← Κύπρος

ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ΕΤΟΙΜΟ ΜΠΕΤΟΝ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. CHR.KARAOLIS CONSTRACTORS-DEVELOPERS LIMITED, Αγωγή αρ.: 4888/14, 15/12/2015

ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ΕΤΟΙΜΟ ΜΠΕΤΟΝ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. CHR.KARAOLIS CONSTRACTORS-DEVELOPERS LIMITED, Αγωγή αρ.: 4888/14, 15/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A389 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 4888/14 Αίτηση ημερ.: 17/2/15 Μεταξύ: ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ΕΤΟΙΜΟ ΜΠΕΤΟΝ ΛΙΜΙΤΕΔ, από τη Λεμεσό Εναγόντων και CHR.KARAOLIS CONSTRACTORS-DEVELOPERS LIMITED, από τη Λεμεσό Εναγόμενων -------------------------------------------------- 15/12/2015 Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: κ. Παρταουρίδης για N. PIRILIDES & ASSOCIATES LLC Για τους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση: κα Δήμου για ΝΙΚΟΣ ΧΡ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ & ΣΥΝΕΤΑΙΡΟΙ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες - Αιτητές με την υπό εξέταση αίτηση τους αξιώνουν την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των Εναγομένων. Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Πάμπου Ιωάννου, διευθυντή του λογιστηρίου των Εναγόντων. Παραθέτω τα κυριότερα σημεία της: Στα πλαίσια των καθηκόντων του, έχει την εποπτεία και παρακολούθηση όλων των λογαριασμών των πελατών των Εναγόντων, συμπεριλαμβανομένου και του επίδικου λογαριασμού. Γνωρίζει πλήρως τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, μέσω της παρακολούθησης της κίνησης του επίδικου λογαριασμού και της ετοιμασίας σχετικής κατάστασης λογαριασμού. Οι Εναγόμενοι - Καθ' ων η Αίτηση διατηρούσαν συνεργασία με τους Ενάγοντες - Αιτητές, από την δεκαετία του 1990, δυνάμει της οποίας πωλούσαν επί πιστώσει και παρέδιδαν στους Εναγόμενους διάφορες ποσότητες έτοιμου σκυροδέματος, χρεώνοντας προς τούτο τον τρεχούμενο λογαριασμό που τηρούσαν με την αξία του εκάστοτε πωλούμενου σκυροδέματος και τον πίστωναν με τα διάφορα ποσά που οι Εναγόμενοι πλήρωναν κατά καιρούς. Η εν λόγω συνεργασία συνεχίστηκε μέχρι την 12/12/2012, ημερομηνία κατά την οποία ο τρεχούμενος λογαριασμός παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €485.552,05, ποσό το οποίο οι Εναγόμενοι αναγνώριζαν πάντοτε, πλην όμως, επικαλούμενοι την οικονομική κρίση που διερχόταν ο κατασκευαστικός τομέας στην Κύπρο, υπόσχονταν πάντοτε την σύντομη διευθέτηση του. Το ως άνω οφειλόμενο ποσό αναγνωρίστηκε από τους Εναγόμενους στη βάση παραδεδεγμένου λογαριασμού, περιεχομένου σε επιστολή των Εναγόντων προς τους Εναγόμενους, ημερομηνίας 10/11/2014, που επιβεβαιώθηκε και υπογράφηκε από τον διευθυντή των Εναγομένων, κ. Ανδρέα Καραολή, την 11/11/2014 (Τεκμήριο 2 της ενόρκου δηλώσεως). Οι Ενάγοντες κάλεσαν προφορικά εκ νέου τους Εναγόμενους να πληρώσουν το ως άνω οφειλόμενο ποσό, πλην όμως οι τελευταίοι αρνήθηκαν να το πράξουν. Οι Εναγόμενοι δεν έχουν υπεράσπιση στην αγωγή, ούτε υπάρχουν άλλα γεγονότα που να οδηγούν σε οποιαδήποτε καλόπιστη και βάσιμη υπεράσπιση, καθότι οι Εναγόμενοι έχουν αναγνωρίσει την οφειλή τους προς τους Ενάγοντες, καταχώρησαν δε σημείωμα εμφάνισης καθαρά για σκοπούς καθυστέρησης και αποφυγής τίμησης των υποχρεώσεών τους. Οι Εναγόμενοι εναντιώθηκαν στην αιτούμενη θεραπεία. Με την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης τους, την οποία καταχώρησαν, προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης: «

  1. Ο Καθ' ου η Αίτηση έχει καλή και βάσιμη υπεράσπιση με βάση τα γεγονότα την οποία δικαιούται να προβάλει κατά τον δέοντα τρόπο κατά την ακρόαση της παρούσας Αγωγής.
  2. Υπάρχουν πολλά εγειρόμενα νομικά σημεία τα οποία πρέπει να εξεταστούν μετά που θα δοθεί η απαιτούμενη μαρτυρία και τα οποία, αν αποδειχθούν βάσιμα, καθιστούν παράνομη και/ή ανεφάρμοστη νομικά την επίδικη αξίωση ων Εναγόντων/Αιτητών.
  3. Η παρούσα αίτηση γίνεται κακόπιστα, καταχρηστικά και με απώτερο σκοπό να αποστερήσει από τον Καθ' ου η Αίτηση το δικαίωμα του να υπερασπιστεί την υπόθεση του σε κανονική δίκη.
  4. Ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται σε αξίωση οποιουδήποτε ποσού από τον Καθ' ου η Αίτηση.
  5. Δεν πληρούνται σε καμία περίπτωση οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης όπως έχουν καθοριστεί από την σχετική νομολογία και τους κανονισμούς επί του θέματος.
  6. Ο Αιτητής παρέλειψε να αναφέρει ουσιαστικά γεγονότα με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο.
  7. Ο Καθ' ου η Αίτηση αρνείται το χρεωστικό υπόλοιπο που αναγράφεται εις την κατάσταση λογαριασμού η οποία επισυνάπτεται και σημειώνεται ως Τεκμήριο 1 με την Αίτηση και περαιτέρω αναφέρει ότι οι οποιεσδήποτε τυχόν υποχρεώσεις του Καθ' ου η Αίτηση προς τον Αιτητή που προέκυψαν από την πώληση και παράδοση σκυροδέματος καθ' όλη την διάρκεια της συνεργασίας τους έχουν πλήρως αποπληρωθεί και διευθετηθεί.
  8. Η έκδοση της συνοπτικής απόφασης εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση θα αποστερήσει το δικαίωμα του Καθ' ου η Αίτηση για ακριβοδίκαιη δίκη και ίση μεταχείριση με τον Αιτητή.
  9. Η κατάσταση λογαριασμού που επισυνάπτεται και σημειώνεται ως Τεκμήριο 1 στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση δεν αποτελεί παραδεδεγμένο ή εκκαθαρισμένο λογαριασμό.
  10. Η επιστολή που επισυνάπτεται και σημειώνεται ως Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν αποτελεί αναγνώριση χρέους έναντι του Αιτητή που προκύπτει από την κατάσταση λογαριασμού.
