Στο σημείο αυτό να αναφέρω ότι δεν έχει διαφύγει του Δικαστηρίου η Νομολογία στην οποία με έχει παραπέμψει η συνήγορος των αιτητών. Όμως θεωρώ ότι αυτή δεν μπορεί να στηρίξει την αίτηση. Πιο συγκεκριμένα, στην Πολ.Εφ.9891 Τράπεζα Κύπρου v Dynacon
(1998)1 Α.Α.Δ. 1978 δεν απασχόλησε το θέμα που εξετάζει εδώ το Δικαστήριο, ενώ οι αναφορές που γίνονται στην απόφαση αυτή και στις οποίες παραπέμπει η κα Βερεσιέ σε καμία περίπτωση θεωρώ συνεπάγονται ενόψει των όσων έχουν αναφερθεί ότι η ακρόαση θα πρέπει να γίνει με προφορική μαρτυρία. Ομοίως, άλλο είναι το θέμα που απασχόλησε και την απόφαση του έντιμου δικαστή κ.Χριστοδούλου, Προέδρου Επαρχιακού Δικαστηρίου όπως ήταν τότε, στην αίτηση 1340/09, OAO BALTIYSKIY BANK v. ARTUR VLADIMIROVICH KIRILENKO ημερ.12/04/2011. Είναι γεγονός βέβαια ότι υπάρχουν συγκεκριμένες αναφορές που είναι σχετικές με το θέμα που απασχολεί εδώ, στις οποίες παρέπεμψε η κα Βερεσιέ, όμως με σεβασμό αναφέρω ότι εν σχέση με αυτές διατηρώ αντίθετη άποψη. Υιοθετώντας όσα αναφέρθηκαν στις υποθέσεις Τράπεζα Κύπρου v. Dynacon και G.Paraskevaides
(1966)Ltd έχω την άποψη ότι η Δ.48 τυγχάνει εφαρμογής και εδώ. Οι αιτητές συνεπώς με βάση τα πιο πάνω έχουν συγκεκριμένες επιλογές για να μπορέσουν να παρουσιάσουν και να αποδείξουν την υπόθεση τους και σε καμία περίπτωση δεν αποστερούνται το δικαίωμα τους να παρουσιάσουν την υπόθεση τους. Εκ του περισσού ενδεχομένως αλλά αναφέρω ότι τα συγγράμματα που αναφέρονται στην απόφαση του κ.Γιαπανά πιο πάνω, εμπεριέχουν με περισσή λεπτομέρεια τις επιλογές που υπάρχουν σε διαδικασίες όπως η παρούσα, τον τρόπο που μπορεί ο διαιτητής να καταστεί ουσιαστικά διάδικος (σχετική είναι και η Πολ.Εφ.9891 Τράπεζα Κύπρου v Dynacon
(1998)1 Α.Α.Δ. 1978 στην οποία παρέπεμψε η ίδια η συνήγορος των αιτητών) κλπ. Όμως εδώ πριν ολοκληρώσω αναφέρω ότι ακόμη και στην περίπτωση που κατέληγα ότι θα μπορούσε να επιτραπεί η προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας, επιπλέον των ενόρκων δηλώσεων, και πάλιν θα απέρριπτα το αιτητικό υπό 2 της αίτησης. Αυτό γιατί οι αιτητές μέσα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν δίνουν ικανοποιητικό λόγο γιατί να επιτραπεί η προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας. Ούτε και έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε που να καταδεικνύει ότι έγινε προσπάθεια να παρουσιαστεί με ένορκη δήλωση συγκεκριμένη μαρτυρία και δεν κατέστη αυτό δυνατό. Κατάληξη Υπό το φως όλων των ανωτέρω, εν σχέση με το αιτητικό υπό 1 της αίτησης δίνονται οδηγίες όπως η ακροαματική διαδικασία της κυρίως αίτησης διεξαχθεί στη βάση των ενόρκων δηλώσεων. Εφόσον δε κριθεί αναγκαίο το Δικαστήριο θα δώσει άδεια για περαιτέρω μαρτυρία μέσω ενόρκων δηλώσεων ή για αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Το αιτητικό υπό 2 της αίτησης απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης θεωρώ ορθό να είναι στην πορεία της κυρίως αίτησης αλλά σε καμία περίπτωση σε βάρος των καθ' ων η αίτηση. (Υπ.) ............... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για καθορισμό του τρόπου διεξαγωγής της ακροαματικής διαδικασίας σε αίτηση για ακύρωση/παραμερισμό διαιτητικής απόφασης και για προσαγωγή προφορικής μαρτυρίας cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο