ΘΕΟΦΑΝΩΣ ΠΑΝΑΓΗ, υπό την ιδιότητα της ωςδιαχειριστού της περιουσίας της αποβιώσασας Θεοφανώς (Φανιώς) Κλείτου ν. ΑΝΔΡΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής 3331/15, 29/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A404 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 3331/15 Μεταξύ: ΘΕΟΦΑΝΩΣ ΠΑΝΑΓΗ, από τη Λεμεσό, υπό την ιδιότητα της ως διαχειριστού της περιουσίας της αποβιώσασας Θεοφανώς (Φανιώς) Κλείτου, τέως από τη Λεμεσό Ενάγουσας και
- ΑΝΔΡΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, από Επισκοπή, Λεμεσός
- ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, από Επισκοπή, Λεμεσός Εναγομένων ----------------------------- Μονομερής Αίτηση ημερομηνίας 21.8.2015 για έκδοση προσωρινού διατάγματος Ημερομηνία: 29 Δεκεμβρίου, 2015 Για την Ενάγουσα-Αιτήτρια: Η κα Ιωάννα Νικολάου για ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ ΠΑΥΛΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. (Για να ακούσει απόφαση η κα Φιλιππίδου) Για την Εναγόμενη 1-Καθ' ης η αίτηση: Η κα Πόλα Π. Καλυβίτου για Λυσάνδρου & Θωμά Δ.Ε.Π.Ε. (Για να ακούσει απόφαση η ίδια) Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με Κλητήριο Ένταλμα, γενικά οπισθογραφημένο, που καταχωρήθηκε στις 21.8.2015 η Ενάγουσα, μεταξύ άλλων, αξιώνει: (α) εναντίον της Εναγόμενης 1, διάταγμα και/ή απόφαση και/ή δήλωση του Δικαστηρίου, που να κηρύσσει άκυρη και/ή παράνομη και/ή στερουμένη οποιουδήποτε νομικού αποτελέσματος, την δήλωση μεταβίβασης με την οποία το όλο μερίδιο του χωραφιού με αριθμό εγγραφής 0/7429, Φ/Σχ. 53/60, Τεμάχιο 77, που βρίσκεται στο χωριό Επισκοπή της επαρχίας Λεμεσού και το οποίο ήταν εγγεγραμμένο στην αποβιώσασα Θεοφανώ Παναγή, μεταβιβάστηκε στις 10.9.2014, δια δωρεάς, στην Εναγόμενη
- (β) εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις για δόλο και/ή απάτη και/ή ψυχική πίεση και/ή ψευδείς παραστάσεις οι οποίες τους αποδίδονται. Η Ενάγουσα με την καταχώρηση της αγωγής πέτυχε μονομερώς την έκδοση του ακόλουθου Διατάγματος: «Διάταγμα το οποίο απαγορεύει στην Εναγομένη 1-Καθ' ης η αίτηση όπως προσωπικά και/ή μέσω αντιπροσώπων και/ή υπηρετών της και/ή υπαλλήλων και/ή οποιουδήποτε από αυτούς, από του να πωλήσει, μεταβιβάσει ή διαφορετικά αποξενώσει και/ή διαθέσει, υποθηκεύσει ή διαφορετικά επιβαρύνει με οποιοδήποτε τρόπο το όλο μερίδιο και/ή οποιοδήποτε μέρος του όλου μεριδίου του πιο κάτω ακινήτου-χωραφιού, μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρου διατάγματος του Δικαστηρίου: Α) χωράφι στην περιοχή Επισκοπής της επαρχίας Λεμεσού με αρ. εγγραφής 0/7429, Τμήμα 0, Φ/Σχ.53/60, Τεμάχιο 77, το όλο μερίδιο.» Η Αίτηση βάσει της οποίας εκδόθηκε το εν λόγω Διάταγμα, βασίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ.6, άρθρα 4 - 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρο 32, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θθ.1 - 4, 8 και 9, στον περί Συμβάσεως Νόμο Κεφ.149, άρθρα 12, 13, 14, 16
(1)-
(3), στην διακριτική ευχέρεια και/ή εγγενή και/ή πρακτική του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο το οποίο στηρίζει την Αίτηση, εμφαίνεται στην Ένορκη Δήλωση της Ενάγουσας Θεοφανώς Παναγή, η μαρτυρία της οποίας συνοψίζεται ως εξής: Η ίδια είναι εγγονή της Θεοφανώς (Φανιώς) Κλείτου, τέως από την Επισκοπή Λεμεσού, η οποία απεβίωσε στις 19.4.2015 σε ηλικία 83 χρόνων. Εγείρει την παρούσα αγωγή υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια, βάσει διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 23.7.2015 (Τεκμήριο 1), της περιουσίας της τελευταίας. Οι μόνοι κληρονόμοι της Θεοφανώς Κλείτου είναι ο πατέρας της (Ενάγουσας) Χριστάκης Παναγή και η Αγγελική (Κούλα) Γεωργίου, Εναγόμενη
- Η Εναγόμενη 1 είναι επίσης εγγονή της αποβιωσάσης Θεοφανώς Κλείτου και θυγατέρα της Εναγόμενης
- Η αποβιώσασα καθ' ον χρόνο βρισκόταν εν ζωή, ήταν η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια δύο ακινήτων στην Επισκοπή, του επίδικου χωραφιού (η αξία του κατά το έτος 2013 ήταν περίπου €156.000.00, σύμφωνα με δημοσιευμένα στοιχεία στην επίσημη ιστοσελίδα του Κτηματολογίου Λεμεσού) και μίας κατοικίας στην οδό Νεόφυτου Χατζηχριστοδούλου, η οποία βρισκόταν δίπλα από την κατοικία της Εναγόμενης 2 και στην οποία διέμενε η αποβιώσασα μέχρι τον θάνατο της. Όπως η ίδια πληροφορήθηκε από τον πατέρα της, η γιαγιά της σε χρόνο προ του 2009 κάλεσε τα δύο της παιδιά τον Χριστάκη και την Αγγελική και υποσχέθηκε ότι θα έδινε στον γιο της το επίδικο χωράφι και στην κόρη της (Εναγόμενη 2) θα μεταβίβαζε το ακίνητο με την κατοικία στην οποία διέμενε. Πράγματι, στις 23.4.2009 έγινε η μεταβίβαση του εν λόγω ακινήτου επ' ονόματι της Εναγομένης
- Την ίδια μέρα (23.4.2009), την πήρε τηλέφωνο η γιαγιά της, για να την ενημερώσει ότι έγινε η μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι της Εναγόμενης 2 και ότι το μόνο που έμενε ήταν να μεταβιβάσει το χωράφι στον πατέρα της. Ο τελευταίος αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας (είχε διαγνωστεί με καρκίνο και υποβλήθηκε σε αφαίρεση των φωνητικών του χορδών με αποτέλεσμα μέχρι και σήμερα να μην μπορεί να μιλήσει, χωρίς όμως να αντιμετωπίζει οποιοδήποτε διανοητικό πρόβλημα) και η γιαγιά της ήθελε να τον βοηθήσει. Λόγω αυτών των προβλημάτων, ο πατέρας της «αμέλησε να πάρει τη γιαγιά της στο Κτηματολόγιο για να του μεταβιβάσει το χωράφι που του είχε υποσχεθεί». Εντός του 2013, η γιαγιά της αρρώστησε ξαφνικά και παρουσίασε έκπτωση των διανοητικών της λειτουργιών λόγω γεροντικής άνοιας. Τον Οκτώβριο του 2013 και συγκεκριμένα στις 22.10.2013 εισήχθη στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού λόγω έκπτωσης επιπέδου συνείδησης. Στη συνέχεια η κατάσταση της χειροτέρευσε (κάποιες φορές έφευγε από το σπίτι και χανόταν, έλεγε ασυνάρτητες κουβέντες χωρίς νόημα και είχε παραισθήσεις ότι κάποιοι ήθελαν να την σκοτώσουν). Το καλοκαίρι του 2014 έγιναν συζητήσεις μεταξύ της ίδιας, των αδελφών της (Κλείτου και ΄Αθου) και του πατέρα της από την μια και της θείας της Αγγελικής (Εναγόμενη 2) και των κόρων της τελευταίας (Άντρης - Εναγόμενης 1, Γεωργίας και Φάνης), από την άλλη. Αντικείμενο της συζήτησης ήταν το ενδεχόμενο πώλησης του επίδικου χωραφιού ώστε να εξευρεθούν χρήματα τα οποία θα εχρησιμοποιούντο για τις ανάγκες της γιαγιάς της (εργοδότηση οικιακής βοηθού). Η ίδια πρότεινε, αφού το χωράφι ήταν του πατέρα της, τούτο να πωληθεί και τα χρήματα να χρησιμοποιηθούν, τα μισά για τις ανάγκες της γιαγιάς της και τα υπόλοιπα να δοθούν στον πατέρα της. Η θεία της αντέδρασε, αρνήθηκε να συναινέσει στην πώληση του επίδικου χωραφιού, η συζήτηση έγινε έντονη και κατέληξε σε καβγά και διαπληκτισμούς. Η γιαγιά της, κατ΄ εκείνον το χρόνο, δεν μπορούσε να αντιληφθεί οτιδήποτε. Τον Φεβρουάριο του 2015, η γιαγιά της αρρώστησε και στις 22.2.2015 εισήχθη στο Νοσοκομείο. Τότε, πληροφορήθηκαν από τρίτο πρόσωπο ότι το επίδικο χωράφι πωλήθηκε και ότι τα χρήματα κατατέθηκαν στην τράπεζα ώστε να μοιραστούν στους δύο κληρονόμους της Θεοφανώς Κλείτου, μετά το θάνατο της. Δεν έδωσαν σημασία σε αυτές τις κουβέντες αφού ούτε και οι Εναγόμενες 1 και 2, δεν τους ανέφεραν οτιδήποτε σχετικό. Η γιαγιά της δεν ήταν καλά (δεν αντιλαμβανόταν τι γινόταν) και δεν μπορούσαν να επικοινωνήσουν μαζί της. Αποφάσισαν με τον πατέρα της ότι θα έπρεπε να προχωρήσουν στη διαδικασία κήρυξης της γιαγιάς της ως ανίκανο πρόσωπο ώστε κάποιος άλλος να διαχειρίζεται τις υποθέσεις και τα οικονομικά της. Τον Μάρτιο του 2015, η γιαγιά της εξετάστηκε από τον ψυχίατρο Βασίλη Χατζηβασίλη. Σύμφωνα με τα ευρήματα του τελευταίου τα οποία κατεγράφησαν στο ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 13.3.2015 (Τεκμήριο 4), η γιαγιά της έπασχε από ανοϊκή διαταραχή τουλάχιστον από τον Οκτώβριο του 2013 και δεν ήταν σε κατάσταση επαρκούς νοητικής λειτουργίας ώστε να έχει συνεχή αντίληψη του τι συνέβαινε γύρω της. Τελικά η γιαγιά της απεβίωσε στις 19.4.
- Μετά τον διορισμό της ίδιας ως διαχειρίστριας της περιουσίας της γιαγιάς της, διεξήγαγε έρευνα στο Κτηματολόγιο Λεμεσού, από την οποία διεφάνη πως η αποβιώσασα μεταβίβασε (δια δωρεάς) στις 10.9.2014 το επίδικο χωράφι στην Εναγόμενη
- Είναι η θέση της ομνύουσας πως λόγω της νοητικής κατάστασης της αποβιωσάσης (έπασχε από γεροντική άνοια και παρουσίαζε νοητική έκπτωση) κατά τον χρόνο της εν λόγω μεταβίβασης, η τελευταία δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί και να κατανοήσει τις συνέπειες των πράξεων της. Δεδομένου του γεγονότος ότι η Εναγόμενη 2 και οι κόρες της (συμπεριλαμβανομένης της Εναγόμενης 1) είχαν καθημερινή και συνεχή επικοινωνία με την αποβιώσασα, αφού η τελευταία διέμενε για πολλά συνεχόμενα χρόνια στο διπλανό σπίτι και η Εναγόμενη 2 είχε αναλάβει την καθημερινή φροντίδα και περιποίηση της, είχε δημιουργηθεί σχέση «εμπιστοσύνης και εξάρτησης» μεταξύ τους. Ιδιαίτερα μετά το 2013 που η αποβιώσασα παρουσίαζε έκπτωση των διανοητικών της λειτουργιών, τόσο η Εναγόμενη 1 όσο και η Εναγόμενη 2 εκμεταλλεύτηκαν την πνευματική της αδυναμία και την σχέση εξάρτησης και εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ τους και πέτυχαν την μεταβίβαση του χωραφιού στο όνομα της Εναγόμενης 1 παρόλο που γνώριζαν και οι δύο ότι η αποβιώσασα όταν ζούσε και ήταν καλά στην υγεία της είχε υποσχεθεί ότι «θα το έδινε στον γιο της Χριστάκη». Οι Εναγόμενες 1 και 2 άσκησαν «αθέμιτη επιρροή στην βούληση της αποβιωσάσης» για να προβεί στην πιο πάνω ενέργεια, σε βάρος τελικά των συμφερόντων της περιουσίας της και επηρεάζοντας με αυτό τον τρόπο τα κληρονομικά δικαιώματα των νομίμων κληρονόμων της, ιδιαίτερα του πατέρα της Χριστάκη Παναγή. Η Εναγόμενη 1-Καθ΄ης η αίτηση καταχώρησε Ένσταση προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους: «
- Η Ενάγουσα δεν αποκάλυψε όλα τα ουσιώδη γεγονότα ως έδει, αλλά απέκρυψε αυτά με αποτέλεσμα να παραπλανήσει το Δικαστήριο, ήτοι: (α) Η Ενόρκως Δηλούσα δεν έχει καμία προσωπική γνώση των γεγονότων και/ή περιστατικών που αφορούν την παρούσα υπόθεση και/ή γνωρίζει ελάχιστα. (β) Τα γεγονότα που αναφέρει η Ενόρκως Δηλούσα είναι καθ' όλα αναληθή, ανυπόστατα και στερούνται οποιασδήποτε πραγματικότητας.
- Όσα αναφέρει η Ενόρκως Δηλούσα είναι εξ' ακοής μαρτυρία και θα πρέπει να αξιολογηθεί από το Δικαστήριο ως τέτοια.
- Καμία βλάβη και καμία ζημιά δεν θα υποστεί η Ενάγουσα από τη μη διατήρηση σε ισχύ του Διατάγματος ημερομηνίας 21/08/
- Εκλείπει το στοιχείο του κατεπείγοντος ως προς την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος.
- Η αίτηση της Ενάγουσας δεν πληρεί τις προϋποθέσεις του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60 οι οποίες και πρέπει να συνυπάρχουν.» Η Ένσταση στηρίζεται στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου αρ.14/60 και στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.1, 2, 4 και 9. Την Ένσταση υποστηρίζει ένορκη δήλωση της Εναγόμενης 1-Καθ' ης η αίτηση η οποία, όπως αναφέρει, γνωρίζει καλά και προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης. Απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας ως αναληθείς και ισχυρίζεται ότι τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως εξής: Η γιαγιά της, Θεοφανώ Κλείτου, διέμενε σε ιδιόκτητη μικρή κατοικία «ακριβώς δίπλα» από το σπίτι της μητέρας της (Εναγόμενης 2). Από νεαρής ηλικίας η αποβιώσασα ζούσε μόνη λόγω του ότι την εγκατέλειψε ο σύζυγος της και μεγάλωσε μόνη της τα δύο της παιδιά, την Εναγόμενη 2 και τον πατέρα της Ενάγουσας. Η ίδια από τεσσάρων ετών μέχρι και τα τριάντα της που αρραβωνιάστηκε, διέμενε μόνιμα στο σπίτι της γιαγιάς της η οποία την φρόντιζε και ουσιαστικά την μεγάλωσε. Συνεπεία τούτου αναπτύχθηκε μεταξύ τους μία «πολύ ιδιαίτερη και δυνατή σχέση». Η ίδια, ο σύζυγος της και η μητέρα της ήταν τα μόνα άτομα που φρόντιζαν την αποβιώσασα. Τον Οκτώβριο του 2013, ο πατέρας της απεβίωσε και η μητέρα της ήταν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση. Από τότε η ίδια και ο σύζυγος της Μιχάλης ανέλαβαν αποκλειστικά την φροντίδα της γιαγιάς της. Είναι η θέση της ομνύουσας πως η επιθυμία της γιαγιάς της ήταν όπως το επίδικο χωράφι μεταβιβαστεί στην ίδια και πως η αποβιώσασα ουδέποτε εξέφρασε οποιαδήποτε άλλη επιθυμία, ούτε και «υποσχέθηκε σε κανένα άλλο άτομο της οικογένειας το εν λόγω ακίνητο». Τόσο η Ενάγουσα όσο και «ολόκληρη η οικογένεια» γνώριζαν πως τον Σεπτέμβριο του 2014 μετέβησαν με τη γιαγιά της στο Κτηματολόγιο Λεμεσού και η τελευταία «έχοντας πλήρη αντίληψη της όλης κατάστασης και με ελεύθερη βούληση» της μεταβίβασε το χωράφι. Γύρω στο έτος 2013, ο θείος της (πατέρας της Ενάγουσας) προσπάθησε να διεκδικήσει από την γιαγιά της το χωράφι και επειδή η τελευταία αρνήθηκε, οι σχέσεις τους ψυχράνθηκαν και ούτε αυτός ούτε τα παιδιά του (περιλαμβανομένης και της Ενάγουσας) δεν έδειχναν κανένα ενδιαφέρον για την γιαγιά και ούτε την επισκέπτοντο. Τον Φεβρουάριο και Μάρτιο του 2015 που η γιαγιά της νοσηλεύτηκε στο Νοσοκομείο Λεμεσού κανένας από την οικογένεια του θείου της δεν την επισκέφθηκε. Όταν η γιαγιά της μεταφέρθηκε στο γηροκομείο «Άγιος Ιωάννης» όπου και απεβίωσε στις 19.4.2015, ο μόνος που την επισκέφθηκε λίγες μέρες πριν από τον θάνατο της ήταν ο θείος της και τούτο μόνο όταν «πληροφορήθηκε ότι ήταν σε άσχημη κατάσταση» σε αντίθεση με την ίδια και την οικογένεια της που ήταν συνεχώς μαζί με την αποβιώσασα μέχρι και τον θάνατο της. Kατά την ακρόαση της Αίτησης, η κάθε πλευρά υπεραμύνθηκε της θέσης της με αναφορά σε νομολογία. Είναι καλά γνωστό ότι το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων παρέχεται από το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ ο Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος και οι Κανονισμοί, προσδιορίζουν το δικαιοδοτικό πλαίσιο [Demades V. Studio
(1996)1AAΔ και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 ΑΑΔ 704]. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το εν λόγω άρθρο έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1AAΔ 557 και έχει έκτοτε επιβεβαιωθεί σε πλείστες όσες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα τρία κριτήρια που τίθενται ως προϋποθέσεις θα πρέπει να ικανοποιηθούν σωρευτικά πριν το Δικαστήριο περάσει στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, κατά πόσον δηλαδή είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί το Διάταγμα, με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Οι τρείς αυτές προϋποθέσεις είναι οι εξής:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία.
