JACQUELINE LEA ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1654/2013, 22/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A398 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Ν. Σταύρου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1654/2013 Μεταξύ: JACQUELINE LEA Ενάγουσας -και-
- CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD
- ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
- ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ Εναγόμενων Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερ. 26.6.2014 Μεταξύ: JACQUELINE LEA Ενάγουσας -και-
- CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD
- ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
- ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
- ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ Εναγόμενων Αίτηση ημερ. 23.1.2015 22 Δεκεμβρίου, 2015 Για Εναγόμενη 1-Αιτήτρια: κ. Κλ. Στυλιανού. Για Ενάγουσα-Καθ' ης η αίτηση: κα Ε. Ασσιώτου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση, η εναγόμενη 1 (εφεξής η αιτήτρια) ζητά: (Α) Διάταγμα ακύρωσης και/ή παραμερισμού (set aside) του ειδικώς οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής και/ή απόρριψης και/ή αναστολής της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής εναντίον της Εναγομένης 1 για το λόγο ότι η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται και/ή δεν έχει locus standi να εγείρει την παρούσα αγωγή και/ή για το λόγο ότι δεν εγείρεται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Εναγόμενης 1- Αιτήτριας. Η Aίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.9 Θ.Θ.5 και 10, Δ.16 θ.9, Δ.19 Θ.26, Δ.27 Θ.3, Δ.48 Θ.Θ.1-9,,Δ.64 Θ.Θ.1 και 2, στη διακριτική ευχέρεια, στις συμφυείς εξουσίες και στην πρακτική του Δικαστηρίου. Από πλευράς γεγονότων συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του δικηγόρου κ. Ανδρέα Χριστοφίδη. Η διατυπωθείσα θέση του ενόρκως δηλούντος είναι σχετικά απλή. Η όλη υπόθεση εξηγεί, αφορά την αγορά αξιογράφων το 2009 και 2010 από τον (αποβιώσαντα έπειτα) σύζυγο της ενάγουσας από την αιτήτρια τράπεζα. Στην επίμαχη συναλλαγή/συμφωνία, η ενάγουσα (εφεξής η καθ' ης η αίτηση) δεν ήταν συμβαλλόμενη. Συνεπώς - παρά το γεγονός ότι τα αξιόγραφα σε μεταγενέστερο χρόνο της μεταβιβάστηκαν από το σύζυγο της, δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της αιτήτριας - τουλάχιστον με τον τρόπο που είναι διατυπωμένη η Έκθεση Απαίτησης - η οποία, φαίνεται να στηρίζεται σε αμέλεια, δόλο, απάτη, ψευδείς παραστάσεις και άλλα συναφή. Για τον λόγο αυτό, καταλήγει ο ενόρκως δηλών, είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, να δοθεί τέλος στην εναντίον της αιτήτριας αγωγή, με ένα από τους τρόπους που εξειδικεύονται στο υπό αξίωση διάταγμα. Η καθ' ης η αίτηση αντέδρασε στα πιο πάνω καταχωρώντας την 1.9.2015 Ειδοποίηση για Πρόθεση Ένστασης (εφεξής η Ένσταση). Σ' αυτή προβάλλονται οι εξής ειδικοί λόγοι ένστασης:
- Η αίτηση της Εναγόμενης 1 είναι καταχρηστική και σκοπό έχει την καθυστέρηση απονομής της δικαιοσύνης.
- Υπάρχει και αποκαλύπτεται αιτία αγωγής καθώς και Locus Standi της Ενάγουσας όπως αναφέρεται στην έκθεση απαίτηση της.
- Δεν καταδεικνύεται από την αίτηση της Αιτήτριας ότι η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή εναντίον της.
- Η αίτηση δεν αποκαλύπτει στοιχεία που να δικαιολογούν την έκδοση της αιτούμενης θεραπείας.
- Η Αιτήτρια υποβάλλει την παρούσα αίτηση με πλήρη περιφρόνηση των δικαιωμάτων της Καθ' ης η αίτηση, αφού επιδιώκεται η απαγόρευση στην Καθ' ης η αίτηση να μετέλθει κανονικής δίκης.
- Η αίτηση καταχωρήθηκε καθυστερημένα.
- Η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη.
- Για όλους τους λόγους που αναφέρονται ή εξυπακούονται στην ένορκη δήλωση. Η νομική βάση της 'Eνστασης είναι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.19, Θ.4, 5, 10-23, 25 και 26, Δ.20 Θ.2-4, Δ.27, Θ.1, Δ.48, Θ.1, 2, 3, 4, 7 και 9, Δ.64 Θ.1-2, το άρθρο 30 του Συντάγματος, το άρθρο 29 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η Νομολογία, η πρακτική και οι γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου. Το πραγματικό δε υπόβαθρο της Ένστασης συναντάται στην ένορκη δήλωση της ίδιας της καθ' ης η αίτηση. Η δική της θέση, ως διατυπώνεται στην εν λόγω ένορκη δήλωση, είναι εκ διαμέτρου αντίθετη. Διατείνεται, ότι, έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της αιτήτριας, αφού ο λογαριασμός, από τον οποίο προήλθαν τα χρήματα για την αγορά των αξιογράφων, ήταν κοινός μετά του συζύγου της. Ομοίως, οι τόκοι που προέκυψαν από την κατοχή των εν λόγω αξιογράφων των ετών 2009 και 2010, της καταβλήθηκαν προσωπικά. Έτσι η διακοπή πληρωμής τόκων που επακολούθησε είναι (και) τα δικά της συμφέροντα που επηρέασαν. Στις 10.9.2012, προσωπικά, απέστειλε προς την αιτήτρια, επιστολή διαμαρτυρίας (τεκμήριο Β επί της Ενστάσεως), σε σχέση με τα όσα παραπλανητικά τους είχε αναφέρει, τότε, υπάλληλος της αιτήτριας, για να τους εξωθήσει στην αγορά των αξιογράφων και τα οποία, αποτελούν εν πολλοίς, το υπόβαθρο της παρούσης αγωγής. Συνεπώς, έχει συνταγματικό δικαίωμα, φρονεί, να προωθήσει την παρούσα αγωγή και να προβάλει τους ισχυρισμός της στα πλαίσια μιας κανονικής ακροαματικής διαδικασίας. Για τους λόγους αυτούς, ζητά την απόρριψη της Αίτησης με έξοδα. Κατά την ακρόαση της Αίτησης, αγόρευσαν απλώς οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών. Ο κ. Στυλιανού, εκ μέρους της αιτήτριας, επέλεξε να αγορεύσει προφορικά ενώ η ευπαίδευτος συνήγορος της καθ' ης η αίτηση, κα Ασσιώτου, ετοίμασε, υιοθέτησε και κατέθεσε γραπτή αγόρευση. Οι αγορεύσεις ήταν λακωνικές και στοχευμένες, κινούμενες στις ίδιες περίπου γραμμές, όπως οι ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την Αίτηση και Ένσταση αντίστοιχα. Για τη διαμόρφωση κρίσης, μελέτησα με προσοχή το περιεχόμενο των αγορεύσεων και στάθμισα την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία των ευπαιδεύτων συνηγόρων. Προτού προχωρήσω στην έκδοση της καταληκτικής μου ετυμηγορίας, πιστεύω, θα ήταν χρήσιμο να προβώ σε μια σύντομη σκιαγράφηση των εφαρμοστέων νομικών αρχών. Η δεσπόζουσα νομική βάση μιας τέτοιου είδους αίτησης, θα πρέπει να είναι η Διαταγή 27, Θεσμός 3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία διαλαμβάνει ως εξής: Το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως οιονδήποτε δικόγραφο διαγραφεί για το λόγο ότι δεν περιέχει λογικό αγώγιμο δικαίωμα ή απάντηση και σε τέτοια περίπτωση ή σε περίπτωση που η αγωγή ή υπεράσπιση φανεί από τα δικόγραφα ότι είναι μηδαμινή ή ενοχλητική το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως η αγωγή ανασταλεί ή απορριφθεί, ή να εκδώσει απόφαση που θα είναι δικαία. Στην υπόθεση Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Γενικού Εισαγγελέα v. Γεωργίου
(2003)1 Α.Α.Δ. 704, το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε σε δύο αγγλικές, σχετικές με το θέμα, αποφάσεις. Η πρώτη ήταν η Drummond-Jackson v. British Medical Association [1970] 1 All E.R.1094, όπου το βασικό ερώτημα που εγείρεται το έθεσε ο Δικαστής Lord Pearson ως ακολούθως: "Does this statement of claim disclose an alleged cause of action which has some chance of success?" Σε ελεύθερη μετάφραση, «Η έκθεση απαίτησης αποκαλύπτει μια κατ' ισχυρισμό βάση αγωγής που έχει κάποια πιθανότητα επιτυχίας;» Η δεύτερη ήταν η Nagle v. Feilden [1966] 1 All E.R. 697, όπου ο Δικαστής Salmon L.J. ανέφερε.- "It is well settled that a statement of claim should not be struck out and the plaintiff driven from the judgment seat unless the case is unarguable." Σε ελεύθερη μετάφραση, «Έχει καλά καθιερωθεί ότι μια έκθεση απαίτησης δεν πρέπει να διαγράφεται και ο ενάγων να εκτοπίζεται από τη θέση της δικαστικής απόφασης εκτός αν η υπόθεση δεν έχει βάση συζήτησης.» Παλαιότερα στην υπόθεση In Re Pelmako Development Ltd
(1991)1 A.A.Δ. 246, υποδείχθηκαν τα εξής: «..Η διαγραφή δικογράφου, και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο ο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά, η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.1του Συντάγματος.» Στις ίδιες γραμμές κινήθηκε και η υπόθεση Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λεμεσού- Αμαθούντος κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Γενικού Εισαγγελέα
(2007)1 Α.Α.Δ 21 όπου στη σελ. 26 παρατηρήθηκε ότι:- «Το στάδιο εξέτασης αιτήσεως διαγραφής δικογράφου ως μη αποκαλύπτοντος αγώγιμο δικαίωμα εναντίον κάποιου Εναγόμενου δεν προσφέρεται για την εξέταση από το Δικαστήριο της ισχύος της υπόθεσης του Ενάγοντος. Εκείνο που εξετάζεται στα πλαίσια αίτησης διαγραφής δικογράφου είναι το κατά πόσο το δικόγραφο του οποίου ζητείται η διαγραφή είναι ανυπόστατο και μάλιστα αναντίλεκτα ανυπόστατο.» Με αυτά κατά νου επιστρέφω στα γεγονότα της παρούσας Αίτησης. Η πρώτη μου επισήμανση είναι ότι το γεγονός και μόνο ότι το πρόσωπο που υπέβαλε τις αιτήσεις για την αρχική αγορά των αξιογράφων, ήταν ο σύζυγος της καθ' ης η αίτηση, ουδόλως αποκλείει, εκ προοιμίου, το ενδεχόμενο να έχει και η ίδια αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της αιτήτριας είτε για τα όσα προηγήθηκαν της απόκτησης των αξιογράφων είτε για τα όσα επακολούθησαν της απόκτησης των αξιογράφων. Από τα δικογραφήμενα στοιχεία, φαίνεται, ότι, η ανάμειξη και εμπλοκή της καθ' ης η αίτηση στην όλη συναλλαγή ήταν στενή, άμεση και συνεχής. Από το δε τεκμήριο 1 που συνοδεύει την Αίτηση, προκύπτει πως όντως, ο λογαριασμός από τον οποίο προήλθαν τα χρήματα για απόκτηση των αξιογράφων, ήταν κοινός λογαριασμός της ιδίας και του συζύγου της. Περαιτέρω, από το ίδιο έγγραφο, προκύπτει ότι επιστρεπτέα (refundable) ποσά και/ή πληρωτέοι τόκοι θα πιστώνονται στον ίδιο κοινό λογαριασμό. Ως εκ των ανωτέρω - ασχέτως της απουσίας απευθείας συμβατικής σχέσης - υφίσταται, δυνάμει του άρθρου 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.148, το ενδεχόμενο διάπραξης του αστικού αδικήματος της απάτης. Προϋποθέσεις βέβαια είναι η απόδειξη της ψευδούς παράστασης, της αμεσότητας της παράστασης προς το πρόσωπο του ενάγοντα, της τέλεσης ενέργειας δυνάμει της παράστασης και της απορρέουσας οικονομικής ζημιάς. Σε αυτό το πλαίσιο, δεν είναι άσχετο το γεγονός, ότι, τα αξιόγραφα σε κατόπιν στάδιο, μεταβιβάστηκαν και ενεγράφησαν επ' ονόματι της καθ' ης η αίτηση. Αυτής - τα οικονομικά συμφέροντα - επηρεάζονταν και εξ αρχής και μετέπειτα από τις όποιες δόλιες πράξεις/παραλείψεις/παραστάσεις της αιτήτριας. Ομοίως, ασχέτως συμβατικής σχέσης, είναι δυνατό να διαπραχθεί και το αστικό αδίκημα της αμέλειας. Η εγγύτητα της σχέσης των υπό αναφορά διαδίκων, ενδεχομένως να κατέστησε την καθ' ης η αίτηση πρόσωπο «πλησίον» (neighbour) της αιτήτριας, εκκολάπτοντας έτσι καθήκον επιμέλειας και προσοχής (duty of care) με προβλεπτό (foreseeable) πλέον το ενδεχόμενο, ότι, πράξεις και παραλείψεις της αιτήτριας, θα επηρέαζαν και την καθ' ης η αίτηση. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε, η καθ' ης η αίτηση έχει αγώγιμο δικαίωμα και για το αστικό αδίκημα της αμέλειας. Σ' αυτό το πλαίσιο, επισημαίνω, ότι, η νομολογία αναγνωρίζει τη δυνατότητα αναμόρφωσης/τροποποίησης των δικογράφων προς το σκοπό καλύτερης ανάδειξης μιας ήδη υφιστάμενης βάσης αγωγής (βλ. Λοϊζος Λουκά & Υιοι Λτδ v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Λτδ
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1316). Η ενασχόληση με οποιοδήποτε άλλο ζήτημα παρέλκει σε αυτό το πρόωρο και πρώιμο στάδιο της διαδικασίας. Σε καμία περίπτωση δεν έχει διαφανεί ότι η αγωγή της καθ' ης η αίτηση εναντίον της αιτήτριας, είναι ανυπόστατη και μάλιστα αναντίλεκτα ανυπόστατη, ώστε να δικαιολογείται ο τερματισμός της σε μια συνοπτική διαδικασία, όπως αναμφίβολα είναι η παρούσα. Η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας, επιδικάζονται υπέρ της καθ' ης η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας. (Υπ) ............................... Στ. Ν. Σταύρου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο