← Κύπρος

Άγγελου Σκεντέρη ν. Ganna Matviyenko Πολυκάρπου, άλλως Ganna Polykarpous, Αρ. Αγωγής: 2966/08, 14/12/2015

Άγγελου Σκεντέρη ν. Ganna Matviyenko Πολυκάρπου, άλλως Ganna Polykarpous, Αρ. Αγωγής: 2966/08, 14/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A385 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2966/08 Μεταξύ: Άγγελου Σκεντέρη Ενάγοντα και Ganna Matviyenko Πολυκάρπου, άλλως Ganna Polykarpous Eναγομένης Ημερομηνία: 14/12/2015 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κ. A. Χαραλάμπους μαζί με κ. Σ. Μυριάνθη Για Εναγόμενη: κα Χρ. Ερωτοκρίτου (για την απαγγελία της απόφασης ο κ. Π. Κωνσταντίνου) ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αγωγή του ο ενάγοντας αξιώνει γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες και ζημιές που υπέστη λόγω τροχαίου ατυχήματος που επισυνέβη στις 4/10/2007, όταν η μοτοσυκλέτα που οδηγούσε με αριθμούς εγγραφής ΕΕΑ752, συγκρούσθηκε με το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΤΥ 128 που οδηγούσε η εναγόμενη. Προς απόδειξη της υπόθεσης του ενάγοντα μαρτύρησαν ο Α/Αστυφ. 1872 Παναγιώτης Χριστοδούλου, ο ίδιος ο ενάγοντας, ο Παντελής Θεοδούλου, ο Μάριος Οράτης και ο Δρ Κ. Χατζηβασίλης (Μ.Ε.1-5 αντίστοιχα). Η εναγόμενη κάλεσε ως μάρτυρα τον Δημήτρη Χαραλάμπους (Μ.Υ.1) και έδωσε μαρτυρία και η ίδια. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας και συγκεκριμένα μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του Μ.Ε.5, συμφωνήθηκε ότι το ύψος των γενικών αποζημιώσεων που δικαιούται ο ενάγοντας επί πλήρους ευθύνης ανέρχεται στο ποσό των Ε3.000= και ότι αυτό θα φέρει νόμιμο τόκο από τις 10/7/

  1. Συμφωνήθηκε επίσης ότι επί πλήρους ευθύνης ο ενάγοντας δικαιούται το ποσό των Ε640= ως έξοδα φυσιοθεραπείας, ποσό Ε465= για τα ιατρικά έξοδα του Δρ Φ. Συμιλλίδη και Ε18.79 = για την έκδοση ιατρικού πιστοποιητικού του νοσοκομείου και ότι τα ποσά αυτά των ειδικών αποζημιώσεων θα φέρουν ως τόκο το ήμισυ του νόμιμου τόκου από τις 10/7/
  2. Σε προηγούμενο στάδιο και πριν τη δήλωση ως παραδεκτού του ύψους των γενικών αποζημιώσεων που δικαιούται ο ενάγοντας επί πλήρους ευθύνης, το ιατρικό πιστοποιητικό του Νοσοκομείου Λεμεσού είχε κατατεθεί ως Τεκμήριο 12 και το περιεχόμενο του δηλώθηκε παραδεκτό ως προς την αλήθεια του, κάτι όμως που μετά τη συμφωνία για το ύψος των γενικών αποζημιώσεων δεν έχει πλέον καμία αξία. Στη συνέχεια δε και μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, οι ευπαίδευτoι συνήγοροι των διαδίκων κατέθεσαν στο Δικαστήριο τις γραπτές τους αγορεύσεις, όπου εκτίθενται οι θέσεις και τα επιχειρήματα τους και τα οποία για το λόγο αυτό δεν θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω. Αχρείαστο επίσης θεωρώ να επαναλάβω τη μαρτυρία που έχει προσκομισθεί και η οποία είναι καταγραμμένη στα πρακτικά, γι' αυτό και θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της, έχοντας κατά νου τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, ότι πρόκειται για υπόθεση πολιτικής φύσης που κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικά ή εξ' ολοκλήρου (βλ. Αγαπίου v. Παναγιώτου 1983

(1)ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη 1995
(2)ΑΑΔ 207, Χάρης Χρίστου v. Eυγενία Khoreva 2002 (1Α) 454). Πρέπει να λεχθεί ότι μετά τη συμφωνία του ύψους των γενικών αποζημιώσεων και μέρους των ειδικών αποζημιώσεων, το κυρίαρχο θέμα που παρέμεινε επίδικο είναι αυτό της ευθύνης καθώς και κάποιες επί μέρους αξιώσεις ειδικών ζημιών. Το επίδικο ατύχημα συνέβη στην Λεωφόρο Μακαρίου Γ΄ στη Λεμεσό. Σε αυτήν υπάρχουν τρεις λωρίδες κυκλοφορίας. Δύο με δυτική κατεύθυνση και μία με ανατολική. Και τα δύο εμπλεκόμενα οχήματα οδηγούνταν με δυτική κατεύθυνση. Αντικρουόμενες όμως υπήρξαν οι θέσεις των διαδίκων ως προς τον τρόπο που αυτό συνέβη. Από τη μια ο ενάγοντας υποστήριξε ότι η σύγκρουση ήταν προσθιοπίσθια, ότι δηλαδή ενώ οδηγούσε στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία του, ελαττώνοντας ταχύτητα και δείχνοντας την πρόθεση του να στρίψει δεξιά για να εισέλθει σε παρακείμενη πάροδο, η εναγόμενη κτύπησε με το αυτοκίνητο της στην πίσω πλευρά της μοτοσυκλέτας του. Από την άλλη η εναγόμενη προώθησε την εκδοχή ότι η σύγκρουση ήταν διαγώνια και επήλθε ενόσω η ίδια οδηγούσε χρησιμοποιώντας τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, ο ενάγοντας ο οποίος χρησιμοποιούσε την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, εντελώς ξαφνικά προσπάθησε να εισέλθει στη δεξιά με αποτέλεσμα να της ανακόψει την πορεία και να επέλθει η σύγκρουση. Από την αρχή πρέπει να λεχθεί ότι μεταξύ των δύο αντικρουόμενων εκδοχών επιλέγω ως πλέον ειλικρινή και αξιόπιστη αυτή της εναγομένης. Και αυτό γιατί η μαρτυρία που προσκομίσθηκε από την πλευρά του ενάγοντα δεν ήταν πειστική και αξιόπιστη αλλά και γιατί η μαρτυρία της εναγομένης ενισχύεται από την πραγματική μαρτυρία. Μ.Ε.1 ήταν ο Α/Αστυφ. 1872 Παναγιώτης Χριστοδούλου. Αυτός δεν με έπεισε ότι διερεύνησε το ατύχημα με την δέουσα επιμέλεια και επαγγελματισμό. Σε κάποιες περιπτώσεις και σε ουσιαστικά σημεία της υπόθεσης, έδωσε αντικρουόμενες απαντήσεις και σε άλλες απέφευγε να απαντά ευθέως και με σαφήνεια. Ασαφής υπήρξε ως προς το θέμα των ζημιών που εντόπισε στα δύο ενεχόμενα οχήματα και κατέγραψε στο Τεκμήριο
  1. Όπως πολλές φορές επανέλαβε, κατέγραψε μόνο τις εμφανείς ζημιές των οχημάτων. Όμως για την αλήθεια της θέσης του αυτής, δημιουργούνται πολλές απορίες και ερωτηματικά λόγω της πρακτικής που ακολούθησε. Και αυτό γιατί από τη μια δεν θεώρησε σημαντική να καταγράψει τη ζημιά στο εξώστ της μοτοσυκλέτας, την οποία και οι δύο εκτιμητές θεώρησαν και υπέδειξαν ως τη μεγαλύτερη ζημιά που είχε προκληθεί στη μοτοσυκλέτα, θεώρησε σημαντική και κατέγραψε ζημιά στον πισινό τροχό της μοτοσυκλέτας, την οποία εντόπισε μόνο από κάποιο «ίχνος», όπως χαρακτηριστικά είπε και συνεπώς δεν θα μπορούσε να είναι εμφανής. Όπως ανάφερε τη ζημιά στον πισινό τροχό της μοτοσυκλέτας την εντόπισε από «ίχνος» που προκλήθηκε από την «επαφή» του αυτοκινήτου με τη μοτοσυκλέτα. Διευκρίνησε δε, ότι αυτό που είχε σημειώσει ήταν η «επαφή». Αδυνατούσε μάλιστα να θυμηθεί σε ποιο σημείο του τροχού υπήρχε η ζημιά αυτή. Αντεξεταζόμενος για τη ζημιά στο εξώστ ήταν εμφανής η προσπάθεια του να αποφύγει να απαντήσει. Έδιδε γενικόλογες και αόριστες απαντήσεις χωρίς σταθερότητα και σαφήνεια. Είπε σε κάποια στιγμή ότι δεν εντόπισε σε αυτό ζημιά από το συγκεκριμένο ατύχημα. Πιεζόμενος στη συνέχεια απάντησε με αόριστο τρόπο ότι μπορεί και να παρουσίαζε εκδορές, αλλά κατέγραψε μόνο τις ζημιές που προκλήθηκαν από το συγκεκριμένο ατύχημα. Σε άλλη ερώτηση που ακολούθησε εάν το εξώστ μπορεί να είχε εκδορές αλλά όχι εμφανή ζημιά για να την καταγράψει απάντησε κατά λέξη « Όχι ακριβώς αυτό. Μπορεί η ζημιά αν είχε το εξώστ να ήταν εμφανής, αλλά σύμφωνα με εκείνα που μου αναφέρθηκαν και με τα ευρήματα που είχα σε σχέση με την σύγκρουση των δύο οχημάτων, κατέγραψα τις ζημιές οι οποίες προκλήθηκαν από το δυστύχημα», αφήνοντας με την απάντηση του αυτή να δημιουργείται το ερώτημα πως κατέληξε ποιες ζημιές προκλήθηκαν από το επίδικο ατύχημα, ενόψει μάλιστα και ότι είχαν τεθεί σε αυτόν δύο διαφορετικές εκδοχές από τους εμπλεκόμενους οδηγούς; Την ίδια τακτική συνέχισε μέχρι τέλους καταλήγοντας τέλος να πει «αν είχε στο εξώστ εμφανή ζημιά στο κάτω μέρος του εξωστ ή στο πλάι ή σε άλλο μέρος δεν το αποκλείω αλλά δεν θυμάμαι αν είχε και δεν την κατέγραψα». Παρά την απάντηση του αυτή είπε σε άλλο σημείο που ακολούθησε ότι «επειδή δεν έγραψα, δεν είδα». Όταν ρωτήθηκε αντεξεταζόμενος εάν στην αριστερή πλευρά του καπώ του αυτοκινήτου της εναγομένης είχε εντοπίσει οποιαδήποτε ζημιά, απάντησε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί και ζήτησε να συμβουλευθεί το πρόχειρο σχέδιο (Τεκμήριο 1). Βλέποντας τα όσα είχε καταγράψει στην πίσω πλευρά του τεκμηρίου αυτού, εκεί δηλαδή που είχε καταγράψει τις ζημιές του αυτοκινήτου, επέμενε ότι αυτό που είχε γράψει σε συντομογραφία ήταν ότι η ζημιά ήταν στο μπροστινό καπώ. Όμως μια απλή ανάγνωση της γραφής αυτής, άλλα υποδηλοί αφού αυτό που διαβάζεται είναι τα αρχικά «Αρ.» και τίποτε άλλο. Πρέπει περαιτέρω να λεχθεί ότι τα όσα προέβαλε για να δικαιολογήσει την επιμονή του ότι αυτό που είχε καταγράψει δεν ήταν τα αρχικά της λέξης αριστερού δεν ήταν καθόλου πειστικά. Για τους πιο πάνω λόγους δεν μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία του στο σύνολο της. Σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρέχει η νομολογία δεν αποδέχομαι τα όσα ανάφερε σε σχέση με τον τρόπο που έγινε το ατύχημα και τη συμπεριφορά των δύο οχημάτων κατά το ατύχημα και μετά από αυτό, καθότι δεν διαφάνηκε να διαθέτει εμπειρογνωμοσύνη επί του θέματος, τα όσα προέβαλε για την παρουσία του Μ.Κ.3 στην σκηνή, τον εντοπισμό των στοιχείων του και τις ζημιές στα δύο ενεχόμενα οχήματα. Το λοιπό μέρος της μαρτυρίας του γίνεται αποδεκτό. Παρακολουθώντας τον ενάγοντα να καταθέτει ενόρκως, παρατηρώντας την όλη στάση και συμπεριφορά του, δεν έχω πειστεί για την αλήθεια της εκδοχής του. Αντίθετα η εντύπωση που σχημάτισα για αυτόν ήταν ότι προσπάθησε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο μια κατασκευασμένη εκδοχή με σκοπό την εξασφάλιση αποζημιώσεων. Και αυτό για τους ακόλουθους λόγους. Ενώ στην κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία σε σχέση με τις συνθήκες που έγινε το ατύχημα και η οποία καταγράφεται στην μπροστινή σελίδα του πρόχειρου σχεδιαγράμματος (Τεκμήριο 1) δηλώνει ότι είναι άεργος, κατά την ακροαματική διαδικασία διαφοροποίησε την απάντηση του λέγοντας ότι την 1η Οκτωβρίου του 2007 ξεκίνησε δουλειά επί δοκιμαστικής βάσης στην εταιρεία Ανδρέα Κοντολαίμη & Υιοί Λτδ με καθαρό μισθό Λ.Κ.800= μηνιαία. Αντεξεταζόμενος γιατί στην αστυνομία δήλωσε ότι είναι άεργος έδωσε συγκεχυμένες και ασαφείς απαντήσεις. Προσπαθώντας σε κάποια στιγμή να το δικαιολογήσει είπε «γιατί είχα ήδη σταματήσει από μία δουλειά και πήγα σε άλλη δουλειά. Το είπα. Γιατί δεν είχα μονιμοποιηθεί ακόμα, δύο μέρες είχα πάει δουλειά στο συγκεκριμένο και ήταν σαν να μην είχα πάει δουλειά». Στη συνέχεια δε και συνεχίζοντας την ίδια προσπάθεια είπε «ήμουν άεργος 10 μέρες και δούλεψα 2». Ερωτώμενος και πάλι γιατί δεν δήλωσε την εργασία του στην αστυνομία από τη στιγμή που όπως ήταν η θέση του εργαζόταν την ημέρα του ατυχήματος απάντησε «Δύο εβδομάδες προηγουμένως δεν δούλευα». Για την αλήθεια του ισχυρισμού του δημιουργούνται περαιτέρω απορίες ενόψει του ότι και όπως και ο ίδιος πιθανολόγησε η εταιρεία δεν τον είχε δηλώσει ως εργοδοτούμενο της έστω και για τις μέρες αυτές, ενώ όπως δήλωσε μετά την ανάρρωση του από τους τραυματισμούς που υπέστη από το ατύχημα, δεν επέστρεψε στη συγκεκριμένη εργασία. Η αναφορά του αυτή έρχεται σε αντίθεση με εξ' ακοής μαρτυρία την οποία προσήγαγε σχετικά με το ζήτημα. Σύμφωνα με βεβαίωση της εταιρείας Ανδρέας Κοντολαίμης & Υιοί Λτδ την οποία παρουσίασε (Τεκμήριο 3), τη μέρα του ατυχήματος δηλαδή στις 4/10/2007 εργοδοτείτο από την εταιρεία αυτή και απουσίασε από την εργασία του αυτή με άδεια ασθενείας για την περίοδο από 4/10/2007 έως 16/11/
  2. Ενώ δηλαδή ο ίδιος ο ενάγοντας ισχυρίσθηκε ότι μετά το ατύχημα δεν επέστρεψε πίσω στην εργασία αυτή, γιατί ο εργοδότης του δεν τον χρειαζόταν πλέον και προσέλαβε άλλο υπάλληλο, στο Τεκμήριο 3 άλλα αναγράφονται. Ενώ ισχυρίσθηκε ότι από την 1/10/2007 εργαζόταν στην εταιρεία Κοντολαίμη, αυτό δεν επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο 7 στο οποίο ως το άτομο που καταβάλλει τις κοινωνικές του ασφαλίσεις καταγράφεται κάποια εταιρεία η C & A Wheels- Speed Trading Ltd. Αντεξεταζόμενος επί της ζημιάς στο εξώστ της μοτοσυκλέτας καθώς επί της εκτίμησης που ετοίμασε ο δικός του εκτιμητής (Μ.Ε.4) και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5 και στην οποία η ζημιά αυτή καταγράφεται ως η μεγαλύτερη στη μοτοσυκλέτα, απέφευγε να απαντά ευθέως και με ειλικρίνεια. Ενώ ο Μ.Ε.1 ισχυρίσθηκε ότι ο ενάγοντας μετέβη στην αστυνομία την ίδια μέρα που έγινε το ατύχημα και μετά την εξέταση του στο νοσοκομείο και έδωσε κατάθεση, ο ίδιος ο ενάγοντας ισχυρίσθηκε ότι αυτό το έπραξε την επόμενη ημέρα λέγοντας μάλιστα ότι πρέπει να πρόκειται για λάθος του Μ.Ε.
  3. Εν πάση όμως περιπτώσει και όπως προκύπτει και από το Τεκμήριο 1, το έντυπο αυτό συμπληρώθηκε στις 4/10/2007, την ημέρα δηλαδή που έγινε το τροχαίο αυτό ατύχημα. Ενώ όταν περιέγραφε τις περιστάσεις της συνάντησης του με τον Μ.Ε.3 στη σκηνή του ατυχήματος ισχυρίσθηκε ότι εκείνη τη στιγμή ο Μ.Ε.3 του είπε ότι η κοπέλα, εννοώντας προφανώς την εναγόμενη, λέει ψέματα ως προς τον τρόπο που έγινε το ατύχημα, στη συνέχεια είπε ότι όταν ο ίδιος έδιδε την κατάθεση του στην αστυνομία δεν γνώριζε την κατάθεση της εναγόμενης. Όταν αυτό του επισημάνθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο της εναγόμενης με την αμέσως επόμενη ερώτηση, διαφοροποίησε και πάλι την απάντηση του απαντώντας θετικά. Στη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο Α) αναφέρει ότι πριν τη σύγκρουση, άκουσε πίσω του φρένα και τον κτύπησε το αυτοκίνητο. Κατά την αντεξέταση όμως ισχυρίσθηκε ότι μέχρι και τη σύγκρουση δεν είχε ακούσει φρένα. Διαφοροποίησε όμως κατά την επανεξέταση την απάντηση του λέγοντας ότι πριν το ατύχημα άκουσε τα φρένα του αυτοκινήτου «πίσω». Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία του, ούτε και να προσδώσω στην εξ' ακοής την οποία προσήγαγε οποιαδήποτε βαρύτητα. Από τη μαρτυρία του αποδέχομαι μόνο ότι στις 4/10/2007 ενεπλάκη στο επίδικο τροχαίο ατύχημα και ότι από αυτό υπέστη κάποιους τραυματισμούς. Μ.Ε. 3 ήταν το πρόσωπο που ισχυρίσθηκε ότι ήταν αυτόπτης μάρτυρας και είδε ακριβώς πως έγινε το ατύχημα, υποστηρίζοντας ουσιαστικά την εκδοχή του ενάγοντα. Όμως ούτε και αυτός κατάφερε να με πείσει για την ειλικρίνεια του. Κατ' αρχή έντονες απορίες δημιουργούνται πως μπόρεσε να δει και να περιγράψει με λεπτομέρεια πως έγινε το ατύχημα, από τη στιγμή που όπως ισχυρίσθηκε στη λεωφόρο στην οποία υπήρχαν τρεις λωρίδες κυκλοφορίας, ο ενάγοντας οδηγούσε στη μεσαία και υπήρχε κατά την ώρα του ατυχήματος πυκνή τροχαία κίνηση. Περαιτέρω ερωτηματικά δημιουργούνται και από απάντηση που έδωσε αντεξεταζόμενος ότι, λόγω της κίνησης που υπήρχε στο δρόμο δεν είχε καθαρή θέα και στην οποία απάντησε κατά λέξη «Τόσα πολλά μου άρεσαν οι μοτόρες που μόνο που τον ήχο, ήταν ξεκάθαρο τι έβλεπα». Ως αποτέλεσμα της απάντησης του αυτής, δημιουργείται περαιτέρω το ερώτημα εάν τελικά είδε πράγματι πως επισυνέβη η σύγκρουση ή εάν και μόνο από τον ήχο «ξεκαθάρισε» τι έβλεπε. Σε αντίθεση με τον ενάγοντα, ο Μ.Ε.3 ισχυρίσθηκε ότι μετά τη σύγκρουση παρέμεινε στο μέρος μέχρι την άφιξη της αστυνομίας και τα στοιχεία του, δηλαδή το όνομα και το τηλέφωνο του τα έδωσε μόνο στον αστυφύλακα που μετέβη στην σκηνή και όχι στον ενάγοντα. Πιο συγκεκριμένα είπε ότι μετά τη σύγκρουση και αφού παρέμεινε στο μέρος μέχρι την άφιξη της αστυνομίας, έδωσε στον αστυφύλακα που μετέβη στην σκηνή το όνομα του καθώς και το τηλέφωνο του αλλά η αστυνομία δεν επικοινώνησε μαζί του για να του ζητήσει να προβεί σε κατάθεση. Ούτε και ο ίδιος επικοινώνησε με την αστυνομία και έτσι ποτέ δεν του λήφθηκε τέτοια κατάθεση. Μόνο μετά από ένα με δύο μήνες περίπου μετά το ατύχημα, ένας από τους δικηγόρους του ενάγοντα, ο κ. Σπύρος, επικοινώνησε τηλεφωνικά μαζί του ζητώντας του να μάθει αν είχε δει πως έγινε η σύγκρουση και να του την περιγράψει. Ως αποτέλεσμα των όσων έχει ισχυρισθεί, δημιουργείται το ερώτημα πως και από ποιον ο δικηγόρος του ενάγοντα εντόπισε τα στοιχεία του και επικοινώνησε μαζί του για να πληροφορηθεί τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το ατύχημα από τη στιγμή που σύμφωνα πάντα με τη δική του μαρτυρία δεν έδωσε τα στοιχεία του στον ενάγοντα αλλά μόνο στον αστυφύλακα και ο οποίος ούτε καν επικοινώνησε μαζί του για να του λάβει κατάθεση; Ο Μ.Ε.3 με ασάφεια αλλά και υπεκφυγές απάντησε και σε ερωτήσεις που σχετίζονταν με τις ζημιές της μοτοσυκλέτας. Και αυτό παρά το ότι ισχυρίσθηκε ότι μαζί με κάποιο άλλο άτομο που εργαζόταν σε πρατήριο βενζίνης που βρισκόταν κοντά στη σκηνή στάθηκαν πίσω από τη μοτοσυκλέτα και έβλεπαν τα «χτυπήματα» της. Ερωτώμενος αρχικά που ήταν οι ζημιές απάντησε κατά λέξη «Είχε φατσιά πίσω, το λάστιχο όμως δεν ήταν τρυπημένο». Σε ερώτηση που ακολούθησε πως το γνώριζε απάντησε «Γιατί εκεί το χτύπησε..». 'Όταν του ζητήθηκε να περιγράψει το κτύπημα απάντησε «δεν είχε βλάβη, αλλά υπολόγισα ότι κρέπαρε το λάστιχο γιατί βρέθηκε μπροστά που τη μοτοσυκλέτα», δίδοντας και στη συνέχεια άλλες συγκεχυμένες απαντήσεις και δημιουργώντας την απορία εάν είδε τις ζημιές ή απλώς τις υπολόγισε. Όταν και πάλι του ζητήθηκε να περιγράψει τη ζημιά στο λάστιχο, απάντησε ότι αυτό είχε «χτύπημα» το οποίο στη συνέχεια χαρακτήρισε ως «ασπρούθκια». Και αυτό σε αντίθεση με τον Μ.Ε.1 ο οποίος είπε ότι υπήρχε «επαφή» στο ελαστικό περιγράφοντας την στη συνέχεια ως πιο έντονο μαύρισμα από το υπόλοιπο ελαστικό. Παρόλο που ισχυρίσθηκε ότι από το πώμα του δοχείου (τάνγκι) της βενζίνας έτρεχαν σταγόνες βενζίνης, δεν μπορούσε να πει αν η ζημιά σε αυτό ήταν μεγάλη. Σε ερωτήσεις δε που ακολούθησαν επί του σημείου, είπε τελικά ότι δεν είδε τη ζημιά στο δοχείο αυτό. Διαφοροποιώντας και πάλι την απάντηση του είπε ότι «δεν είδα ακριβώς τα χτυπήματα που είχε πάνω στο τάνγκι» δημιουργώντας και πάλι την απορία αν δεν είδε καθόλου τη συγκεκριμένη ζημιά ή δεν είδε ακριβώς ποια ήταν. Δεν μπορούσε επίσης να θυμηθεί εάν είχε δει το εξώστ της μοτοσυκλέτας, η ζημιά στο οποίο και όπως προαναφέρεται αποτέλεσε αντικείμενο έντονης αμφισβήτησης. Χωρίς να έχει διαφανεί ότι διαθέτει εμπειρογνωμοσύνη επί του θέματος, καθόρισε χωρίς κανένα ενδοιασμό την ταχύτητα με την οποία σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του οδηγούσε η εναγόμενη προσδιορίζοντας την σε 60 χιλιόμετρα περίπου. Ερωτώμενος πως ήταν σε θέση να την καθορίσει απάντησε κατά λέξη «είμαι μάνα πάνω στην ταχύτητα». Παρά την προσπάθεια που κατέβαλε να πείσει για την αλήθεια των ισχυρισμών του δεν κατάφερε να μην περιπέσει και σε αντιφάσεις. Ερωτώμενος αρχικά σε ποια πλευρά έπεσε η μοτοσυκλέτα μετά τη σύγκρουση απάντησε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί. Στη συνέχεια όμως διαφοροποίησε αρκετές φορές την απάντηση του αυτή. Σε ερώτηση εάν μπορεί να έπεσε στη δεξιά πλευρά απάντησε ότι αυτό ήταν πολύ πιθανό. Σε άλλο σημείο είπε ότι «αν δεν λανθάνομαι ήταν πάνω στην αριστερή». Προσπαθώντας δε να δικαιολογήσει την διαφοροποίηση της απάντησης του είπε «τώρα το θυμήθηκα προφανώς και είπα σας, εάν δεν λανθάνομαι». Για τους πιο πάνω λόγους δεν μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία του, την οποία και απορρίπτω. Πέρα από τα πιο πάνω απαραίτητο είναι να λεχθεί ότι τα όσα προβλήθηκαν από τον ενάγοντα αλλά και τους Μ.Ε.1 και Μ.Ε.3 σε σχέση με την παρουσία του τελευταίου στην σκηνή του ατυχήματος, δεν πείθουν για τη γνησιότητα του ισχυρισμού τους αυτού. Και αυτό γιατί στη μαρτυρία του καθενός, αλλά και στη μεταξύ τους μαρτυρία υπήρξαν διάφοροι και αντικρουόμενοι ισχυρισμοί. Τα όσα ο Μ.Ε.3 προέβαλε επί του θέματος, αναφέρονται πιο πάνω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του και για αυτό δεν θα τα επαναλάβω, αλλά θα προχωρήσω και θα αναφερθώ στους ισχυρισμούς του ίδιου του ενάγοντα και του Μ.Ε.
  4. Ο Μ.Ε.1 όχι μόνο δεν ήταν σαφής και ξεκάθαρος, αλλά έδωσε και αντικρουόμενες απαντήσεις. Αρχικά ισχυρίσθηκε ότι όταν μετέβη στην σκηνή του ατυχήματος βρήκε εκεί την οδηγό του αυτοκινήτου, δηλαδή την εναγόμενη. Σε άλλο σημείο είπε ότι όταν έφθασε στην σκηνή βρήκε και τον Μ.Κ.3 ο οποίος μάλιστα του ανάφερε ότι είδε το ατύχημα και ήταν πρόθυμος να δώσει κατάθεση και για αυτό σημείωσε και τα στοιχεία του. Σε άλλο σημείο όμως ισχυρίσθηκε ότι όταν έφθασε στη σκηνή δεν βρήκε εκεί τον Μ.Κ.3 λέγοντας αργότερα ότι ποτέ δεν του μίλησε, ούτε και τον είδε. Διαφοροποιώντας ακόμα μια φορά την απάντηση του ισχυρίσθηκε ότι το όνομα και το τηλέφωνο του Μ.Κ.3 του τα έδωσε ο ενάγοντας ο οποίος του ανάφερε ότι το πρόσωπο αυτό είχε δει το ατύχημα και έτσι μπορούσε να του λάβει κατάθεση. Ο ενάγοντας και ως προς το ίδιο ζήτημα προέβαλε και αυτός διάφορους ισχυρισμούς. Αρχικά ισχυρίσθηκε ότι τον Μ.Ε.3 τον είδε κατά τη διάρκεια της μισής ώρας από τη στιγμή που έγινε η σύγκρουση μέχρι και την άφιξη του ασθενοφόρου στο μέρος. Είπε μάλιστα ότι εκείνη τη στιγμή ο Μ.Ε.3 του είπε ότι η κοπέλα, εννοώντας προφανώς την εναγόμενη, λέει ψέματα ότι ο ενάγοντας βρισκόταν σε «πλάγια θέση» και ότι αν αυτός το επιθυμεί μπορεί να έλθει στο Δικαστήριο για να μαρτυρήσει. Ισχυρίσθηκε ακόμα ότι είχε σημειώσει κάπου το όνομα και το τηλέφωνο που του έδωσε ο Μ.Ε.3 και στη συνέχεια έδωσε τα στοιχεία αυτά στην αστυνομία. Οι ισχυρισμοί του όμως αυτοί, δημιουργούν και απορίες, πως μπορεί να έγιναν όλα αυτά μετά από ένα τροχαίο ατύχημα στο οποίο ο μοτοσυκλετιστής είχε τραυματισθεί και αναμενόταν η άφιξη ασθενοφόρου στο μέρος. Συγκεχυμένες απαντήσεις έδωσε για το πότε και πως μπόρεσε να επικοινωνήσει με τον Μ.Κ.3 μετά το ατύχημα. Ισχυρίσθηκε αρχικά ότι σύμφωνα με τα όσα ο αστυφύλακας του ανάφερε η αστυνομία δεν μπόρεσε να επικοινωνήσει με τον Θεοδούλου (Μ.Κ.3), κάτι που ο ίδιος πέτυχε τηλεφωνικά 5 μήνες μετά το ατύχημα. Ισχυρίσθηκε ακόμα ότι ο ίδιος σε κάποιο στάδιο πληροφορήθηκε από γνωστό του άτομο και τη διεύθυνση εργασίας του Θεοδούλου. Έτσι, τον επισκέφθηκε στο κομμωτήριο που εργαζόταν. Στη συνέχεια όμως, είπε ότι πρώτα μίλησε τηλεφωνικά με τον Θεοδούλου ο οποίος και του είπε που εργάζεται και στη συνέχεια ρώτησε κάποιο γνωστό του ο οποίος και του ανάφερε που είναι το κομμωτήριο και πήγε και τον βρήκε. Ενώ επέμενε για την παρουσία του μάρτυρα στην σκηνή, δέχτηκε ότι αυτό δεν το ανέφερε στην κατάθεση του. Και αυτό παρόλο που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του έδωσε στον αστυφύλακα το όνομα και το τηλέφωνο του Μ.Κ.
  5. Μ.Ε.5 ήταν ο Δρ Κ. Χατζηβασίλης. Η μαρτυρία του και κατόπιν της δήλωσης του ύψους των γενικών αποζημιώσεων οι οποίες συμφωνήθηκαν όπως πιο πάνω αναφέρεται, καθίσταται πλέον χωρίς σημασία και για αυτό δεν υπάρχει λόγος να προχωρήσω σε αξιολόγηση της. Αποδέχομαι πάντως ότι η αμοιβή του για τις υπηρεσίες που προσέφερε στον ενάγοντα ανέρχεται στο ποσό των Ε 430=. Και αυτό γιατί ούτε οι προσφερθείσες από αυτόν στον ενάγοντα υπηρεσίες δεν αμφισβητήθηκαν, ούτε και το ύψος τους. Σε σχέση με τη ζημιά που υπέστη η μοτοσυκλέτα μαρτυρία έδωσαν δύο εκτιμητές μηχανοκινήτων οχημάτων, χωρίς η εμπειρογνωμοσύνη τους να αμφισβητηθεί. Ο Μάριος Οράτης (Μ.Ε.4) για τον ενάγοντα και ο Δημήτρης Χαραλάμπους (Μ.Υ.1) για την εναγόμενη. Το καθήκον των εμπειρογνωμόνων και οι αρχές σύμφωνα με τις οποίες πρέπει να προσεγγίζεται η μαρτυρία τους προσδιορίσθηκαν στην υπόθεση Σπύρου v. Χαραλάμπους
(1989)1 ΑΑΔ 289. Σε αυτήν αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Με την πρόοδο της επιστήμης τα Δικαστήρια δέχονται μαρτυρία εμπειρογνωμόνων και χρησιμοποιούν την εξειδικευμένη γνώση τους για να καταλήξουν σε ορθές αποφάσεις. Το καθήκον των μαρτύρων αυτών είναι να δώσουν στον δικαστή τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να μπορέσει να σχηματίσει γνώμη για την ανεξαρτησία της κρίσης τους και να καταλήξει ορθά στα ευρήματα των γεγονότων από την ενώπιον του μαρτυρία. Κατά κανόνα η ιατρική μαρτυρία, όπως και άλλη μαρτυρία εμπειρογνώμονα, θεωρείται ότι είναι μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα (R. V. Lantear
(1968)1 All E.R. 683, Andreas Anastasiades v. The Republic
(1977)2 CLR 97, Kyriakos Nicole Kouppis v. The Republic
(1977)2 CLR 361)». Είναι σημαντικό να λεχθεί ότι η εκτίμηση των δύο αυτών εκτιμητών, δεν διαφέρει ουσιαστικά, αφού και όσο αφορά το ύψος της εκτιμηθείσας ζημιάς, η διαφορά τους ανέρχεται σε ένα μόνο Ευρώ. Το σημείο στο οποίο ουσιαστικά εστιάσθηκε η διαφωνία των δύο πλευρών, ήταν ως προς το είδος και την έκταση της ζημιάς στο εξώστ της μοτοσυκλέτας, στην οποία ήταν κοινά παραδεκτό ότι υπήρξε ζημιά. Διαφωνία επίσης υπήρξε, εάν είχε προκληθεί ζημιά στον πισινό τροχό της μοτοσυκλέτας. Αναφορικά με την ύπαρξη κάποιας ζημιάς, στην πισινή πινακίδα με τους αριθμούς εγγραφής της μοτοσυκλέτας, ότι δηλαδή από το κάτω μέρος δεξιά έλειπε ένα μικρό κομμάτι, δεν υπήρξε αμφισβήτηση αφού και ο Μ.Υ.1 δέχθηκε την ύπαρξη της συγκεκριμένης ζημιάς. Ο Μ.Ε.4 κλήθηκε και ήλεγξε τη μοτοσυκλέτα στις 19/6/
  1. Όσο αφορά τη ζημιά στο εξώστ, ήταν η θέση του ότι το εξώστ που είναι μόνο διακοσμητικό στοιχείο, παρουσίαζε μερικά γδαρσίματα στο κάτω του μέρος, αλλά επειδή είναι κατασκευασμένο από χρώμιο (stainless steel), δεν μπορούσε να επιδιορθωθεί και για το λόγο αυτό ήταν αναγκαία η αντικατάσταση του. Εκτός της ζημιάς αυτής στο εξώστ, εντόπισε και κάποια γδαρσίματα στο πισινό λάστιχο, όπως και στην πισινή πινακίδα εγγραφής. Ο Μ.Υ.1 διαφώνησε με τη θέση του Μ.Ε.4 ότι το εξώστ αποτελεί διακοσμητικό στοιχείο, λέγοντας ότι αυτό έχει τη λειτουργία του. Υποστήριξε ακόμα ότι στο μέσο περίπου του εξώστ που βρίσκεται στη δεξιά πλευρά της μοτοσυκλέτας, εντόπισε βούλες αλλά και γδαρσίματα από τρίψιμο, το οποίο κατά την άποψη του, προκλήθηκαν από τον προφυλακτήρα του αυτοκινήτου, όταν το εξώστ κτυπήθηκε από το αυτοκίνητο και στη συνέχεια τρίφτηκε λόγω της κίνησης. Για αυτό και ήταν αναγκαία η αντικατάσταση του. Διαφώνησε επίσης με τον Μ.Ε.4 για ζημιά στον πισινό τροχό της μοτοσυκλέτας και είπε ότι ο ίδιος δεν εντόπισε ούτε ζημιά, ούτε σχισμή, ούτε οποιοδήποτε άλλο ίχνος από κτύπημα. Μεταξύ της μαρτυρίας των δύο αυτών εμπειρογνωμόνων, επιλέγω ως πλέον αξιόπιστη, αλλά και επιστημονικά τεκμηριωμένη τη μαρτυρία του Μ.Υ.
  2. Και αυτό γιατί αυτός, είχε την ευκαιρία να δει και επιθεωρήσει τη μοτοσυκλέτα λίγες μέρες μετά το ατύχημα, σε αντίθεση με τον Μ.Ε.4 ο οποίος το έπραξε πολλή καιρό αργότερα και συγκεκριμένα οκτώ περίπου μήνες μετά, αλλά και γιατί ο Μ.Υ.1 καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν θετικός και σταθερός στις απαντήσεις του, σε αντίθεση με τον Μ.Ε.4 ο οποίος σε κάποιες περιπτώσεις απέφευγε να απαντά ευθέως και να δίδει σαφείς και ξεκάθαρες απαντήσεις με αποτέλεσμα να καθίσταται προφανές ότι με τη μαρτυρία του απλώς προσπάθησε να ενισχύσει την εκδοχή του ενάγοντα ότι η σύγκρουση προκλήθηκε από κτύπημα στην πίσω πλευρά της μοτοσυκλέτας. Αντεξεταζόμενος ο Μ.Ε.4 για τη ζημιά στο εξώστ, δεν ήταν καθόλου σταθερός και κατά συνέπεια ούτε και πειστικός. Ενώ αρχικά επέμενε ότι όταν εξέτασε τη μοτοσυκλέτα η ζημιά στο εξώστ ήταν μόνο γδαρσίματα και όχι σχισίματα επί του μετάλλου, αντεξεταζόμενος επί του Τεκμηρίου Β για Αναγνώριση, που στη συνέχεια κατατέθηκε ως Τεκμήριο 14 και ήταν φωτογραφίες της μοτοσυκλέτας που έλαβε ο Μ.Υ.1 σε προηγούμενο χρόνο πριν ο Μ.Ε.4 επιθεωρήσει τη μοτοσυκλέτα, ερωτώμενος εάν εκτός από τα γδαρσίματα βλέπει και δύο σχισίματα απάντησε θετικά σημειώνοντας τα μάλιστα, σε συγκεκριμένη φωτογραφία του τεκμηρίου αυτού. Δέχθηκε αντεξεταζόμενος ότι τα γδαρσίματα επί του εξώστ, δεν επηρέαζαν την ασφάλεια της μοτοσυκλέτας, όπως ούτε και τα γδαρσίματα που όπως ισχυρίσθηκε εντόπισε στο πισινό τροχό. Αντεξεταζόμενος όμως γιατί ενώ και τα δύο αποτελούν σύμφωνα με τη θέση του διακοσμητικής μόνο φύσης προβλήματα, κατέγραψε στην εκτίμηση του μόνο τη ζημιά στο εξώστ, δεν έδωσε καθόλου πειστικές απαντήσεις, αλλά απαντούσε με γενικό και αόριστο τρόπο, πλήρως ασαφή. Είπε σε κάποιο σημείο «Το εξώστ είναι διακοσμητικό. Ο τροχός μόνο αν έχει τριβή, για ασφάλεια πάνω στο δρόμο. Δεν είναι διακοσμητικό», συνεχίζοντας και στη συνέχεια, να αποφεύγει να απαντά ευθέως. Ερωτώμενος αμέσως μετά εάν το εξώστ είναι διακοσμητικό στοιχείο στη μοτοσυκλέτα, ενώ ο τροχός λειτουργικό, απάντησε «Ναι. Όχι, δεν είναι διακοσμητικό είναι αποσιωπητήρας, έχει χρήση πάνω στο σύνολο της μηχανής της μοτόρας αλλά το επίστρωμα του το εξωτερικό, είναι διακοσμητικό. Μπορούσε να είναι και σωλήνα. Ο άλλος πληρώνει για να βάλει το διακοσμητικό». Απορίες όμως δημιουργούνται από το γεγονός ότι στην έκθεση την οποία ετοίμασε, δεν κατέγραψε τις ζημιές που όπως ισχυρίσθηκε εντόπισε στην πίσω πλευρά της μοτοσυκλέτας και ειδικότερα στον πισινό της τροχό. Αξίζει στο σημείο αυτό να επισημανθεί και μια διαφορά που υπάρχει μεταξύ της μαρτυρίας του και αυτής του Μ.Ε.
  3. Ενώ ο τελευταίος ισχυρίσθηκε ότι πάνω στο τροχό της μοτοσυκλέτας είδε κάποια «ασπρούθκια», ο Μ.Κ.4 είδε όπως είπε πάνω σε αυτόν μαύρισμα. Η προσπάθεια του Μ.Κ.4 να αποδώσει την παράλειψη του αυτή σε παραδρομή, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, γιατί θεωρώ ότι ως επαγγελματίας που κλήθηκε να επιθεωρήσει και να καταγράψει τις ζημιές που προκλήθηκαν στη μοτοσυκλέτα από το ατύχημα, όφειλε και θα έπρεπε να το πράξει εκτελώντας έτσι με τρόπο ορθό τα καθήκοντα που του ανατέθηκαν. Εν πάση περιπτώσει και σε σχέση με τη ζημιά στην πινακίδα δέχθηκε ότι αυτή περιοριζόταν σε ένα μικρό σπάσιμο στη δεξιά γωνιά της πινακίδας και ότι αυτή η πινακίδα δεν είχε γίνει κομμάτια και δεν ήταν ούτε κτυπημένη στη μέση. Για τους πιο πάνω λόγους δεν μπορώ να στηριχθώ στη μαρτυρία του Μ.Ε.4 και επιλέγω και αποδέχομαι αυτήν του Μ.Υ.
  4. Πρέπει πάντως να λεχθεί ότι εκτός του Μ.Ε.4 και ο Μ.Υ.1 εξέφρασε απόψεις για τις συνθήκες υπό τις οποίες έγινε το ατύχημα και διάφορα σχετικά. Οι απόψεις όμως αυτές ως τέτοιες, δεν μπορούν να γίνουν αποδεχτές καθότι κανένας από αυτούς δεν διαφάνηκε να έχει εμπειρογνωμοσύνη για αναπαράσταση τροχαίων ατυχημάτων. Παρά το ότι και η μαρτυρία της εναγόμενης παρουσιάζει κάποιες αδυναμίες και μικροαντιφάσεις, εν τούτοις αυτές κρίνονται ανίκανες να επηρεάσουν την αξιοπιστία της γιατί αυτές δεν αφορούν ουσιαστικά σημεία για την υπόθεση, ενώ η γενικότερη εντύπωση που σχημάτισα για αυτήν παρακολουθώντας την να καταθέτει από το εδώλιο του μάρτυρα ήταν θετική. Δεν δίστασε να δεχθεί κάποια γεγονότα τα οποία πιθανόν να επηρέαζαν αρνητικά την υπόθεση της. Μια τέτοια περίπτωση ήταν όταν δέχθηκε ότι πράγματι είδε να υπάρχει ζημιά στη δεξιά πλευρά της πισινής πινακίδας της μοτοσυκλέτας. Ούτε και προσπάθησε να παρουσιάσει τα γεγονότα όσο πιο ευνοϊκά μπορούσε προς όφελος της υπόθεσης της. Αυτό παρατηρείται όταν αντεξεταζόμενη από τον ευπαίδευτο συνήγορο του ενάγοντα αν είδε να υπάρχει εκεί αυτόπτης μάρτυρας του ατυχήματος δεν έσπευσε να το αρνηθεί, αλλά περιορίσθηκε να πει ότι παρόλο που η ίδια δεν είδε κανένα, δεν μπορούσε να γνωρίζει αν υπήρχε ή όχι. Το ίδιο έπραξε όταν ρωτήθηκε εάν υπήρχε ζημιά στον πισινό τροχό της μοτοσυκλέτας. Σημαντικό επίσης στοιχείο που συνηγορεί υπέρ της αλήθειας της εκδοχής της είναι γιατί η μαρτυρία της ενισχύεται από την πραγματική μαρτυρία η οποία και όπως τονίσθηκε στην Χριστοδούλου v. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 389, ορθά είχε χρησιμοποιηθεί ως γνώμονας για να ελεχθεί η αξιοπιστία των μαρτύρων (βλ. επίσης Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ v. Μιχαήλ
(1997)1 (Γ) ΑΑΔ 1388). Σύμφωνα με τα λεχθέντα στην Ε. Ιορδάνου κ.α. v. Γ. Κυριάκου κ.α.
(1996)1 (Β) ΑΑΔ 1364, «Η κοινή λογική αποτελεί αναντικατάστατο οδηγό στην εξαγωγή συμπερασμάτων από γεγονότα και το συσχετισμό τους. Τα συμπεράσματα, που μπορεί να εξαχθούν από την πραγματική μαρτυρία, αποτελούν συνάρτηση της κοινής λογικής, όπως και η εξήγηση γεγονότων που ανάγονται σε στοιχειώδεις κανόνες της φυσικής - (Σαββίδης ν. White
(1996)1 Α.Α.Δ. 567)». Στην υπόθεση Ιωαννίδου κ.α.v. Singh κ.α.
(2001)1 (Γ) ΑΑΔ 1805 τονίστηκε η σημασία που ενέχει η πραγματική μαρτυρία στην περίπτωση, που όπως και η παρούσα, προβάλλονται δύο αντικρουόμενες εκδοχές. «Πρέπει περαιτέρω να τονίσουμε πως σε περιπτώσεις όπου υπάρχουν δύο συγκρουόμενες εκδοχές ή αμφισβήτηση συγκεκριμένων γεγονότων που καθίστανται επίδικα, είναι τεράστια η σημασία της πραγματικής μαρτυρίας, γιατί όπου αυτή δεν μπορεί να αμφισβητηθεί καθίσταται το μέτρο ελέγχου της ορθότητας της προφορικής και άλλης μαρτυρίας που δίδεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Σχετικό επί του προκειμένου είναι το πιο κάτω απόσπασμα στη σελ. 216 στην Ιωαννίδου ν. Γιαννή
(1990)1 Α.Α.Δ. 213, όπου, μεταξύ άλλων, γίνεται αναφορά και σε άλλη νομολογία: "H σημασία και οι προεκτάσεις της πραγματικής μαρτυρίας η οποία προέκυψε από την ανίχνευση της σκηνής του δυστυχήματος έχει τονιστεί σε πολλές αποφάσεις. Δεν αποτελεί (η πραγματική μαρτυρία) μόνο γνώμονα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και την αξιολόγηση των διϊστάμενων εκδοχών, αλλά και οδηγό για τον έλεγχο των λεπτομερειών της μαρτυρίας σε θέματα στα οποία οι άμεσα αναμεμειγμένοι εύκολα μπορεί να κάμουν λάθος όπως οι αποστάσεις και ο χρόνος που μεσολαβεί μεταξύ των διαδραματιζόμενων. (Βλ. μεταξύ άλλων Halloumias v. The Police
(1970)2 C.L.R. 154, Meshiou v. Eleftheriou
(1982)1 C.L.R., 486, Adamis and another v. Eracleous
(1982)1 C.L.R., 278, και Teklima Ltd. v. A.P. Lanitis Co. Ltd & another
(1987)1 C.L.R. 614). (Πικής, Δ.) (Δέστε και Ευαγγέλου ν. Γιαννακού
(1992)1 Α.Α.Δ. 1243, Σοφοκλή ν. Λεωνίδου
(1993)1 Α.Α.Δ. 1003 και Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1 Α.Α.Δ. 267)». Στην εξεταζόμενη περίπτωση και όπως προαναφέρεται τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου δύο διαφορετικές εκδοχές ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το ατύχημα. Από τη μια ο ενάγοντας υποστήριξε ότι η σύγκρουση ήταν προσθιοπίσθια και από την άλλη η εναγόμενη ότι ήταν διαγώνια. Έχει καταδειχθεί ότι η μεγαλύτερη ζημιά που προκλήθηκε στη μοτοσυκλέτα ήταν στο εξώστ της μοτοσυκλέτας, στη δεξιά της πλευρά. Διαφάνηκε ακόμα ότι η μοναδική ζημιά στην πισινή πινακίδα της μοτοσυκλέτας ήταν η αποκοπή ενός μικρού κομματιού από την κάτω δεξιά πλευρά της πινακίδας, χωρίς αυτή να παρουσιάζει βουλώματα ή οτιδήποτε άλλο. Λαμβάνοντας υπόψη τις ζημιές που προκλήθηκαν στη μοτοσυκλέτα και οι οποίες ενισχύουν την εκδοχή της εναγομένης αποδέχομαι τη μαρτυρία της, εκτός μόνο από το σημείο στο σημείο στο οποίο εξέφρασε απόψεις εάν ο ενάγοντας και προτού επιχειρήσει να εισέλθει στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας στην οποία η ίδια οδηγούσε, προσπερνούσε τα αυτοκίνητα που βρίσκονταν στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας από τα δεξιά ή τα αριστερά τους. Και αυτό γιατί ήταν σαφές ότι τα όσα προέβαλε, αποτελούσαν εικασίες και μόνο αφού και όπως με σαφήνεια είπε, η πρώτη φορά που τον είδε ήταν όταν βγήκε απότομα διαγώνια μπροστά της. Δεδομένων των πιο πάνω παραδεκτών γεγονότων και της αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Στις 4/10/2007 η εναγόμενη οδηγούσε το αυτοκίνητο της με αριθμούς εγγραφής ΕΤΥ128 με δυτική κατεύθυνση στη Λεωφόρο Μακαρίου Γ΄ στη Λεμεσό και ταχύτητα 50 χιλιομέτρων περίπου χρησιμοποιώντας τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία της. Η λεωφόρος είναι πολυσύχναστη οδός με τρεις λωρίδες κυκλοφορίας. Δύο για όσους οδηγούν με δυτική κατεύθυνση και μία για όσους οδηγούν με κατεύθυνση ανατολική. Την ώρα του ατυχήματος υπήρχε αρκετή τροχαία κίνηση. Στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία της εναγόμενης, υπήρχαν πολλά αυτοκίνητα τα οποία προχωρούσαν σιγά-σιγά. Μπροστά από το αυτοκίνητο της εναγομένης, στη δεξιά δηλαδή λωρίδα σύμφωνα με την πορεία της και στην οποία αυτή οδηγούσε η κίνηση ήταν ελεύθερη. Στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, με ανατολική δηλαδή κατεύθυνση η κίνηση ήταν λιγοστή. Ενώ η εναγόμενη οδηγούσε κανονικά στην πορεία της στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, ο ενάγοντας οδήγησε τη μοτοσυκλέτα με αριθμούς εγγραφής ΕΕΑ752, οδήγησε τη μοτοσυκλέτα του ξαφνικά και απότομα και διαγώνια από την αριστερή λωρίδα στη δεξιά, για να μπορέσει στη συνέχεια να στρίψει σε παρακείμενη πάροδο που βρισκόταν στα δεξιά και ήταν ενέργεια επιτρεπτή. Η εναγόμενη, μόλις αντιλήφθηκε τη μοτοσυκλέτα του ενάγοντα πάτησε τα φρένα του αυτοκινήτου της αλλά η σύγκρουση δεν αποφεύχθηκε. Το σημείο σύγκρουσης, με το οποίο συμφώνησαν και οι δύο οδηγοί, βρίσκεται στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία των δύο εμπλεκόμενων οχημάτων και η οποία έχει πλάτος 3.20 μέτρα. Το όριο ταχύτητας είναι 50 χιλιόμετρα. Το αυτοκίνητο της εναγόμενης άφησε στην άσφαλτο ίχνη τροχοπέδησης 14.90 μέτρα σε ευθεία γραμμή. Η ορατότητα στο δρόμο και σύμφωνα με την πορεία των δύο οδηγών ήταν γύρω στα 100 μέτρα. Από τη σύγκρουση ο ενάγοντας τραυματίσθηκε και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο. Η μοτοσυκλέτα παρουσίαζε μεταξύ άλλων ζημιές συνολικής αξίας Ε2.458= και συγκεκριμένα βούλες και γδαρσίματα στη δεξιά πλευρά του εξωστ, ενώ από το κάτω δεξιό μέρος της πισινής πινακίδας έλειπε ένα μικρό κομματάκι. Σε σχέση με το ζήτημα της αμέλειας καθοδηγητικά είναι τα όσα αναφέρονται στην υπόθεση Σωκράτους v. Aστυνομίας
(1989)2 AAΔ.1: «Η αμέλεια σύγκειται στην παράλειψη εκπλήρωσης του καθήκοντος μέριμνας και φροντίδας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας ( duty of care) oφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του οδηγού, το γείτονα όπως επιγραμματικά αναφέρεται στην απόφαση του Λόρδου Atkin στην υπόθεση Donoghue v. Stevenson
(1932)a.c. 562». Σχετικά είναι επίσης τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Στρατμάρκο Λτδ v. Πέτρου Μιχαήλ
(1989)1 (Ε) ΑΑΔ 453, στην οποία καθορίστηκε τι συνιστά αμέλεια και διευκρινίστηκαν τα στοιχεία που τη συνθέτουν. Το καθήκον του οδηγού είναι να ενεργεί όπως ένας λογικός και συνετός οδηγός, θα οδηγούσε υπό τις περιστάσεις και το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Στην υπό κρίση υπόθεση και όπως διαφάνηκε από τη μαρτυρία που έχει γίνει αποδεκτή, ο ενάγοντας εντελώς ξαφνικά και απότομα εισήλθε από την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας στην οποία οδηγούσε, στη δεξιά στην οποία οδηγούσε η εναγόμενη χωρίς προηγουμένως να ελέγξει αν ήταν ασφαλές να το πράξει, παραλείποντας με τον τρόπο αυτό να ασκήσει το καθήκον δέουσας επιμέλειας και προσοχής. Για αυτό και η ευθύνη του ενάγοντα είναι έκδηλη. Αυτός χωρίς να ελέγξει την τροχαία κίνηση που υπήρχε στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία του εισήλθε ξαφνικά και απότομα σε αυτήν από την αριστερή στην οποία βρισκόταν χωρίς να αντιληφθεί την παρουσία της εναγομένης η οποία οδηγούσε κανονικά στην πορεία της με αποτέλεσμα να της ανακόψει την ελεύθερη πορεία. Γενεσιουργός λοιπόν αιτία του ατυχήματος ήταν η ενέργεια του ενάγοντα να εισέλθει ξαφνικά και απότομα από την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας στην οποία οδηγούσε στη δεξιά χωρίς προηγουμένως να ελέγξει την τροχαία κίνηση που υπήρχε στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και να βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλές να το πράξει. Ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι η εναγόμενη είχε οποιοδήποτε καθήκον να εντείνει την προσοχή της έναντι δυνητικού κινδύνου που θα μπορούσε να προκύψει από ενέργεια άλλου οδηγού, πριν τέτοιος κίνδυνος εκδηλωθεί. Και αυτό γιατί και όπως είναι καλά νομολογημένο το καθήκον για επιμελή οδήγηση δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας από άλλους οδηγούς (βλ. Ζαχαρία κ.ά. ν. Καραολή
(2004)1 Α.Α.Δ. 72). Και αυτό λαμβανομένου υπόψη ότι στην εξεταζόμενη περίπτωση έγινε δεκτή η μαρτυρία της εναγομένης ότι ο ενάγοντας εντελώς ξαφνικά και απότομα εισήλθε στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας με αποτέλεσμα μόλις τον αντελήφθηκε να πατήσει τα φρένα του αυτοκινήτου της χωρίς όμως να καταφέρει να αποφύγει τη σύγκρουση. Θα πρέπει τώρα να εξετασθεί κατά πόσον έχει στοιχειοθετηθεί συντρέχουσα αμέλεια της εναγομένης. Είναι θεμελιωμένο ότι η συντρέχουσα αμέλεια αποτελείται από την παράλειψη λήψεως επαρκών προφυλάξεων. Όπως επαναλήφθηκε στην Σολωμού v. Γενικού Εισαγγελέα
(2009)1 (Α) ΑΑΔ 623 : «....... το μόνο που απαιτείται να αποδειχθεί είναι το κατά πόσο το βλαβέν πρόσωπο, παρά το δικό του συμφέρον, παρέλειψε να ασκήσει εύλογη φροντίδα για τη δική του ασφάλεια και συνέβαλε με τη δική του παράλειψη στην πρόκληση της βλάβης που υπέστη. (Βλ. σχετικά Siakos v. Nicolaou
(1980)1 C.L.R.333, Xenophontos and Another v. Anastassiou
(1981)1 C.L.R. 521)». Πρέπει όπως λέχθηκε και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Στυλιανού κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1718 «..... να αποδεικτεί ότι ο ενάγων προέβη σε ενέργειες που συνέβαλαν στον τραυματισμό του». Στην παρούσα περίπτωση κρίνεται ότι δεν μπορεί να αποδοθεί στην εναγόμενη οποιοδήποτε ποσοστό συντρέχουσας αμέλειας. Και αυτό για τους ακόλουθους λόγους. Η εναγόμενη οδηγούσε κανονικά το αυτοκίνητο της στην λεωφόρο χρησιμοποιώντας τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και με ταχύτητα μη απαγορευμένη, αλλά ο ενάγοντας εντελώς ξαφνικά και απότομα εισήλθε από την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας την οποία χρησιμοποιούσε στη δεξιά, χωρίς να ελέγξει προηγουμένως την τροχαία κίνηση και αν ήταν ασφαλές να το πράξει με αποτέλεσμα να παρεμβάλει εμπόδιο στην ελεύθερη πορεία της εναγόμενης η οποία παρόλο που χρησιμοποίησε τα φρένα της δεν κατάφερε να αποφύγει τη σύγκρουση. Όπως προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου η εναγόμενη ενήργησε ως ένας λογικός και συνετός οδηγός, σε αντίθεση με τον ενάγοντα ο οποίος παραγνώρισε την τροχαία κίνηση που υπήρχε στη λεωφόρο και την υποχρέωση του να επιχειρήσει με ασφάλεια τη μετάβαση του από την αριστερή στη δεξιά λωρίδα. Όπως και στην υπόθεση Κ. Ξυπτερά v. Χρ. Κυπριανού
(1997)1 ΑΑΔ 1696 στην οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο η ευπαίδευτη συνήγορος της εναγομένης, έτσι και στην παρούσα καμία ευθύνη δεν μπορεί να αποδοθεί στην εναγομένη. Στην υπόθεση Ξυπτερά, αυτοκίνητο που προσπαθούσε να διασταυρώσει διαγώνια το δρόμο και να εισέλθει στην απέναντι πλευρά του, απέκοψε το δρόμο στο αυτοκίνητο που ακολουθούσε με αποτέλεσμα να προκληθεί σύγκρουση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε αποκλειστικά υπεύθυνο τον οδηγό του προπορευόμενου αυτοκινήτου και το Εφετείο δεν επενέβη (βλ. επίσης Ζαχαρία v. Καραολή
(2004)1 ΑΑΔ 72). Μετά την πιο πάνω κατάληξη μου η τύχη της αγωγής είναι προδιαγεγραμμένη. Παρόλο αυτά και για την περίπτωση που κριθεί ότι λανθάνομαι θα προχωρήσω να εξετάσω εάν έχουν αποδειχθεί κάποιες αξιούμενες ειδικές ζημιές πέραν εκείνων που έχουν συμφωνηθεί. Η νομολογία είναι σαφέστατη ότι οι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει όχι μόνο να εξειδικεύονται στα δικόγραφα αλλά και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα (βλ. Χαραλάμπους v. Χαραλάμπους Πολ. Εφ.360/08/26.4.2012). Στην εξεταζόμενη περίπτωση οι αξιούμενες ειδικές ζημιές δικογραφούνται με την απαραίτητη επάρκεια. Η μόνη όμως που έχει αποδειχθεί πέραν αυτών που έχουν συμφωνηθεί είναι η αμοιβή του Δρ Χατζηβασίλη (Μ.Ε.5). Και αυτό γιατί επί του θέματος έγινε αποδεκτή η μαρτυρία του γιατρού αυτού, όπως και πιο πάνω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του αναφέρεται ενώ για τις λοιπές είτε δεν δόθηκε καθόλου μαρτυρία, είτε η μαρτυρία που προσκομίσθηκε έχει απορριφθεί για του λόγους που πιο πάνω εκτίθενται. Στην περίπτωση δηλαδή που είχε αποδειχθεί ευθύνη της εναγόμενης, ο ενάγοντας θα δικαιούτο να λάβει επί πλήρους ευθύνης και πέρα από τα ποσά που έχουν συμφωνηθεί και πάλι επί πλήρους ευθύνης και το ποσό της αμοιβής του Δρ Χατζηβασίλη. Όπως συνάγεται από όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω, η αγωγή θα έχει απορριπτική κατάληξη. Συνακόλουθα η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα εναντίον του ενάγοντα και υπέρ της εναγομένης όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).......... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ² cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.