← Κύπρος

SAEM ELECTRICAL & MECHANICAL SERVICES LTD ν. LOIS BUILDERS LTD, Αρ. Αγωγής: 5964/2013, 4/12/2015

SAEM ELECTRICAL & MECHANICAL SERVICES LTD ν. LOIS BUILDERS LTD, Αρ. Αγωγής: 5964/2013, 4/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A374 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5964/2013 Μεταξύ: SAEM ELECTRICAL & MECHANICAL SERVICES LTD, από την Πάφο Ενάγουσας και LOIS BUILDERS LTD, από την Λευκωσία Εναγομένης --------------------- Αίτηση ημερομηνίας 27.2.2015 Ημερομηνία: 4 Δεκεμβρίου 2015 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενη - Αιτήτρια: κος. Χρ. Γεωργίου για κ.κ. Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγουσα - Καθ' ης η αίτηση: κος. Ν. Τσιαπαλής ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της ενάγουσας, κατά ή περί τον Αύγουστο 2009 υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων συμφωνία και/ή έγγραφα με την οποία η εναγόμενη ανέθεσε στην ενάγουσα την εκτέλεση ηλεκτρομηχανολογικών εργασιών εις το έργο το οποίο ανέλαβε να εκτελέσει εργασίες ως εργολάβος η εναγόμενη, έναντι συμφωνημένου ποσού. Έναντι των εργασιών που είχαν εκτελεστεί η εναγόμενη κατέβαλε στην ενάγουσα δυνάμει σχετικών διατακτικών πληρωμής το ποσό των €139.613.-και παρέμεινε δε και εξακολουθεί να παραμένει υπόλοιπο το ποσό των €32.723.- πλέον Φ.Π.Α. Ο τελικός λογαριασμός του έργου εκδόθηκε και/ή είχε συμφωνηθεί μεταξύ του εργοδότη του έργου και της εναγομένης και παρά το γεγονός ότι η εναγόμενη πληρώθηκε από τον εργοδότη του έργου, η εναγόμενη παραλείπει να καταβάλει στην ενάγουσα το εν λόγω οφειλόμενο ποσό. Ως εκ τούτου η ενάγουσα απαιτεί από την εναγόμενη το ποσό των €32.723.- πλέον Φ.Π.Α. πλέον τόκους και έξοδα. Μετά την καταχώρηση εμφάνισης από μέρους της εναγομένης η ενάγουσα καταχώρησε αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρησης υπεράσπισης η οποία αποσύρθηκε άνευ βλάβης στην συνέχεια. Εν τω μεταξύ η εναγόμενη καταχώρησε την υπό εξέταση Αίτηση με την οποία αιτείται την διαγραφή και/ή παραμερισμό της Αγωγής ως καταχρηστική και/ή ανεπίτρεπτη και την απόρριψη και/ή παραμερισμό της Αγωγής, για τους λόγους οι οποίοι αναφέρονται στα Αιτητικά Α και Β της Αίτησης. Διαζευκτικά με τα πιο πάνω η εναγόμενη αιτείται την αναστολή της διαδικασίας μέχρις ότου αρχίσει και αποπερατωθεί Διαιτητική διαδικασία σχετικά με τις ισχυριζόμενες διαφορές μεταξύ των μερών. Περαιτέρω αιτείται παράταση του χρόνου για την καταχώρηση της Υπεράσπισης μέχρι εκδίκασης της Αίτησης και/ή αναστολή της Αίτησης ημερ. 25.9.

