← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟY ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟY ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΚΩΣΤΑ ΤΣΑΓΚΑΡΗ, Γενική Αίτηση αρ. 525/14, 10/12/2015

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟY ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟY ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΚΩΣΤΑ ΤΣΑΓΚΑΡΗ, Γενική Αίτηση αρ. 525/14, 10/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A382 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Γενική Αίτηση αρ. 525/14 Σε ότι αφορά τον Περί Διαιτησίας Νόμον Κεφ.4, τον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμον 22/85 και τους περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς Και σε ότι αφορά την Διαιτησία Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟY ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟY ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ, από τη Λεμεσό Αιτητών και ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΚΩΣΤΑ ΤΣΑΓΚΑΡΗ, από τη Λεμεσό Καθ'ης η αίτηση ------------------ Αίτηση ημερ. 24.3.15 ----------------- Hμερομηνία: 10.12.15 Για την αιτήτρια: κος Μελάς Για τους καθ'ων η αίτηση: κος Μαστορούδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αίτηση της η αιτήτρια ζητά: A

  1. Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου όπως τα ακόλουθα νομικά ερωτήματα να παραπεμφθούν ως προδικαστικά ερωτήματα ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ώστε να εκδοθεί απόφαση εξ αυτής: Έχει την έννοια η Οδηγία 93/13 ΕΟΚ του Συμβουλίου για καταχρηστικές ρήτρες ότι μπορεί ένα εθνικό Δικαστήριο που επιλαμβάνεται αίτηση εγγραφής και εκτέλεσης Διαιτητικής απόφασης η οποία δεν εφεσιβλήθηκε εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των 21 ημερών να προβαίνει σε εκτίμηση της ακυρότητας και/ή του καταχρηστικού χαρακτήρα ρήτρας επί αποκλειστικής υπαγωγής σε Διαιτησία που περιέχεται σε σύμβαση στα πλαίσια της διαδικασίας αυτής, έστω και αν η ημεδαπή νομολογία υποδεικνύει ότι στο στάδιο της αίτησης εγγραφής μιας διαιτητικής απόφασης το Δικαστήριο δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο πρώτο ερώτημα, έχει την έννοια η Οδηγία 93/13 ΕΟΚ του Συμβουλίου για τις καταχρηστικές ρήτρες ότι το εθνικό Δικαστήριο που στα πλαίσια αίτησης εγγραφής και εκτέλεσης Διαιτητικής απόφασης προβαίνει σε εκτίμηση της ακυρότητας και/ή του καταχρηστικού χαρακτήρα ρήτρας περί αποκλειστικής υπαγωγής σε Διαιτησία που περιέχεται σε σύμβαση, μπορεί και/ή οφείλει να λάβει υπόψη και/ή να αξιολογήσει το γεγονός ότι ο καταναλωτής δεν ακούστηκε και/ή δεν έχει και/ή δεν είχε λόγο στο διορισμό του Διαιτητή που εξέδωσε την Διαιτητική απόφαση και έτσι να αποφανθεί ότι η ρήτρα είναι καταχρηστική. Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο πρώτο ερώτημα, έχει την έννοια η Οδηγία 93/13 ΕΟΚ του Συμβουλίου για τις καταχρηστικές ρήτρες ότι το εθνικό Δικαστήριο που στα πλαίσια αίτησης εγγραφής και εκτέλεσης Διαιτητικής απόφασης προβαίνει σε εκτίμηση της ακυρότητας και/ή του καταχρηστικού χαρακτήρα ρήτρας περί αποκλειστικής υπαγωγής σε Διαιτησία που περιέχεται σε σύμβαση, μπορεί και/ή οφείλει, να αξιολογήσει και να λάβει υπόψη ότι το άρθρο 52(α) του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, το οποίο αποτελεί νομοθετικό έρεισμα της ρήτρας περί Διαιτησίας, έχει τροποποιηθεί αφήνοντας πλέον ανεπηρέαστο το δικαίωμα και του καταναλωτή να προσφύγει σε αρμόδιο πολιτικό Δικαστήριο αντί να επιλέξει τη διαιτησία, πράγμα που δεν υπάρχει στη σχετική ρήτρα περί υπαγωγής σε Διαιτησία. Α
  2. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλεται η περαιτέρω διαδικασία και/ή η εκδίκαση της Γενικής Αίτησης με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό μέχρι την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης επί της προδικαστικής παραπομπής. Α
  3. Όπως τα νομικά σημεία που εγείρονται στους λόγους 1 και 3 της ένστασης της ως άνω Αιτήτριας εκδικασθούν και/ή αποφασισθούν από το Δικαστήριο προκαταρκτικά και/ή πριν την ακρόαση της ουσίας της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό Αίτησης. Η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 267 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Σ.Λ.Ε.Ε. στο Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης), στο άρθρο 140 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας ως τροποποιήθηκε με την πέμπτη (5η) τροποποίηση του Συντάγματος, στον περί Προδικαστικής Παραπομπής στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων Διαδικαστικός Κανονισμός (Αρ. 1) του 2008, στο άρθρο 34Α του περί Δικαστηρίων Νόμου, στα άρθρα 20, 21, 47, 52, 53, 54 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης στις αρχές της δίκαιης δίκης, στο Ευρωπαϊκό κεκτημένο, στο άρθρο 52 του περί Συνεργατικών εταιρειών Νόμου και του άρθρου 79 των περί Συνεργατικών εταιρειών Θεσμών, στους θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.27 θ.1, 2 και Δ.48 θ. 2 και 9, επί της Πρακτικής και των Γενικών εξουσιών του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Αθηνούλλας Χαραλάμπους οποία αναφέρει ότι είναι υπάλληλος στο δικηγορικό γραφείο Κώστα Μελά & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. που είναι οι δικηγόροι της αιτήτριας. Γνωρίζει πλήρως τα γεγονότα και είναι εξουσιοδοτημένη από την αιτήτρια να προβεί στην ένορκη δήλωση. Στους λόγους ένστασης της κύριας αίτησης όπως αναφέρει, εγείρονται νομικά σημεία τα οποία άπτονται του κύρους της αίτησης και η απόφαση επ' αυτών θα κρίνει την τύχη ολόκληρης της διαδικασίας. Τα θέματα αυτά είναι αμιγώς νομικά και δεν χρειάζεται να ακουστεί οποιαδήποτε μαρτυρία. Σε σχέση με τις παραγράφους Α1και Α2 της αίτησης όπως αναφέρει το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να υποβάλει στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης προδικαστικά ερωτήματα αφού είναι αναγκαίο να κριθεί ζήτημα ερμηνείας ή κύρους του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπως αυτό αντικατοπτρίζεται στο χάρτη θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ο οποίος σύμφωνα με το άρθρο 6 τη Συνθήκης της Λισαβώνας έχει το κύρος των Συνθηκών. Τα νομικά ερωτήματα έχουν την πραγματική τους βάση στις πρόνοιες του άρθρου 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου και του άρθρου 79 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών. Σε σχέση με το τρίτο προτεινόμενο προδικαστικό ερώτημα, το άρθρο 52 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο έχει πλέον τροποποιηθεί και το άρθρο αυτό δεν κωλεί οποιοδήποτε πρόσωπο να προσφύγει σε Δικαστήριο αντί να επιλέξει την Διαιτησία πράγμα που οι ρήτρες στην επίδικη σύμβαση δεν προνοούν. Είναι εισήγηση της ενόρκως δηλούσας ότι είναι ορθό και δίκαιο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως η αίτηση γίνει δεκτή. Στην αίτηση της αιτήτριας καταχώρισαν ένσταση οι καθ'ων η αίτηση εγείροντας 25 λόγους ένστασης τους οποίους δεν θα αναφέρω γιατί θεωρώ ότι είναι αχρείαστο αλλά θα αναφερθώ σε όποιον από τους λόγους ένστασης κριθεί σκόπιμο. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Χρίστου Δημητρίου ο οποίος είναι υπάλληλος στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού, γνωρίζει καλά τα γεγονότα και είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση. Ο ενόρκως δηλών επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και είναι περαιτέρω η θέση του ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για παραπομπή προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και επιπλέον δεν προκύπτει ζήτημα το οποίο να αφορά το κύρος και την ερμηνεία των αποφάσεων πλαίσιο και των αποφάσεων που εκδίδονται βάσει του τίτλου VI της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ή στο κύρος και την ερμηνεία των μέτρων εφαρμογής τους. Επιπλέον δεν προκύπτει ζήτημα το οποίο να αφορά το κύρος και την ερμηνεία των αποφάσεων-πλαίσιο και των αποφάσεων που εκδίδονται βάσει του Τίτλου VI της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ή στην ερμηνεία των συμβάσεων που καταρτίζονται με βάση τον Τίτλο VI της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ή στο κύρος και την ερμηνεία των μέτρων εφαρμογής τους. Η παραπομπή του εγειρόμενου θέματος δεν είναι αναγκαία για την έκδοση τελικής απόφασης στην προκειμένη περίπτωση εφ' όσον το αποτέλεσμα της εν λόγω αίτησης δεν εξαρτάται από την απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι εξουσίες του Δικαστηρίου στο παρόν στάδιο είναι περιορισμένες καθότι το Δικαστήριο είναι υπόχρεο να εξετάσει μόνο τις προϋποθέσεις για εγγραφή και εκτέλεση της Διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 17.1.13 ως Απόφαση Δικαστηρίου. Επομένως δεν μπορεί όπως περαιτέρω αναφέρει στην ένορκη του δήλωση, το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό να εξετάσει ζητήματα ουσίας της διαφοράς και ιδιαίτερα τα όσα επικαλείται η καθ'ης η αίτηση τα οποία ουδεμία σχέση έχουν με το επίδικο θέμα εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης ως απόφαση Δικαστηρίου. Περαιτέρω ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι τα θέματα που εγείρονται από τους αιτητές είναι θέματα τα οποία μπορεί να αποφασίσει με βεβαιότητα το εθνικό Δικαστήριο και υπάρχει επί τούτου νομολογία. Η αίτηση είναι αβάσιμη, καταχρηστική και έχει ως σκοπό την καθυστέρηση στην εκδίκαση της κύριας αίτησης και την αποφυγή πληρωμής των οφειλομένων ποσών. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών καταχώρισαν γραπτές αγορεύσεις μέσα από τις οποίες ανέπτυξαν τις θέσεις τους και στις οποίες θα αναφερθώ όπου κριθεί σκόπιμο. Η αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στο άρθρο 267 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης το οποίο προνοεί ότι: "Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις: α) επί της ερμηνείας των Συνθηκών. β) επί του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης. Δικαστήριο κράτους μέλους ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα, δύναται, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο για να αποφανθεί επί αυτού. Δικαστήριο κράτους μέλους ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση και του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο. Όταν ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους, η οποία αφορά πρόσωπο υπό κράτηση, το Δικαστήριο αποφαίνεται το συντομότερο δυνατόν.» Ανάλογη αναφορά γίνεται στο άρθρο 34(Α) του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 το οποίο αναφέρει ότι Δικαστήριο ενώπιον του οποίου ανακύπτει ζήτημα το οποίο αφορά στο κύρος και την ερμηνεία των αποφάσεων-πλαίσιο, και των αποφάσεων που εκδίδονται βάσει του τίτλου VI της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ή στην ερμηνεία των συμβάσεων που καταρτίζονται με βάση τον τίτλο VI της συνθήκης, δύναται αν κρίνει ότι η απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Είναι σαφές από τα πιο πάνω, ότι η εξουσία των Επαρχιακών Δικαστηρίων είναι διακριτική και το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας ανάλογη διαταγή είτε κατόπιν αιτήσεως διαδίκου, είτε αυτεπάγγελτα αφού ακούσει τις απόψεις των μερών. Από τη διατύπωση του άρθρου 267 προκύπτει ότι για να παραπεμφθεί ένα ζήτημα στο Δικαστήριο πρέπει να υπάρχουν δύο προϋποθέσεις: α) Το ζήτημα πρέπει να είναι τέτοιο ώστε να άπτεται είτε της ερμηνείας των συνθηκών που διέπουν την ίδρυση και λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης είτε του κύρους ή της ερμηνείας των πράξεων των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και β) το σχετικό ερώτημα πρέπει απαραιτήτως να απαντηθεί προκειμένου το εθνικό Δικαστήριο να είναι σε θέση να εκδώσει απόφαση στην ενώπιον του διαδικασία. Το Δικαστήριο σε περίπτωση που αποφασίσει ότι συντρέχει η δεύτερη προϋπόθεση, θα πρέπει να εκθέσει τους λόγους για τους οποίους θεωρεί τη ζητούμενη ερμηνεία αναγκαία για την έκδοση της απόφασης του. Τα πρωτόδικα εθνικά Δικαστήρια ακόμη και στις περιπτώσεις εκείνες όπου πληρούνται οι δύο βασικές προϋποθέσεις, δεν υποχρεούται να παραπέμψουν το ερώτημα στο Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Εναπόκειται στον Εθνικό Δικαστή ο οποίος θα επιληφθεί της ουσίας της διαφοράς να κρίνει σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης αν χρειάζεται η επίλυση ενός προδικαστικού ερωτήματος για να μπορέσει ο ίδιος να αποφασίσει την ουσία της υπόθεσης. Σύμφωνα με τον λόγο ένστασης

(1)δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 267 της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και σύμφωνα με τον λόγο ένστασης
(7)το Δικαστήριο εμποδίζεται να εξετάσει στο παρόν στάδιο ζητήματα ουσίας της διαφοράς. Αντικείμενο της κύριας αίτησης είναι η «εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης η οποία εκδόθηκε στις 17.1.13 εναντίον της καθ'ης η αίτηση όπως εκτελούνται οι αποφάσεις των Δικαστηρίων». Τα πλαίσια της διαδικασίας αυτής έχουν αποσαφηνιστεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου και είναι περιορισμένα (βλ. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας ν. Άντυ Κυριακίδη κ.ά.
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 716). Το Δικαστήριο δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται. Είναι ισχυρισμός της καθ'ης η αίτηση στην ένσταση της στην κύρια αίτηση ότι η Διαιτητική απόφαση δεν της επιδόθηκε και/ή δεν της επιδόθηκε νόμιμα, λόγος που αν ευσταθεί θα είναι καταλυτικός για την κύρια αίτηση. Κατά συνέπεια στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν δικαιολογείται η παραπομπή των νομικών ερωτημάτων που θέτει με την αίτηση της η αιτήτρια ως προδικαστικά ερωτήματα ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης αφού αυτά δεν είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης στην κυρίως αίτηση. Εάν το θέμα προκύψει κατά την εκδίκαση της κύριας αίτησης, το Δικαστήριο έχει πάντοτε αυτεπάγγελτα την εξουσία να παραπέμψει τα ερωτήματα. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θεωρώ ότι δεν είναι αναγκαία η εξέταση των υπολοίπων λόγων ένστασης και ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ'ων η αίτηση-αιτητών στην κύρια αίτηση και εις βάρος της αιτήτριας-καθ'ης η αίτηση στην κύρια αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της διαδικασίας. Η κύρια αίτηση ορίζεται γι' ακρόαση στις 26.1.16 στις 09:30. (Υπ.) ............. Πιστόν αντίγραφο Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Πρωτοκολλητής /ΔΔ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Ενδιάμεση Απόφαση - παραπομπή νομικών ερωτημάτων στο Δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.