← Κύπρος

ΑΝΔΡΟΥΛΛΑ ΚΕΦΑΛΟΥ ν. ALPHA BANK CYPRUS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 497/2015, 10/12/2015

ΑΝΔΡΟΥΛΛΑ ΚΕΦΑΛΟΥ ν. ALPHA BANK CYPRUS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 497/2015, 10/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A384 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 497/2015 ΜΕΤΑΞΥ: ΑΝΔΡΟΥΛΛΑ ΚΕΦΑΛΟΥ Ενάγουσας και ALPHA BANK CYPRUS LIMITED Εναγόμενων ---------------------------------------------------------------- Αίτηση της Ενάγουσας ημερομηνίας 09/09/15 για Ενδιάμεσα Διατάγματα Ημερομηνία: 10 Δεκεμβρίου 2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια : κα. Γιατρού για Κώστας Μελάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ (κα Λ. Χ''Ξενοφώντος για να ακούσει απόφαση) Για τους Εναγόμενους - Καθ' ων η Αίτηση : κ. Μαστορούδης για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Απαίτηση Η ενάγουσα - αιτήτρια («η ενάγουσα») καταχώρησε στις 02/02/2015 κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο (στο κλητήριο προφανώς εκ λάθους αναγράφεται 02/02/14), ενώ ακολούθως στις 08/05/2015 καταχώρησε την έκθεση απαίτησης της. Αξιώνει εναντίον των Εναγομένων τις ακόλουθες θεραπείες (παρατίθενται αυτούσιες) : « Ι. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει (set-aside) την εκ συμφώνου εκδοθείσα απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 15/12/2006 στην υπ' αριθμό αγωγή 3442/2004, λόγω δόλου και ή απάτης και ή δόλιου σχεδιασμού και ή ψευδών παραστάσεων των εναγομένων και ή των υπαλλήλων και ή των εκπροσώπων αυτών και ή σε συνεργασία με τρίτα πρόσωπα και ή λόγω παρανομίας και ή εκδοθείσα χωρίς έγκυρη εξουσιοδότηση και ή χωρίς επαρκή πληροφόρηση και ή παραπληροφόρηση της ενάγουσας και ή απόκρυψη της αλήθειας και ή για άλλο νόμιμο και ή εύλογο και ή δίκαιο λόγο. ΙΙ. Ακύρωση της συμφωνίας εγγύησης ημερομηνίας 1/3/2001 που υπέγραψε η ενάγουσα για το δάνειο του Ανδρέα Αθανάση (Α.Δ.Τ. 658787) που του παραχώρησαν οι εναγόμενοι λόγω δόλου και ή απάτης και ή ψευδών παραστάσεων και ή παραπειστικών και ή παραπλανητικών διαβεβαιώσεων και ή σκόπιμης απόκρυψης γεγονότων και ή πιέσεων και ή οικονομικού εξαναγκασμού και ή παράνομων ενεργειών και ή συμπεριφοράς των εναγομένων και ή αντίθεσης της με τους κανόνες δημόσιας πολιτικής και ή λόγω αντίθεσης της και ή κατά παράβαση και ή παράκαμψη των Νόμων και ή κανονισμών και ή λόγω δόλιας και ή σκόπιμης και ή κατά παράβαση και ή παράλειψη καθήκοντος επιμέλειας και ή φροντίδας και ή αλόγιστης και ή αμελούς συμπεριφοράς των εναγομένων προς την ενάγουσα και ή παράλειψης να δώσουν την κατάλληλη συμβουλή και ή γενικά από συμπεριφορά που εμπόδιζε της ελεύθερη συναίνεση της ενάγουσας από τους εναγόμενους. ΙΙΙ. Διάταγμα και ή Απόφαση και ή Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η πιο πάνω συμφωνία εγγύησης έχει τροποποιηθεί και ή ακυρωθεί και ή τερματιστεί δυνάμει μεταγενέστερης συμφωνίας μεταξύ του πρωτοφειλέτη Ανδρέα Αθανάση και των εναγομένων βάση της οποίας θα αποδεσμευόταν το ενυπόθηκο ακίνητο του, χωρίς την ενημέρωση και ή συγκατάθεση της ενάγουσας. IV. Αποζημιώσεις για δόλο και ή δόλια συμπεριφορά προς εξαπάτηση της ενάγουσας. V. Τιμωρητικές και ή παραδειγματικές αποζημιώσεις λόγω ανέντιμης και ή δόλιας και ή εκβιαστικής συμπεριφοράς των εναγομένων. VI. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ή διαταγή δίκαια ή εύλογο υπό τις περιστάσεις. VII. Νόμιμους τόκους. VIII. Έξοδα, πλέον ΦΠΑ. » Η Επίδικη Αίτηση Στις 09/09/2015 η ενάγουσα καταχώρησε την επίδικη αίτηση. Με αυτήν ζητά τα ακόλουθα ενδιάμεσα διατάγματα: « Α. Διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται η εκτέλεση και/ή εκτελεστότητα της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 15/12/2006 στην αγωγή υπ' αριθμό 3442/2004, μέχρι την πλήρη εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει και/ή να εμποδίζει τους Εναγόμενους - Καθ' ών η Αίτηση και/ή αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους αυτών από του να χρησιμοποιούν και/ή να εκτελούν και/ή να εφαρμόζουν την πιο πάνω απόφαση και/ή να προωθούν οποιαδήποτε μέτρα εκτέλεσης και/ή διαδικασίες βασιζόμενη στην απόφαση μέχρι την πλήρη εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου. » Η Αίτηση βασίζεται στο άρθρο 32 του Ν14/60, επί του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 άρθρα 4, 5 και 9, τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Διαταγή 33 Θεσμός 15, Διαταγή 40 Θεσμοί 1, 7(α), 7(β), 10 και 11 και στην Διαταγή 48 Θεσμός 1-4, 7 και 9, στη νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Ας σημειωθεί εδώ προκειμένου να υπάρχει μια ολοκληρωμένη εικόνα ότι η αίτηση καταχωρήθηκε ως μονομερής πλην όμως το Δικαστήριο κρίνοντας ότι το θέμα δεν είναι επείγον για να επιληφθεί και εξετάσει μονομερώς την αίτηση, θεώρησε ορθό να δώσει την ευκαιρία στους εναγόμενους-καθ' ων η αίτηση να ακουστούν. Ως εκ τούτου δόθηκαν οδηγίες για επίδοση της. Η Ένορκη Δήλωση που στηρίζει την αίτηση Σημειώνω εξ' αρχής ότι δεν θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω στο σύνολο τους όσα η ενάγουσα αναφέρει στις 11 σελίδες που καταλαμβάνει η δήλωση της. Θεωρώ πως είναι αρκετό για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης να αναφερθεί πως η ενάγουσα με βάση την ένορκη της δήλωση ημερ.09/09/15 αναφέρει αφού παραθέτει το ιστορικό της υπόθεσης πως η εκδοθείσα απόφαση, ως την ενημερώνουν οι δικηγόροι της, μπορεί να παραμεριστεί για 2 λόγους (βλ. μεταξύ άλλων την παράγραφο 31 της ένορκης δήλωσης). Ο πρώτος λόγος είναι λόγω της μη εξουσιοδότησης της προς τον δικηγόρο που φερόταν να την εκπροσωπεί κατά την έκδοση της απόφασης να δεχτεί να εκδοθεί εκ συμφώνου απόφαση εναντίον της, αφού όπως την συμβουλεύουν οι δικηγόροι της, η έκδοση απόφασης χωρίς την παροχή ρητής εξουσιοδότησης, δεν είναι σύμφωνη με τον σχετικό νόμο και τις αρχές τις επιείκειας και με τα συναλλακτικά ήθη. Είχε προηγουμένως αναφέρει στην ένορκη της δήλωση τις συνθήκες κάτω από τις οποίες υπέγραψε τύπο διορισμού δικηγόρου τον οποίο της έφερε στο σπίτι ο Ανδρέας Αθανάση με τον οποίο διατηρούσαν δεσμό και ήταν ο εναγόμενος 1 (πρωτοφειλέτης) στην αγωγή 3442/2004 του Ε.Δ.Λεμεσού, αλλά και ότι ουδέποτε είδε ή συνομίλησε με τον δικηγόρο που την εκπροσώπησε στην εν λόγω αγωγή 3442/2004 ούτε και τον εξουσιοδότησε ποτέ να δεχτεί να εκδοθεί απόφαση εναντίον της στα πλαίσια της αγωγής αυτής. Ο δεύτερος λόγος είναι λόγω του δόλου της Εναγόμενης, που ενώ γνώριζε τις ανησυχίες της και την άρνηση της να εκδοθεί απόφαση εναντίον της για ένα δάνειο που δεν ήταν δικό της, την παρότρυνε και έπεισε να μείνει αμέτοχη στην δικαστική διαδικασία που εκκρεμούσε. Η Εναγόμενη δόλια την παρότρυνε να μην λάβει μέρος στην όλη διαδικασία, γνωρίζοντας ότι θα εκδοθεί απόφαση εναντίον της και ως εκ τούτου η περιουσία της θα επιβαρυνόταν με ΜΕΜΟ του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου, και άρα η Εναγόμενη θα ήταν εξασφαλισμένη να εκτελέσει την απόφαση που πέτυχε. Είχε αναφέρει προηγουμένως στην ένορκη της δήλωση ότι μετά την επίδοση της αγωγής 3442/2004 στην ίδια και την υπογραφή του τύπου διορισμού δικηγόρου ως αναφέρεται πιο πάνω, συνομίλησε με κάποια υπάλληλο/λειτουργό των εναγομένων η οποία την καθησύχασε αναφορικά με την αγωγή και της είπε να παραμείνει αμέτοχη στη διαδικασία, δίδοντας της μεταξύ άλλων και διαβεβαίωση ότι δεν θα εκδοθεί απόφαση εναντίον της χωρίς την ρητή της εξουσιοδότηση. Στις 15/12/2006 όμως οι εναγόμενοι παρά τα πιο πάνω πέτυχαν δόλια την έκδοση εκ συμφώνου απόφασης εναντίον της για το ποσό των Λ.Κ. 15.400 με τόκο προς 8% ετησίως από 08/06/2004. Η Ένσταση Στην ένσταση των εναγομένων παρατίθενται 11 λόγοι ένστασης. Είναι πιο συγκεκριμένα οι ακόλουθοι: 1. Η παρούσα αίτηση δεν πληροί τις προυποθέσεις του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίου Νόμου 14/60 δι' έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, και ή υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση τύπου latches στην υποβολή αυτής, καθότι εκδόθηκε η απόφαση στις 15/12/2006 και η αιτήτρια υπέβαλε την επίδικη αίτηση σχεδόν 9 χρόνια μετά. 2. Η αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο λανθασμένα καταχωρήθηκε εναντίον των εναγομένων/ καθ' ων η αίτηση καθότι κατά τον χρόνο έκδοσης της εκ συμφώνου απόφασης η αιτήτρια εκπροσωπείτο από δικηγόρο. 3. Η παρούσα αίτηση λανθασμένα καταχωρήθηκε στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Η αναστολή εκτέλεσης της εκδοθείσας απόφασης που αιτείται η ενάγουσα με την αίτηση της αφορά την αγωγή υπ'αρ.3442/2004 και όχι αναστολή της παρούσας αγωγής. 4. Η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the court) και ή είναι κακόπιστη και ή καταχωρήθηκε για να εξυπηρετήσει αλλότριους σκοπούς. 5. Η αίτηση δεν αποκαλύπτει οποιεσδήποτε περιστάσεις που να δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος της ενάγουσας. 6. Η ενάγουσα δεν αποκαλύπτει οτιδήποτε εν σχέση με την κατεπείγουσα φύση της υπόθεσης για να δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος αναστολής της εκδοθείσας απόφασης. 7. Η ενάγουσα δεν αποκαλύπτει με ποιο τρόπο θα παράσχει εξασφάλιση και δεν κάνει καμία πρόνοια για την οικονομική της κατάσταση ως προνοεί η Δ.40 Θ.11 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και το άρθρο 9

(2)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ.6).
  1. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι τυχόν έκδοση των υπό αναφορά διαταγμάτων συνεπάγει άμεσο επηρεασμό των δικαιωμάτων των εναγομένων αφού εμποδίζονται από το να εισπράξουν το εξ' αποφάσεως λαβείν τους.
  2. Η παρούσα αίτηση αποτελεί προϊόν δεύτερης σκέψης.
  3. Οι εναγόμενοι λέγουν ότι η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας εφόσον εάν το προσωρινό διάταγμα εκδοθεί, θα προκληθεί ανεπανόρθωτη οικονομική ζημιά στους εναγόμενους, εφόσον η ενάγουσα δεν μπορεί να τους αποζημιώσει με χρήμα, και δεν θα απονεμηθεί δικαιοσύνη.
  4. Η ενάγουσα ουδεμία πιθανότητα επιτυχίας έχει στην αίτηση της. Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.33 Θ.15, Δ.40 Θ.1, 7 (α), 7 (β), 10 και 11, Δ.48 Θ.1-4, 7 και 9, στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, στα άρθρα 4, 5 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, στην Νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση Η ένσταση των Εναγομένων συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Μιχάλη Κυριακίδη, ο οποίος αναφέρει ότι είναι στην υπηρεσία των εναγομένων και πως γνωρίζει τα γεγονότα της αγωγής από έγγραφα που έχει στην κατοχή και φύλαξη του και από πληροφορίες που έχει συγκεντρώσει. Περαιτέρω αναφέρει ότι είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση. Αναφέρει επίσης ότι ανέγνωσε την αίτηση και την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει και οι εναγόμενοι απορρίπτουν το περιεχόμενο τους πλην όπου ρητά αποδέχονται. Εις απάντηση δε των όσων η ενάγουσα αναφέρει εν σχέση με τους δύο λόγους εις τους οποίους βασίζει την αξίωση της για παραμερισμό της εκ συμφώνου εκδοθείσας απόφασης λέγει τα εξής: (α) Όπως η ίδια η ενάγουσα παραδέχεται υπέγραψε τύπο διορισμού δικηγόρου ο οποίος την εκπροσωπούσε στην αγωγή, ενώ όπως φαίνεται στην ίδια την εκδοθείσα απόφαση αυτή εξεδόθη ενόσω εκπροσωπείτο από δικηγόρο. Γι' αυτό ακόμη και εν αγνοία της να εκδόθηκε η απόφαση και χωρίς εξουσιοδότηση της, λανθασμένα καταχώρησε την αγωγή εναντίον των εναγομένων για το λόγο ότι αυτοί ενήργησαν ορθά και νομότυπα και δεν επέδειξαν δόλο στην έκδοση της απόφασης. (β) Η ενάγουσα δεν αναφέρει με ποιον λειτουργό των εναγομένων είχε επικοινωνία και επιπλέον είχε δικαίωμα και μπορούσε να λάβει νομική συμβουλή τόσο κατά την υπογραφή της εγγύησης όσο και μετά την παραλαβή του κλητηρίου στην αγωγή 3442/2004 πράγμα που δεν έπραξε από δική της αμέλεια και αδιαφορία. (γ) Η επίδικη απόφαση εκδόθηκε εκ συμφώνου και ενόσω η ενάγουσα εκπροσωπείτο από δικηγόρο καθόλα νόμιμα και ορθά και σε καμία περίπτωση δόλια. Οι εναγόμενοι αλλά και οι δικηγόροι τους δεν ήταν σε θέση να γνωρίζουν ότι η ενάγουσα δεν εξουσιοδότησε τον δικηγόρο της να δεχτεί όπως εκδοθεί απόφαση εναντίον της. (δ) Οι εναγόμενοι ενεργούσαν νόμιμα και εκτελούσαν επιμελώς τα καθήκοντα τους μέσα από μια πρακτική που ακολουθούν με όλους τους πελάτες τους. Σε καμία περίπτωση η έκδοση της απόφασης στην αγωγή 3442/2004 είναι προιόν παρανομίας, ψυχικής πίεσης, ψευδών παραστάσεων και δόλου των εναγομένων. Επαναλαμβάνει δε ότι η ενάγουσα εκπροσωπείτο από δικηγόρο κατά την έκδοση της απόφασης. Επίσης αναφέρει ότι η ενάγουσα υπέστη ψυχική πίεση και καταναγκασμό όπως επίσης ήταν λήπτης ψευδών παραστάσεων από τρίτα άτομα τα οποία αναφέρει και όχι από την τράπεζα. (ε) Ο παραμερισμός της απόφασης για το λόγο ότι δεν έδωσε σχετική εξουσιοδότηση στον δικηγόρο που την εκπροσωπούσε στην αγωγή 3442/2004 δεν αφορά τους εναγόμενους. Επιπλέον οι εναγόμενοι αρνούνται ότι λειτουργός ή υπάλληλος των εναγομένων παρότρυνε και έπεισε την ενάγουσα να μείνει αμέτοχη στην δικαστική διαδικασία που εκκρεμούσε. Η ενάγουσα ήταν ενήλικας, είχε σώας τα φρένας και είχε δικαίωμα να λάβει νομική συμβουλή τόσο κατά το στάδιο υπογραφής της εγγύησης, όσο και αργότερα όταν της επιδόθηκε η αγωγή 3442/2004, όπως έπραξε όταν έλαβε την επιστολή 15/10/
  5. Ως εκ τούτου οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η επίδικη αίτηση αποτελεί προιόν δεύτερης σκέψης. Η Ακρόαση της αίτησης Η Ακρόαση της αίτησης έγινε στη βάσει των ενόρκων δηλώσεων των δύο πλευρών. Οι Εισηγήσεις των Δικηγόρων Οι συνήγοροι των διαδίκων μέσω γραπτών αγορεύσεων που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου παρουσίασαν στο δικαστήριο την επιχειρηματολογία τους. Το Δικαστήριο έχει σημειώνω μελετήσει πολύ προσεκτικά τις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων, δεν κρίνεται όμως σκόπιμο να επαναληφθούν εδώ όσα αναφέρουν. Νομικές Αρχές Έκδοσης Ενδιάμεσων Διαταγμάτων - Άρθρο 32, Ν.14/60 Οι αρχές έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος με βάση το άρθρο 32 * του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60, είναι οι ακόλουθες: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, (β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, και (γ) Η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το διάταγμα. (βλ. Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 CLR 557 και Papapetrou Bros Ltd v. Αντρούλλας Παπαπέτρου,
(2003)1 ΑΑΔ 741). * 32.-
(1)Τηρoυμέvoυ oιoυδήπoτε διαδικαστικoύ καvovισμoύ έκαστov δικαστήριov, εv τη ασκήσει της πoλιτικής αυτoύ δικαιoδoσίας, δύvαται vα εκδίδη απαγoρευτικόv διάταγμα (παρεμπίπτov, διηvεκές, ή πρoστακτικόv) ή vα διoρίζη παραλήπτηv εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας τo δικαστήριov κρίvει τoύτo δίκαιov ή πρόσφoρov, καίτoι δεv αξιoύvται ή χoρηγoύvται oμoύ μετ' αυτoύ απoζημιώσεις ή άλλη θεραπεία: Νoείται ότι παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα δεv θα εκδίδεται εκτός εάv τo δικαστήριov ικαvoπoιηθή ότι υπάρχει σoβαρόv ζήτημα πρoς εκδίκασιv κατά τηv επ' ακρoατηρίoυ διαδικασίαv, ότι υπάρχει πιθαvότης ότι ο αιτών διάδικος δικαιoύται εις θεραπείαv, και ότι εκτός εάv εκδoθή παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα, θα είvαι δύσκoλov ή αδύvατov vα απovεμηθή πλήρης δικαιoσύvη εις μεταγεvέστερov στάδιov. Η ύπαρξη των τριών θεσμικών προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή. Στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει πόσο δίκαιο και εύλογο είναι να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα. (βλ. Odysseos πιο πάνω, Χριστοφή Κουνούνα v. C. & A. Simonos Ltd,
(2002)1 ΑΑΔ 1361 και Bacardi v. Vinco
(1996)1(B) A.A.Δ. 788). Δεν υπάρχουν αυστηρά οριοθετημένα πλαίσια, μέσα στα οποία ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Η κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της γεγονότων και περιστατικών, με γνώμονα πάντοτε το κατά πόσο η έκδοση του διατάγματος είναι αναγκαία, για να καταστεί δυνατή η απονομή της δικαιοσύνης σε κάθε στάδιο, περιλαμβανομένου και αυτού της ικανοποίησης της απόφασης, που τυχόν ήθελε εκδοθεί (βλ. Κώστα Καλογήρου ν. C.C.F Credit Capital Finance Ltd