  1. για απόφαση λόγω μη καταχώρησης Υπεράσπισης. Η αίτηση βασίζεται στον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ. 4, άρθρο 8, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.19 ΘΘ. 1 -14 και 26, Δ.21 Θ.10, Δ.27 Θ.Θ. 1 -3, Δ.48 Θ.Θ.1 - 9 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Αίτηση στηρίζεται στην ένορκο δήλωση του Ανδρέα Αποστολίδη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της εναγομένης. Όπως αναφέρει, προβαίνει ο ίδιος του στην ένορκο δήλωση λόγω του ότι ο διευθυντής της εναγόμενης απουσιάζει στο εξωτερικό για επαγγελματικούς λόγους και αδυνατούσε να προβεί ο ίδιος του στην ένορκο δήλωση. Γνωρίζει ο ίδιος του προσωπικά πολύ καλά τα γεγονότα της υπόθεσης από έγγραφα τα οποία κατέχει και από πληροφορίες τις οποίες έλαβε από την εναγόμενη και από τους δικηγόρους οι οποίοι χειρίζονται την υπόθεση. Είναι επίσης δεόντως εξουσιοδοτημένος από την εναγόμενη να προβεί στην ένορκο δήλωση. Αναφέρεται επίσης εις τον όρο 19.1 της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, την οποία επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1 και ισχυρίζεται ότι σύμφωνα με τον όρο αυτό η ενάγουσα παρέβηκε τον εν λόγω όρο της συμφωνίας αφού προχώρησαν στην έγερση Αγωγής κατά παράβαση της σχετικής ρήτρας για παραπομπή οιασδήποτε διαφοράς σε διαιτησία και χωρίς να ειδοποιήσουν την εναγόμενη για την ύπαρξη οποιασδήποτε διαφοράς. Η ενάγουσα καταχώρησε ένσταση στην αίτηση, προβάλλοντας ως λόγους ένστασης ότι η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, η αίτηση είναι καταχρηστική και η ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την ένσταση είναι παράτυπη. Η ένσταση ως νομική βάση αναφέρει διατάξεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας χωρίς να στηρίζεται στο άρθρο 8 του Κεφ. 4 ως αναφέρεται στην νομική βάση της Αίτησης και τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του Ανδρέα Αναστασίου, διευθυντή της ενάγουσας. Συνοπτικά ο ενόρκως δηλών στην ένσταση αναφέρει ότι η απαίτηση της ενάγουσας είναι ξεκαθαρισμένη και δεν υπάρχει οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ εργολάβου και υπεργολάβου και η ενάγουσα δεν μπορεί να επικαλείται το άρθρο 19.1 της συμφωνίας. Περαιτέρω από τον όρο 19.1 προκύπτει ότι ο εργολάβος ή υπεργολάβος έχουν δικαίωμα και όχι υποχρέωση να δώσουν ειδοποίηση στο άλλο μέρος για τυχόν διαφορά και σε περίπτωση όπου δεν επιτευχθεί εντός 56 ημερών φιλικός διακανονισμός η διαφορά θα επιλυθεί με διαιτησία. Τέλος αναφέρει ότι αποτελεί ασυμβίβαστο ο ενόρκως δηλών ως δικηγόρος εις το γραφείο των δικηγόρων της εναγομένης να καθίσταται ως μάρτυρας εφόσον, κατά τον ίδιο, ο διορισμός ως δικηγόρου ενός δικηγορικού γραφείου καλύπτει όλους τους δικηγόρους οι οποίοι συνεργάζονται με το εν λόγω γραφείο. Κατά την Ακρόαση της Αίτησης οι συνήγοροι κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων έχει μελετηθεί και ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, χωρίς να καθίσταται αναγκαίο να επαναλάβω το περιεχόμενο τους παρά μόνο θα αναφερθώ σε αυτές όπου κριθεί αναγκαίο. Η εναγόμενη με τα παρακλητικά Α και Β της Αίτησης αιτείται την διαγραφή και/ή παραμερισμό και/ή απόρριψη της Αγωγής για τους λόγους οι οποίοι αναφέρονται στα πιο πάνω αιτητικά, οι οποίοι απορρέουν από την ισχυριζόμενη ύπαρξη ρήτρας διαιτησίας στη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων. Όπως προκύπτει από την γραπτή αγόρευση της ενάγουσας, τα πιο πάνω αιτητικά δεν έχουν προωθηθεί εφόσον εν τέλει προωθήθηκε η διαζευκτική θεραπεία η οποία ζητείται με την Αίτηση υπό στοιχείο Γ. Αναφορικά με το αιτητικό Δ της Αίτησης κρίνεται ότι αυτό κατέστη άνευ αντικειμένου εφόσον η Αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρησης Υπεράσπισης αποσύρθηκε από την ενάγουσα στις 4.3.
  2. Επομένως το Δικαστήριο θα εξετάσει την Αίτηση αναφορικά με το αιτητικό υπό στοιχείο Γ το οποίο προώθησε η εναγόμενη κατά την Ακρόαση της Αίτησης. Προτού προχωρήσω στην νομική ανάλυση και εξέταση της Αίτησης θα εξετάσω πρώτα τον τελευταίο λόγο της ένστασης της ενάγουσας με τον οποίο προβάλλει ότι η ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την Αίτηση είναι παράτυπη. Προς υποστήριξη αυτού του λόγου ένστασης ο ενόρκως δηλών στην Ένσταση ισχυρίζεται βασικά ότι ο κος Αποστολίδης ως δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της εναγόμενης προβαίνοντας στην κατάρτιση της ενόρκου δηλώσεως η οποία συνοδεύει την Αίτηση κατέστη δικηγόρος και μάρτυρας στην ίδια υπόθεση, σύμφωνα με την ισχύουσα Νομολογία. Η ενάγουσα με την γραπτή αγόρευση της ουσιαστικά εισηγείται ότι η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί για τον πιο πάνω λόγο. Η ενάγουσα παραθέτει στην αγόρευση της Νομολογία η οποία πραγματεύεται το ζήτημα κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο. Συμφωνώ με την Νομολογία την οποία παρέθεσε η πλευρά της ενάγουσας στην γραπτή αγόρευση της χωρίς να χρειάζεται να επαναληφθεί. Όπως μπορώ συνοπτικά να αναφέρω η Νομολογία ξεκαθάρισε ότι δικηγόρος μπορεί να προβεί στην κατάρτιση και υποβολή ενόρκου δηλώσεως αλλά κάτι τέτοιο είναι ανεπιθύμητο όταν δικηγόρος ενεργεί ταυτόχρονα υπό την ιδιότητα του ως δικηγόρου εκπροσωπώντας διάδικο. Από την Νομολογία την οποία παρέπεμψε η ενάγουσα το Δικαστήριο προκύπτει ξεκάθαρα ότι αποτελεί ασυμβίβαστο η ταυτόχρονη ανάληψη της ιδιότητας του δικηγόρου και μάρτυρα στην ίδια υπόθεση. Όσον αφορά το ζήτημα του ασυμβίβαστου, από θεωρητική άποψη, θα συμφωνήσω με τον κο Τσιαπαλή ότι υπάρχει ασυμβίβαστο μεταξύ της ιδιότητας δικηγόρου και μάρτυρα σε μια υπόθεση και αυτό με τη λογική ότι η ιδιότητα του μάρτυρα καθιστά αδύνατη τη συμμετοχή του δικηγόρου στη διαδικασία ως λειτουργού της δικαιοσύνης (βλ. In Re Efthymiou

(1987)1 C.L.R. 329 και Τζεννάρο Περέλλα (Αρ.1)
(1995)1 ΑΑΔ 356). Ο κος Τσιαπαλής εν σχέση με τα πιο πάνω, ισχυρίζεται ότι ο κος Αποστολίδης ως δικηγόρος ο οποίος εργάζεται στο γραφείο των δικηγόρων της εναγόμενης, δεν νομιμοποιείται στην κατάρτιση και υποβολή της ενόρκου δηλώσεως. Παρέπεμψε προς υποστήριξη της πιο πάνω θέσης του στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Hull Blyth Araouzos Ltd,
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 2042, η οποία όμως δεν υποστηρίζει ή ενισχύει την εισήγησή του εφόσον η πιο πάνω υπόθεση αφορούσε αίτηση για άδεια καταχώρησης αίτησης για την έκδοση διατάγματος certiorari, προς ακύρωση απόφασης Επαρχιακού Δικαστηρίου το οποίο αποφάνθηκε ακριβώς αυτό το οποίο εισηγείται ο κος Τσιαπαλή. Στην πιο πάνω Απόφαση, είχε κριθεί ότι η αιτήτρια είχε καταδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση και είχε δοθεί άδεια για καταχώρηση της Αίτησης για έκδοση διατάγματος certiorari, το αποτέλεσμα της οποίας παραμένει άγνωστο προς το Δικαστήριο. Επομένως το Δικαστήριο δεν συμφωνεί με την εισήγηση της ενάγουσας επί του προκειμένου ζητήματος και ειδικότερα ότι ο κος Αποστολίδης ως δικηγόρος στο γραφείο των δικηγόρων