  11. Ο Καθ' ου η Αίτηση ουδέποτε αναγνώρισε, επιβεβαίωσε και υπόγραψε την κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 1 της Αίτησης.» Η ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του διευθυντή των Εναγομένων, Ανδρέα Καραολή. Παραθέτω τα βασικά σημεία της: Κατ' αρχή, παραδέχεται ότι υπήρξε συνεργασία μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένων από το 1990, βάσει της οποίας οι Ενάγοντες πωλούσαν και προμήθευαν τους Εναγόμενους με διάφορες ποσότητες σκυροδέματος, προς τον σκοπό της ανέγερσης και διεξαγωγής οικοδομικών εργασιών, που είναι μία από τις δραστηριότητες των Εναγομένων. Περί το έτος 2006, συγκεκριμένα κατά την 2/10/2006, συμφωνήθηκε, στη βάση γραπτής συμφωνίας, η οποία υπεγράφη μεταξύ των μερών, όπως το ποσό το οποίο οφειλόταν στους Ενάγοντες από τους Εναγόμενους, το οποίο κατά τον χρόνο εκείνο ανερχόταν σε Λ.Κ.92.000 (€157.191,33), εξοφλείτο από τους Εναγόμενους με την πώληση στους Ενάγοντες μίας διόροφης ανεξάρτητης κατοικίας στο συγκρότημα των Εναγομένων, με την ονομασία «Karaolis Mavrommatis Sunsmile Villa», (στη συνέχεια θα αναφέρεται ως «το ακίνητο»). Η τιμή πώλησης του ακινήτου συμφωνήθηκε στο ποσό των Λ.Κ.276.000 (€471.573,99), συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. το οποίο, σε κάθε περίπτωση, ήταν μεγαλύτερο από το ποσό που οφειλόταν τότε από τους Εναγόμενους. Περαιτέρω, συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών ότι το εναπομείναν ποσό της τιμής πώλησης του ακινήτου θα εξοφλείτο από τους Ενάγοντες με την προμήθεια σκυροδέματος στους Εναγόμενους, εφόσον δε συμπληρωνόταν το εναπομείναν ποσό με την προμήθεια σκυροδέματος, θα γινόταν η μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι των Εναγόντων. Σε χρόνο μεταγενέστερο της υπογραφής της ρηθείσας συμφωνίας, οι Ενάγοντες έδωσαν οδηγίες στους Εναγόμενους να εξεύρουν νέο αγοραστή για το ακίνητο, με σκοπό την πώληση του. Οι Εναγόμενοι, ενεργώντας ως εμπιστευματοδόχοι του ακινήτου, ανέλαβαν όπως καταβάλουν την τιμή πώλησης που θα εισέπρατταν από τον νέο αγοραστή, στους Ενάγοντες. Οι Εναγόμενοι, ενεργώντας στη βάση των ως άνω οδηγιών των Εναγόντων, πώλησαν το ακίνητο σε κάποιο Jingpeng He, με βάση γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 25/11/2010, για το ποσό των €595.
  12. Η διαφορά που προέκυπτε μεταξύ του τιμήματος πώλησης της συμφωνίας ημερομηνίας 2/10/2006 και της συμφωνίας ημερομηνίας 25/11/2010, ήτοι ποσό €123.426, θα χρησιμοποιείτο για την εξόφληση του Φ.Π.Α. που θα προέκυπτε καθώς και των εξόδων μεσιτείας. Με βάση την ρηθείσα συμφωνία ημερομηνίας 25/11/2010, ο αγοραστής του ακινήτου υποχρεούτο όπως πληρώσει το ποσό των €138.500, με την υπογραφή της συμφωνίας και το υπόλοιπο των €456.000 μέχρι την 21/12/
  13. Η ρηθείσα συμφωνία κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού, με αριθμό ΠΩΕ2087/
  14. Ο αγοραστής κατέβαλε στους Εναγόμενους το ποσό των €138.500, από το οποίο πλήρωσαν €75.000 στους Ενάγοντες και το υπόλοιπο ποσό των €40.000 χρησιμοποιήθηκε για την πληρωμή των εξόδων μεσιτείας. Λόγω του ότι ο αγοραστής του ακινήτου παρέλειψε να καταβάλει το ποσό της δεύτερης δόσης, οι Εναγόμενοι, μετά από ανεπιτυχείς προσπάθειες είσπραξης του, καταχώρησαν, εναντίον του αγοραστή, την αγωγή υπ' αριθμό 146/
  15. Παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες τόσο των Εναγομένων όσο και των δικηγόρων τους για εξεύρεση εξώδικης διευθέτησης, εντούτοις ο αγοραστής αρνείται να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του που πηγάζουν από την ρηθείσα συμφωνία, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη η καταβολή του υπόλοιπου ποσού των €456.000 στους Ενάγοντες. Όσον αφορά την κατάσταση λογαριασμού, η οποία αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του κ. Ιωάννου, ουδέποτε του αποστάληκε ή του παραδόθηκε. Εν πάση περιπτώσει, το περιεχόμενο της δεν είναι αποδεκτό. Σε σχέση με την επιστολή η οποία επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του κ. Ιωάννου, η οποία πράγματι φέρει την υπογραφή του, οι συνθήκες κάτω από τις οποίες την υπέγραψε είναι οι ακόλουθες: Κατά ή περί την 11/11/2014, του τηλεφώνησε ο κ. Ματθαίος Ιωάννου, ζητώντας από τον ίδιο να υπογράψει μια επιστολή, με την οποία θα επιβεβαιωνόταν το ποσό που θα πληρωνόταν στους Ενάγοντες με την πώληση του ακινήτου στο νέο αγοραστή. Όπως ενημερώθηκε, η ως άνω επιστολή θα αποστελλόταν στην Λαϊκή Φάκτορς, ως επιβεβαίωση της τιμής πώλησης του ακινήτου που θα λάμβαναν οι Ενάγοντες από τους Εναγόμενους. Αφού του επεξηγήθηκε ο σκοπός για τον οποίο επιζητείτο από αυτόν να υπογράψει την εν λόγω επιστολή, πέρασε προσωπικά από το γραφείο του ο κ. Ματθαίος Ιωάννου, έχοντας μόνο στην κατοχή του την ως άνω επιστολή. Ουδέποτε του παρουσιάστηκε η κατάσταση λογαριασμού, η οποία επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του κ. Ιωάννου. Εν πάση περιπτώσει, οποιοδήποτε χρεωστικό υπόλοιπο, το οποίο τυχόν προέκυψε από την προμήθεια σκυροδέματος, κατά τη διάρκεια της συνεργασίας των μερών, αυτό εξοφλήθηκε από τους Εναγόμενους με την πώληση στους Ενάγοντες του ακινήτου. Οι διάδικοι, κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου καταχώρισαν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις. Για την πλευρά των Εναγόντων ορκίστηκε ο διευθύνων σύμβουλος τους, Ματθαίος Ιωάννου. Η βασική θέση της ενόρκου δηλώσεως του είναι ότι ουδέποτε υπέγραψε τη συμφωνία πώλησης ημερομηνίας 2/10/2006, στην οποία κάνει αναφορά ο διευθυντής των Εναγομένων, Ανδρέας Καραολής. Αμέσως μετά την πληροφόρηση που είχε από τους δικηγόρους των Εναγόντων, σε σχέση με την ρηθείσα συμφωνία πώλησης, προχώρησε σε καταγγελία στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων, της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λεμεσού, για πλαστογραφία, ενώ παράλληλα ανέθεσε την ετοιμασία έκθεσης στον εμπειρογνώμονα/γραφολόγο Ανδρέα Παναγιώτου, ο οποίος εξέτασε την περίπτωση και ετοίμασε επιστημονική έκθεση, στην οποία συμπερασματικά καταλήγει ότι «η αμφισβητούμενη υπογραφή δεν έχει χαραχθεί από τον Ματθαίο Ιωάννου αλλά από άλλο πρόσωπο, χωρίς απομίμηση της υπογραφής και μονογραφών του, ως αυτοσχέδιος υπογραφικός σχηματισμός, με πρόθεση να εκληφθεί ως γνήσια υπογραφή και γνήσιες μονογραφές - αρχικά, υπογραφής του Ματθαίου Ιωάννου». Ο εκ των διευθυντών των Εναγόμενων, Χριστόδουλος Καραολής, στη δική του συμπληρωματική ένορκη δήλωση απορρίπτει τους ισχυρισμούς του κ. Ματθαίου Ιωάννου, που παρατίθενται στην ως άνω ένορκη δήλωση. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι η συμφωνία πώλησης, ημερομηνίας 2/10/2006, είχε ετοιμαστεί από τους Εναγόμενους, κατόπιν συνεννόησης του με τον κ. Ματθαίο Ιωάννου και μετά από επιθυμία που είχε επιδείξει ο κ. Ιωάννου να αγοράσει το ακίνητο. Αφού ετοιμάστηκε το κείμενο της ρηθείσας συμφωνίας, μετέβηκε προσωπικά στα γραφεία των Εναγόντων, όπου είχε κατ' ιδίαν συνάντηση με τον κ. Ιωάννου, στον οποίο και δόθηκε το κείμενο της συμφωνίας, στην παρουσία του λογιστή του, κ. Πάμπου Ιωάννου. Ο κ. Ματθαίος Ιωάννου, ο οποίος ενεργούσε ως ο αγοραστής του ακινήτου, επέστρεψε τη ρηθείσα συμφωνία στον ίδιο προσωπικά, πλήρως υπογεγραμμένη, στα γραφεία των Εναγομένων. Όσον αφορά το ποσό των €75.000, που κατέβαλαν οι Εναγόμενοι στους Ενάγοντες, μόλις οι Εναγόμενοι παρέλαβαν την πρώτη δόση από τον αγοραστή του ακινήτου Jingpeng He, εφόσον δεν υπήρχε άμεση συμφωνία μεταξύ των Εναγόντων και του ως άνω αγοραστή, δεν ήταν δυνατό να αναγραφεί επί της απόδειξης που εξέδωσαν οι Ενάγοντες ότι το ποσό αυτό παραλήφθηκε ως μέρος του τιμήματος από την πώληση της κατοικίας. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 Θ.1, 2 και 9, Δ.48 Θ.1 έως 3 και 9 και επί της συμφυούς εξουσίας και πρακτικής του Δικαστηρίου. Η Δ.18 Θ.1 προνοεί τα ακόλουθα: «Όπου ο εναγόμενος εμφανίζεται σε κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με τη Διάταξη 2 κανονισμός 6 ο ενάγοντας μπορεί, με ένορκο δήλωση που θα κάμει ο ίδιος, ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί και πιστοποιήσει τα γεγονότα και να βεβαιώσει την αιτία της αγωγής και το ποσόν που απαιτείται (αν υπάρχει) και να αναφέρει ότι από ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, να αποταθεί για απόφαση για το ποσό που απαιτείται μαζί με τόκο (αν υπάρχει) ή για ανάκτηση γης (με ή χωρίς ενοίκιο) ή για παράδοση ορισμένου κινητού πράγματος, ανάλογα με την περίπτωση, και τα έξοδα και μπορεί να δοθεί απόφαση υπέρ του ενάγοντα εκτός αν ο εναγόμενος ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα είναι ουσιώδη για να του δοθεί δικαίωμα υπεράσπισης.» Στην υπόθεση Αθηνούλα Δημητρίου ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ

(1997)1 (Β) ΑΑΔ 782 αναφέρθηκε ότι για την ενεργοποίηση της δικαιοδοσίας έκδοσης συνοπτικής απόφασης πρέπει να ικανοποιηθούν οι πιο κάτω προϋποθέσεις από τον Αιτητή: «
(1)Καταχώριση ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου δυνάμει του θ. 1 της Δ.2.
(2)Καταχώριση εμφάνισης από τον εναγόμενο.
(3)Η αίτηση για συνοπτική απόφαση πρέπει να υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση από τον ίδιο του ενάγοντα ή από άλλο πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα. Η ένορκη δήλωση πρέπει να επιβεβαιώνει την αιτία αγωγής και το ποσό που αξιώνεται και να δηλώνει ότι καθώς πιστεύει - ο ωμόσας - δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Η τήρηση των πιο πάνω προϋποθέσεων σχετίζεται με την δικαιοδοσία του δικαστηρίου και η μη ικανοποίησή τους στερεί από το δικαστήριο τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση (Βλ.Stavrinides v. Cheskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, 135)." Στην υπό εξέταση υπόθεση αναμφιβόλως οι Ενάγοντες έχουν ικανοποιήσει όλες τις πιο πάνω περιγραφόμενες προϋποθέσεις. Ειδικά όσον αφορά το ζήτημα της θετικής βεβαίωσης των γεγονότων θα πρέπει να τονίσω ότι ο ομνύων την ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση, ο οποίος κατέχει τη θέση του διευθυντή του λογιστηρίου των Εναγόντων, αναφέρει στην παράγραφο 1 της ενόρκου δηλώσεως του ότι γνωρίζει πλήρως και απευθείας τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, μέσω της παρακολούθησης της κίνησης των διαφόρων λογαριασμών και της ετοιμασίας καταστάσεων λογαριασμού των πελατών των Εναγόντων, μεταξύ των οποίων είναι και ο επίδικος λογαριασμός. Όπως επίσης αναφέρεται στην παράγραφο 11 της ενόρκου δηλώσεως του, πιστεύει ότι οι Εναγόμενοι δεν έχουν υπεράσπιση στην αγωγή. Η ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων από πλευράς Εναγόντων μετατόπισε το βάρος απόδειξης στους ώμους των Εναγομένων να αποδείξουν ότι έχουν καλόπιστη υπεράσπιση. Στην υπόθεση Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) LTD v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239 αναφέρθηκε ότι: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και τις Αγγλικές αποφάσεις είναι ότι συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη του δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται, ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (CY.E.M.S. Co Ltd v. The Central Co-OperativeIndustriesCo Ltd
(1982)1 Α.Α.Δ.897). Έτσι, είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» Όπως έχει ήδη αναφερθεί, το αξιούμενο από τους Ενάγοντες ποσό αντιπροσωπεύει υπόλοιπο τρεχούμενου λογαριασμού, τηρουμένου μεταξύ των διαδίκων, διαζευκτικά δε αξιώνεται ως υπόλοιπο στη βάση γραπτού παραδεδεγμένου λογαριασμού (on an account stated). Έχω μελετήσει με προσοχή ολόκληρο το υλικό το οποίο παρουσιάστηκε ενώπιον μου. Αυτό το οποίο προκύπτει ως κοινός τόπος, από μια αντιπαραβολή των εκατέρωθεν εκδοχών, είναι η ύπαρξη συνεργασίας μεταξύ των μερών, δυνάμει της οποίας οι Ενάγοντες πωλούσαν και παρέδιδαν στους Εναγόμενους ποσότητες έτοιμου σκυροδέματος. Αδιαμφισβήτητο επίσης υπήρξε το ότι η αξία του σκυροδέματος που παραδίδετο κάθε φορά στους Εναγόμενους δεν εξοφλείτο άμεσα από αυτούς, αλλά χρεώνετο σε λογαριασμό που τηρούσαν οι Ενάγοντες. Οι Εναγόμενοι, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασής τους, πέραν του ότι αμφισβητούν το υπόλοιπο του λογαριασμού που τηρούσαν οι Ενάγοντες, προβάλλουν ως βασική υπεράσπισή τους ότι το χρεωστικό υπόλοιπο του υπό αναφορά λογαριασμού, αποτελεί το αντάλλαγμα για την αγορά εκ μέρους του Ματθαίου Ιωάννου, διευθυντή των Εναγόντων, του ακινήτου που περιγράφεται πιο πάνω, δυνάμει γραπτής συμφωνίας πώλησης ημερομηνίας 2/10/2006, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του κ. Καραολή, η οποία συνοδεύει την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης. Ισχυρίζονται, ακόμα, οι Εναγόμενοι, ότι κατόπιν οδηγιών των Εναγόντων πώλησαν το υπό αναφορά ακίνητο σε τρίτο πρόσωπο, αναλαμβάνοντας την υποχρέωση όπως αποδώσουν στους Ενάγοντες το τίμημα πώλησης το οποίο θα εισέπρατταν από την πώληση του στο νέο αγοραστή. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, οι Ενάγοντες στηρίζουν διαζευκτικά την απαίτηση τους σε εκκαθαρισμένο και/ή παραδεδεγμένο λογαριασμό. Σύμφωνα με ισχυρισμό της ενόρκου δηλώσεως του κ. Πάμπου Ιωάννου, που συνοδεύει την αίτηση των Εναγόντων, το αξιούμενο από τους Ενάγοντες ποσό αναγνωρίστηκε από τους Εναγόμενους σε επιστολή των Εναγόντων προς τους Εναγόμενους, ημερομηνίας 10/11/2014. Κατά τον ισχυρισμό του κ. Ιωάννου, το αξιούμενο υπόλοιπο αναγνωρίστηκε, επιβεβαιώθηκε και υπογράφηκε από το διευθυντή των Εναγομένων κ. Ανδρέα Καραολή, κατά την 11/11/2014, στην αμέσως πιο πάνω αναφερόμενη επιστολή, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτει στην ένορκη δήλωση του. Στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης κ.ά. ν. Ρέινμποου Πλήτσιηγκ και Ντάιγκ Κο Λτδ,
(2005)1 Α.Α.Δ., 610 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα, σε σχέση με την έννοια του παραδεδεγμένου λογαριασμού: «Παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός (account stated) σημαίνει συμφωνία μεταξύ των μερών σύμφωνα με την οποία όλα τα στοιχεία του λογαριασμού καθώς και το υπόλοιπο είναι ορθά, συνδυασμένη με υπόσχεση ρητή ή εξυπακουόμενη να πληρωθεί το υπόλοιπο. Επενεργεί ως νέα σύμβαση χωρίς να είναι αναγκαία νέα αντιπαροχή και ο ενάγοντας, του οποίου η αιτία αγωγής είναι ο παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός, δεν είναι υποχρεωμένος να δικογραφήσει και να αποδείξει καθένα από τα στοιχεία του εκκαθαρισμένου λογαριασμού ξεχωριστά. Η συμφωνία των μερών ότι το υπόλοιπο είναι ορθό μπορεί να συναχθεί και από την παράδοση της κατάστασης λογαριασμού και την παράλειψη του χρεώστη να ενστεί για τα ποσά του λογαριασμού, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Βέβαια το τι συνιστά εύλογο χρονικό διάστημα είναι ζήτημα πραγματικό και νομικό στην κάθε περίπτωση.» Οι Εναγόμενοι, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης τους, πέραν του ότι αμφισβητούν ότι η υπό αναφορά επιστολή αποτελεί παραδεδεγμένο λογαριασμό, παραθέτουν επαρκείς λεπτομέρειες σε σχέση με τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτή υπεγράφη, ειδικότερον δε ως προς τον σκοπό για τον οποίο ο διευθυντής των Εναγόντων, Ματθαίος Ιωάννου, είχε ζητήσει από τον διευθυντή των Εναγομένων, Ανδρέα Καραολή, να υπογράψει την υπό αναφορά επιστολή. Είμαι της άποψης ότι οι Εναγόμενοι, με βάση τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, έχουν παραθέσει επαρκείς λεπτομέρειες, οι οποίες αποκαλύπτουν μια καλόπιστη υπεράσπιση. Ανεξαρτήτως του κατά πόσο η επισυνημμένη στην ένορκη δήλωση του κ. Πάμπου Ιωάννου επιστολή (Τεκμήριο 1), αποτελεί ή όχι παραδεδεγμένο λογαριασμό, ζήτημα που δεν μπορεί να επιλυθεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, είμαι της άποψης ότι οι ισχυρισμοί των Εναγομένων ως προς την ύπαρξη συμφωνίας πώλησης μεταξύ των μερών, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης δικαιολογούν, κατά την άποψη μου, την παραχώρηση αδείας σ' αυτούς να υπερασπιστούν την παρούσα αγωγή. Θα ήθελα επίσης να αναφέρω ότι, ακόμα και στην περίπτωση που η υπό αναφορά επιστολή θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι εμπεριέχει μια νέα σύμβαση μεταξύ των μερών, οι Εναγόμενοι παραθέτουν επαρκείς λεπτομέρειες σε σχέση με τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτή υπεγράφη από το διευθυντή των Εναγομένων Ανδρέα Καραολή, οι οποίες δικαιολογούν πλήρως την παραχώρηση αδείας στους Εναγόμενους για να καταχωρήσουν υπεράσπιση. Στο σημείο αυτό αξίζει να επισημανθεί ότι το περιεχόμενο της υπό αναφορά επιστολής κάμνει αναφορά σε υπόλοιπο των Εναγομένων προς τους Ενάγοντες, χωρίς να γίνεται αναφορά ειδικά σε υπόλοιπο που προέκυψε από την πώληση σκυροδέματος ή βάσει της κατάστασης λογαριασμού. Φυσικά, δεν παραγνωρίζω ούτε τους ισχυρισμούς του κ. Ματθαίου Ιωάννου, οι οποίοι περιέχονται στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση η οποία κατεχωρήθη από πλευράς Εναγόντων, σύμφωνα με τους οποίους ουδέποτε υπόγραψε την υπό αναφορά συμφωνία πώλησης, ούτε το πόρισμα του γραφολόγου που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του. Όμως, θα πρέπει να τονίσω ότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν μπορούν να εξεταστούν στα προδιαγεγραμμένα στενά πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Θα πρέπει ακόμα να τονίσω ότι το Δικαστήριο δεν θα προβεί σε εκ των προτέρων υπολογισμούς για τις πιθανότητες επιτυχίας της ως άνω υπεράσπισης των Εναγομένων. Όπως είναι νομολογημένο, το Δικαστήριο παραχωρεί άδεια για καταχώρηση υπεράσπισης εφόσον παρατίθενται επαρκείς λεπτομέρειες, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας της προβαλλόμενης υπεράσπισης σε τελικό στάδιο. Στην υπόθεση N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 (Γ) AAΔ 1912 αναφέρθηκε ότι: «Είναι αρκετό για εναγόμενο, για την εξασφάλιση του δικαιώματος υπεράσπισης χωρίς όρους, να δείξει πως υπάρχει δικάσιμο θέμα ανεξάρτητα αν το δικαστήριο πιστεύει πως τελικά η προβαλλόμενη υπεράσπιση μπορεί να μην επιτύχει. Όμως, το κριτήριο δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση. Διαφορετικά θα ήταν εύκολο σε κάθε σχεδόν περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς. Με αποτέλεσμα την αχρήστευση του μέτρου. Τη θέση μας ενισχύει το παρακάτω απόσπασμα από την Annual Practice
(1959)σελ. 250, που αποτελεί το απαύγασμα της αγγλικής νομολογίας με την οποία είναι εναρμονισμένη η κυπριακή: "The defendant's affidavit must "condescend upon particulars". It is not enough merely to deny the debt, or allege fraud, or state a legal objection. Sufficient facts and particulars must be given to show that there is a bona fide defense (Wallingford v. Mutual Soc., 5 App Cas. 685, see judgment of Lord Blackburn at p. 704; Harrison v. Bottenheim, 26 W.R. 362, Ray v.Barker, 4 Ex. D. 283; Shurmer v. Young, 5 T.L.R. 155, and cases cited r. 6(n.)." Επίσης, στην υπόθεση Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ (υπό εκκαθάριση) κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ.1)
(2001)1 ΑΑΔ 418 αναφέρθηκε ότι: «Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης. Εφόσον προκύπτει μεταξύ των διαδίκων διαφορά που χρήζει επίλυσης, ο εναγόμενος δεν στερείται της δυνατότητας υπεράσπισης και προβολής σχετικής επί του θέματος ανταπαίτησης, με εκ των προτέρων υπολογισμούς αναφορικά με τις πιθανότητες επιτυχίας και με ευρήματα έξω από το πλαίσιο δίκης στην αγωγή. Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18.» Με βάση τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω καταλήγω ότι οι Εναγόμενοι έχουν αποκαλύψει μια καλόπιστη υπεράσπιση και για το λόγο αυτό θα πρέπει να τους δοθεί το δικαίωμα να υπερασπιστούν άνευ όρων την αγωγή. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω πιο πάνω καταλήγω ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Δίνεται άδεια στους Εναγόμενους να καταχωρήσουν την υπεράσπιση τους στην αγωγή εντός 15 ημερών από σήμερα. Όσον αφορά τα έξοδα της αίτησης, δεν βλέπω λόγο για απόκλιση από το γενικό κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων - Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων - Αιτητών όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. Δίνεται άδεια στους Εναγόμενους να καταχωρήσουν την υπεράσπιση τους εντός 15 ημερών από σήμερα. (Υπ.) ............... Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΘΘ/ΑΓ Subject: Civil/Interim Αναφορά: Αίτηση συνοπτικής απόφασης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.