ΞΕΝΟΦΩΝ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΦΟΥΗ ν. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, Αριθ. Αγωγής: 5032/2009, 7/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A377 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Αριθ. Αγωγής: 5032/2009 ΞΕΝΟΦΩΝ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΦΟΥΗ, εκ Λεμεσού Ενάγοντα και ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, εκ Λεμεσού Εναγόμενου -------------- Ημερομηνία: 7 Δεκεμβρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κα Μ. Ιακώβου προσωπικά και για κο Γ. Τσίκκο. Για Εναγόμενο: κα Κ. Πετρίδου για κ.κ. Α. Νεοκλέους & Σια Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή ο ενάγοντας απαιτεί από τον εναγόμενο το ποσό των €3.075,48σ δυνάμει τεσσάρων απλήρωτων και/ή άλλως επιταγών και/ή δυνάμει εγγράφων αναγνωρίσεως χρέους και/ή παραδοχής οφειλής, πλέον τόκο 9% και/ή νόμιμο τόκο πλέον έξοδα. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, ο εναγόμενος σε διάφορες ημερομηνίες κατά ή περί τα έτη 1995 και 1996 έναντι καλού και/ή νομίμου ανταλλάγματος και/ή δανείου, εξέδωσε και παρέδωσε στον ενάγοντα τις επιταγές οι οποίες περιγράφονται στη συνέχεια για το συνολικό ποσό των ΛΚ. 1800 το οποίο ισούται σε ευρώ €3.075,48σ και/ή υπέγραψε έγγραφα αναγνωρίσεως χρέους, ως ακολούθως: Επιταγή της Τράπεζας Κύπρου LIMITED υπ αριθμό 12608763, ημερ. 1.10.95 για ποσό ΛΚ. 300 ήτοι €512,58σ πληρωτέα την 1.10.
- Επιταγή της Τράπεζας Κύπρου LIMITED υπ αριθμό 12608766, ημερ. 1.1.96 για ποσό ΛΚ. 500 ήτοι €854,30σ πληρωτέα την 1.1.
- Επιταγή της Τράπεζας Κύπρου LIMITED υπ αριθμό 14431269, ημερ. 15.1.96 για ποσό ΛΚ. 500 ήτοι €854,30σ πληρωτέα την 15.1.
- Επιταγή του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Γιαλούσας υπ αριθμό 00004495, ημερ. 5.12.95 για ποσό ΛΚ. 500 ήτοι €854,30σ πληρωτέα την 5.12.
- Οι πιο πάνω επιταγές σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης παρουσιάστηκαν στην τράπεζα για πληρωμή αλλά επιστράφηκαν απλήρωτες. Ο εναγόμενος αναγνώρισε και έκανε αποδεκτό ότι οφείλει στον ενάγοντα το ποσό των ΛΚ. 1.800.- ήτοι €3.075,48σ. Ο ενάγοντας και ο δικηγόρος του όχλησαν επανειλημμένως τον εναγόμενο προφορικά και γραπτώς αξιώνοντας την πληρωμή του πιο πάνω ποσού χωρίς ανταπόκριση από την εναγόμενο. O Εναγόμενος με την Υπεράσπιση του ισχυρίζεται προδικαστικά ότι ο ενάγοντας εμποδίζεται από του να εγείρει την παρούσα Αγωγή λόγω της μεγάλης παρέλευσης χρόνου και/ή καθυστέρησης (laches) και έχει παραβιαστεί το δικαίωμα του για διάγνωση των αστικών του δικαιωμάτων εντός ευλόγου χρόνου το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος και την Ευρωπαική Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Άνευ βλάβης της προδικαστικής ένστασης του, ισχυρίζεται ότι ουδέποτε υπέγραψε οποιεσδήποτε επιταγές έναντι καλού και/ή νομίμου ανταλλάγματος και/ή δανείου και/ή οποιαδήποτε έγγραφα αναγνώρισης χρέους, ισχυριζόμενος ότι εάν υφίστανται οι επιταγές και φέρουν την υπογραφή του, αυτές είναι προιόν πλαστογραφίας και/ή απάτης και/ή δόθηκαν από άλλο πρόσωπο, χωρίς την άδεια του ενώ βρισκόταν στο εξωτερικό και συνεπώς εκδοθήκαν άνευ νομίμου και καλού ανταλλάγματος. Διαζευκτικά με τα πιο πάνω ισχυρίζεται ότι δεν υφίσταται οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό προς τον ενάγοντα και/ή αυτό έχει πλήρως εξοφληθεί. Ο ενάγοντας με την Απάντηση στην Υπεράσπιση του εναγομένου επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης, αρνείται την Υπεράσπιση του εναγομένου και αναφέρει ότι οι επιταγές είναι προϊόν νόμιμου ανταλλάγματος. Κατά την ακροαματική διαδικασία, προσέφερε μαρτυρία ο ενάγοντας και από μέρους του εναγόμενου προσφέρθηκε η μαρτυρία του ιδίου και του Ιωάννη Στυλιανού (ΜΥ). Κατατέθηκαν επίσης ως Τεκμήρια 1 - 4 οι επίδικες επιταγές και ως Τεκμήριο 5 η επιστολή ημερ. 31.8.