της εναγόμενης μπορεί να θεωρηθεί ως δικηγόρος ο οποίος χειρίζεται την υπόθεση για την εναγόμενη. Ούτε η πιο πάνω υπόθεση στην οποία στηρίζει ουσιαστικά την εισήγηση του ο κος Τσιαπαλής καταδεικνύει ή υποστηρίζει κάτι τέτοιο. Στην παρούσα διαδικασία προκύπτει ότι ο κ. Αποστολίδης έχει μόνο την ιδιότητα του μάρτυρα, καθώς δικηγόρος της εναγομένης φαίνεται να είναι το δικηγορικό γραφείο Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. και μάλιστα όπως προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης και τα πρακτικά ο κ Αποστολίδης ουδέποτε εμφανίστηκε στην υπόθεση εκ μέρους της εναγομένης ή των δικηγόρων της. Το γεγονός ότι ο κ. Αποστολίδης είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της εναγομένης δεν δημιουργεί, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, οποιοδήποτε κώλυμα και δη λόγω ασυμβίβαστου, ενόψει του ότι στη διαδικασία και το χειρισμό της παρούσας αίτησης ο ίδιος δεν έχει καμιά συμμετοχή, υπό την ιδιότητα του δικηγόρου. Ενόψει των πιο πάνω καταλήγω ότι δεν έχει καταδειχθεί οποιοσδήποτε λόγος από πλευράς εναγόμενης ο οποίος να συντείνει στο ότι η ένορκος δήλωση του κου Αποστολίδη είναι παράτυπη, καθώς ο ενόρκως δηλών αποκαλύπτει στην ένορκο δήλωση του την πηγή της πληροφόρησής της, που, όπως ισχυρίζεται, είναι οι δικηγόροι οι οποίοι χειρίζονται προσωπικά την υπόθεση, η εναγόμενη καθώς επίσης έχει προσωπική γνώση των γεγονότων από τα έγγραφα τα οποία κατέχει. (βλ. C.T. Tobacco Ltd V Εταιρεία Εκδοσης Αρκτίνος Λτδ και άλλοι
(2003)1(Β) ΑΑΔ 853). Επομένως ο τελευταίος λόγος ένστασης απορρίπτεται για τους λόγους οι οποίοι αναφέρονται ανωτέρω. Στρεφόμενη τώρα στην εξέταση της ουσίας της Αίτησης, αυτή εδράζεται στο άρθρο 8 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, το οποίο προνοεί ότι: «Αν οποιοσδήποτε συμβαλλόμενος σε συνυποσχετικό ή οποιοδήποτε πρόσωπο που προβάλλει αξίωση μέσω του ή βάσει οδηγιών του, αρχίζει οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον Δικαστηρίου κατά οποιουδήποτε άλλου προσώπου που είναι συμβαλλόμενος στο συνυποσχετικό ή κατά οποιουδήποτε προσώπου που προβάλλει αξίωση μέσω ή βάσει οδηγιών του, αναφορικά με οποιοδήποτε από τα θέματα που συμφωνήθηκε να παραπεμφθούν σε διαιτησία, τότε οποιοσδήποτε από τους διαδίκους στην εν λόγω διαδικασία δύναται οποτεδήποτε μετά την εμφάνιση, και πριν παραδώσει οποιεσδήποτε γραπτές προτάσεις ή προβεί σε οποιοδήποτε άλλο στάδιο της διαδικασίας, να αποταθεί στο Δικαστήριο για αναστολή της διαδικασίας και το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα για αναστολή της διαδικασίας αν ικανοποιηθεί ότι δεν υπάρχει λόγος που να δικαιολογεί τη μη παραπομπή του θέματος σε διαιτησία σύμφωνα με το συνυποσχετικό και ότι ο αιτητής ήταν, όταν άρχισε η διαδικασία, και εξακολουθεί να είναι έτοιμος και πρόθυμος να πράξει οτιδήποτε το αναγκαίο για την κανονική διεξαγωγή της διαδικασίας». Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή της διαδικασίας σύμφωνα με το άρθρο 8 του Κεφ. 4, ασκείται εφόσον συντρέχουν οι πιο κάτω προϋποθέσεις (βλ. Προοδευτική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Στέλιου Κουρουκλίδη κ.α.