(3)Το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Ενώ το πρώτο κριτήριο σχετίζεται κατ΄ ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης όπως διατυπώνεται στο κλητήριο ένταλμα, το δεύτερο προχωρεί ένα πρόσθετο βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Επαρκεί, σε αυτό το στάδιο, να καταδειχθεί κάτι πέραν της απλής πιθανολόγησης αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων για να ικανοποιηθεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Είναι γνωστό ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ΄ εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας και αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα τότε η έκδοση του διατάγματος ή η διατήρηση του σε ισχύ αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν αποτελεί κατ΄ ανάγκη έρεισμα για την έκδοση διατάγματος [Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 255]. Εκτός από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, η υπό κρίση Αίτηση στηρίζεται και στα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Στην υπόθεση Cyprus Palestine Plantations Ltd v. Olivier & Co (Cyprus) Ltd, 16 CLR 122, αποφασίστηκε πως το άρθρο 4 του Κεφ. 6, παρέχει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να εκδίδει παρεμπίπτον διάταγμα μόνο όπου η περιουσία σχετικά με την οποία ζητείται το διάταγμα, είναι αντικείμενο της αγωγής. [(Βλ. επίσης τις υποθέσεις Papastratis v. Petrides
(1979)1 CLR 231 και Stavros Hotel Apartments Ltd και άλλοι (Αρ.2)
(1994)1 ΑΑΔ 836]. Ενώ σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)του Κεφ. 6, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει τον εναγόμενο όπως μη αποξενώσει τόση από την ακίνητη περιουσία η οποία είναι εγγεγραμμένη επ΄ ονόματι του, όση κατά την κρίση του Δικαστηρίου θα ήταν αρκετή για να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα και τα έξοδα της αγωγής. Σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που περιέχονται στο άρθρο 5 του Κεφ. 6, δεν μπορούν να εξετάζονται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Απλώς το εν λόγω άρθρο κάνει ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρεί τίποτα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 το οποίο, όπως έχει προαναφερθεί, προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Επομένως, όταν το Δικαστήριο επιλαμβάνεται αιτήσεων που βασίζονται και στα δύο άρθρα, θα εφαρμόσει τόσο τις γενικές προϋποθέσεις σύμφωνα με το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 αλλά και τα ειδικότερα κριτήρια ή περιορισμούς που τίθενται από το άρθρο 5 του Κεφ. 6, στον βαθμό ή μέτρο που αυτά διαφοροποιούνται. Το Δικαστήριο στην εξέταση κατά πόσο θα διατηρήσει ή θα ακυρώσει ένα προσωρινό διάταγμα δεν προχωρεί στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης δεδομένου ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 AAΔ 263, αυτό ανάγεται κατ΄ εξοχή στη σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της ίδιας της αγωγής. Τα ίδια λέχθησαν και στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, 269, 270. Βέβαια κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών κριτηρίων είναι αναγκαία, όπως υπέδειξε και η Οδυσσέως (ανωτέρω) σελ. 569, αλλά με κανένα τρόπο δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι τα όσα ακολουθούν αποτελούν την τελεσίδικη κρίση του Δικαστηρίου. Διαπιστώνεται απλώς η παρουσία ή η απουσία οποιουδήποτε θεμελιακού προβλήματος στο πραγματικό ή νομικό υπόβαθρο της αίτησης που θα άφηναν έκδηλα ανικανοποίητα τα τρία κριτήρια. Έχει θεμελιωθεί από παλιά ότι το Δικαστήριο και δεδομένου ότι αυτό έχει τις καταβολές του στο Δίκαιο της Επιείκειας μπορεί, χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία του προσωρινού διατάγματος, να το ακυρώσει αν διαφανεί ότι έχει γίνει τέτοια απόκρυψη γεγονότων κατά το στάδιο της μονομερούς έκδοσης του, που ενδεχόμενα να επηρέασε το Δικαστήριο το οποίο άλλως θα μπορούσε να μην το είχε εκδώσει. Το αξίωμα αυτό έχει κατ΄ επανάληψη τεθεί μέσα από τη νομολογία, σχετικές αποφάσεις δε των Αγγλικών Δικαστηρίων επί του θέματος έχουν υιοθετηθεί από τα Κυπριακά Δικαστήρια πλήρως (δέστε τις επτά προτάσεις του Ralph Gibson L.J. στην Brink's Mat Ltd v. Elcombe
(1988)1 WLR 1350 και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου (ανωτέρω). Παρόμοια και η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει υποδείξει το θεμελιώδες πρόβλημα που δυνατό να προκύψει από την απόκρυψη γεγονότων, όπως υποδεικνύει η υπόθεση Ahmad Zein v. Παράσχος Κ. Καμπανέλλας Λτδ Π.Ε. 10494 ημερ. 27/4/2000, η οποία υιοθέτησε προηγούμενη νομολογία όπως την Resola (Cyprus) Ltd v. Χρήστου Π.Ε. 9610, ημερ. 31.3.1998. Επίσης με άλλη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ένα διάταγμα μπορεί να ακυρωθεί και όταν το στοιχείο του κατεπείγοντος δεν υφίστατο ουσιαστικά και έτσι το βάθρο της εξουσίας του Δικαστηρίου να εκδώσει διάταγμα σε μονομερή βάση παρακάμπτοντας την συνήθη διαδικασία της ακρόασης και του άλλου μέρους στη διαφορά, ελλείπει [Stavros Hotels Apartments Ltd (No.2)
(1994)1 AAΔ 836, 841 και Babel Boutique Ltd
(1995)1 AAΔ 947, 954]. Προτού το Δικαστήριο εξετάσει αν συντρέχουν οι προυποθέσεις έκδοσης ενός διατάγματος με βάση το Άρθρο 32 του Ν. 14/60, θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο είχε δικαιοδοσία να εκδώσει το διάταγμα που έκδωσε μονομερώς, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι θα πρέπει να είχε καταδειχθεί ενώπιον του το επείγον της έκδοσης ενός τέτοιου διατάγματος. Έχουν εδώ εφαρμογή οι πρόνοιες του ΄Αρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ. 6. Στο μονομερές στάδιο της αίτησης ο παράγοντας του χρόνου είναι σημαντικός. Ο αιτητής θα πρέπει στο στάδιο εκείνο να δείξει το κατ΄ επείγον της αίτησης ώστε να δικαιολογείται η μονομερής εξέταση της και να παρακαμφθεί ο κανόνας της φυσικής δικαιοσύνης και το δικαίωμα της άλλης πλευράς να ακουστεί πριν την έκδοση του διατάγματος. Το Άρθρο 9
(1)του Κεφ. 6 έχει εφαρμογή εξαιρετικώς και μόνο προκειμένου περί επειγουσών ή άλλων ειδικών περιστάσεων που να δικαιολογούν την έκδοση του διατάγματος ex parte. Θα εξετάσω, λοιπόν, ως πρώτο θέμα το στοιχείο του κατεπείγοντος, επειδή διατάγματα που εκδίδονται μονομερώς (ex-parte), όπως είναι νομολογημένο, εκδίδονται με βάση το Άρθρο 9
(1)του Κεφ. 6 μόνο εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος ή άλλες ειδικές περιστάσεις. Παραπέμπω σχετικά στην Χριστοδούλου ν. Vraets
(1999)1 A.A.Δ. 1475, η οποία αναφέρεται και στις υποθέσεις Louis Vuitton v. Δερμοσάκ
(1992)1 (Β) ΑΑΔ 1453 και Resola v. Χρήστου
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1179:- «Το επείγον, όπως παρατηρείται στην υπόθεση Resola (ανωτέρω), αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικώς η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από τον θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση.» Η πιο πάνω ανάγκη διατυπώνεται με διαφορετικά, αλλά με την ίδια ουσία, λόγια στην υπόθεση Vuitton (ανωτέρω) όπου παρατηρείται ότι:- «Η έκδοση προσωρινού διατάγματος εξ πάρτε, συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφ΄ όσο παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουσθεί». Μέσα στο ίδιο πνεύμα κινείται και η επισήμανση που έγινε στις υποθέσεις In Re Stavros Hotel Appartments Ltd,
(1994)1 A.A.Δ. 836, 841 και In Re B.P. Cyprus Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 861, 864, ότι δηλαδή το υπαρκτό του επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το Άρθρο 9 του Κεφ. 6. Στην υπόθεση Χ΄΄Βασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 (A) A.A.Δ. 203, στη σελίδα 207 ο Δικαστής Πικής έθεσε το θέμα ως εξής:- «....... Η αδράνεια του εφεσείοντος να ζητήσει θεραπεία μόλις τα κρίσιμα γεγονότα περιήλθαν σε γνώση του αναιρεί το κατ΄ επείγον του αιτήματος. Κατεπείγον θεωρείται ζήτημα, το οποίο περιέρχεται σε γνώση του προσφεύγοντος σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικο του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί. Λόγοι, συνυφασμένοι με την πεμπτουσία της απονομής της δικαιοσύνης, επιβάλλουν την παροχή ευκαιρίας ακρόασης στον αντίδικο, πριν το Δικαστήριο επιληφθεί θέματος που επηρεάζει τα δικαιώματα ή τα κατά ώμο συμφέροντα του. Η παροχή θεραπείας ερήμην του αντιδίκου αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο μπορεί να αναζητηθεί μόνο, εφόσον εξ αντικειμένου δεν παρέχεται δεν παρέχεται άλλο μέσω προστασίας των δικαιωμάτων του αιτούντος.» Σε σχέση με το στοιχείο του κατεπείγοντος σχετικές είναι οι παράγραφοι 20, 21, 24 και 27 της υποστηρίζουσας την Αίτηση Ένορκης Δήλωσης της Ενάγουσας. Από το περιεχόμενο των παραγράφων αυτών προκύπτει πως τόσο η αγωγή όσο και η υπό κρίση Αίτηση καταχωρήθηκαν 2 - 3 μέρες μετά την έκδοση του πιστοποιητικού έρευνας (Τεκμήριο 5 στην Ένορκη Δήλωση της Ενάγουσας) από το οποίο πληροφορήθηκε, όπως η ίδια αναφέρει, την μεταβίβαση του επίδικου χωραφιού. Από προαναφερθέντα προκύπτει πως δεν σημειώθηκε καθυστέρηση στην καταχώρηση της Αίτησης. Όπως έχει νομολογηθεί το κρίσιμο στοιχείο για την Αίτηση και την εξέταση του ζητήματος της ύπαρξης του στοιχείου του κατεπείγοντος, δεν είναι ο χρόνος έγερσης της Αγωγής και ο χρόνος που προέκυψε το αγώγιμο δικαίωμα ενός Αιτητή, αλλά ο χρόνος πληροφόρησης του Αιτητή για τη δυνατότητα του να επιτύχει την ενδιάμεση αυτή θεραπεία. Επανερχόμενη στα γεγονότα που συνθέτουν την αντιδικία στη παρούσα διαδικασία, εκείνο που μπορεί να εξαχθεί είναι ότι ως προς την ουσία της διεκδίκησης της Ενάγουσας, με τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, φαίνεται να ικανοποιούνται η πρώτη και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Αρ. 14/60. Με βάση το Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, την Αίτηση και την Ένορκη Δήλωση που την συνοδεύει, καταδεικνύεται η ύπαρξη μιας καλής συζητήσιμης υπόθεσης. H Eνάγουσα προβάλλει πως η μεταβίβαση του επίδικου χωραφιού επ' ονόματι της Καθ' ης η αίτηση, ήταν αποτέλεσμα ψυχικής πίεσης και εξαναγκασμού που εξήσκησαν οι Εναγόμενες 1 και 2 στην αποβιώσασα Θεοφανώ Κλείτου ενώ η τελευταία είχε μειωμένες τις πνευματικές της ικανότητες, λόγω γεροντικής άνοιας και ανοϊκής διαταραχής. Αποδίδει στις Εναγόμενες 1 και 2 ότι ενήργησαν δόλια και εξαπάτησαν την αποβιώσασα. Με την αγωγή της επιδιώκει, για τους πιο πάνω λόγους, την ακύρωση της μεταβίβασης του επίδικου χωραφιού, η οποία σύμφωνα με τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, επηρεάζει τα κληρονομικά δικαιώματα των κληρονόμων της αποβιωσάσης και ειδικότερα του πατέρα της Ενάγουσας. Με τα όσα η πλευρά της Ενάγουσας έχει επικαλεστεί προς υποστήριξη της Αίτησης (με το περιορισμένο βάρος που έχει για σκοπούς της παρούσης διαδικασίας) είναι αρκετά για σκοπούς κατάδειξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Ως προς την τρίτη προϋπόθεση, αυτή είναι συνυφασμένη με το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων. Θα πρέπει να λεχθεί ότι η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, ικανοποιείται όχι μόνο όταν η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα ήταν επαρκής θεραπεία αλλά και στην περίπτωση όπου υπάρχει ο κίνδυνος να μην μπορέσει ο Εναγόμενος να ικανοποιήσει απόφαση που ενδεχομένως ληφθεί εναντίον του. Ο χρηματικός παράγοντας όμως δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη και εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, λαμβάνονται υπόψη και άλλα μεταβλητά κριτήρια (Βλ. Κώστας Κυρίσαββα και άλλος ν. Χάρη Κύζη
(2011)1 Β ΑΑΔ 1245). Στην υπόθεση M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co of USA
(1977)1 ΑΑΔ, 1791, λέχθηκε ότι το κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου την θεραπεία. Και κάτι τελευταίο. Δεν είναι απαραίτητη η προσαγωγή μαρτυρίας για απόδειξη της πρόθεσης του Εναγομένου να αποξενώσει ή επιβαρύνει την περιουσία του. Εκείνο που έχει σημασία είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον συντελεστούν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί. Στην προκειμένη περίπτωση επιδιώκεται η εξασφάλιση της υφιστάμενης κατάστασης πραγμάτων μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας, ώστε να εξανεμιστεί ο κίνδυνος η αγωγή να καταστεί άνευ αντικειμένου, σε περίπτωση που η Ενάγουσα αποξενώσει το επίδικο ακίνητο. Αυτό και μόνο είναι αρκετό για να θεωρηθεί και εν προκειμένω θεωρώ ότι ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60. Η ικανοποίηση των τριών προϋποθέσεων δεν οδηγεί αυτόματα σε έγκριση της αίτησης. Το Δικαστήριο όπως έχω ήδη αναφέρει, προχωρεί και εξετάζει αν είναι δίκαιο και εύλογο, κάτω από τις περιστάσεις, να εκδώσει και/ή να συνεχίσει το Προσωρινό Διάταγμα αφού λάβει υπόψη, μεταξύ άλλων, και το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience). Έχει λεχθεί ότι η φράση «ισοζύγιο της ευχέρειας» είναι μια ατυχής έκφραση εφόσον το Δικαστήριο ασχολείται με την δικαιοσύνη και όχι την ευχέρεια των διαδίκων. Στην προσπάθεια του να ισοζυγίσει εντελώς αντίθετες θέσεις και αξιώσεις το καθήκον του Δικαστηρίου είναι να εξετάσει την