- Ο ενάγοντας κατέθεσε ως Τεκμήριο Α γραπτή δήλωση του η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του. Συνοπτικά στην γραπτή δήλωση του αναφέρει ότι με τον εναγόμενο είχε άριστες φιλικές σχέσεις και ο εναγόμενος του ζήτησε να τον δανείσει το ποσό των ΛΚ. 1.800.-. Προς εξόφληση του εν λόγω χρέους ο εναγόμενος εξέδωσε και παρέδωσε στον ίδιο τις επιταγές οι οποίες περιγράφονται πιο πάνω στην παρούσα απόφαση και τις οποίες κατέθεσε ως Τεκμήρια 1 - 4 αντίστοιχα με την σειρά όπου περιγράφονται πιο πάνω. Το πιο πάνω ποσό των ΛΚ. 1.800.- το δάνεισε ο ενάγοντας στον εναγόμενο ως ακολούθως: Στις 5.11.95 το ποσό των ΛΚ. 500 και ο εναγόμενος του έδωσε την επιταγή Τεκμήριο
- Την 1.9.95 το ποσό των ΛΚ. 300.- και ο εναγόμενος του έδωσε την επιταγή Τεκμήριο
- Την 1.12.95 το ποσό των ΛΚ. 500.- και ο εναγόμενος του έδωσε την επιταγή Τεκμήριο 2, και Στις 15.12.95 το ποσό των ΛΚ. 500.- και ο εναγόμενος του έδωσε την επιταγή Τεκμήριο
- Τις πιο πάνω επιταγές ο ενάγοντας τις παρουσίασε στην τράπεζα για να πληρωθούν αλλά αυτές δεν πληρώθηκαν. Ο εναγόμενος αναγνώρισε και αποδέχτηκε ότι οφείλει στον ίδιο το ποσό των ΛΚ. 1.800.- και τις εν λόγω επιταγές τις υπέγραφε ενώπιον του ενάγοντα τις οποίες παρέδιδε στον ίδιο για εξόφληση του χρέους του. Σύμφωνα με τον ενάγοντα τόσο ο ίδιος όσο και δικηγόρος του κάλεσαν επανειλημμένα τον εναγόμενο να εξοφλήσει το εν λόγω ποσό όμως ο εναγόμενος αρνείται και παραλείπει να το εξοφλήσει. Ο ενάγοντας κατέθεσε ως Τεκμήριο 5 την επιστολή του τότε δικηγόρου του ημερ. 31.8.
- Αντεξεταζόμενος ο ενάγοντας ανέφερε ότι ο εναγόμενος είναι γνωστός και φίλος και βρίσκονταν τακτικά. Υπήρχε εμπιστοσύνη μεταξύ τους και γι' αυτό δάνεισε στον εναγόμενο το εν λόγω ποσό. Αρνήθηκε την υποβολή ότι οι επιταγές είχαν εξοφληθεί και γι' αυτό δεν προχώρησε στην είσπραξη τους παρά την παρέλευση τόσων χρόνων και ανέφερε ότι περίμενε τον εναγόμενο να τις εξοφλήσει καθότι ο εναγόμενος υποσχόταν ότι θα πληρώσει και αναγκάστηκε να καταθέσει τις επιταγές το 1999 διότι οι επιταγές θα διαγράφονταν και δεν θα έπαιρνε τα λεφτά του. Ο εναγόμενος ανέφερε ότι είχε φιλικές σχέσεις με τον ενάγοντα και υπήρχε σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ τους. Αναφορικά με τις επιταγές ανέφερε ότι εξοφληθήκαν. Όταν ο ενάγοντας του παρουσίασε μια επιταγή αναφέροντας του ότι επιστράφηκε ως απλήρωτη του έδωσε μετρητά γύρω στις ΛΚ. 1.800.- Είχε πάρει απόδειξη για την πληρωμή του ποσού αλλά το εργοστάσιο του έκλεισε, κύρηξε πτώχευση και ο επίσημος παραλήπτης τα πήρε όλα. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν θυμάται πότε εξόφλησε τις επιταγές και αρνήθηκε ότι παρέλαβε την επιστολή Τεκμήριο
- Όπως ανέφερε δεν ζήτησε πίσω τις επιταγές μετά την εξόφληση τους διότι ήταν φίλοι με τον ενάγοντα. Αντεξεταζόμενος αναφορικά με την δικογραφημένη υπεράσπιση του όπου ισχυρίζεται πλαστογραφία, απάτη κλπ ενώ στο Δικαστήριο ισχυρίζεται ότι εξόφλησε τις επιταγές ανέφερε ότι δεν γνωρίζει πως συντάχθηκε το δικόγραφο και ο ίδιος του είπε στους δικηγόρους του ότι: «έτσι υπογραφή δεν έβαλα». Ερωτηθείς γιατί στο Δικαστήριο ανέφερε ότι έδωσε τις επιταγές και τις ξόφλησε απάντησε ότι πριν πάει στον Σαουδική Αραβία έδωσε γενικό πληρεξούσιο στην κα Τόνια και της υπόγραψε ένα βιβλιάριο επιταγών τις οποίες πήρε στον ενάγοντα. Όταν ήρθε στην Κύπρο και παρέλαβε το βιβλιάριο επιταγών από την κα Τόνια ήταν άδειο. Όσες επιταγές εξέδωσε η εν λόγω κυρία τις πλήρωσε και όταν του τηλεφώνησε ο ενάγοντας τον πλήρωσε. Ο Ιωάννης Στυλιανού (ΜΥ) είναι τραπεζικός υπάλληλος στην Τράπεζα Κύπρου, είναι διευθυντής συναλλαγών και βρίσκεται στην υπηρεσία της τράπεζας από το
- Κατά το 1995 - 1996 ήταν υπεύθυνος συναλλαγών όπου μεταξύ άλλων το τμήμα του επεξεργαζόταν επιταγές για τους πελάτες τους τις οποίες πλήρωναν ή τις επέστρεφαν. Σύμφωνα με τον ίδιο κατά το 1995 - 1996 παρουσιάζονταν οι επιταγές την επόμενη μέρα όπου εισπράττονταν από τα καταστήματα της τράπεζας ή άλλες τράπεζες και το τμήμα του είχε ευθύνη να προβεί σε τεχνικό έλεγχο των επιταγών, δηλαδή να ελέγξουν εν η επιταγή είχε σφραγίδα του καταστήματος όπου έγινε η κατάθεση, το όνομα του δικαιούχου, το ποσό αριθμητικώς και ολογράφως και την ημερομηνία έκδοσης της επιταγής. Αναφορικά με την ύπαρξη της σφραγίδας σε επιταγή εξήγησε ότι αυτή καταδυκνείει ότι η επιταγή έγινε κατάθεση σε κάποιο κατάστημα. Αναφορικά με την επιταγή Τεκμήριο 1 ανέφερε ότι δεν γνωρίζει εάν πληρώθηκε. Αναφορικά με την επιταγή Τεκμήριο 2 ερωτηθείς κατά πόσο αυτή είχε κατατεθεί απάντησε: «Όχι, δεν φέρει καμία σφραγίδα.» Αντεξεταζόμενος του υποδείχθηκε η επιταγή Τεκμήριο 2 στην οποία αναγράφεται με κόκκινα γράμματα «RD» και εξήγησε ότι εάν η επιταγή παρουσιαζόταν στην τράπεζα θα έγραφε «refer to drawer». Σε υποβολή ότι το Τεκμήριο 2 παρουσιάστηκε και αναγράφηκε η ένδειξη «RD» αλλά δεν κατατέθηκε απάντησε ότι δεν παρουσιάστηκε η επιταγή στην τράπεζα γιατί δεν φέρει σφραγίδα της τράπεζας και εξήγησε ότι όταν ένας πελάτης παρουσιάσει την επιταγή στο κατάστημα του εκδότη σφραγίζετε η επιταγή και μετά αναγράφεται σε αυτή η ένδειξη «RD». Σε ερώτηση κατά πόσο είναι πιθανό ένας υπάλληλος της τράπεζας να έγραψε την ένδειξη «RD» απάντησε ότι κάτι τέτοιο είναι υποθέσεις. Οι συνήγοροι στις γραπτές τους αγορεύσεις με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τη νομολογία υποστήριξαν τις θέσεις κάθε πλευράς αντίστοιχα. Παρόλο που στις επί μέρους εισηγήσεις τους θα γίνει αναφορά όπου κρίνεται αναγκαίο πιο κάτω, συνοπτικά μπορεί να λεχθεί ότι η κα Ιακώβου επικεντρώθηκε κυρίως στο ότι ο εναγόμενος δεν αμφισβήτησε την έκδοση των επιταγών, την κατάθεση τους στην τράπεζα και το ότι ο ενάγοντας δάνεισε τον εναγόμενο το ποσό των ΛΚ. 1.800.- Επομένως η μαρτυρία του ενάγοντα παρέμεινε αναντίλεκτη εφόσον μάλιστα ο εναγόμενος παρέλειψε να αντεξετάσει τον ενάγοντα σε ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας του. Αποτελεί επίσης εισήγηση της κας Ιακώβου ότι η μαρτυρία του ΜΥ είναι παντελώς άσχετη με την υπόθεση και παραμένει η θέση του ενάγοντα ότι και οι 4 επιταγές κατατέθηκαν και επιστράφηκαν απλήρωτες. Εν πάση όμως περιπτώσει ο ενάγοντας αξιώνει το ποσό των ΛΚ. 1.800.- με βάση αγωγής τις απλήρωτες επιταγές και/ή έγγραφα αναγνωρίσεως χρέους και/ή δάνειο ενώ ο εναγόμενος ποτέ δεν αμφισβήτησε ότι έλαβε τα εν λόγω χρήματα από τον ενάγοντα, αυτό που ισχυρίστηκε στην μαρτυρία του είναι ότι εξόφλησε. Αντίθετα η κα Πετρίδου υποστήριξε ότι ο εναγόμενος παραδέχτηκε εντίμως ότι όντως όφειλε το αξιούμενο ποσό και το αναγνώρισε με το γεγονός ότι δήλωσε πως το εξόφλησε. Αναφερόμενη στη συνέχεια στο βάρος απόδειξης το οποίο βαραίνει τον ενάγοντα εισηγήθηκε ότι ο ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει τους ισχυρισμούς του οι οποίοι περιλαμβάνονται στην έκθεση απαίτησης. Πέραν τούτου, η κα Πετρίδου εισηγήθηκε ότι ένα άλλο σοβαρό ζήτημα το οποίο το Δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη του είναι η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του ενάγοντα. Όπως έχει διαφανεί, κατά την κα Πετρίδου, ο ενάγοντας όχι μόνο δεν παρουσίασε τα Τεκμήρια 2 - 4 εντός ευλόγου χρόνου αλλά δεν τα παρουσίασε καν. Παραμένει επίσης κατά την ίδια αναπάντητο το ερώτημα γιατί ο ενάγοντας καθυστέρησε να διεκδικήσει την αξίωση του με αποτέλεσμα την βλάβη και ζημιά στα δικαιώματα του εναγόμενου. Η καθυστέρηση των 13 ετών μπορεί να χαρακτηριστεί ως υπερβολική, αδικαιολόγητη και καταχρηστική. Παρακολούθησα με πολλή προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον μου. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας τους μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έγινε με γνώμονα, μεταξύ άλλων, τις γνώσεις τους για τα επίδικα γεγονότα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα σε συνδυασμό με το στάδιο που ανέκυψε η μαρτυρία τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθώς και τη μνήμη, ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων (Bauer v. Hροδότου & Υιοι Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου ν. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447, Zαμπάς ν. Α & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα έγινε επίσης λαμβάνοντας υπόψη την αρχή ότι με βάση τη νομολογία (Καδής ν. Νικολάου and another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1Α Α.Α.Δ. 454) είναι δυνατό ένας μάρτυρας να γίνει μερικά πιστευτός, εφόσον τούτο αιτιολογείται επαρκώς, όπως επιβεβαιώθηκε και στην πολύ πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση ΣΤΕΛΙΟΣ Ν. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΑ ΝΙΚΟΥ Α. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗ ν. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Γ. ΣΠΥΡΟΥ ΛΤΔ, ημερ. 14.10.15, Πoλιτική ΄Εφεση αρ. 123/
- Έχοντας κατά νου το σύνολο της προσφερθείσας μαρτυρίας, τα κατατεθέντα Τεκμήρια και τις τελικές εισηγήσεις των συνηγόρων όπως διατυπώνονται με τις τελικές αγορεύσεις τους συνάγεται αρχικά το συμπέρασμα ότι παρά τις δικογραφημένες θέσεις του εναγόμενου, εν τέλει ο εναγόμενος δεν αμφισβητεί τόσο την έκδοση εκ μέρους του των επίδικων επιταγών με δικαιούχο τον ενάγοντα και την παράδοση τους στον ενάγοντα καθώς και την ύπαρξη της οφειλής στο παρελθόν και αποτέλεσε κύρια Υπεράσπιση του εναγομένου ότι το ποσό το οποίο αφορούν οι επιταγές δηλαδή το ποσό των ΛΚ. 1.800.- είχε εξοφληθεί. Δεδομένης της αποδοχής του εναγομένου ότι όντως όφειλε το αξιούμενο ποσό, ότι εξέδωσε τις επιταγές και τις παρέδωσε στον ενάγοντα, αυτό το οποίο απομένει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο είναι κατά πόσο το οφειλόμενο ποσό το οποίο αντιπροσωπεύουν οι επιταγές, έχει εξοφληθεί. Παρακολουθώντας τον Ενάγοντα στο εδώλιο του μάρτυρα μπορώ να πω ότι μου έχει κάνει καλή εντύπωση. Το Δικαστήριο αξιολογώντας την μαρτυρία του Ενάγοντα και εξετάζοντας αυτή συνολικά και όχι μικροσκοπικά έχει πειστεί ότι ο Ενάγοντας είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο, εκτός από μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θα αναφερθεί στη συνέχεια. Σε αυτό συνέτεινε το γεγονός ότι σε μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του δεν κλονίστηκε η αξιοπιστία του και δεν αμφισβητήθηκε η μαρτυρία του. Παρατήρησα ότι απαντούσε αυθόρμητα προς το Δικαστήριο, επιμένοντας κυρίως ότι το ποσό το οποίο δάνεισε στον εναγόμενο δεν είχε εξοφληθεί και δεν έλαβε οποιαδήποτε μέτρα εναντίον του Εναγόμενου ο οποίος υποσχόταν στον Ενάγοντα ότι θα τον εξοφλήσει. Πέραν τούτου η μαρτυρία του εν σχέση με τις λεπτομέρειες δανεισμού και τα όσα ανέφερε στην γραπτή κατάθεση του δεν έτυχαν αμφισβήτησης πλην της θέσης του ότι το ποσό είχε εξοφληθεί καθώς επίσης του υποβλήθηκε η θέση ότι ο λόγος για τον οποίο δεν κατέθεσε τις επιταγές ήταν ότι αυτές είχαν εξοφληθεί. Όσον αφορά την αποστολή της επιστολής ημερ. 31.8.99 δεν υποβλήθηκε στον Ενάγοντα ότι ουδέποτε έστειλε την επιστολή ούτε αντεξετάστηκε επί του εν λόγω γεγονότος. Η απλή αναφορά του Εναγόμενου ότι δεν έλαβε ποτέ τέτοια επιστολή δεν έχει τεκμηριωθεί σύμφωνα με την συνολική αξιολόγηση της μαρτυρίας του, ως θα διαφανεί πιο κάτω. Το Δικαστήριο, παρ' όλα τα πιο πάνω, δεν έχει πειστεί αναφορικά με την θέση του Ενάγοντα ότι κατέθεσε τις επιταγές το 1999 λόγω του ότι αυτές θα διαγράφονταν. Κατ' αρχάς προκύπτει από την επιταγή Τεκμήριο 1 και σύμφωνα με τις σφραγίδες οι οποίες φαίνονται σε αυτήν ότι η επιταγή παρουσιάστηκε στην τράπεζα στις 5.10.95 και 12.10.95 και σίγουρα όχι κατά το
- Εν πάσει όμως περιπτώσει ο Εναγόμενος δεν αμφισβήτησε την κατάθεση της επιταγής Τεκμήριο 1 ούτε όμως και την κατάθεση των επιταγών Τεκμήρια 3 και 4, εφόσον μόνο η επιταγή Τεκμήριο 2 υποδείχθηκε στον ΜΥ. Όσον αφορά τις επιταγές Τεκμήρια 2,3 και 4 δεν φέρουν οποιαδήποτε σφραγίδα είτε παρουσίασης τους είτε κατάθεσης τους σε τράπεζα και επομένως επ' αυτού του σημείου ο Ενάγοντας δεν έπεισε το Δικαστήριο ότι κατέθεσε τις επιταγές το 1999 για τους λόγους που προβάλλει. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου στηρίζεται στην μαρτυρία του ΜΥ, στην οποία θα αναφερθώ κατωτέρω και για τους λόγους οι οποίοι εξηγούνται στη συνέχεια, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του ΜΥ. Το αποτέλεσμα όμως της εν λόγω κρίσης του Δικαστηρίου θα εξεταστεί και καταγραφεί στη συνέχεια. Ενόψει των πιο πάνω η μαρτυρία του Ενάγοντα γίνεται μερικώς αποδεκτή ως πιο πάνω αναφέρεται. Ο Εναγόμενος από την άλλη δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Γενικά παρακολουθώντας τον στο εδώλιο του μάρτυρα η όλη εκδοχή που παρουσίασε στο Δικαστήριο σε σχέση με τα γεγονότα που έλαβαν χώρα δεν μπορεί να γίνει πιστευτή, πλην των γεγονότων τα οποία αποδέχτηκε ως αληθή στην μαρτυρία του και η εν λόγω παραδοχή του ενισχύεται από την γραπτή αγόρευση του. Ο Εναγόμενος, παρά την τελική αποδοχή του για ύπαρξη της ισχυριζόμενης οφειλής προς τον ενάγοντα και την έκδοση και παράδοση των επιταγών σε αυτόν, κατά την μαρτυρία του παρουσίασε διάφορες εκδοχές, σε μεγάλο βαθμό αντιφατικές μεταξύ τους, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην πειστεί για την ειλικρίνεια και αλήθεια του, για τους λόγους οι οποίοι θα αναφερθούν στη συνέχεια. Αρχικά ανέφερε ότι οι επιταγές εξοφληθήκαν και όταν ειδοποιήθηκε από τον Ενάγοντα ότι επιστράφηκε η πρώτη επιταγή του έδωσε μετρητά γύρω στις ΛΚ. 1.800.-, ισχυριζόμενος ότι παρέλαβε απόδειξη για την πληρωμή την οποία δεν έχει πλέον. Πρόσθεσε μάλιστα αντεξεταζόμενος ότι για να μην έχει το ίδιο πρόβλημα με τις υπόλοιπες επιταγές, πλήρωσε στον Ενάγοντα όλο το ποσό των ΛΚ.1.800.- Παρ' όλα τα πιο πάνω ανέφερε στη συνέχεια ότι είπε στους δικηγόρους του: «Εγώ έτσι υπογραφή δεν έβαλα.» και στη συνέχεια μεταβάλλει και πάλι τη θέση του και παρουσιάζει μια διαφορετική ιστορία εν σχέση με τα γεγονότα. Ανέφερε συγκεκριμένα ότι πριν φύγει για την Σαουδική Αραβία έδωσε γενικό πληρεξούσιο σε κάποια κα Τόνια και της υπέγραψε ένα βιβλιάριο επιταγών και πήρε τις επιταγές στον Ενάγοντα. Όταν επέστρεψε στην Κύπρο ξόφλησε τις επιταγές τις οποίες παρέδωσε η κα Τώνια περιλαμβανομένων και αυτών που δόθηκαν στον Ενάγοντα. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του ότι δεν ζήτησε πίσω τις επιταγές από τον Ενάγοντα γιατί είχε κόσμο στο κατάστημα του ο Ενάγοντας την στιγμή της πληρωμής και δεν ήθελε να τον ενοχλήσει, υπό το φως όλων των πιο πάνω αντιφατικών θέσεων του Εναγόμενου αλλά και την έλλειψη πειστικότητας της δικαιολογίας την οποία προβάλλει για το γεγονός ότι δεν ζήτησε πίσω τις επιταγές, δεν μπορεί να κριθεί ως πειστικός. Εφόσον όπως ανέφερε κήρυξε πτώχευση και όλα τα έγγραφα παραληφθήκαν από τον επίσημο παραλήπτη εγείρεται το εύλογο ερώτημα γιατί ο Εναγόμενος εφόσον γνώριζε που μπορεί να βρει την απόδειξη δεν την ζήτησε από τον επίσημο παραλήπτη ή ακόμα για ποιο λόγο δεν κλήθηκε ο επίσημος παραλήπτης στο Δικαστήριο για να παρουσιάσει την απόδειξη εφόσον κατά τον Εναγόμενο βρίσκεται στην κατοχή του μαζί με όλα τα έγγραφα τα οποία παρέλαβε από τον Εναγόμενο. Ενόψει των πιο πάνω ο Εναγόμενος κρίνεται αναξιόπιστος λόγω των ουσιαστικών αντιφάσεων οι οποίες έχουν διαπιστωθεί στην μαρτυρία του και οι οποίες έρχονται σε αντίθεση με την παραδοχή του για την έκδοση και πληρωμή των επιταγών και οι θέσεις που προβάλλει περί εξόφλησης των επιταγών στερούνται πειστικότητας και λογικής. Η μαρτυρία του δεν γίνεται αποδεκτή, στον βαθμό βέβαια όπου αυτή έρχεται σε αντίθεση με τις παραδοχές των γεγονότων στις οποίες έχει προβεί με την μαρτυρία του και την γραπτή αγόρευση του. Η μαρτυρία του ΜΥ Ιωάννη Στυλιανού, γίνεται δεκτή ως αξιόπιστη και ειλικρινής. Τα προσόντα και γνώση του μάρτυρα επί των ζητημάτων που κατέθεσε δεν αμφισβητήθηκαν από πλευράς Υπεράσπισης. Ο εν λόγω μάρτυρας κλήθηκε στο Δικαστήριο ως τραπεζικός για να εξηγήσει ουσιαστικά την διαδικασία η οποία ακολουθείτο κατά τον ουσιώδη χρόνο αναφορικά με την παρουσίαση και κατάθεση επιταγών ως αυτή εφαρμοζόταν σε όλες τις τράπεζες σύμφωνα με οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας. Επίσης εξήγησε ότι όταν παρουσιάζετε μια επιταγή για κατάθεση σε τράπεζα σφραγίζετε και εάν δεν μπορεί να πληρωθεί επιστρέφεται με την ένδειξη η οποία αναγράφεται με κόκκινα γράμματα "refer to drawer". Κατά τον ίδιο, η επιταγή Τεκμήριο 2 δεν κατατέθηκε γιατί δεν φέρει σφραγίδα ως θα έπρεπε, σύμφωνα με την διαδικασία την οποία εξήγησε. Αν και δεν ερωτήθηκε αναφορικά με τις επιταγές 3 και 4, κρίνεται ότι με βάση τα όσα ανέφερε ο μάρτυρας ούτε οι επιταγές τεκμήρια 3 και 4 είχαν κατατεθεί από τον ενάγοντα. Επίσης σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΥ εάν η επιταγή Τεκμήριο 2 παρουσιαζόταν θα έφερε την ένδειξη με κόκκινο μελάνι "refer to drawer" και όχι «RD», η οποία φαίνεται και στα Τεκμήρια 3 και
- Η μαρτυρία του ΜΥ κρίνεται αξιόπιστη στο σύνολο της και όπως προαναφέρθηκε η μαρτυρία του ΜΥ αναφορικά με την διαδικασία η οποία ακολουθείται για την κατάθεση των επιταγών, αιτιολογούν την κρίση του Δικαστηρίου για την μη αποδοχή της θέσης του Ενάγοντα για την κατάθεση των επιταγών Τεκμήρια 2,3 και 4 εφόσον δεν φέρουν σφραγίδα κατάθεσης ούτε την ένδειξη "refer to drawer", όπως προκύπτει και από το Τεκμήριο 1, επιταγή εις την οποία φαίνονται όλα τα χαρακτηριστικά τα οποία ανέφερε ο ΜΥ. Στην παρούσα υπόθεση το έργο του Δικαστηρίου αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας ήταν περιορισμένο λαμβανομένου υπόψη των αδιαμφησβήτητων γεγονότων τα οποία αφορούν την ουσία της διαφοράς των διαδίκων. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Τσιαττές ν. Solomonides (Cartridges Industries) Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 974 αναφέρθηκαν στη σελ.980 τα εξής: «Στην προκειμένη περίπτωση, η αξιολόγηση της μαρτυρίας του Εφεσείοντος και του Μ.Ε.1 Χρ. Καραολή, αυτόπτη μάρτυρα, στηρίχθηκε σε γεγονότα που δεν είχαν ουσιαστική σημασία στην υπόθεση και τελικά δεν ήταν υπό αμφισβήτηση. Και οι δύο κατάθεσαν για τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες έγινε η έκρηξη. Επ' αυτού δεν υπήρχε άλλη μαρτυρία. Θέμα αξιοπιστίας εγείρεται όταν υπάρχουν δύο διιστάμενες εκδοχές και το Δικαστήριο είναι αναγκασμένο να επιλέξει μία από τις δύο.» Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και τα κατατεθέντα Τεκμήρια δεδομένου ότι, όπως ήδη προαναφέρθηκε, δεν αμφισβητήθηκε τόσο η έκδοση εκ μέρους του Εναγόμενου των επίδικων επιταγών όσο και η παράδοση τους στον Ενάγοντα αλλά και η ύπαρξη της οφειλής η οποίας όμως κατά τον Εναγόμενο εξοφλήθηκε, το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει με ασφάλεια στα πιο κάτω ευρήματα αναφορικά με τα γεγονότα. Ο Ενάγοντας δάνεισε στον Εναγόμενο το ποσό των ΛΚ. 1800.- και ο Εναγόμενος εξέδωσε και παράδωσε στον Ενάγοντα τέσσερις επιταγές, τα Τεκμήρια 1,2,3 και 4, προς πληρωμή της οφειλής του. Ο Ενάγοντας παρουσίασε την επιταγή Τεκμήριο 1 στην τράπεζα για πληρωμή και αυτή επιστράφηκε με την ένδειξη "Refer to Drawer". Οι επιταγές Τεκμήριο 2,3 και 4 δεν παρουσιάστηκαν στην τράπεζα για κατάθεση από τον Ενάγοντα λόγω των υποσχέσεων του Εναγόμενου προς τον Ενάγοντα ότι θα τις πλήρωνε. Ο Ενάγοντας έστειλε στον Εναγόμενο επιστολή Τεκμήριο 5 μέσω του τότε Δικηγόρου του αξιώνοντας το ποσό το οποίο απαιτείται με την Αγωγή. Μέχρι σήμερα το ποσό των ΛΚ. 1.800.- το οποίο ισούται σε €3.075,48σ δεν έχει καταβληθεί στον Ενάγοντα από τον Εναγόμενο. Σύμφωνα με τις νομικές αρχές, ο κάτοχος αξιόγραφου θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι έδωσε και αξιόλογη αντιπαροχή γι' αυτό όπως ρητά προνοείται και στο άρθρο 30
(1)του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, και δημιουργείται εκ του νόμου μαχητό τεκμήριο υπέρ του κατόχου συναλλαγματικής ότι έδωσε αντιπαροχή για την έκδοση της, η κατάρριψη του οποίου βαραίνει αυτόν που επικαλείται την έλλειψη αντιπαροχής (βλ. Ρωμανός ν. Χρυσάνθου
(1991)1 Α.Α.Δ. 991). Στη σχετική νομολογία επισημαίνεται τόσο η δυνατότητα προβολής περιορισμένων υπερασπίσεων σε αγωγές για αξιόγραφα σύμφωνα και με το άρθρο 30 του εν λόγω Νόμου όσο και η μετάθεση του βάρους απόδειξης όταν αποδειχθεί ότι η αποδοχή, έκδοση ή μεταγενέστερη μεταβίβαση της συναλλαγματικής επηρεάζεται από δόλο, εξαναγκασμό, βία, φόβο ή παρανομία εκτός αν και μέχρις ότου ο κάτοχος αποδείξει ότι εν συνεχεία του κατ' ισχυρισμόν δόλου και παρανομίας έχει δοθεί καλή τη πίστει αξία στη συναλλαγματική (βλ. Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Vasos Charalambides Limited v. Ψαρά