(2002)1Β Α.Α.Δ. 1374):
  1. Ύπαρξη έγκυρης συμφωνίας για παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία,
  2. Έναρξη διαδικασίας ενώπιον του δικαστηρίου από πρόσωπο που προσδιορίζεται στη σχετική πρόνοια,
  3. Η αίτηση υποβάλλεται το ταχύτερο δυνατόν και προτού ληφθούν νέα διαβήματα από τον αιτητή,
  4. Η δικαστική διαδικασία αφορά ζητήματα που σχετίζονται με τη ρήτρα διαιτησίας,
  5. Ο αιτητής είναι έτοιμος και πρόθυμος να πράξει οτιδήποτε είναι αναγκαίο για την κανονική διεξαγωγή της διαιτησίας. Στη προκειμένη περίπτωση, η εναγόμενη προτείνει ότι υφίσταται έγκυρη συμφωνία για παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία, με παραπομπή στον όρο 19.1 της συμφωνίας (Τεκμήριο 1), ο οποίος προβλέπει: «19.1 Eάν προκύψει οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ του Εργολάβου και του Διορισμένου Υπεργολάβου σε σχέση με, ή ως αποτέλεσμα, του Συμβολαίου Υπεργολαβίας ή της εκτέλεσης των Εργασιών Υπεργολαβίας, είτε κατά τη διάρκεια εκτέλεσης των Εργασιών Υπεργολαβίας ή μετά τη συμπλήρωση τους και είτε πριν ή μετά από υπαναχώρηση ή λύση του Συμβολαίου Υπεργολαβίας, τότε είτε ο Εργολάβος είτε ο Διορισμένος Υπεργολάβος έχουν δικαίωμα να δώσουν ειδοποίηση στο άλλο μέρος, με κοινοποίηση στο Μηχανικό, για τη διαφορά αυτή, στη δε περίπτωση αυτή τα μέρη οφείλουν να προσπαθήσουν για τις επόμενες 56 ημέρες όπως τακτοποιήσουν φιλικά τη διαφορά αυτή πριν την έναρξη διαιτησίας. Στην ειδοποίηση πρέπει να αναφέρεται ότι αυτή δίνεται σύμφωνα με το παρόν άρθρο. Οποιαδήποτε διαφορά για την οποία δεν έχει επιτευχθεί φιλικός διακανονισμός εντός 56 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της πιο πάνω ειδοποίησης θα επιλύεται οριστικά, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στο Συμβόλαιο Υπεργολαβίας, σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Διαιτησίας Νόμου (Κεφ. 4) από δύο διαιτητές, ανά ένα διοριζόμενο από το κάθε μέρος, και ένα επιδιαιτητή διοριζόμενο από τους δύο διαιτητές. Νοείται ότι τα δύο μέρη έχουν δικαίωμα να συμφωνήσουν από κοινού όπως η παραπομπή σε διαιτησία γίνει σε ένα μόνο διαιτητή, σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Διαιτησίας Νόμου (Κεφ. 4). Η διαιτησία μπορεί να αρχίσει είτε πριν είτε μετά τη συμπλήρωση των Εργασιών Υπεργολαβίας, νοείται δε ότι οι υποχρεώσεις του Εργολάβου και του Διορισμένου Υπεργολάβου δεν θα μεταβληθούν λόγω του γεγονότος ότι η διαιτησία διεξάγεται πριν τη συμπλήρωση των Εργασιών Υπεργολαβίας.» Η ενάγουσα από την άλλη εισηγείται ότι ο όρος 19.1 δίδει δικαίωμα στα μέρη της συμφωνίας για να επιλύσουν την διαφορά τους με τον τρόπο ο οποίος προβλέπεται στον εν λόγω όρο και η επίλυση της διαφοράς με διαιτησία δεν είναι υποχρεωτική. Πέραν τούτου η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η απαίτηση της Αγωγής είναι ξεκαθαρισμένη και δεν υπάρχει οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ εργολάβου και υπεργολάβου. Από την ανάγνωση του όρου 19.1 το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι πρώτο, ο Εργολάβος, δηλαδή η εναγόμενη είτε ο διορισμένος Υπεργολάβος, δηλαδή η ενάγουσα, έχουν δικαίωμα να δώσουν ειδοποίηση στο άλλο μέρος, με κοινοποίηση στο Μηχανικό, για τη διαφορά και σε τέτοια περίπτωση τα μέρη οφείλουν να προσπαθήσουν για τις επόμενες 56 ημέρες όπως τακτοποιήσουν φιλικά την διαφορά αυτή πριν την έναρξη διαιτησίας. Κατά δεύτερο, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι σύμφωνα με τον όρο 19.1, οποιαδήποτε διαφορά για την οποία δεν έχει επιτευχθεί φιλικός διακανονισμός εντός 56 ημερών, θα επιλύεται οριστικά, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κεφ.
  6. Το Δικαστήριο είναι της άποψης ότι ο όρος 19.1 δεν προνοεί την υποχρεωτική παραπομπή των διαφορών των συμβαλλομένων σε διαιτησία, ως ισχυρίζεται η εναγόμενη. Κατ' αρχάς φαίνεται ότι η πρόνοια για παραπομπή σε διαιτησία προϋποθέτει την αποστολή ειδοποίησης όπου στη συνέχεια τα μέρη υποχρεούνται να προσπαθήσουν για 56 ημέρες να επιλύσουν την διαφορά τους και σε περίπτωση αποτυχίας της προσπάθειας μόνο τότε προβλέπεται η οριστική επίλυση της διαφοράς σύμφωνα με το Κεφ.
  7. Σύμφωνα όμως με την διατύπωση του όρου 19.1 η αποστολή της ειδοποίησης δεν αποτελεί υποχρέωση αλλά δικαίωμα των μερών. Επομένως από την στιγμή όπου στον όρο 19.1 η παραπομπή σε διαιτησία είναι άμεσα συνυφασμένη και εξαρτημένη από την άσκηση του δικαιώματος για αποστολή της ειδοποίησης η οποία δεν είναι υποχρεωτική για τα μέρη, το Δικαστήριο δεν μπορεί να ερμηνεύσει τον όρο 19.1 ως έγκυρη συμφωνία για παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία, ως απαιτείται για την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας υπέρ της αναστολής της διαδικασίας, στην απουσία αποστολής σχετικής ειδοποίησης όπως προβλέπεται στον όρο 19.
  8. Πέραν των πιο πάνω, στον όρο 19.1 δεν προβλέπεται πως θα επιλύονται οι διαφορές για τις οποίες δεν στάληκε η ειδοποίηση για φιλικό διακανονισμό, εφόσον ως έχει προαναφερθεί αποτελεί δικαίωμα και όχι υποχρέωση, ως η παρούσα περίπτωση. Από την στιγμή όπου η ενάγουσα δεν άσκησε το δικαίωμα της για αποστολή ειδοποίησης στην εναγόμενη τότε δεν έχει καταδειχθεί από την εναγόμενη για ποιο λόγο να ενεργοποιηθεί η πρόνοια για παραπομπή σε Διαιτησία, εφόσον σε τέτοια περίπτωση, όπου δεν αποστέλλεται η ειδοποίηση, ουδεμία πρόνοια και αναφορά γίνεται στον όρο 19.1 για τον τρόπο επίλυσης των διαφορών των μερών. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου για την ύπαρξη έγκυρης συμφωνίας διαιτησίας απαιτείται η αναφορά σε επίλυση διαφορών με παραπομπή σε διαιτησία με ξεκάθαρο τρόπο στο λεκτικό της συμφωνίας κατά τρόπο που να μην επιδέχεται αμφισβήτησης ή άλλης ερμηνείας η πρόθεση των μερών. Στην υπό εξέταση υπόθεση ο όρος 19.1 τον οποίο επικαλείται η εναγόμενη δεν προβλέπει με ξεκάθαρο και σαφή τρόπο την παραπομπή των διαφορών των μερών σε διαιτησία αλλά αντίθετα ο όρος 19.1 επιδέχεται διαφόρων ερμηνειών, ως έχει αναφερθεί πιο πάνω. Ενόψει των ανωτέρω το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν έχει καταδειχθεί η ύπαρξη έγκυρης συμφωνίας για παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία. Όπως έχει αναφερθεί, οι πιο πάνω προϋποθέσεις πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά. Ενόψει της κρίσεως του Δικαστηρίου αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση και της αποτυχίας της εναγόμενης να αποδείξει την ύπαρξη έγκυρης συμφωνίας διαιτησίας η τύχη της Αίτησης έχει κριθεί. Για σκοπούς πληρότητας της απόφασης θα εξετάσω κατά πόσο έχουν ικανοποιηθεί οι υπόλοιπες προϋποθέσεις. Σε σχέση με την δεύτερη προϋπόθεση (ανωτέρω) δηλαδή για την έναρξη διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου από πρόσωπο που προσδιορίζεται στη σχετική πρόνοια, προκύπτει ότι η ενάγουσα προσδιορίζεται στη συμφωνία στην οποία υπάρχει κατ' ισχυρισμό της εναγομένης ρήτρα διαιτησίας, ως διορισμένος υπεργολάβος. Σε συνάρτηση με τη 3η προϋπόθεση προκύπτει ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε μετά την εμφάνιση εκ μέρους της Εναγομένης και πριν καταχωρήσει την Υπεράσπιση της και πριν η εναγόμενη προβεί σε οιοδήποτε άλλο διάβημα στην Αγωγή. Η 4η προϋπόθεση ότι η δικαστική διαδικασία πρέπει να αφορά ζητήματα που σχετίζονται με τη ρήτρα διαιτησίας, η αξίωση της ενάγουσας, αφορά θέματα για τα οποία εάν υφίστατο ρήτρα διαιτησίας θα ενέπιπτε εντός του πεδίου εφαρμογής της, εφόσον στον όρο 19.1 δεν γίνεται διάκριση μεταξύ των διαφορών οι οποίες πιθανό να προκύψουν μεταξύ των μερών. Άλλωστε ο όρος 19.1 αναφέρεται σε «οποιαδήποτε διαφορά...σε σχέση με ή ως αποτέλεσμα του Συμβολαίου Υπεργολαβίας ή της εκτέλεσης των Εργασιών Υπεργολαβίας, είτε κατά τη διάρκεια εκτέλεσης των εργασιών υπεργολαβίας ή μετά τη συμπλήρωση τους...». Να σημειωθεί ότι η ενάγουσα δεν έχει καταδείξει με πειστικά στοιχεία και επιχειρήματα ότι η απαίτηση της έναντι της εναγόμενης δεν αποτελεί διαφορά εν τη εννοία του όρου 19.
  9. της συμφωνίας, νοουμένου ότι ενεργοποιηθεί η πρόνοια για διαιτησία σύμφωνα με την πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου. Τέλος εις ότι αφορά την 5η και τελευταία προϋπόθεση, προκύπτει ρητά ότι η εναγόμενη ήταν και παραμένει πρόθυμη να επιλύσει τις διαφορές της με την ενάγουσα με τη διαδικασία διαιτησίας. Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης για αναστολή είναι ικανοποιητικός παράγοντας για να κριθεί η ετοιμότητα της εναγόμενης να δεχθεί την διαιτησία. (Βλ. Λενιάνα Τούριστ Σέρβισες Λτδ ν. Ανδρέα Χ. Καρπασίτη & Υιοί, (Βιομηχανία) Λτδ
(1991)1 Α.Α.Δ. 75). Επομένως κρίνεται ότι οι υπόλοιπες προϋποθέσεις οι οποίες απαιτείται η ικανοποίηση τους για έγκριση του αιτήματος της εναγομένης, πληρούνται αν και η τύχη της Αίτησης έχει κριθεί, λόγω της αποτυχίας της εναγομένης να στοιχειοθετήσει και ικανοποιήσει την πρώτη προϋπόθεση. Ενόψει των πιο πάνω παρέλκει η εξέταση των υπόλοιπων λόγων της ένστασης. Κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω, η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγομένης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ...................................... Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject:Civil/Other/Interim/5964-13stayofproceedingsarbtration cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.