πιθανότητα επιτυχίας από οιονδήποτε των διαδίκων και να διασφαλίσει ότι τίποτε δεν θα συμβεί κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας που θα επηρεάσει αρνητικά τα δικαιώματα του. Αναμφίβολα εντελώς εξωπραγματικές θέσεις και αντιστρατευόμενες στη λογική αξιώσεις, μπορούν και πρέπει να παραγνωρίζονται. Κατά τα άλλα το Δικαστήριο προσπαθεί να εξισορροπήσει τα δικαιώματα των διαδίκων σ΄ αυτό το αρχικό στάδιο. Στην προκειμένη περίπτωση, βάσει των όσων έχω αναφέρει μέχρι τώρα κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της πλευράς της Ενάγουσας-Αιτήτριας. Θα εξετάσω στη συνέχεια την εισήγηση της συνηγόρου της Εναγομένης 1 ότι η Ενάγουσα στην ένορκη της δήλωση αναφέρει ψευδή στοιχεία και γεγονότα, με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο και ότι «απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα, σημαντικά για την κρίση και απόφαση του Δικαστηρίου». Όπως έχει προαναφερθεί, η έκδοση Προσωρινού Διατάγματος μονομερώς (ex parte), συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί (Βλ. Louis Vuitton v. Δερμοσάκ
(1992)1 (Β) ΑΑΔ 1453, σελ. 1463). Οι μονομερείς αιτήσεις είναι αιτήσεις υψίστης πίστεως (Ubberima Fides)εφόσον κρίνονται έξω από το κανονικό πλαίσιο της δίκης και οι κανόνες πρέπει να τηρούνται με αυστηρότητα. Το καθήκον του αιτητή να ενεργήσει απόλυτα καλόπιστα και να αποκαλύψει όλα τα σχετικά γεγονότα πηγάζει και πάλι από τους κανόνες της επιείκειας που επιβάλλουν ότι οποιοσδήποτε έρχεται στο Δικαστήριο και ζητά επιείκεια είναι απαραίτητο να έρθει με καθαρά χέρια. [Γενικός Εισαγγελέας και άλλος (αρ. 2) ν. Σαββίδης
(1979)1 ΑΑΔ 349, Resola (ανωτέρω)]. Το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό. Έτσι, το καθήκον του ενάγοντα είναι να αποκαλύψει όλα τα γεγονότα τα οποία εύλογα μπορούσαν να ληφθούν ή θα λαμβάνονταν υπόψη από το Δικαστήριο όταν θα αποφάσιζε κατά πόσον θα ενέκρινε την αίτηση. Στην υπόθεση Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd
(1996)1 AAΔ.595 διευκρινίστηκε ότι η μη αποκάλυψη δεν είναι ανάγκη να συνοδεύεται και με πρόθεση εξαπάτησης και ότι η μη αποκάλυψη όλων των αντικειμενικών ουσιωδών λεπτομερειών, καθιστά την έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος ακροσφαλή. Κατά συνέπεια, το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. (Δέστε επίσης Hani Mousa El - Sayegh v. Credit Suisse
(1996)1 ΑΑΔ 836, στη σελίδα
- Σημειώνω επίσης ότι ο αιτητής οφείλει να αποκαλύψει όλα τα ουσιώδη γεγονότα και δεν εναπόκειται σ΄ αυτόν να κρίνει ποια έχουν σημασία και ποια όχι. Τούτων λεχθέντων επανέρχομαι στην υπό κρίση Αίτηση. Η προαναφερόμενη εισήγηση της Εναγόμενης 1 δεν με βρίσκει σύμφωνη. Η τελευταία δεν έχει προσδιορίσει ποια είναι τα ουσιώδη γεγονότα που, κατά την ίδια, απέκρυψε η Ενάγουσα από το Δικαστήριο. Το γεγονός πως η Εναγόμενη 1 στην ένορκη της δήλωση προβάλλει μία εκ διαμέτρου αντίθετη εκδοχή από αυτή της Ενάγουσας, δεν μπορεί να εκληφθεί πως η τελευταία δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και δεν απεκάλυψε όλες τις αντικειμενικά ουσιώδεις λεπτομέρειες της υπόθεσης. Είναι καλά γνωστό πως στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της δίκης, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να προβεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του, ώστε να καταλήξει σε ευρήματα επί των επιδίκων θεμάτων της αγωγής, αλλά θα εξετάσει μόνο κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και η αξιολόγηση της μαρτυρίας πρέπει να γίνεται μέσα σ' αυτά τα περιορισμένα πλαίσια. Για όλους αυτούς τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, βρίσκω ότι οι τρείς προϋποθέσεις του άρθρου 32, του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, ικανοποιούνται. Ασκώντας δε την διακριτική μου ευχέρεια, κρίνω επίσης ότι είναι δίκαιο υπό τις ανωτέρω συνθήκες, να παραμείνει σε ισχύ το προσωρινό διάταγμα μέχρι την εκδίκαση και πλήρη αποπεράτωση της αγωγής. Δια ταύτα το προσωρινό διάταγμα οριστικοποιείται. Τα έξοδα της Αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης
- Τα έξοδα είναι πληρωτέα στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) .................................................. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής. /ΜΚ Subject: Civil/Other Action/Interim Αναφορά: Αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο