← Κύπρος

BAHRAM MOATARI ν. Ευγένιος Χριστοδούλου Ιωάννου, Αρ. αγωγής: 802/2009, 22/12/2015

BAHRAM MOATARI ν. Ευγένιος Χριστοδούλου Ιωάννου, Αρ. αγωγής: 802/2009, 22/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A397 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. αγωγής: 802/2009 BAHRAM MOATARI Ενάγoντας εναντίον Ευγένιος Χριστοδούλου Ιωάννου Εναγόμενος ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 22/12/2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον ενάγοντα: κος Παύλος Παύλου Για εναγόμενο: κα Ρίτα Χατζηπαντελή ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ Η δικογραφημένη σε επιπρόσθετη και διαζευκτική βάση αξίωση του ενάγοντα, περιλαμβάνει την καταβολή του ποσού των €100,000 ως περίπου η αξία των μηχανημάτων και εργαλείων του που έχει απωλεστεί, χαθεί ή κλαπεί λόγω των ενεργειών του εναγόμενου (η διαδικασία εναντίον του τριτοδιαδίκου Siamak Ali Hoseini αποσύρθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία), την επιστροφή αυτών, την καταβολή αποζημίωσης κατά παράβαση συμφωνίας και αδικαιολόγητου πλουτισμού, την επιστροφή ενοικίων που κατέβαλε ο ενάγοντας στον εναγόμενο ενώ ο τελευταίος είχε ενοικιάσει το επίδικο κατάστημα σε άλλο πρόσωπο, τόκους, έξοδα και οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε κριθεί δίκαιη. Δικογραφημένο παράπονο του ενάγοντα, είναι ότι ο εναγόμενος και ενώ ο ενάγοντας ήταν στο εξωτερικό, ενοικίασε το επίδικο κατάστημα σε άλλο πρόσωπο χωρίς να προηγηθεί τερματισμός και η άδεια του ενάγοντα με αποτέλεσμα να απωλεσθούν και να κλαπούν τα μηχανήματα και εργαλεία του για τα οποία ευθύνεται ο ενάγοντας και περαιτέρω ο ενάγοντας υπέστη ζημιές τουλάχιστον € 2,000 μηνιαίως διότι δεν μπορεί να εκμεταλλευτεί το επίδικο κατάστημα και παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του ενάγοντα προς τον εναγόμενο, αυτός δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό και δεν επέστρεψε τα μηχανήματα του. Η συμβατική ενοικίαση μεταξύ των διαδίκων άρχιζε από 1/10/2007 και ήταν εξαετής με ενοίκιο το οποίο αυξανόταν αναλόγως της περιόδου ως δικογραφείται και ο ενάγοντας κατέβαλε ενοίκια μέχρι και τον Ιανουάριο του 2009, ενώ ο εναγόμενος κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2008 προέβη σε δεύτερη ενοικίαση σε άλλο πρόσωπο. Η δικογραφημένη υπεράσπιση του εναγόμενου, περιλαμβάνει παραδοχή της σύναψης της επίδικης συμφωνίας και την παραχώρηση νέας ενοικίασης σε τρίτο πρόσωπο και ακολούθως προβαίνει σε μια καθολική άρνηση των υπολοίπων ισχυρισμών του ενάγοντα, προβάλλοντας ταυτόχρονα και την δική του εκδοχή. Η εκδοχή του εναγομένου είναι ότι ο ενάγοντας, μετά την καταβολή του πρώτου ενοικίου, εξαφανίστηκε και άφησε στο επίδικο κατάστημα ένα τρίτο πρόσωπο που κατονομάστηκε, ήτοι ο τριτοδιάδικος και που αρχικώς παρουσιάστηκε ως συναίτερος του ενάγοντα και σε κατοπινό στάδιο, το εν λόγω πρόσωπο ανέφερε στον ενάγοντα ότι θα είχε να συμβληθεί μόνο με τον ίδιο, διότι η άδεια παραμονής του ενάγοντα έχει λήξει και ότι ανεχώρησε οριστικά από την Κύπρο και του λοιπού η επιχείρηση ήταν δική του και θα καταβάλλονταν τα ενοίκια από το εν λόγω πρόσωπο, όπως και έγινε μέχρι και τον Απρίλιο του 2008 με την έκδοση αποδείξεων στο όνομα του εν λόγω προσώπου, ως η απαίτηση του. Ακολούθως, τον Απρίλιο του 2008, ο τριτοδιάδικος παρουσιάστηκε στον εναγόμενο ότι αδυνατούσε να συνεχίσει την επιχείρηση και του παρουσίασε ένα άλλο πρόσωπο για να τον υποκαταστήσει στην ενοικίαση, όπως και έγινε. Ως προς την θέση του ενάγοντα για την απώλεια ή κλοπή τους, αρνείται οποιαδήποτε εμπλοκή ή ευθύνη, διότι δεν περιήλθαν ποτέ στην κατοχή του και αν ακόμα αυτά υπήρξαν, ο ενάγοντας τα άφησε στην κατοχή του τρίτου προσώπου που άφησε ως διάδοχο του και αυτός με την σειρά του στον υποκατάστατη του ως νέου ενοικιαστή οι οποίοι είναι και οι μόνοι που γνωρίζουν τι απέγιναν. Περαιτέρω, ο εναγόμενος αναφέρει ότι λόγω της εξαφάνισης του ενάγοντα χωρίς καμία προειδοποίηση, δεν είχε άλλη διέξοδο για να μειώσει τις ζημιές του και αποδέχθηκε την πληρωμή των ενοικίων από τον συνεργάτη του ενάγοντα και την υποκατάσταση του ως τελευταίου ενοικιαστού, εν΄ όψει και της αντισυμβατικής συμπεριφοράς του ενάγοντα, τις διαβεβαίωσεις που είχε από τον συνεργάτη του για την μόνιμη αποχώρηση του ενάγοντα από την Κύπρο και της απουσίας οποιασδήποτε διεύθυνσης του ενάγοντα για να τερματίσει την επίδικη σύμβαση ενοικίασης, ένεκα και της μη πληρωμής από τον ενάγοντα οποιουδήποτε ενοικίου πέραν του πρώτου μηνός. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ο ενάγοντας κατέθεσε τα τεκμήρια 1 και 2, όπου το μεν τεκμήριο 1 αποτελεί την επίδικη σύμβαση ενοικίασης που συνάφθηκε μεταξύ των διαδίκων, το δε τεκμήριο 2 αποτελεί έγγραφο (το οποίο δεν έχει χαρτοσημανθεί) το οποίο φαίνεται ότι είναι διαβεβαίωση - συμφωνία που είχε συνάψει ο ενάγοντας με τρίτο πρόσωπο με το οποίο περιερχόταν στην κατοχή του ενάγοντα εξοπλισμός επιχείρησης για το ποσό των Λ.Κ. 64,000 που σε γενικές γραμμές αφορούσε πλυντήριο και συνεργείο αυτοκινήτων, αναφέροντας ταυτόχρονα ότι τα εν λόγω αντικείμενα είναι τα έξοδα που έκανε την πρώτη φορά και ότι υπάρχουν και άλλα. Ακολούθως ο ενάγοντας ανέφερε ότι ο δικηγόρος του, ένα μήνα μετά την σύνταξη της επίδικης συμφωνίας, τον συμβούλευσε όπως μεταβεί στην χώρα του, όπως και έπραξε, και ο ενάγοντας έβαλε κάποιον φίλο του να εργάζεται στο επίδικο κατάστημα και για 5 μήνες που ήταν στην χώρα του, πλήρωνε το ενοίκιο στέλλοντας χρήματα στην Κύπρο και μετά από 6 μήνες, τον ενημέρωσαν κάποιοι γνωστοί του στην Κύπρο ότι ο ιδιοκτήτης είχε πουλήσει την επιχείρηση σε κάποιον άλλον, ότι πουλήθηκε ο χώρος και έγινε εκθεσιακός χώρος αυτοκινήτων. Όταν ήρθε στην Κύπρο ο ενάγοντας, κατάγγειλε στην αστυνομία τον εναγόμενο και ο δικηγόρος του τον συμβούλευσε να αναμένει. Εξέφρασε το παράπονο του που συνίσταται στο ότι ο εναγόμενος ενώ είχε συνάψει συμφωνία μαζί του, πούλησε σε κάποιον άλλον από την στιγμή που πλήρωνε ενοίκια και δεν ζήτησε ο εναγόμενος την άδεια του ενάγοντα και από την στιγμή που πλήρωνε ενοίκια για 6 μήνες. Δεν έχει λάβει κλήση όταν βρισκόταν στην χώρα του ή στην Κύπρο για ανάκτηση κατοχής και όταν ήρθε στην Κύπρο δεν έψαξε τον εναγόμενο για να τον ρωτήσει γιατί έγινε αυτό αλλά πήγε κατ΄ ευθείαν στην αστυνομία με τον δικηγόρο του. Αναφορικά με τον εξοπλισμό, ανέφερε ότι πώλησαν τα πάντα, δεν έχει απομείνει τίποτε και η αστυνομία το θεωρεί ως κλοπή και ως προς την ζημιά που έχει υποστεί, είναι αυτή που αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης αλλά δεν έχει αποδείξεις. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε όσα γνώριζε και κατανοούσε αναφορικά με τα τεκμήρια 1 και 2 και τις υπογραφές που αυτά φέρουν, εν΄ όψει και της άγνοιας του της Ελληνικής γλώσσας. Ανέφερε ότι πλήρωνε το ενοίκιο κανονικά, έχει αποδείξεις, αλλά στην κατοχή του έχει μόνο μια σκισμένη για τον πρώτο μήνα και τα άλλα ενοίκια τα κατέβαλλε ο υπάλληλος του που τον έχει διορίσει πριν φύγει από την Κύπρο ως υπεύθυνο για το επίδικο κατάστημα, ήτοι τον τριτοδιάδικο και συμφώνησε ότι δεν πλήρωνε απ΄ευθείας τον εναγόμενο. Ο τριτοδιάδικος ήταν υπεύθυνος για το επίδικο κατάστημα και την επιχείρηση του και συνεπώς για τα μηχανήματα του επειδή ο ενάγοντας δεν είχε άδεια παραμονής. Ακολούθως ο ενάγοντας πληροφορήθηκε ότι τα μηχανήματα πωλήθηκαν, τονίζοντας ότι ο τριτοδιάδικος πλήρωνε το ενοίκιο. Ανέφερε ο ενάγοντας ότι προτού αναχωρήσει για την χώρα του, επισκέφθηκε προσωπικά τον εναγόμενο στο σπίτι του, τηλεφωνόντας του πρώτα και τον χαιρέτισε και όταν ήταν στο Ιράν τηλεφωνούσε συχνά στον εναγόμενο και του έλεγε ότι θα έρθει στην Κύπρο και όταν του υποβλήθηκε ότι λέει ψέματα, ανέφερε ότι δεν ήξερε ακριβώς πότε θα επέστρεφε στην Κύπρο διότι περίμενε την άδεια του. Δικαιολόγησε την μη αποστολή απ΄ ευθείας αποστολή χρημάτων στον εναγόμενο, λόγω του ότι οι τράπεζες του Ιράν δεν είχαν σχέσεις με τράπεζες της Ευρωπαικής Ένωσης. Αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις ότι παραβίασε την επίδικη συμφωνία επειδή αναχώρησε χωρίς να ενημερώσει για το πότε θα επέστρεφε και θα πλήρωνε το ενοίκιο. Αρνήθηκε επίσης υποβληθείσα θέση ότι ο τριτοδιάδικος ανέφερε στον εναγόμενο ότι ο ενάγοντας δεν θα επέστρεφε ποτέ στον Κύπρο και ότι ο τριτοδιάδικος θα αναλάμβανε την πληρωμη των ενοικίων και την συνέχιση της επιχείρηση, απαντώντας ότι η πρόθεση του ήταν να επιστρέψει στην Κύπρο και για αυτό αγόρασε την επιχείρηση και ότι πριν αναχωρήσει για το Ιράν, πήγε μαζί με τον τριτοδιάδικο στον εναγόμενο και του ανέφερε την θέση του και ότι ο τριτοδιάδικος θα του πλήρωνε το ενοίκιο κάθε μήνα και άφησε τον τριτοδιάδικο να διαχειρίζεται αυτό το ακίνητο. Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι με την πάροδο 8 μηνών χωρίς ενημέρωση ο τριτοδιάδικος ανέφερε στον εναγόμενο ότι δεν είχε χρήματα να πληρώνει το ενοίκιο και ότι ήθελε να φύγει από το επίδικο κατάστημα και του πρότεινε νέα ενοικίασε, απάντησε ότι είχε μηνιαία τηλεφωνική επικοινωνία με τον εναγόμενο και τον ρωτούσε εάν είσπραττε το ενοίκιο και ότι ο εναγόμενος απαντούσε θετικά και εξέφραζε και την ευχαρίστηση του. Αιτιολόγησε την μη αποστολή εκ μέρους του οποιασδήποτε επιστολής λόγω της άγνοιας του για τον νόμο και ότι θα έπρεπε να τον ενημερώσει ο δικηγόρος του. Ανέφερε επίσης ότι ο εναγόμενος γνώριζε τόσο την διεύθυνση του ενάγοντα, όσο και το τηλέφωνο του στο Ιράν. Ανέφερε επίσης ότι κάθε φορά που τηλεφωνούσε, απαντούσε ο πατέρας του που τότε ζούσε και του έλεγε ότι απουσιάζει και μερικές φορές απαντούσε η οικιακή βοηθός και μετά μιλούσε με τον ίδιο, τονίζοντας ότι έδωσε την διεύθυνση του την ίδια ημέρα που υπογράφτηκε η συμφωνία στο δικηγορικό γραφείο των εναγομένων. Επανέλαβε την θέση ότι η αστυνομία θεωρεί την καταγγελία του ως κλοπή και εξέφρασε άγνοια για το τι τελικώς έγινε, διότι και ο εναγόμενος προέβη σε καταγγελία εις βάρος του και όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι δεν επιδόθηκε καν κατηγορητήριο στον εναγόμενο, εξέφρασε την απορία για την παρούσα ακροαματική διαδικασία. Εξέφρασε το παράπονο του για την πώληση της επιχείρησης του και όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι ο εναγόμενος είναι απλά ο ιδιοκτήτης του επίδικου υποστατικού και όχι της επιχείρησης, ανέφερε ότι συμφώνησε με τον εναγόμενο και ο οποίος δεν του ζήτησε την άδεια για να το ενοικιάσει και αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι έχει εξαφανιστεί, λέγοντας ότι είχε επικοινωνία με τον εναγόμενο. Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι ο εναγόμενος δεν έχει καμία ευθύνη για τα μηχανήματα του ενάγοντα και αν αυτά εκλάπησαν, ανέφερε ότι το παράπονο του δεν είναι για τα μηχανήματα, αλλά για την ενοικίαση του επίδικου καταστήματος, τα ενοίκια που κατέβαλε και ζητεί αποζημιώσεις και όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι δεν έπαθε ζημιά και ότι δεν έχει αποδείξεις, ανέφερε ότι έπαθε ζημιά από την στιγμή που το επίδικο κατάστημα ενοικιάστηκε. Ο εναγόμενος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή κατάθεση. Στην γραπτή του κατάθεση αναφέρει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο ιδιοκτήτης του επίδικου καταστήματος και ότι έχει συνάψει με τον ενάγοντα το επίδικο κατάστημα δυνάμει της επίδικης συμφωνίας. Ο ενάγοντας πλήρωσε στον εναγόμενο το πρώτο ενοίκιο, ήτοι του μηνός Οκωμβρίου του 2007 και έκτοτε δεν έχει ξαναδεί τον ενάγοντα. Τον Νοέμβριο του 2007 και όταν ο εναγόμενος μετέβηκε στο επίδικο κατάστημα για να πληρωθεί το σχετικό ενοίκιο, βρήκε εκεί τον τριτοδιάδικο ο οποίος ήταν συνεργάτης και συναίτερος του ενάγοντα και υπεύθυνος των εργασιών και που τον είχε συστήσει προηγουμένως ο ενάγοντας στον εναγόμενο και ο οποίος τριτοδιάδικος ανέφερε στον εναγόμενο ότι στο εξής θα καταβάλλεται το ενοίκιο από τον ίδιο, διότι ο ενάγοντας αναχώρησε οριστικά από την Κύπρο και δεν επρόκειτο να επανέλθει και πράγματι ο τριτοδιάδικος πλήρωνε τα ενοίκια μέχρι τον Απρίλιο του 2008 και απαιτούσε την έκδοση αποδείξεων επ΄ ονόματι του τριτοδιαδίκου, όπως και γινόταν. Κατά το τέλος Απριλίου 2008 ο τριτοδιάδικος εξήγησε στον εναγόμενο ότι δεν μπορούσε να συνεχίσει την επιχείρηση και του παρουσίασε ένα τρίτο πρόσωπο που κατονόμασε για ενοικίαση, ήτοι τον Μάριο Δημοσθένους, πράγμα που έγινε, λόγω της παρόδου 6 μηνών από της εξαφανίσεως του ενάγοντα και ούτε παρουσιάστηκε, ούτε επικοινώνησε και ούτε τον πληροφόρησε ο ενάγοντας για οτιδήποτε. Δεν είχε άλλη διέξοδο και για να μειώσει τις ζημιές και απώλειες του, αποδέκτηκε να προβεί σε νέα ενοικίαση καταστήματος στο τρίτο αυτό πρόσωπο, ήτοι τον Μάριο Δημοσθένους και δεν είχε διεύθυνση για να τερματίσει την ενοικίαση ή να επικοινωνήσει μαζί του και βασίστηκε στις διαβεβαιώσεις του συνεργάτη του ότι δεν πρόκειται ο ενάγων να επιστρέψει στην Κύπρο. Όσον αφορά τα μηχανήματα, ουδεμία ευθύνη έχει, αφού ο μόνος που γνωρίζει είναι ο τριτοδιάδικος ο οποίος διαχειρίζετο και συνεργάζετο και εργάζετο στην επιχείρηση του ενάγοντα και ο ενάγοντας με την αναχώρηση του από την Κύπρο, εγκατέλειψε και τα διέθεσε στον τριτοδιάδικο ο οποίος στη συνέχεια τα διέθεσε όπως ήθελε. Ο εναγόμενος δεν είχε τον έλεγχο των μηχανημάτων, δεν έχει καμία ευθύνη για αυτά και το μόνο που έκανε ήταν η ενοικίαση του καταστήματος και η είσπραξη των ενοικίων. Αρνείται ότι ο ενάγων δικαιούται οποιεσδήποτε αποζημιώσεις είτε για μηχανήματα, είτε για άλλες απώλειες ή ζημιές. Στο υπόλοιπο μέρος της κυρίως εξέτασης του, ανέφερε ότι δεν έχει υπογράψει το τεκμήριο 2 και ότι δεν είχε οποιαδήποτε σχέση ή επίβλεψη των μηχανημάτων εντός του επίδικου καταστήματος. Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες είδε για πρώτη φορά τον ενάγοντα και συνάφθηκε η επίδικη συμφωνία - τεκμήριο 1 την οποία και αναγνώρισε και αναφέρθηκε για την πληρωμή του πρώτου ενοικίου από τον ενάγοντα, ως επίσης και τις επικέψεις του στο επίδικο κατάστημα για να εισπράξει το ενοίκιο μέχρι και τον Απρίλιο του 2008, όπου ο τριτοδιάδικος, που τον άφησε ως υπεύθυνο ο ενάγοντας, του έδωσε το τελευταίο ενοίκιο διότι δεν μπορούσε να αντεπεξέλθει στις υποχρεώσεις του και έτσι ήθελε να δώσει το επίδικο κατάστημα στον κ. Μάριο Δημοσθένους. Ο εναγόμενος εξέδιδε τις αποδείξεις για την πληρωμή του ενοικίου στο όνομα του τριτοδιαδίκου, ως ήταν η απαίτηση του τριτοδιαδίκου, ένεκα της πληρωμής του ενοικίου από αυτόν, παρά το ότι μια φορά ο εναγόμενος προσπάθησε να εκδώσει απόδειξη στο όνομα του ενάγοντα και αντίκρυσε την αντίρρηση του τριτοδιάδικου λόγω της πληρωμής από τον ίδιο του ενοικίου, ο οποίος του ανέφερε ότι ο ενάγοντας αναχώρησε από την Κύπρο και ότι δεν θα ξαναεπιστρέψει, εκφράζοντας ταυτόχρονα την άγνοια του ο εναγόμενος ότι θα έφευγε ο ενάγοντας, αναγνωρίζοντας τον όμως ως τον ενοικιαστή διότι είναι αυτός που υπέγραψε. Ανέφερε ο εναγόμενος ότι όταν ο ενάγοντας έφυγε για το Ιράν, δεν άφησε κανένα τηλέφωνο ή διεύθυνση και δεν τον επισκέφθηκε από πριν για να του το πει και δεν είχε άλλη επιλογή για να εισπράξει τα ενοίκια του από τον τριτοδιάδικο και από τα οποία ενοίκια ζει. Ως προς τους εγγυητές, ανέφερε ότι αυτοί είχαν πλήρη άγνοια. Τελικώς ο τριτοδιάδικος, υπεύθυνος του ενάγοντα, σύστησε στον εναγόμενο τον κ. Μάριο Δημοσθένους και συνάφθηκε νέα σύμβαση ενοικίασης του επίδικου καταστήματος μεταξύ εναγόμενου και Μάριου Δημοσθένους γύρω στον Μάιο του 2008, δίνοντας ταυτόχρονα και λεπτομέρειες κάτω από τις οποίες συνάφθηκε η νέα σύμβαση και ο τριτοδιάδικος εγγυήθηκε τον εναγόμενο και χαρακτήρισε την νέα αυτή σύμβαση ως παράταση με τους ίδιους όρους, αλλά με διαφορετικά ονόματα. Ανέφερε επίσης ότι ο τριτοδιάδικος είναι αυτός που είχε πρόσβαση στον επίδικο χώρο και δεν είχε ο εναγόμενος και συνεπώς δεν ενοικίασε επιχείρηση, αλλά το επίδικο κατάστημα και ως προς τα μηχανήματα που υπήρχαν μέσα, ανέφερε ότι τα αγόρασε ο ενάγοντας από τον προηγούμενο κάτοχο, ήτοι τον κ. Abbas και ότι ο εναγόμενος δεν είχε καμία ανάμειξη με τα μηχανήματα. Ερωτώμενος κατά πόσο έχει προβεί σε τερματισμό της επίδικης συμφωνίας, εξέφρασε την απορία για το πως θα γινόταν αυτό κατορθωτό, από την στιγμή που δεν είχε επικοινωνία ή επαφή μαζί του, ένεκα και της απουσίας διεύθυνσης και τηλεφώνου. Αρνήθηκε σχετική υποβληθείσα θέση ότι η επίδικη συμφωνία βρισκόταν σε ισχύ απο τον Μάη του 2008 μέχρι το 2013 τουλάχιστον, αιτιολογώντας την θέση του στο γεγονός ότι ο ενάγοντας αποχώρησε χωρίς ενημέρωση και χωρίς να του αφήσει στοιχεία, βασιζόμενος στα λεγόμενα του τριτοδιαδίκου ότι ο ενάγοντας δεν θα ξαναέρθει στην Κύπρο, ως επίσης και στην μεταγενέστερη επιθυμία του τριτοδιαδίκου να παύσει την ενοικίαση και να παραχωρήσει το επίδικο κατάστημα στον κ. Μάριο Δημοσθένους. Ακολούθως, αρνήθηκε σχετική υποβληθείσα θέση ότι η ενοικίαση με τον κ. Μάριο Δημοσθένους ήταν παράνομη και όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι η επίδικη συμφωνία δεν τερματίστηκε μέχρι σήμερα από τον εναγόμενο, εξέφρασε εκ νέου τις πιο πάνω θέσεις του που άπτονται στην έλλειψη ενημέρωσης για την αναχώρηση του ενάγοντα και την απουσία στοιχείων του. Ανέφερε επίσης ότι όταν ενοικίαζε το επίδικο κατάστημα στον Μάριο Δημοσθένους, δεν παρέλαβε ελεύθερη την κατοχή του επίδικου καταστήματος, τονίζοντας ότι δεν είχε καμία σχέση με το κατάστημα, διευκρινίζοντας ότι ήταν μεν ο ιδιοκτήτης, αλλά δεν είχε κλειδιά της επιχείρησης, τα οποία κατείχε ο τριτοδιάδικος, ο οποίος με την σειρά του τα παρέδωσε στον Μάριο Δημοσθένους. Ανέφερε επίσης ο μάρτυρας ότι η επιχείρηση κάποτε ήταν ανοικτή και κάποτε κλειστή, ένεκα και των προβλημάτων που υπήρχαν με το προσωπικό και την άδεια παραμονής τους, μετά και από έλεγχο που διενήργησε το τμήμα των Κοινωνικών Ασφαλίσεων και ως προς τα ενοίκια για όση περίοδο ο ενάγοντας ήταν εντός του καταστήματος αυτά καταβάλλονταν κανονικά. Ως προς τους όρους του επίδικου συμβολαίου, ανέφερε ότι πρέπει να τους έχει διαβάσει και όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι οι όροι αυτού δεν του επέτρεπαν να ενοικιάσει άλλο πρόσωπο στο επίδικο κατάστημα, ανέφερε ότι δεν μπορούσε να κάνει οτιδήποτε άλλο, διότι δεν είχε διεύθυνση ή τηλέφωνο του ενάγοντα και όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι θα μπορούσε να ρωτήσει τους δικηγόρους του, ανέφερε ότι δεν έτυχε και ότι όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα δεν είχε άλλη διέξοδο. Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι ετσιθελικά και εγωιστικά και χωρίς να ειδοποιήσει τον ενάγοντα αποφάσισε να καταπατήσει το επίδικο συμβόλαιο και να ενοικιάσει το επίδικο κατάστημα σε τρίτο πρόσωπο, επανέλαβε την ίδια γραμμή πλεύσης του. Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι εκ της παράνομης συμπεριφοράς του ο ενάγοντας ζημίωσε, ανέφερε ότι δεν ήταν υπεύθυνος για να ελέγξει εάν έχουν απομείνει ζημιές και ότι άλλος ήταν υπεύθυνος. Αρνήθηκε σχετική υποβληθείσα θέση ότι εισέπραξε ενοίκια μέχρι τον Ιανουάριο του 2009 και ως προς την απουσία μηχανημάτων και εξαρτημάτων, αυτό το αντιλήφθηκε όταν η αστυνομία τον κάλεσε για κατάθεση χωρίς να θυμάται εάν αυτό έγινε πριν την νέα ενοικίαση ή μετά, στην οποία ανέφερε ότι δεν είχε πρόσβαση ο ίδιος αλλά ο τριτοδιάδικος και συνακόλουθα η υπόθεση δεν προωθήθηκε εναντίον του για να κατηγορηθεί και έληξε το όλο ζήτημα, πλην όμως ανέφερε ότι όταν είχε στην κατοχή του το επίδικο κατάστημα ο τριτοδιάδικος, τα μηχανήματα ήταν όλα εντός αυτού, αλλά όταν έγινε η νέα ενοικίαση σταδιακά τα μηχανήματα μειώνονταν χωρίς να ξέρει την τύχη τους. Αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι ενοικίασε επιχείρηση στον Μάριο Δημοσθένους, επαναλαμβάνοντας την ίδια γραμμή πλεύσης. Ανέφερε ότι συνάντησε τον ενάγοντα σε υπεραγορά μετά από 6 - 7 μήνες όταν ο ενάγοντας επέστρεψε στην Κύπρο και που ο τελευταίος του ανέφερε ότι δεν μπορούσε να μπει στο επίδικο κατάστημα και ο εναγόμενος του ανέφερε ότι όλα έγιναν με τις παροτρύνσεις του τριτοδιαδίκου και τις διαβεβαιώσεις του ότι ο ενάγοντας δεν θα επέστρεφε στην Κύπρο και ότι αναλαμβάνει ο ίδιος οτιδήποτε για λογαριασμό του, εκφράζοντας ταυτόχρονα ο μάρτυρας ότι λυπήθηκε τον εναγόμενο και ότι δεν είχε άλλη επιλογή. Aρνήθηκε επίσης σχετική υποβληθείσα θέση ότι ενώ πληρωνόταν κανονικά και γνώριζε την πρόθεση του ενάγοντα να συνεχίσει την επίδικη ενοικίαση εν τούτοις παράνομα προέβηκε σε ενοικίαση σε τρίτο πρόσωπο, απαντώντας με παραπομπή στα δεδομένα που υπήρχαν. Επανέλαβε την θέση του ότι δεν είχε την ευθύνη για την απώλεια των μηχανημάτων, απαντώντας σε σχετική υποβληθείσα θέση για την ευθύνη του λόγω της ενοικίασης του καταστήματος χωρίς την συγκατάθεση του ενάγοντα και ως προς την υποβληθείσα θέση ότι είναι υπεύθυνος για την απώλεια και ζημιά που υπέστη ο ενάγοντας και που δεν μπορούσε να συνεχίσει την επιχείρηση του, επανέλαβε την ίδια γραμμή πλεύσης και παραπέμποντας στον τριτοδιάδικο ως συνεργάτη του ενάγοντα, αρνούμενος ταυτόχρονα την υποβληθείσα θέση ότι είναι υπόχρεος να επαναφέρει το επίδικο κατάστημα με τον σχετικό εξοπλισμό, είτε να αποζημιώσει τον ενάγοντα με την αξία των αντικειμένων ως αυτά περιγράφονται στο τεκμήριο 2. Επανεξεταζόμενος, ανέφερε ότι από τον ενάγοντα σχετικά με αποδείξεις ενοικίου υπήρξε μόνο μια και οι υπόλοιπες ήταν στον τριτοδιάδικο. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Το βάρος απόδειξης σε πολιτικές υποθέσεις, κατά κανόνα, είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων το οποίο φέρει κατά κανόνα ο ενάγων, ο οποίος θα πρέπει να αποδείξει την υπόθεση του στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και επί αυτού του θέματος υπάρχει πλούσια και πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά, στην υπόθεση Βaloise Insurance Ltd - v - Κατωμονιάτη κ.α. 2008 1 Β Α.Α.Δ. σελ. 1275 όπου παρατίθεται αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: <<όπως είναι γνωστό, το βάρος απόδειξης σε μια πολιτική δίκη το φέρει κατά κανόνα ο ενάγων ο οποίος και θα πρέπει να αποδείξει την υπόθεση του στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Έχει κατ' επανάληψη νομολογιακά καθορισθεί η έννοια του κριτηρίου αυτού, αλλά περαιτέρω βοήθεια μπορεί να αντληθεί από το σύγγραμμα του Murphy on Evidence, 8η έκδ.

(2003)όπου αναφέρονται στις σελ. 80-83, τα βασικά κριτήρια του αποδεικτικού αυτού βάρους. Τονίζεται ιδιαίτερα στη σελ. 81 ότι: «If the claimant bears the burden of proof, and fails to persuade the court that his case has been proved on the balance of probabilities, judgment should be given for the defendant. Moreover, the test is not whether the claimant's case is more probable than the defendant's, but whether the claimant's case is more probably true than not true, i.e., the claimant's case is measured by reference to an objective standard of probability.» Για να γίνει κατανοητός ο τρόπος με τον οποίο στην πράξη εφαρμόζεται το κριτήριο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, μπορεί να δοθεί το παράδειγμα της υπόθεσης Rhesa Shipping Co. S.A. v. Edmunds [1985] 1 W.L.R. 948. Εκεί, οι πλοιοκτήτες προσπάθησαν να επανακτήσουν από τους αντασφαλιστές τη ζημιά στο πλοίο τους το οποίο είχε βυθιστεί στη Μεσόγειο θάλασσα σε ήσυχα νερά και με καλό καιρό, ενώ το ναυάγιο δεν μπορούσε να διασωθεί. Η μαρτυρία έδειξε ότι το πλοίο έφερε μια μεγάλη οπή στο πλευρό, αποτέλεσμα της οποίας ήταν αυτό να πλημμυρίσει και να βυθιστεί. Το ζητούμενο στην υπόθεση ήταν η αιτία αυτής της ζημιάς. Οι ενάγοντες - πλοιοκτήτες - ισχυρίζονταν ότι το πλοίο κτύπησε σε ένα βυθισμένο υποβρύχιο και επομένως το πλοίο απωλέσθηκε λόγω θαλασσίων κινδύνων και άρα καλυπτόταν από το ασφαλιστικό συμβόλαιο. Οι εναγόμενοι ισχυρίστηκαν ότι η απώλεια οφειλόταν σε φυσική φθορά ως αποτέλεσμα της κακής κατάστασης του πλοίου, για την οποία και ευθύνονταν οι ενάγοντες. Πρωτοδίκως, η εξήγηση που δόθηκε από τους αντασφαλιστές απορρίφθηκε διότι δεν εξηγούσε επαρκώς τη ζημιά στο πλοίο. Από την άλλη, όμως, η θεωρία του υποβρυχίου θεωρήθηκε ως εντελώς εξωπραγματική και μη υποστηριζόμενη από ανεξάρτητη μαρτυρία. Με βάση τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση υπέρ των εναγόντων, λόγω του ότι οι αντασφαλιστές δεν μπόρεσαν να προωθήσουν μια αποδεκτή αιτία της ζημιάς για να αντικρούσουν την αγωγή. Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε από το Αγγλικό Εφετείο, αλλά κατ' έφεση στη Βουλή των Λόρδων, η απόφαση ανατράπηκε. Η Βουλή των Λόρδων αποφάσισε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να διαλέξει μεταξύ δύο αντικρουόμενων θεωριών, απλώς και μόνο διότι οι αντασφαλιστές είχαν επιλέξει να προωθήσουν μια πιθανή εξήγηση για την απώλεια. Οι ενάγοντες ήταν εκείνοι που είχαν το νομικό βάρος απόδειξης στο επίδικο θέμα κατά πόσο το πλοίο είχε απωλεσθεί λόγω θαλάσσιων κινδύνων. Από τη στιγμή που το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε βρει ότι η μαρτυρία που είχε προσαχθεί προς υποστήριξη της αγωγής ήταν εξαιρετικά απίθανη, έπρεπε να αποφασίσει ότι οι ενάγοντες είχαν αποτύχει να ικανοποιήσουν το βάρος απόδειξης που έφεραν. Όπως το θέτει ο Murphy, στο πιο πάνω σύγγραμμα σελ. 82: «The case throws the importance of the burden of proof into stark relief. An important point is that the burden of proof is the burden to prove that the facts relied on are more probable than not, and not merely that they are more probable than an explanation advanced by the other side.» AΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Eπίσης η λογική είναι ένας ασφαλής οδηγός για το Δικαστήριο για να προβεί στα ανάλογα συμπεράσματα και αυτό τονίστηκε επανειλημμένα από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD "ΥΠΟ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΠΡΟΝΟΙΩΝ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 2013, Ν. 17
(1)/2013 (ΕΝΕΡΓΩΝΤΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ, ΑΝΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ - ν - OTIS ELEVATORS (CYPRUS) LTD ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 371/2009 ημερ. 16/2/2015 λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Η εντύπωση που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (δέστε Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275)΄΄ Ο κεντρικός πυρήνας της ουσίας της υπό εξέταση υπόθεσης, είναι κατά πόσο ο τριτοδιάδικος δέσμευε με τα λεγόμενα και τις παραστάσεις του για λογαριασμό του ενάγοντα προς τον εναγόμενο, έτσι ώστε να κριθεί κατά πόσο έλαβε χώρα νόμιμα η λήξη της επίδικης σύμβασης μεταξύ ενάγοντος και εναγομένου και συνακόλουθα η νόμιμη μεταγενέστερη ενοικίαση του επίδικου υποστατικού στον Μάριο Δημοσθένους. Ο τριτοδιάδικος δεν παρήλασε από το εδώλιο του μάρτυρα έτσι ώστε να αξιολογηθεί και η δική του εκδοχή, θέση και ρόλος, που υπήρξε αναμφίβολα πρωταγωνιστικός και συνακόλουθα το Δικαστήριο θα αξιολογήσει τις εκ διαμέτρου αντίθετες θέσεις του ενάγοντα και του εναγόμενου. Επίσης θα πρέπει να αξιολογηθεί κατά πόσο ο εναγόμενος είχε οποιαδήποτε ευθύνη για την οποιαδήποτε αποξένωση των μηχανημάτων του ενάγοντα από την επιχείρηση που στεγαζόταν στο επίδικο υποστατικό. Ο ενάγοντας άφησε εξαιρετικά φτωχή εικόνα στο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο, παρακολουθώντας με ιδιαίτερα επαυξημένη προσοχή και παρατηρητικότητα τον ενάγοντα, λόγω και της ιδιότητας του, κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης όταν κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα και αυτό που παρουσίασε ο ενάγοντας είναι μια ασταθή, νεφελώδης, γενική και αόριστη απαίτηση και εκδοχή που εν πολλοίς αντικρούεται και μέσα από την ίδια την έκθεση απαίτησης που παρουσίασε. Συγκεκριμένα, δεν υπήρξε μια σταθερή εκδοχή κατά πόσο τα μηχανήματα που περιγράφονται στο τεκμήριο 2 απωλέσθησαν ή κλάπησαν ή χάθηκαν. Η αναφορά του ενάγοντα ότι η αστυνομία το θεωρεί κάτι σαν κλοπή, όχι μόνο δεν πείθει το Δικαστήριο, αλλά δεν παρέχει ένα στέρεο και θετικό υπόβαθρο στο Δικαστήριο, έτσι ώστε να εξαχθούν ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα για το πότε, από ποιον και τι ακριβώς κλάπηκε και με ποιον τρόπο, για να αποδοθούν και οι δέουσες ευθύνες και κατά πόσο ο εναγόμενος ευθύνεται. Η επιπρόσθετη αναφορά του ενάγοντα ότι αυτά τα μηχανήματα πωλήθηκαν, έχει την ίδια τύχη, διότι δεν παρέχεται ένα στέρεο και θετικό υπόβαθρο στο Δικαστήριο, έτσι ώστε να εξαχθούν ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα για το πότε, από ποιον και τι ακριβώς πουλήθηκε και με ποιον τρόπο, για να αποδοθούν και οι δέουσες ευθύνες και κατά πόσο ο εναγόμενος ευθύνεται. Από πλήρη αστάθεια χαρακτηρίζεται και η γραμμή πλεύσης στην οποία στήριξε προφορικά ο ενάγοντας την απαίτηση του, λαμβάνοντας υπ΄ όψη βεβαίως τις δικογραφημένες του γραμμές. Συγκεκριμένα, ενώ οι δικογραφημένες του θέσεις και αξιώσεις είναι ως αυτές αναφέρθηκαν ανωτέρω και που είναι ούτως ή άλλως εντός του φακέλου στην έκθεση απαίτησης του, κατά το τέλος της κυρίως εξέτασης του, ανέφερε ότι η απαίτηση του είναι αυτή που αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης αλλά δεν έχει αποδείξεις. Η αναφορά αυτή του ενάγοντα, εκθεμελιώνει πλήρως το οικοδόμημα που ο ενάγοντας αποπειράθηκε να ανεγείρει για να στηρίξει την απαίτηση του, όχι μόνο λόγω της ανυπαρξίας οποιασδήποτε απόδειξης και συνακόλουθα δεν υπήρξε αυστηρή απόδειξη των ζημιών του ως είναι ο πάγιος νομολογιακός κανόνας ότι οι ειδικές ζημιές πρέπει να αποδεικνύονται αυστηρά και με θετική μαρτυρία και ότι δεν είναι αρκετό να προβάλλονται στα δικόγραφα αλλά πρέπει και να αποδεικνύονται με σαφήνεια και με συγκεκριμένα στοιχεία. Βλ. Πίριλλος ν. Κονναρή
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1153, Ερωτοκρίτου κ.α. ν. Φούτρη
(2001)1(Β) ΑΑΔ 921 και Μεταξάκης ν. Δήμου Λευκωσίας
(2003)1 ΑΑΔ 467, αλλά και επειδή είναι γνωστή η νομολογιακή αρχή ότι απλή υιοθέτηση δικογράφου δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει βάση αγωγής βλ. Νίνος Μιχαηλίδης Λτδ ν. Δρουσιώτη κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 877 και INTERPARTEMENTAL CONCERN "URALMETROM - ν - Βesuno Ltd 2004 1 Α.Α.Δ. σελ. 557. Ακολούθως όμως, κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του, ανέφερε ότι το παράπονο του δεν είναι για τα μηχανήματα, αλλά για την ενοικίαση του επίδικου καταστήματος, τα ενοίκια που κατέβαλε και ζητεί αποζημιώσεις και όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι δεν έπαθε ζημιά και ότι δεν έχει αποδείξεις, ανέφερε ότι έπαθε ζημιά από την στιγμή που το επίδικο κατάστημα ενοικιάστηκε. Ούτε και για αυτό το ζήτημα, ήτοι για την πληρωμή ενοικίων ο ενάγοντας προσκόμισε οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο, αν και είναι παραδεκτή από τον εναγόμενο η πληρωμή του πρώτου ενοικίου από τον ενάγοντα απ΄ ευθείας από τον εναγόμενο και αυτό αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου διότι αυτό δεν έχει αμφισβητηθεί. Όμως για τα υπόλοιπα ενοίκια, υπήρξε πάλι μια ασταθής γραμμή πλεύσης από τον ενάγοντα. Συγκεκριμένα υπάρχει μια αναντιστοιχία μεταξύ της δικογραφημένης έκθεσης απαίτησης, των υποβολών του ενάγοντα κατά το στάδιο της αντεξέτασης του εναγόμενου και της προφορικής μαρτυρίας του, ως προς το χρονικό σημείο που ο ενάγοντας κατέβαλλε ενοίκια, διότι από την μια προωθείται η θέση ότι αυτά καταβάλλονταν μέχρι και τον Ιανουάριο του 2009 και από την άλλη να προωθείται η θέση ότι τα ενοίκια καταβάλονταν μέχρι τα μέσα περίπου του 2008, αν και η θέση αυτή αξιολογείται πιο κάτω. Από τα λεγόμενα τόσο του ενάγοντα, όσο και του εναγόμενου, διαφαίνεται ξεκάθαρα, ότι ο τριτοδιάδικος ήταν συνεργάτης του ενάγοντα και με την αναχώρηση του ενάγοντα από την Κύπρο, ο τριτοδιάδικος ήταν αντιπρόσωπος του ενάγοντα και υπεύθυνος για την επιχείρηση του και αυτό ουσιαστικά αποτελεί παραδεκτό γεγονός και εύρημα του Δικαστηρίου. Ματαίως ο ενάγοντας προσπάθησε να παρουσιάσει τον εαυτό του ότι ουσιαστικά εξαπατήθηκε από τον εναγόμενο και ότι ο τελευταίος παράνομα, αντισυμβατικά και χωρίς την έγκριση του ενάγοντα προέβηκε σε ενοικίαση του επίδικου υποστατικού και η προσπάθεια του αυτή προσκρούει στον ανυπέρβλητο σκόπελο του παραδεκτού ουσιαστικά γεγονότος, ότι δηλαδή ο ενάγοντας με την αναχώρηση του από την Κύπρο, άφησε αντιπρόσωπο του και συνεχιστή της επιχείρησης του τον τριτοδιάδικο και συνακόλουθα ο ενάγοντας δεσμευόταν από τις πράξεις, παραλείψεις και λεγόμενα του τριτοδιαδίκου και συνεπώς για το οποιοδήποτε παράπονο ή απαίτηση είχε για τα μηχανήματα του ή την εγκατάλειψη του επίδικου υποστατικού θα πρέπει να απευθυνόταν εναντίον του αντιπροσώπου του, ήτοι του τριτοδιαδίκου και όχι εναντίον του εναγόμενου. Ματαίως ο ενάγοντας συνεπώς, προσπάθησε να καταστήσει τον εναγόμενο ως υπεύθυνο για την αποξένωση των μηχανημάτων, διότι είναι λογική η εξήγηση του εναγόμενου, ως θα αναφερθεί και πιο κάτω, ότι ο εναγόμενος αυτό που ενοικίασε είναι το επίδικο κατάστημα και όχι την επιχείρηση και αυτό προκύπτει άλλωστε και μέσα από την συνδυασμένη ανάγνωση των τεκμηρίων 1 και 2, όπου διαφαίνεται ξεκάθαρα ότι ο ενάγοντας αγόρασε τον εξοπλισμό από τον προηγούμενο κάτοχο χωρίς καμία ανάμειξη του εναγόμενου και ότι στην επίδικη συμφωνία δεν φαίνεται οποιαδήποτε εμπλοκή του εναγόμενου στον εν λόγω εξοπλισμό. Εν πάση περιπτώσει όμως και για τους λόγους που επεξηγούνται πιο κάτω, η εκδοχή που παρουσίασε ο εναγόμενος είναι λογική και πειστική και γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει με την εκδοχή του ενάγοντα. Η αναφορά του ενάγοντα ότι ο εναγόμενος είχε τα στοιχεία του, ήτοι διεύθυνση και τηλέφωνο, δεν πείθει το Δικαστήριο, διότι δεν υπάρχει κάποια έγγραφη απόδειξη περί τούτου και αυτό προκύπτει επιπρόσθετα και από το γεγονός ότι στο τεκμήριο 1, ήτοι η επίδικη συμφωνία, απουσιάζει πλήρως η οποιαδήποτε αναφορά για διεύθυνση ή τηλέφωνο του ενάγοντος και η αναφορά του ενάγοντα ότι τα στοιχεία τα έχει δώσει στον δικηγόρο και ότι επισκέφθηκε τον εναγόμενο προτού αναχωρήσει από το Ιράν, ουδόλως πείθουν το Δικαστήριο και αυτές οι αναφορές τέθηκαν υστερόβουλα από τον ενάγοντα σε μια προσπάθεια του να αποποιηθεί των ευθυνών του και να παρουσιάσει τον εαυτό του ως αθώο θύμα των ενεργειών του εναγόμενου. Επίσης και η αναφορά του ενάγοντα ότι είχε μηνιαία τηλεφωνική επικοινωνία με τον εναγόμενο και τον ρωτούσε εάν είσπραττε το ενοίκιο και ότι ο εναγόμενος απαντούσε θετικά και εξέφραζε και την ευχαρίστηση του, κρίνεται ως υστερόβουλη σε μια προσπάθεια του να αποποιηθεί των ευθυνών του και να παρουσιάσει τον εαυτό του ως αθώο θύμα των ενεργειών του εναγόμενου. Το ότι γίνονταν πληρωμές από τον τριτοδιάδικο προς τον εναγόμενο μέχρι και τον Απρίλιο του 2008, αυτό ουσιαστικά δεν αμφισβητείται, ήτοι σε αυτήν την έκταση την χρονική, διότι ως έχει αναφερθεί ανωτέρω, ο ενάγοντας επιχείρησε ανεπιτυχώς να επεκτείνει χρονικά την καταβολή ενοικίων μέχρι τον Ιανουάριο του 2009, πλην όμως από την στιγμή που αυτές δεν προσκομίστηκαν, δεν παρέχεται στέρεο υπόβαθρο στο Δικαστήριο για να εξάξει εύρημα ή συμπέρασμα εάν αυτές έφεραν το όνομα του τριτοδιαδίκου ως πληρωτή, πλην όμως από την στιγμή που ο τριτοδιάδικος ήταν αντιπρόσωπος του εναγόμενου, αυτές έγιναν εκ μέρους του ενάγοντα και η απαίτηση του τριτοδιαδίκου όπως αυτές φέρουν το όνομα του, δεν αλλάζει την ιδιότητα του ως αντιπροσώπου του ενάγοντα και είναι θέμα που δεν εξετάζεται στην υπό εξέταση υπόθεση η οποιαδήποτε διαφορά ή διαφωνία μεταξύ τριτοδιάδικου και ενάγοντα επί αυτού του θέματος. Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η μαρτυρία του ενάγοντα, με εξαίρεση βεβαίως τα παραδεκτά γεγονότα, απορρίπτεται ως αναξιόπιστη και υστερόβουλη και υπήρξε αποτυχία απόδειξης οποιαδήποτε ζημιάς και οποιασδήποτε ευθύνης του εναγομένου. Αν και με την πιο πάνω αξιολόγηση ουσιαστικά σφραγίζεται και η τύχη της αγωγής, εν τούτοις για σκοπούς πληρότητας το Δικαστήριο θα προχωρήσει να αξιολογήσει και την εκδοχή που παρουσίασε ο εναγόμενος. Το Δικαστήριο παρακολούθησε με ιδιαίτερα επαυξημένη προσοχή και αυτόν τον μάρτυρα, λόγω και της ιδιότητας του. Το Δικαστήριο διέκρινε κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, ότι ο εν λόγω μάρτυρας ήταν φυσικός και πηγαίος στις απαντήσεις και απλοικός, χωρίς να έχει εντοπιστεί οτιδήποτε το επιλήψιμο και η αξιοπιστία του δεν έχει κλονιστεί κατά το στάδιο της αντεξέτασης. Με βάση την κοινή λογική ως ένα ασφαλή οδηγό για την αξιολόγηση του εν λόγω μάρτυρα ως πιο πάνω αναφέρθηκε, η εκδοχή του εναγόμενου είναι λογική. Από την στιγμή που ως είναι παραδεκτό, ο τριτοδιάδικος ήταν αντιπρόσωπος, συνεργάτης και γενικά συνεχιστής του ενάγοντα στην επιχείρηση, είναι λογικό ο εναγόμενος να έδωσε πίστη στα λεγόμενα του τριτοδιάδικου, ότι δηλαδή ο ενάγοντας δεν θα επέστρεφε στην Κύπρο και ότι αυτός θα συνέχιζε την επιχείρηση αλλά και την ενοικίαση. Είναι επίσης λογική και αναμενόμενη η ενέργεια του εναγόμενου από την στιγμή που είχε απέναντι του έναν αντιπρόσωπο του ενάγοντα στην Κύπρο και από την στιγμή που ο εναγόμενος δεν είχε οποιαδήποτε στοιχεία του ενάγοντα για να επικοινωνήσει μαζί του, να αποδεχθεί όπως η επίδικη σύμβαση μεταξύ ενάγοντα και εναγόμενου τερματιστεί και γίνει μια νέα ενοικίαση μεταξύ του εναγόμενου με τον Μάριο Δημοσθένους, ο οποίος υποδείχθηκε από τον εναγόμενο, λόγω και της αδυναμίας του να συνεχίσει την επίδικη σύμβαση ενοικίασης και γενικά την συνέχιση της επιχείρησης του εναγόμενου, μετριάζοντας έτσι ο εναγόμενος την οποιαδήποτε ζημιά θα είχε εάν δεν το αποδεχόταν, με αποτέλεσμα να είχε απώλεια εισοδημάτων λόγω της μη καταβολής των σχετικών ενοικίων. Είναι λογική η θέση του εναγόμενου, ως αναφέρθηκε ανωτέρω, ότι ο ίδιος ενοικίασε το επίδικο κατάστημα και όχι την επιχείρηση και δεν είχε καμία εμπλοκή, ανάμειξη ή ευθύνη με τον οποιοδήποτε εξοπλισμό της επιχείρησης του ενάγοντα και είναι λογική η αναφορά του εναγόμενου ότι για την τύχη του εξοπλισμού της επιχείρησης του ενάγοντα γνωρίζουν ο τριτοδιάδικος και ο Μάριος Δημοσθένους και ως έχει αναφερθεί πιο πάνω, ο ενάγοντας θα πρέπει να αποταθεί στον τριτοδιάδικο για την οποιαδήποτε απώλεια ή παράπονο από την μη συνέχιση της ενοικίασης και της επιχείρησης, διότι ήταν ο αντιπρόσωπος του και συνεπώς τον δέσμευε έναντι τρίτων. Αναφορικά με την θέση του για την έκδοση των αποδείξεων στο όνομα του τριτοδιαδίκου ισχύουν βεβαίως τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω. Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η εκδοχή του εναγόμενου είναι λογική και πειστική και η μαρτυρία του αξιόπιστη. ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Με βάση λοιπόν την πιο πάνω αξιολόγηση, το Δικαστήριο προβαίνει στα πιο κάτω ευρήματα και συμπεράσματα: Ο ενάγοντας και ο εναγόμενος, σύναψαν την επίδικη σύμβαση ενοικίασης, ήτοι το τεκμήριο 1, με την ιδιότητα του ενάγοντα ως ενοικιαστή και του εναγόμενου ως ιδιοκτήτη του επίδικου υποστατικού. Οι όροι του τεκμηρίου 1 μετουσιώνονται αυτούσιοι σε ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου και δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν αυτολεξεί. Εντός του επιδίκου υποστατικού υπήρχε ο εξοπλισμός που αναγράφεται στο τεκμήριο 2, τον οποίο ο ενάγοντας αγόρασε από τον προηγούμενο κάτοχο. Ο ενάγοντας κατέβαλε στον εναγόμενο απ΄ ευθείας το πρώτο ενοίκιο και εκδόθηκε σχετική απόδειξη. Ακολούθως, τον επόμενο μήνα, ο ενάγοντας αναχώρησε για το Ιράν, όπου άφησε τον τριτοδιάδικο ως αντιπρόσωπο του στην Κύπρο και ως συνεχιστή της επίδικης σύμβασης και της επιχείρησης του ενάγοντα και συνακόλουθα ήταν ο τριτοδιάδικος υπεύθυνος για την εν λόγω επιχείρηση και όχι ο εναγόμενος. Καταβλήθηκαν ενοίκια μέχρι και τον Απρίλιο του 2008 και εκδόθηκαν σχετικές αποδείξεις, χωρίς να αποδειχθεί σε ποιο όνομα αυτές εκδόθηκαν διότι δεν προσκομίστηκαν, πλην όμως έγιναν από τον τριτοδιάδικο εκ μέρους του ενάγοντα. Ο τριτοδιάδικος ανέφερε στον εναγόμενο ότι ο ενάγοντας δεν θα ξαναερχόταν στην Κύπρο και ότι ο τριτοδιάδικος θα συνέχιζε την επιχείρηση και την ενοικίαση. Ο τριτοδιάδικος ήταν αντιπρόσωπος του ενάγοντα, τόσο στην επίδικη σύμβαση, όσο και στην επιχείρηση του ενάγοντα και συνεπώς ο τριτοδιάδικος δέσμευε τον ενάγοντα μέσα από τις πράξεις, παραλείψεις και τα λεγόμενα του. Τον Μάιο του 2008 ο τριτοδιάδικος, ως αντιπρόσωπος του ενάγοντα, ανέφερε στον εναγόμενο ότι δεν μπορεί να συνεχίσει την επίδικη σύμβαση και πρότεινε στον εναγόμενο τον Μάριο Δημοσθένους ως νέο ενοικιαστή και συνακόλουθα η επίδικη σύμβαση νομίμως τερματίστηκε, κοινή συναινέσει, μεταξύ εναγόμενου και τριτοδιαδίκου ως αντιπροσώπου του ενάγοντα και συνάφθηκε μια νέα με τον εναγόμενο ως ιδιοκτήτη και τον Μάριο Δημοσθένους ως ενοικιαστή. Για την τύχη του εξοπλισμού της επιχείρησης του ενάγοντα ο εναγόμενος δεν είχε καμία ανάμειξη ή ευθύνη, αλλά ευθύνη και ανάμειξη έχει πρωτίστως ο τριτοδιάδικος ως αντιπρόσωπος του ενάγοντα. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση λοιπόν την πιο πάνω αξιολόγηση και τα σχετικά ευρήματα και συμπεράσματα, ο ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση του και συνακόλουθα η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος του ενάγοντα και υπέρ του εναγομένου ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.