(2005)1 ΑΑΔ 1235). Η πρώτη προϋπόθεση, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, ικανοποιείται με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης (βλ. Odysseos πιο πάνω). Η δεύτερη προϋπόθεση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, έχει ερμηνευθεί ως κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά κάτι πολύ λιγότερο από «το ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (βλ. Odysseos πιο πάνω). Εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του (βλ. T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd ν. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1802 και Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 2015). Το Δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδοθεί το διάταγμα, αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης. Θα πρέπει απλά να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση και ότι υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας (βλ. Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν. Nicantony Trading Co. Ltd
(1998)1 ΑΑΔ 1653). Το Δικαστήριο δεν απαιτείται, αλλά ούτε και πρέπει, να εξετάζει την ενώπιον του μαρτυρία και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με συγκρουόμενα γεγονότα, κάτι που θα έχει το καθήκον να πράξει στο τελικό στάδιο της υπόθεσης. Στο αρχικό αυτό στάδιο πρέπει να περιοριστεί στη διαπίστωση ύπαρξης ή μη κάποιας προοπτικής επιτυχίας (βλ. Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd, Πολιτική Έφεση 145/2011, 13/6/2013). Η προοπτική επιτυχίας και η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας δε μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας (βλ. Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 ΑΑΔ 253, στη σελ. 257). Αυτό που εξετάζεται είναι κατά πόσο έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις του άρθρου 32. Το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (βλ. Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 CLR 263 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστόφορου κ.ά.
(1995)1 AAΔ 248). Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση το Δικαστήριο εξετάζει την πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το διάταγμα ή αν θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον ενάγοντα των θεραπειών που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (βλ. Παναγίδου κ.α. ν. Παναγίδου κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 396). Κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος, είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτητή (βλ. M. & Ch. Mitsingas Trading Ltd v. Timberland Co.
(1997)1 AΑΔ 1799). Περιλαμβάνει και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, όπως έχει υποδειχθεί μεταξύ άλλων στις υποθέσεις Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R.231 και Zena Company Ltd ν Demenian Catering Ltd
(2011)1 ΑΑΔ 1848. Στην υπόθεση Cambridge Nutrition Ltd v. British Broadcasting Corp. [1990] 3 All E.R. 523, έγινε δεκτό ότι στην ενάσκηση της εξισορροπητικής άσκησης μεταξύ της παρουσίασης σοβαρής υπόθεσης προς συζήτηση και του ισοζυγίου της ευχέρειας, ο χρηματικός παράγων για σκοπούς αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη, αλλά επενεργούν και άλλοι, όπως το δικαίωμα του BBC να μεταδώσει συγκεκριμένο πρόγραμμα στα πλαίσια της μετάδοσης προγραμμάτων δημοσίου ενδιαφέροντος. Στην υπόθεση Κυρισάββα ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Παντελούς Kωνσταντίνου Kκιζή κ.ά. v. Κύζη, ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Mαριτσούς Kωστή Kκιζή
(2001)1(B) Α.Α.Δ. 1245, επιβεβαιώθηκε η θέση ότι ο χρηματικός παράγων της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη προς ικανοποίηση του τρίτου κριτηρίου, όπως τα κριτήρια αυτά εξηγήθηκαν από τη νομολογία, μεταξύ άλλων, και, στην υπόθεση Οdysseos πιο πάνω. Νομικές Αρχές Έκδοσης Διατάγματος Αναστολής Εκτέλεσης Απόφασης Στην προκειμένη περίπτωση θεωρώ πως εφαρμογής τυγχάνει η Δ.40 Θ.7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που προνοεί: «7. Every person to whom any sum or money or any costs shall be payable under a judgment or order shall, so soon as the money or costs shall be payable, be entitled to apply for the issue of writs to enforce payment thereof, subject nevertheless as follows:- (
  1. a)If the judgment or order is for payment within a period therein mentioned, no writ shall be issued until after the expiration of such period; (
  2. b)The Court or Judge may, at or after the time of giving judgment or making an order, stay execution until such time as they or he shall think fit.» Η πιο πάνω Δ.40, θ.7(β) είναι κατάλληλο να διαβάζεται υπό το φως του άρθρου 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, το οποίο καθορίζει την εξουσία Δικαστηρίου να διατάσσει την αναστολή της εκτέλεσης των αποφάσεών του ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια «εάν θεωρήσει τούτο πρέπον», για τέτοιο χρονικό διάστημα και υπό τέτοιους όρους ως ήθελε κρίνει ορθόν. Παραθέτω το άρθρο 47꞉ «47. Η απόφασις οιουδήποτε δικαστηρίου, επιφυλασσομένης οιασδήποτε εν αυτή περιεχομένης αντιθέτου διαταγής και ασχέτως του γεγονότος ότι αύτη έχει ληφθή επί παραλείψει υποβολής εγγράφων προτάσεων ή εμφανίσεως οιουδήποτε διαδίκου, θα είναι δεσμευτική δι' όλους τους διαδίκους ευθύς ως αυτή εκδοθή, ασχέτως προς οιανδήποτε έφεσιν κατ' αυτής, αλλά το δικαστήριον υπό του οποίου εκδίδεται η τοιαύτη απόφασις, ή οιονδήποτε δικαστήριον έχον δικαιοδοσίαν να εκδικάση κατ' έφεσιν την τοιαύτην απόφασιν δύναται καθ' οιονδήποτε χρόνον, εάν θεωρήση τούτο πρέπον, και ασχέτως προς το εάν εξεδόθη ή μη διάταγμα προς εκτέλεσιν αυτής να διατάξη όπως ανασταλή ή εκτέλεσις της τοιαύτης αποφάσεως διά τοσαύτον χρονικόν διάστημα και υπό τοιούτους όρους ή άλλως, ως ήθελε κρίνει ορθόν το τοιούτον δικαστήριον.». Είναι γεγονός σημειώνεται εδώ ότι η πιο πάνω πρόνοια του άρθρου 47 του Ν.14/60 δεν αναφέρεται στη νομική βάση της υπό κρίση αίτηση, όμως θεωρώ πως υπό τις περιστάσεις η παράλειψη συμπερίληψης στην αίτηση της εν λόγω διάταξης συνιστά θεραπεύσιμη παρατυπία (βλ.Wunderlich κ.ά. v. Παναγιώτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 366). Αυτό γιατί στην αίτηση αναφέρεται η Δ.40 Θ.7(β) που παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα αναστολής, η πλευρά των εναγομένων δεν εισηγήθηκε ποτέ ότι παράλειψη αναφοράς στο εν λόγω άρθρο 47 αποτελεί ουσιώδη παρατυπία που δεν μπορεί να θεραπευθεί ή οτιδήποτε σχετικό, αλλά και επειδή αποτελεί διαπίστωση μου ότι δεν προκύπτει οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός για τους εναγόμενους. Συνεπώς εκδίδω διάταγμα για άρση της παρατυπίας με βάση τη Δ.64. Η Διαταγή 40, θ.7 είναι πανομοιότυπη με την παλιά αντίστοιχη των Αγγλικών θεσμών, Δ.42, Θ. 17 πριν αντικατασταθεί με την προσθήκη της προϋπόθεσης των ειδικών περιστάσεων. (Βλ. Thorn Domestic Appliances v. Alpan (Takis Bros) Ltd
(1982)JSC 544). Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου με βάση τη Δ.40 Θ. 7 (β) ασκείται κατ΄ αναλογία με βάση τις αρχές που διέπουν τη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου με βάση τη Δ.35 Θ. 18. (Βλ. Anderson & Coltman Ltd v. Sonco Canning Ltd
(1982)JSC 325). Ο ρόλος του Δικαστηρίου κατά την εξέταση αίτησης αναστολής δυνάμει της Δ.35, θ. 18 έχει αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Χαραλάμπους v. Α. Panayides Contracting Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 1978 συνοψίσθηκαν οι αρχές που διέπουν το θέμα αναστολής όπως εκπηγάζουν από τη νομολογία ως ακολούθως: «(α) Η απόφαση για αναστολή ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η άσκηση της οποίας γίνεται στο πλαίσιο της Διαταγής 35 καν. 18 και σε συνάρτηση προς τα γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. (β) Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης η οποία, παραμένει ισχυρή και διατηρεί την τελεσιδικία της μέχρι την τροποποίηση ή την ανατροπή της από το Εφετείο. Έπεται ότι ο επιτυχών διάδικος δεν πρέπει να αποστερείται τους καρπούς της επιτυχίας του εκ μόνου του γεγονότος ότι εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσης του αντιδίκου του. Από την άλλη όμως αποτελεί βασική προϋπόθεση για την απονομή της δικαιοσύνης, η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης. Η άρνηση έκδοσης διαταγής για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης δυνητικά συνεπάγεται κίνδυνο εξανέμισης της αξίας της Έφεσης.». Επίσης, στην Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147 λέχθηκε σχετικά ότι: «Η διασφάλιση του τελεσφόρου της πρωτόδικης απόφασης, αφενός, και της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης, αφετέρου, συνιστούν τους κατεξοχή παράγοντες που επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Η εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων επιβάλλει η στάθμιση κάθε γεγονότος που σχετίζεται τόσο με τις επιπτώσεις της αναστολής, όσο και τη ζωτικότητα του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης. Οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός, αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις. Το πλαίσιο για τη διάγνωση των δικαιωμάτων του εφεσείοντα σε συνάρτηση με την αποτίμηση των λόγων της έφεσης είναι η ακρόαση της έφεσης. Μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης, χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου». Στην The Governor and the Company of the Bank of Scotland v. S.S. Sapphire Seas
(2001)1 Α.Α.Δ. 955, ειπώθηκαν τα εξής: «Στην περίπτωση των αναστολών γίνεται προσπάθεια εξισορρόπησης δύο παραγόντων: Να δρέψει άμεσα ο νικητής του δικαστικού αγώνα τους καρπούς της επιτυχίας του και να μη μείνει ο άλλος, αν νικήσει, με κενά χέρια. Σ΄ αυτό το πλαίσιο κινείται η άσκηση της διακριτικής μας εξουσίας.» Στην απόφαση Πατσαλοσαββής γ. Διευθυντή Τρήματος Εσωτερικών Προσόδων
(1989)1Ε Α.Α.Δ 45 έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα σχετικά με το πιο πάνω ζήτημα: «Η συμφυής εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση δικαστικής απόφασης συναρτάται άμεσα με τους σκοπούς για τους οποίους επιδιώκεται η αναστολή. Κλασσική περίπτωση, όπως επεξηγείται στον πιο πάνω τόμο των HALSBURΥ 'S LAWS Of ENGLAND, είναι η αναστολή δικαστικής απόφασης μετά την υποβολή και ενώ εκκρεμεί έφεση.» Εφαρμογή των Προϋποθέσεων του Νόμου και Αξιολόγηση Από τις ένορκες δηλώσεις που καταχώρησαν οι δύο πλευρές προκύπτουν οι ακόλουθες και από τα δύο μέρη αποδεκτές θέσεις: Την 01/03/2001 η ενάγουσα υπέγραψε συμφωνία εγγυήσεως για απεριόριστο ποσό με τους εναγόμενους, με την οποία εγγυήθηκε προσωπικά όλες τις υποχρεώσεις του Ανδρέα Αθανάση οι οποίες προέκυπταν από συμφωνία στεγαστικού δανείου που σύνηψε ο τελευταίος με τους εναγόμενους για ποσό Λ.Κ.30.000.-. Οι εναγόμενοι εν σχέση με το εν λόγω δάνειο καταχώρησαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού την υπ'αρ.3442/2004 αγωγή και στα πλαίσια της αγωγής αυτής στις 15/12/2006 εξεδόθη εκ συμφώνου δικαστική απόφαση εναντίον του ρηθέντος Ανδρέα Αθανάση και της ενάγουσας αλλήλεγγυα και ή κεχωρισμένα για ποσό Λ.Κ.15.400.- πλέον τόκο 8% ετησίως επί του εν λόγω ποσού από 08/06/04 μέχρι τέλειας εξόφλησης, πλέον τα έξοδα της αγωγής. Τον Ανδρέα Αθανάση και την ενάγουσα κατά την έκδοση της απόφασης πιο πάνω εκπροσωπούσε ο δικηγόρος Χρίστος Χριστοφόρου. Ο εν λόγω δικηγόρος εκπροσωπούσε τον Ανδρέα Αθανάση και την ενάγουσα από της επίδοσης της αγωγής προς αυτούς μέχρι και την έκδοση της εν λόγω απόφασης κατόπιν υπογραφής από μέρους τους σχετικού τύπου διορισμού δικηγόρου. Με αυτά υπόψη προχωρώ να εξετάσω αν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που προανέφερα. Επαναλαμβάνεται και εδώ ότι σύμφωνα με την ενάγουσα, ανεξάρτητα από ότι άλλο αναφέρει ή αξιώνει με την απαίτηση της, δύο είναι λόγοι για τους οποίους η εκδοθείσα απόφαση μπορεί να παραμεριστεί (βλ. παράγραφο 31 της ένορκης της δήλωσης αλλά και σελ. 10-12 της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου της). Όπως η ίδια τους προβάλλει είναι η έλλειψη εξουσιοδότησης προς τον δικηγόρο της να δεχτεί εκ συμφώνου απόφαση εναντίον της, και ο δόλος που προκύπτει ως εκ του ότι ενώ οι εναγόμενοι γνώριζαν τις ανησυχίες της και την άρνηση της να εκδοθεί απόφαση εναντίον της, την παρότρυναν να μείνει αμέτοχη στη δικαστική διαδικασία που εκκρεμούσε γνωρίζοντας ότι θα εκδοθεί απόφαση εναντίον της και θα επιβαρυνόταν η περιουσία της με MEMO. Παρεμβάλλω εδώ ότι σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως έχει καταγραφεί σε διάφορες αποφάσεις όπως στις Παναγιώτης Ανδρέου v. P & C Crystal Line Co LTD
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1521 και Μαρία Ιακώβου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας ΛΤΔ
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 992, μια απόφαση που εκδόθηκε εκ συμφώνου μπορεί να ακυρωθεί μέσω νέας αγωγής που καταχωρείται για το σκοπό αυτό. Οπότε θα μπορούσαμε ήδη από το σημείο αυτό να πούμε ότι ο λόγος ένστασης υπό 3 των εναγομένων θα πρέπει να απορριφθεί. Α. Έλλειψη εξουσιοδότησης προς τον δικηγόρο της να δεχτεί εκ συμφώνου απόφαση εναντίον της Ευθέως αναφέρεται, χωρίς σε καμία περίπτωση να αποφασίζω το θέμα τελεσίδικα ή να προβαίνω σε τελικό εύρημα, πως δεν φαίνεται να υπάρχει δυνατότητα παραμερισμού με βάση τον συγκεκριμένο λόγο. Η απόφαση ημερ.15/12/2006 που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής 3442/2004 έχει συνταχθεί και γίνονται ενέργειες προς εκτέλεση της. Συγκεκριμένα, έχει καταχωρηθεί ΜΕΜΟ στην ακίνητη περιουσία της ενάγουσας και ακολούθως υποβλήθηκε αίτηση για πώληση των ακινήτων που αφορά το ΜΕΜΟ στη βάση της οποίας έχει εκδοθεί διάταγμα πώλησης. Στην Αγγλική υπόθεση Dietz v. Lennig Chemicals Ltd
(1966)2 All E R 962, η οποία υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Doulou Moustafa Matsouri v. Duriye Ahmet Rustem
(1973)1 CLR 24, καθορίσθηκαν οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν προτού το Δικαστήριο ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια για παραμερισμό απόφασης ή διατάγματός του που εκδόθηκε στην βάση συμβιβασμού. Σύμφωνα με την νομολογία απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι όπως η αίτηση για παραμερισμό υποβληθεί πριν η εκ συμφώνου απόφαση συνταχθεί. Το Δικαστήριο δεν επεμβαίνει αφότου το διάταγμα ή η απόφαση του έχουν τελειοποιηθεί (perfected) εκτός μόνο στην περίπτωση που το λάθος, η διόρθωση του οποίου επιδιώκεται με αίτηση, είναι γραμματικό λάθος. Σε μια τέτοια περίπτωση υπάρχει δυνατότητα για διόρθωσή του δυνάμει της Διάταξης 25, θεσμός 6 των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας (Βλ., επίσης, Orphanides v. Michaelides
(1968)1 CLR 295). Ο αιτητής πρέπει, επίσης, να καταδείξει, ότι η συναίνεση ή συγκατάθεσή του στην έκδοση της απόφασης ή του διατάγματος δόθηκαν υπό το καθεστώς λανθασμένης αντίληψης (misapprehension) ή λανθασμένης δήλωσης (misstatement) ή έλλειψης στοιχείων (want of materials) (Βλ., επίσης, Holt v. Jesse
(1876)3 Ch.D. 177 και Harrey v. Croydon Union Rural Sanitary Authority (1881-85) All E R 1031). Σύμφωνα με τον Λόρδο Denning στην υπόθεση Dietz v. Lennig Chemicals Ltd
(1966)2 All E R 962 σε μια τέτοια περίπτωση ο αιτητής δύναται να αποταθεί στο Δικαστήριο και να ζητήσει όπως μη συνταχθούν το διάταγμα ή η απόφαση. Βεβαίως, ο αιτητής δεν μπορεί να επικαλεσθεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς όφελός του χωρίς καλό λόγο. Αν η αίτηση υποβάλλεται αυθαίρετα το Δικαστήριο δεν θα τον ακούσει. Αν, όμως, έχει να δείξει κάποιο καλό λόγο, τότε, μπορεί να αποταθεί στο Δικαστήριο και να ζητήσει όπως το διάταγμα παραμερισθεί, ώστε να μην γίνει διάταγμα Δικαστηρίου. Η υπόθεση πιο πάνω αφορούσε αγωγή για αποζημιώσεις, η οποία είχε κινηθεί από την σύζυγο του αποβιώσαντα και εργοδοτούμενου των εναγόμενων κατά τον ουσιώδη χρόνο υπό την ιδιότητά της ως διαχειρίστρια της περιουσίας του. Οι δικηγόροι των εναγόμενων είχαν κάνει πρόταση για εξώδικη διευθέτηση της υπόθεσης, η οποία έγινε αποδεκτή από τους δικηγόρους της ενάγουσας. Η αίτηση για παραμερισμό υποβλήθηκε πριν την σύνταξη της απόφασης στην βάση του ότι οι δικηγόροι των εναγόμενων δεν γνώριζαν κατά τον χρόνο που είχε προταθεί και εγκριθεί ο συμβιβασμός από το Δικαστήριο, ότι η ενάγουσα είχε στο μεταξύ ξαναπαντρευτεί. Αν γνώριζαν το πιο πάνω γεγονός, δεν θα πρότειναν το ποσό που είχαν εισηγηθεί και για το οποίο είχε εγκριθεί ο συμβιβασμός από το Δικαστήριο. Η απόφαση παραμερίστηκε. Στην υπόθεση Shepherd v. Robinson
(1919)1 K.B. 474, στην οποία παρεμβάλλω γίνεται αναφορά και από τους συνηγόρους της ενάγουσας στην αγόρευση τους, αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, ότι πριν μια εκ συμφώνου απόφαση συνταχθεί και τελειοποιηθεί η συγκατάθεση που δόθηκε από τον δικηγόρο δύναται να αποσυρθεί από τον πελάτη αν ο δικηγόρος την έδωσε ενεργώντας υπό το καθεστώς λανθασμένης αντίληψης (misapprehension). Το Δικαστήριο σε μια τέτοια περίπτωση δεν θα προχωρήσει με την σύνταξη και τελειοποίηση του διατάγματος ώστε να εξαναγκάσει τους διαδίκους σε συμμόρφωση με μια συμφωνία, στην οποία οι συνήγοροι κατέληξαν από λάθος. Στην υπόθεση αυτή ο εναγόμενος είχε δώσει ρητές οδηγίες στον δικηγόρο του (solicitor) να μην συμβιβάσει την υπόθεση. Η αίτηση για παραμερισμό υποβλήθηκε στην βάση του ότι ο συνήγορος του εναγόμενου (counsel) που εμφανίσθηκε στην διαδικασία δεν γνώριζε για τις ρητές οδηγίες που είχαν δοθεί από τον εναγόμενο στον πρώτο δικηγόρο. Στην υπόθεση Doulou Moustafa Matsouri v. Duriye Ahmet Rustem
(1973)1 CLR 24 η αίτηση για παραμερισμό της εκ συμφώνου απόφασης στα πλαίσια της Έφεσης, η οποία υποβλήθηκε στην βάση του ότι ο δικηγόρος της αιτήτριας δεν είχε οποιεσδήποτε οδηγίες ή εξουσιοδότηση από την πελάτισσά του είτε ρητώς είτε εξυπακουόμενα να προβεί σε διευθέτηση ή να δηλώσει συμβιβασμό, απορρίφθηκε. Δεν είχε συνταχθεί η απόφαση καθότι ουδείς εκ των διαδίκων ζήτησε την σύνταξη της, όμως το σχετικό πρακτικό του Δικαστηρίου που εμπεριείχε την απόφαση, είχε δακτυλογραφηθεί, υπογράφηκε και καταχωρήθηκε πριν την υποβολή της αίτησης για παραμερισμό. Τέλος, στην Πολ.Εφ.10457 Τάσος Μαρκίδης v. Αιμίλιος Ηλιάδης Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 729, ο εφεσείων ήταν συνεναγόμενος με την εταιρεία Cyprus Transport Taxi Co Ltd της οποίας ήταν διευθυντής. Ενάγουσα ήταν η εφεσίβλητη. Σε κάποιο στάδιο, μετά την έγερση της αγωγής, ο εφεσείων έδωσε οδηγίες στο δικηγόρο του να δεχθεί απόφαση στην αγωγή εναντίον της εταιρείας μόνο. Όμως, λόγω κακής συνεννόησης μεταξύ του δικηγόρου και του δικηγόρου που εμφανίστηκε εκ μέρους του, στο Δικαστήριο δηλώθηκε και εκδόθηκε απόφαση τόσο εναντίον της εταιρείας όσο και εναντίον του εφεσείοντα. Ο τελευταίος αντιλήφθηκε για πρώτη φορά ότι είχε εκδοθεί απόφαση και εναντίον του όταν τον επισκέφθηκαν επιδότες στο σπίτι του για να του κατάσχουν την κινητή του περιουσία. Μετά την πιο πάνω εξέλιξη, ο εφεσείων ήγειρε εναντίον της εφεσίβλητης αγωγή ζητώντας την ακύρωση της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, παρόλο που διαπίστωσε ότι τα γεγονότα είχαν όπως ισχυριζόταν ο εφεσείων, εν τούτοις απέρριψε την αγωγή με το ακόλουθο σκεπτικό: «Το θέμα που εγείρεται είναι κατά πόσο μπορεί να παραμερισθεί απόφαση που εκδόθηκε εκ συμφώνου. .......................... Στην Κυπριακή απόφαση του Εφετείου Doudou Moustafa Matsouri v Durige Ahmet Rustem
(1973)1 C.L.R. 24 το Δικαστήριον απέρριψε το αίτημα των αιτητών για παραμερισμό της απόφασης, που είχε δοθεί με συγκατάθεση και των δύο πλευρών. Ο δικηγόρος της αιτήτριας δέχθηκε διάταγμα εκ μέρους της πελάτιδας του υπερβαίνοντας τις εξουσίες που του είχε δώσει αυτή. Το πρακτικό του Δικαστηρίου είχε δακτυλογραφηθεί, υπογραφεί και καταχωρηθεί. Σύμφωνα με το Δικαστήριο το διάταγμα είχε τελειοποιηθεί και συνεπώς δεν μπορούσε να παραμερισθεί. Το Εφετείο βασίσθηκε μεταξύ άλλων στην αγγλική απόφαση ......Marsden v Marsden
(1972)2 All E.R. 1162 όπου επαναλήφθηκε η αρχή ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να ανατρέψει ένα διάταγμα που εκδόθηκε εκ συμφώνου όταν το διάταγμα έχει ήδη τελειοποιηθεί. Με βάση τις πιο πάνω αποφάσεις που είναι δεσμευτικές για το Δικαστήριο κρίνω ότι δεν έχω εξουσία να επέμβω με την απόφαση στην αγωγή που εκδόθηκε εκ συμφώνου.» To Ανώτατο Δικαστήριο αφού άκουσε τις δύο πλευρές απέρριψε την Έφεση λέγοντας τα εξής: « Η θέση του δικηγόρου του εφεσείοντα δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Με την εξαίρεση των περιπτώσεων που προβλέπονται στη Δ.25 Θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, για διόρθωση, δηλαδή, γραμματικών λαθών ή λαθών που προκύπτουν από τυχαία διολίσθηση ή παράλειψη, η αρχή ότι τα Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να τροποποιούν διατάγματά τους που έχουν τελειοποιηθεί ή αποφάσεις τους που έχουν εκδοθεί, είναι σαφής. Επιβεβαιώθηκε, μάλιστα, και από πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. (Βλ. Αντωνίου ν. Δημοκρατίας, Αίτηση στην Α.Ε. 1449, 15.5.1998, Γεωργίου ν. Κυπριακές Αερογραμμές, Αίτηση στην Πολ.Εφ. 8957, 9.7.1999, Αίτηση 53/99 Α.Κορέλλης, 19.7.1999 και Παπακοκκίνου ν. Δήμου Πάφου, Αίτηση στην Πολ.Εφ.9724, 21.10.1999). Η περίπτωση του εφεσείοντα δεν μπορεί εύλογα να διαφοροποιηθεί. » Όπως θα έχει ήδη καταστεί έκδηλο στην υπό εξέταση περίπτωση εκ πρώτης δεν παρέχεται η δυνατότητα παραμερισμού της προσβαλλόμενης απόφασης στην βάση της νομολογίας που πιο πάνω αναφέρθηκε. Πρωτίστως, γιατί η υπό κρίση αίτηση υποβλήθηκε αφότου η απόφαση τελειοποιήθηκε με την έννοια που στις πιο πάνω αποφάσεις αναφέρεται. Κατά δεύτερο επειδή όπως είδαμε και πιο πάνω η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται στις περιπτώσεις εκείνες που στην απόφαση εμφιλοχώρησε λάθος (mistake) και η περίπτωση μας δεν είναι τέτοια. Όμως ανεξάρτητα των ανωτέρω, ας θεωρήσουμε ότι δεν συντρέχουν τα πιο πάνω στην προκειμένη περίπτωση και το Δικαστήριο θα μπορούσε να προβεί σε παραμερισμό της απόφασης στη βάση της μη ύπαρξης εξουσιοδότησης προς τον δικηγόρο. Ακόμη και έτσι, έχοντας υπόψη όσα η ενάγουσα αναφέρει και περαιτέρω όσα οι συνήγοροι της αναφέρουν στην αγόρευση τους (σελ. 11-12), και πάλιν το Δικαστήριο δεν διαβλέπει πιθανότητα επιτυχίας με βάση αυτά. Είναι κατ' αρχήν παραδεκτό από την ενάγουσα ότι ο Ανδρέας Αθανάση με τον οποίο διατηρούσαν ερωτικό δεσμό της έφερε στο σπίτι τύπο διορισμού δικηγόρου και της ζήτησε να τον υπογράψει. Παρά τον προβληματισμό της και τα όσα αναφέρει στην παράγραφο 13 της ένορκης της δήλωσης εντούτοις υπέγραψε τον τύπο διορισμού δικηγόρου εν γνώση της, όπως όλα δείχνουν, ότι αυτό που υπογράφει αφορά εξουσιοδότηση προς δικηγόρο για να την εκπροσωπεί στην αγωγή 3442/2004. Δεν επικοινώνησε ποτέ η ίδια με τον δικηγόρο προς τον οποίο υπέγραψε εξουσιοδότηση, αλλά ούτε και επιχείρησε να τον βρει και να μιλήσει μαζί του, και δεν έδωσε ποτέ συγκεκριμένες οδηγίες προς τον δικηγόρο αυτό ή οδηγίες να μην αποδεχτεί απόφαση εναντίον της χωρίς ρητή εξουσιοδότηση, αν και με βάση όσα αναφέρει γνώριζε πολύ καλά ότι ο δικηγόρος που θα την εκπροσωπεί είναι σε θέση να αποδεχτεί την έκδοση απόφασης εναντίον της. Ο εν λόγω δικηγόρος δε ως αντιπρόσωπος της στην αναφερθείσα αγωγή πράγματι αποδέχτηκε όπως εκδοθεί απόφαση εναντίον της. Παρεμβάλλω εδώ ότι δεν έχουμε ενώπιον μας την περίπτωση που δεν υπέγραψε ποτέ η ενάγουσα τύπο διορισμού δικηγόρου και ξαφνικά μαθαίνει ότι εξεδόθη εκ συμφώνου απόφαση εναντίον της σε μια αγωγή ενώ εκπροσωπείτο από δικηγόρο, τον οποίο δεν διόρισε ποτέ. Εδώ εν γνώσει της διόρισε δικηγόρο, έστω κάτω από τις συνθήκες που η ίδια ισχυρίζεται, και αποδέχτηκε να την εκπροσωπήσει στην αγωγή 3442/2004. Με βάση αυτά ο δικηγόρος αυτός είχε εξουσία να αποδεχτεί την έκδοση απόφασης. Η απόφαση Shepherd v. Robinson
(1919)1 K.B. 474 στην οποία όπως αναφέρθηκε ξανά παραπέμπουν οι συνήγοροι της ενάγουσας είναι σχετική. Ισχυρίζονται όμως οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της ενάγουσας, με αναφορά σε συγκεκριμένο απόσπασμα από την απόφαση Shepherd ανωτέρω, ότι εάν φανεί ότι ο δικηγόρος που ενεργούσε είχε εξουσία / φαινομενική εξουσία (apparent authority) με δεδομένο ότι οι εναγόμενοι είχαν γνώση της θέσης της ενάγουσας ότι δεν αποδεχόταν την έκδοση απόφασης εναντίον της η ενάγουσα δεν δεσμεύεται από τον συμβιβασμό που έγινε και την εκ συμφώνου εκδοθείσα απόφαση. Είναι γεγονός αναφέρω ότι με βάση την εν λόγω απόφαση προκύπτει ότι εφόσον η άλλη πλευρά γνώριζε ότι υπήρχε οποιοσδήποτε περιορισμός ή απαγόρευση στην εξουσία του συνηγόρου και παρά ταύτα γίνεται συμβιβασμός που έχοντας υπόψη τον εν λόγω περιορισμό ή απαγόρευση είναι προφανές ότι δεν ανταποκρίνεται στην θέση του πελάτη του συνηγόρου, τίθεται θέμα παραμερισμού. Όμως στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα δεν έχει καταδείξει ότι πράγματι έθεσε αυτά τα πράγματα που αναφέρει στους εναγόμενους. Η γενική και αόριστη αναφορά της σε κάποια υπάλληλο των εναγομένων (βλ. παραγράφους 14 και 15 της ένορκης της δήλωσης), χωρίς να αναφέρεται στο όνομα της, πότε ακριβώς συνομίλησε μαζί της, σε ποιο κατάστημα των εναγομένων εργαζόταν ή έστω σε ποιο τηλέφωνο εντόπισε την εν λόγω υπάλληλο και γενικότερα χωρίς να παραθέτει λεπτομέρειες που να καταδεικνύει ότι έστω στον βαθμό που απαιτείται σε αυτό το στάδιο η επικοινωνία αυτή έγινε, σε συνδυασμό με το ότι δεν απέστειλε οποιαδήποτε σχετική επιστολή στους εναγόμενους, αλλά και την άρνηση των εναγομένων περί τέτοιας επικοινωνίας ως και της παράλειψης αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντα στην ένσταση σχετικά με τούτο, δεν έχουν πείσει στο Δικαστήριο στον απαιτούμενο βαθμό ότι πράγματι οι εναγόμενοι είχαν ειδοποιηθεί σχετικά. Βεβαίως μαζί με όλα αυτά δεν θα μπορούσε βέβαια να μην σημειωθεί και η εξής απορία που προκύπτει στο μυαλό του Δικαστηρίου : γιατί την ίδια στιγμή που η ενάγουσα ισχυρίζεται έλλειψη εξουσιοδότησης του δικηγόρου της, δεν έχει προβεί στο παραμικρό διάβημα ή παράπονο ή καταγγελία εν σχέση με τον δικηγόρο αυτό και την ενέργεια του να δεχτεί απόφαση χωρίς την εξουσιοδότηση της όπως ισχυρίζεται. Ή ακόμη εντύπωση προκαλεί ότι ο δικηγόρος αυτός, μαζί και ο Ανδρέας Αθανάση που βρήκε τον δικηγόρο και προς τον οποίο η ενάγουσα ανέφερε ότι δεν αποδέχεται την έκδοση απόφασης χωρίς την εξουσιοδότηση της, δεν έχουν προστεθεί ως εναγόμενοι στην αγωγή της και δεν προβάλλεται καμία απαίτηση εναντίον τους. Β. Δόλος που προκύπτει ως εκ του ότι ενώ οι εναγόμενοι γνώριζαν τις ανησυχίες της και την άρνηση της να εκδοθεί απόφαση εναντίον της, την παρότρυναν να μείνει αμέτοχη στη δικαστική διαδικασία που εκκρεμούσε γνωρίζοντας ότι θα εκδοθεί απόφαση εναντίον της και θα επιβαρυνόταν η περιουσία της με MEMO. Όπως γίνεται αντιληπτό από όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω το Δικαστήριο δεν έχει πεισθεί στον απαιτούμενο βαθμό περί της αναφερόμενης γνώσης των εναγομένων. Η ενάγουσα δεν έπεισε εν πάση περιπτώσει ότι είχε επικοινωνία με συγκεκριμένο υπάλληλο των εναγομένων και έθεσε όλα όσα ισχυρίζεται ή ότι την έπεισαν να μείνει αμέτοχη. Όμως ανεξάρτητα τούτου, προχωρώ και λέω ότι από τη στιγμή που η ενάγουσα εκπροσωπείτο από δικηγόρο στη διαδικασία και εκδόθηκε απόφαση στην παρουσία του δικηγόρου της, ο οποίος είχε εξουσία όπως είδαμε να ενεργήσει προς διευθέτηση της αγωγής, είναι δύσκολο βέβαια να αντιληφθεί κάποιος τον δόλο από πλευράς της τράπεζας κατά την έκδοση της απόφασης, έστω αναφέρω και στην περίπτωση εκείνη που ήταν εν γνώσει των εναγόμενων ότι στο παρελθόν η ίδια είχε αναφέρει ότι δεν αποδέχεται να εκδοθεί απόφαση. Και βεβαίως θα πρέπει να υπενθυμίσω και να επαναλάβω ότι στην αγωγή δεν είναι εναγόμενοι ούτε ο δικηγόρος της αλλά ούτε και ο Ανδρέας Αθανάση, και συνεπώς είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτό πως προκύπτει δόλος χωρίς συνεννόηση μεταξύ των εν λόγω προσώπων και της τράπεζας κατά την έκδοση της απόφασης. Μάλιστα θα πρόσθετα εδώ ότι από τη στιγμή που δεν είναι εναγόμενοι τα εν λόγω πρόσωπα ή έστω ο Ανδρέας Αθανάση ως το πρόσωπο που συνεννοείτο με την τράπεζα και έδινε τις οδηγίες στο δικηγόρο, με δεδομένη μάλιστα την θέση της ενάγουσας στην παράγραφο 30 της ένορκης της δήλωσης (τελευταία πρόταση) που μιλά για δόλιο σχεδιασμό και συμπαιγνία των εναγομένων και του Ανδρέα Αθανάση, είναι προφανές ότι δεν βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα κατ' ισχυρισμό υπεύθυνα πρόσωπα για την δόλια εξαπάτηση της ενάγουσας και συνεπώς η υπόθεση της εκ τούτου αποδυναμώνεται. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 5η έκδ., τόμος 12, παρά. 1143, καταγράφεται η εξής αρχή : «......... As a rule a judgement can only be set aside, if at all, against those who procured it by fraud, but this does not apply to probate proceedings to set aside the probate of a will. » Εν πάση περιπτώσει ολοκληρώνω το θέμα του δόλου πιο πάνω με αναφορά στις αρχές που διέπουν το θέμα του παραμερισμού απόφασης στη βάση του ότι εξεδόθη με δόλο και με μια διαπίστωση. Στην υπόθεση Μαρία Ιακώβου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας ΛΤΔ (ανωτέρω) αναλύθηκαν εκτενέστερα οι αρχές και στη σελίδα 1000 καταγράφηκαν τα ακόλουθα: «Στην Karim v. Κονιδάρη
(1995)1 Α.Α.Δ. 145, 148 (απόφαση Πική, Δ., όπως ήταν τότε) το θέμα του παραμερισμού απόφασης για το λόγο ότι είχε εκδοθεί με δόλο τέθηκε ως εξής: «Η Αρχή, η οποία ενσωματώνεται στην Δ.33 θ.15, πηγάζει από την απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στην Birch v. Birch [1902] P. 62 στην οποία διακηρύχθηκε ότι συνιστά θεμελιωμένη αρχή δικαίου ότι απόφαση η οποία εκδίδεται με δόλο μπορεί να παραμεριστεί σε αγωγή η οποία υποβάλλεται από διάδικο ή τρίτο πρόσωπο. Πρόκειται για αρχή δικαίου που με μια εξαίρεση, αποφάσεις κυρωτικές διαθήκης, τυγχάνει καθολικής εφαρμογής. Η αρχή αυτή, όπως επισημαίνεται, έχει βαθιές ρίζες στο Αγγλικό δίκαιο (Βλ. Barnsly v. Powel [1749] 1 Ves. Sen. 287 και Wyatt v. Palmer [1899] 2 Q.B. 106). . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Στην ιρλανδική υπόθεση Nixon v. Loundes [1909] 2 Ir. R. 1 αναγνωρίστηκε ότι το δικαστήριο έχει σύμφυτη δικαιοδοσία για τον παραμερισμό δικαστικής απόφασης για το λόγο ότι αυτή είναι το προϊόν συμπαιγνίας και δόλου. Και η κυπριακή νομολογία αναγνωρίζει την ύπαρξη ανάλογων αρχών δικαίου με εκείνες οι οποίες απαντώνται στην Birch και Nixon (ανωτέρω) (Βλ. Savva v. Hadjichristodoulou II C.L.R. 3 και Hassan v. Yiarim, XI C.L.R. 96).» Στους Halsbury's Laws of England, Third Ed., Vol. 22, παραγ. 1669, υποδεικνύεται ότι απόφαση που έχει ληφθεί με δόλο είτε ενώπιον του δικαστηρίου ή με δόλο των διαδίκων μπορεί να αμφισβητηθεί με αγωγή και ότι σε τέτοια αγωγή δεν είναι αρκετό απλώς να υπάρχει ισχυρισμός για δόλο χωρίς να δίνονται λεπτομέρειες. Υποδεικνύεται, επίσης, ότι ο δόλος πρέπει να σχετίζεται με ζητήματα τα οποία εκ πρώτης όψεως θα αποτελούσαν λόγο για παραμερισμό της απόφασης εάν αποδεικνύοντο με μαρτυρία και όχι με ζητήματα τα οποία είναι απλώς δευτερεύοντα. Περαιτέρω υποδεικνύεται ότι πρέπει να αποδεικνύεται ισχυρή υπόθεση προτού το Δικαστήριο επιτρέψει τον παραμερισμό απόφασης λόγω δόλου. Τέλος υποδεικνύεται ότι εκτός αν ο κατ' ισχυρισμό δόλος εγείρει εύλογη προοπτική επιτυχίας και έχει αποκαλυφθεί μετά την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης, η αγωγή θα ανασταλεί ή απορριφθεί ως ενοχλητική*. Στην Jonesco v. Beard [1930] A.C. 298, 300 (H.L.) λέχθηκε ότι σύμφωνα με την από μακρού χρόνου θεμελιωμένη πρακτική του Δικαστηρίου η ορθή μέθοδος αμφισβήτησης απόφασης για το λόγο ότι λήφθηκε με δόλο είναι με αγωγή στην οποία, όπως σε κάθε άλλη αγωγή που βασίζεται σε δόλο, οι λεπτομέρειες του δόλου πρέπει να δίδονται επακριβώς και οι ισχυρισμοί να αποδεικνύονται με την αυστηρή απόδειξη που απαιτείται από μια τέτοια κατηγορία. Λέχθηκε, επίσης, (βλ. σελ. 301, 302) ότι «ο δόλος αποτελεί μια ύπουλη ασθένεια και αν αποδειχθεί καθαρά ότι έχει χρησιμοποιηθεί για να εξαπατηθεί το Δικαστήριο επεκτείνεται και μολύνει το όλο σώμα της απόφασης. Αν υποθέσουμε ότι η διαδικαστική δυσκολία έχει ξεπερασθεί, το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο ο δόλος έχει προσδιορισθεί και αποδειχθεί»**. _______ * Setting aside a judgment obtained by fraud. A judgment, which has been obtained by fraud either in the court, or of one or more of the parties, can be impeached by means of an action, which may be brought without leave, and is analogous to the former Chancery suit to set aside a decree obtained by fraud. In such an action it is not sufficient merely to allege fraud without giving any particulars, and the fraud must relate to matters which prima facie would be a reason for setting the judgment aside if they were established by proof, and not to matters which are merely collateral. The court requires a strong case to be established before it will allow a judgment to be set aside on this ground, and, unless the fraud alleged raises a reasonable prospect of success and was discovered since the judgment complained, of, the action will be stayed or dismissed as vexatious. ** It has long been the settled practice of the Court that the proper method of impeaching a completed judgment on the ground of fraud is by action in which, as in any other action based on fraud, the particular of the fraud must be exactly given and the allegation established by the strict proof such a charge requires. . . . . . . Fraud is an insidious disease, and if clearly proved to have been used so that it might deceive the Court, it spreads to and infects the whole body of the judgment. Assuming then that the difficulty of procedure is overcome, was such fraud specified and proved here? H Jonesco (πιο πάνω) υιοθετήθηκε στην Ampthill Peerage Case [1976] 2 All E.R. 411,
  1. Λέχθηκε ότι οι αυθεντίες σε σχέση με τις αποφάσεις το κάμνουν ξεκάθαρο ότι ένας που επιθυμεί να αμφισβητήσει απόφαση για το λόγο ότι λήφθηκε με δόλο πρέπει να προβάλει τους ισχυρισμούς του με πλήρη λεπτομέρεια και πρέπει να είναι διατεθειμένος να αποδείξει αυτά που ισχυρίζεται με αυστηρό τρόπο*. Στην Birch v. Birch [1894] 86 L.T. 364 λέχθηκε: «Όπου μια αγωγή είναι μια ανεξάρτητη διαδικασία για παραμερισμό απόφασης για το λόγο ότι λήφθηκε με δόλο αυτή μπορεί να εξεταστεί για το λόγο ότι έχει εξασφαλισθεί με το δόλο διαδίκου στην αγωγή. Πλην όμως ένας απλός γενικός ισχυρισμός για δόλο χωρίς λεπτομέρειες δεν είναι αρκετός»**. Αναφορά μπορεί να γίνει και στο σύγγραμμα Bullen & Leake & Jacobs Precedents of Pleadings, 13η εκδ., σελ. 428, στην οποία καταγράφονται τα ακόλουθα: «The statement of claim must contain precise and full allegation of facts and circumstances leading to the reasonable inference that the fraud was the cause of the loss complaint of. Any charge of fraud must be pleaded with utmost particularity.» Επίσης αναφέρεται ότι σύμφωνα με τους Halsbury's Laws of England, 3rd ed., Τόμος 18, σελ. 189, συνήθως ο όρος (δόλος) αναφέρεται σε κάτι ανέντιμο, ηθικώς ανάρμοστο, ειδικώς σε απόκτηση χρηματικού οφέλους ή υλικού οφέλους με άδικα μέσα. Βλ. και Joliffe v. Baker [1883] 11 Q.B.D. 255, 270: «Ο όρος δόλος πρέπει να χρησιμοποιείται και να γίνεται αντιληπτός στην κοινή έννοια του όρου όπως συνήθως χρησιμοποιείται στην Αγγλική γλώσσα και ως εξυπονοών κάποια κακή συμπεριφορά και ηθική αισχρότητα». Βλ., επίσης, Re Companies Acts, Ex p. Watson [1888] 21 Q.B.D. 301, 309: «Δόλος είναι ένας όρος που πρέπει να αναφέρεται σε κάτι ανέντιμο και ηθικώς ως ανάρμοστο». Μελετώντας την ένορκη δήλωση της ενάγουσας αλλά και την έκθεση απαίτησης της προκαλούνται σε κάθε περίπτωση ερωτηματικά κατά πόσο στην προκειμένη περίπτωση θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί ο ισχυριζόμενος δόλος από μέρους των εναγομένων. Η αγωγή επιδόθηκε κανονικά στην ενάγουσα, καταχωρήθηκε εμφάνιση για λογαριασμό της από δικηγόρο ο οποίος την εκπροσωπούσε και σε κάποια στιγμή ο συνήγορος της αποδέχτηκε όπως εκδοθεί εκ συμφώνου απόφαση εναντίον της. Ακόμη και να είχε μιλήσει με υπάλληλο των εναγομένων και να λέχθηκαν μεταξύ τους όσα η ίδια αναφέρει, κάτι που όπως αναφέρεται δεν έχει αποδειχθεί, εκ πρώτης δεν μπορεί να γίνει αναφορά σε δόλο με την πιο πάνω έννοια ακριβώς επειδή ότι και να είχε λεχθεί μήνες πριν την έκδοση της απόφασης με την υπάλληλο των εναγομένων δεν πρέπει να διαφεύγει ότι οι εναγόμενοι δεν προέβησαν παρά τις ισχυριζόμενες διαβεβαιώσεις σε έκδοση για παράδειγμα ερήμην απόφασης οπότε θα αποκτούσαν ενδεχομένως αξία οι ισχυρισμοί της περί των διαβεβαιώσεων αυτών αλλά κατέληξαν σε συμφωνία με τον δικηγόρο που την εκπροσωπούσε και μπορούσε να αποδεχτεί συμβιβασμό της αγωγής ως ο κανονικά διορισθείς αντιπρόσωπος της. Ως έχει εν πάση περιπτώσει η εικόνα της υπόθεσης που παρουσίασε στο Δικαστήριο η ενάγουσα δεν προκύπτει εκ πρώτης έκδοση της απόφασης κατόπιν συμπαιγνίας και με δόλο. Βεβαίως μαζί με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω εν σχέση και με τους δύο λόγους για τους οποίους ζητείται ο παραμερισμός δεν έχει διαφύγει του Δικαστηρίου και είναι πολύ σημαντικό να αναφερθεί και το εξής. Η ενάγουσα έχει στείλει, μαζί με την συνεγγυήτρια της στην αγωγή 3442/04, μία επιστολή στους εναγόμενους στις 16/01/14 και δύο επιστολές μέσω δικηγόρου στις 26/03/14 και 10/07/14 αντίστοιχα στην Κεντρική Τράπεζα (όλες επισυνημμένες στην ένορκη της δήλωση), χωρίς να αναφέρει οτιδήποτε σχετικά με έκδοση απόφασης είτε χωρίς εξουσιοδότηση στον δικηγόρο που την εκπροσωπούσε είτε σε δόλο από πλευράς της Τράπεζας εν σχέση με όσα εδώ ισχυρίζεται. Το παράπονο της πάντα ήταν ότι η Τράπεζα έχει ακυρώσει την υποθήκη του Πρωτοφειλέτη χωρίς να την ειδοποιήσει, κάτι που στα πλαίσια της παρούσας αίτησης δεν προβάλλεται ως κάτι ουσιαστικό και δεν θα σχολιαστεί, αν και πολύ επιγραμματικά θα μπορούσε απλά να λεχθεί ότι δεν φαίνεται αυτό να έχει οποιαδήποτε σημασία με δεδομένο ότι η επίδικη απόφαση εξεδόθη το 2006 και η ισχυριζόμενη ακύρωση της υποθήκης με βάση τα λεγόμενα της έγινε το
  2. Προχωρώ συνεπώς και λέω ότι η μη αναφορά της στα θέματα αυτά εξαρχής δεν μπορεί παρά να δημιουργεί εύλογα ερωτηματικά. Δεν αναφέρω βέβαια τίποτε από τα πιο πάνω αποφασίζοντας καθ' οιονδήποτε τρόπο τελεσίδικα οποιοδήποτε θέμα ή προβαίνοντας σε τελικά ευρήματα επί γεγονότων. Όμως είναι γεγονός ότι μια πρώτη αξιολόγηση της μαρτυρίας ήταν απαραίτητη για να μπορέσει το Δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς μέσα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σ' αυτό το στάδιο (βλ. Μαίρη Νίκου Σεβαστού ν. Εμμανουήλ Νίκου Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980). Με αυτά λοιπόν υπόψη θεωρώ ότι όσα αναφέρονται πιο πάνω έχουν αποδυναμώσει την υπόθεση της ενάγουσας σε βαθμό που να μην μπορεί να διαπιστωθεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας στον απαιτούμενο βαθμό. Συνεπώς αν και με βάση το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο και την έκθεση απαίτησης της ενάγουσας αλλά και την ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε, προκύπτει μια συζητήσιμη υπόθεση και φαίνεται να ικανοποιείται η πρώτη προυπόθεση του άρθρου 32 πιο πάνω, δεν συμβαίνει το ίδιο με την δεύτερη προυπόθεση. Αναφέρω δε ότι από τη στιγμή που η διαπίστωση του Δικαστηρίου είναι ότι δεν έχει αποδειχθεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή της Ενάγουσας, περιττεύει η εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης ή του κριτηρίου για το πού κλίνει το ισοζύγιο της ευχέρειας (Μαίρη Νίκου Σεβαστού ν. Εμμανουήλ Νίκου Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980), ή άλλων θεμάτων. Όμως χρειάζεται να λεχθεί εξετάζοντας το θέμα του διατάγματος υπό Α του αιτητικού της αίτησης από τη σκοπιά της Δ.40 Θ.7(β) ότι κατά την κρίση μου και λαμβάνοντας υπόψη όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω η ενάγουσα δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος που είχε προκειμένου να πείσει το Δικαστήριο για να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Έχοντας εξισορροπήσει δε το Δικαστήριο τα δικαιώματα των διαδίκων όπως έχουν εξηγηθεί σε άλλο σημείο πιο πάνω, αποτελεί διαπίστωση μου ότι δεν δικαιολογείται στην προκειμένη περίπτωση έκδοση διατάγματος αναστολής της απόφασης που εκδόθηκε στις 15/12/2006 στα πλαίσια της αγωγής 3442/2004. Για την κατάληξη μου έχω λάβει υπόψη μου τα εξής: (α) Με βάση τα λεγόμενα της ενάγουσας στις 15/10/2013 έλαβε επιστολή από τους εναγόμενους εν σχέση με την απαίτηση τους δυνάμει της επίδικης απόφασης. Ανεξάρτητα από τις επιστολές που αναφέρει ότι απέστειλε είτε προσωπικά είτε μέσω δικηγόρου, δεν έλαβε κανένα δικαστικό μέτρο και άφησε τα πράγματα να εξελιχθούν. (β) Δεν έκανε όμως τίποτε ούτε αμέσως μετά που έλαβε στις 11/11/2014 την αίτηση για καταναγκαστική πώληση των ακινήτων της. Άφησε και πάλιν τα πράγματα να εξελιχθούν, χωρίς να παρουσιαστεί προφανώς στο Δικαστήριο κατά την ορισθείσα ημερομηνία για την αίτηση (22/12/14) ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που φαίνεται να ορίστηκε η αίτηση εάν ληφθεί υπόψη ότι η συμπληρωματική ένορκη δήλωση τεκμ.12 φέρει ημερ.12/03/15, με την έκδοση ως γίνεται αντιληπτό διατάγματος πώλησης των ακινήτων της που βαρύνονται με το ΜΕΜΟ ΕΒ1935/2010 (βλ.τεκμ.11 & 12 στην ένορκη δήλωση της ενάγουσας). (γ) Καταχώρησε την παρούσα αγωγή μόλις στις 02/02/15 δηλαδή 1 χρόνο και 3,5 περίπου μήνες μετά που έλαβε την επιστολή 15/10/13, και 2 μήνες και 19 ημέρες μετά που έλαβε την αίτηση για καταναγκαστική πώληση των ακινήτων της. Όμως ακόμη και όταν καταχώρησε την αγωγή δεν ζήτησε από το Δικαστήριο οποιαδήποτε ενδιάμεση θεραπεία, εν γνώσει της ότι η καταναγκαστική πώληση των ακινήτων της προχωρά για υλοποίηση. Ανέμενε άλλους 7 μήνες και 7 ημέρες για να έρθει με την επίδικη αίτηση στο Δικαστήριο και να ζητήσει ενδιάμεσες θεραπείες. Παρεμβάλλω εδώ ότι με αυτά υπόψη γίνεται κατανοητός και ο λόγος που το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν συντρέχει οτιδήποτε επείγον και έδωσε οδηγίες για επίδοση της μονομερούς αίτησης της ενάγουσας. (δ) Στην προκειμένη περίπτωση υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση από μέρους της ενάγουσας στο να ενεργήσει, που σε συνάρτηση με το ότι δεν έδειξε ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή της ως ανωτέρω αναφέρεται, θεωρώ πως αυτό είναι μοιραίο για την αίτηση. Θα συμφωνήσω δε εδώ με την θέση του ενόρκως δηλούντα στην ένσταση (βλ. παράγραφο 15) ότι δηλαδή τελικά ο κίνδυνος πώλησης των ακινήτων της ενάγουσας προέρχεται από τη δική της αμέλεια και μη λήψη άμεσα και έγκαιρα δραστικών μέτρων. Μόνον τον εαυτό της μπορεί δηλαδή να μέμφεται η ενάγουσα από μια τέτοια εξέλιξη. (ε) Τα πιο πάνω και κυρίως η συμπεριφορά της ενάγουσας καταδεικνύουν ότι δεν μπορεί να υπερισχύσει στην προκειμένη περίπτωση το δικό της δικαίωμα έναντι αυτού των εναγομένων να απολαύσουν τους καρπούς της επιτυχίας τους, χρησιμοποιώντας την σχετική έκφραση της Νομολογίας που αναφέρθηκε ανωτέρω. Κατάληξη Η αίτηση ημερ.09/09/2015 απορρίπτεται με έξοδα προς όφελος των Εναγομένων-καθ' ων η αίτηση και σε βάρος της Ενάγουσας-αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα αυτά θα είναι πληρωτέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) . ........... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other actions/Interim Order/Stay of execution Αναφορά: Προσωρινό Διάταγμα/Αναστολή εκτέλεσης απόφασης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.