(2000)1 Α.Α.Δ. 849, Τσίκκος ν. Σταυρινού
(1999)1 Α.Α.Δ. 963). Ο Εναγόμενος δεν προέβαλε οποιαδήποτε από τις πιο πάνω Υπερασπίσεις παρά μόνο ισχυρίστηκε ότι εξόφλησε τις επιταγές, αν και στο δικόγραφο του προβάλλονται διάφορες υπερασπίσεις οι οποίες τελικώς δεν προωθηθήκαν παρ' όλο όπου ο Εναγόμενος κατά την αντεξέταση του προσπάθησε να προωθήσει την θέση ότι οι επιταγές δεν δόθηκαν από τον ίδιο στον Ενάγοντα και ότι είπε στους Δικηγόρους ότι δεν υπέγραψε τις επιταγές. Με βάση τις εκατέρωθεν εισηγήσεις και τις θέσεις των διαδίκων ως αυτές έχουν προωθηθεί, αποτελεί δεδομένο γεγονός η έκδοση των επιταγών και η παράδοση τους στον Ενάγοντα από τον Εναγόμενο καθώς και η ύπαρξη της οφειλής από τον Εναγόμενο προς τον Ενάγοντα. Αυτό που ζητείται ουσιαστικά από το Δικαστήριο να κρίνει και έχει παραμείνει ως επίδικο θέμα είναι το κατά πόσο οι επίδικες επιταγές Τεκμήρια 1 - 4 τα οποία αφορούν το ποσό το οποίο δάνεισε ο Ενάγοντας στον Εναγόμενο έχουν εξοφληθεί ενόψει της θέσης του Εναγομένου ότι οι επίδικες επιταγές έχουν εξοφληθεί πλήρως. Έχει νομολογιακά αποσαφηνιστεί ότι, εκείνος που ισχυρίζεται ότι εξόφλησε ή ότι έκανε συγκεκριμένη πληρωμή, εκείνος είναι που έχει το βάρος της απόδειξης του ισχυρισμού του. Στην υπόθεση Rahim Havariyoun v Ανδρέα Ρουσή
(2008)1 Α.Α.Δ. 406 τα γεγονότα ήταν ως εξής꞉ Tα μέρη συνήψαν γραπτή σύμβαση για την εκτέλεση, από τον εφεσίβλητο-ενάγοντα, ξυλουργικών εργασιών στο υπό ανέγερση σπίτι του εφεσείοντα-εναγομένου. Οι εργασίες καθορίστηκαν και η αμοιβή του εφεσίβλητου γι' αυτές ορίστηκε στις £6.000, ποσό που αυξήθηκε, με μεταγενέστερη προφορική συμφωνία, στις £6.050 για επιπλέον εργασία. Ο εφεσίβλητος, υποστηρίζοντας πως ο εφεσείοντας πλήρωσε έναντι το ποσό των £3.900, αξίωσε το ποσό των £2.150 ως οφειλόμενο υπόλοιπο. Ο εφεσείων, με την υπεράσπισή του, επικαλούμενος γραπτές αποδείξεις, τις λεπτομέρειες των οποίων παρέθεσε, υποστήριξε πως στην πραγματικότητα πλήρωσε έναντι το ποσό των £5.
- Κρίθηκε, αναφορικά με το βάρος της απόδειξης, ότι, εφόσον επίδικο ήταν το ποσό που πληρώθηκε, ο εφεσείων - εναγόμενος είχε το βάρος απόδειξης και ασφαλώς ο εφεσίβλητος - ενάγων είχε τη δυνατότητα να προσαγάγει και ο ίδιος την όποια μαρτυρία είχε αλλά και την εξήγηση της απόδειξης που επικαλείτο ο εφεσείων. Όπως προκύπτει από την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Εναγόμενου το Δικαστήριο δεν αποδέχθηκε την θέση του ότι εξόφλησε τις επιταγές. Λαμβανομένου υπόψη ότι ο Εναγόμενος δεν αμφισβήτησε την έκδοση και παράδοση των επιταγών στον Ενάγοντα ο Εναγόμενος πλέον είχε το βάρος απόδειξης για να στοιχειοθετήσει τον ισχυρισμό του περί εξόφλησης των επιταγών και απέτυχε να πράξει τούτο με επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία με αποτέλεσμα να μην αποσείσει το βάρος απόδειξης το οποίο έφερε προς απόδειξη της Υπεράσπισης του εφόσον δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο που να τεκμηριώνει την εξόφληση αλλά και η όλη μαρτυρία του κρίθηκε αναξιόπιστη. Από την άλλη ο Ενάγοντας απέδειξε στο απαιτούμενο ισοζύγιο των πιθανοτήτων την απαίτηση του εναντίον του Εναγομένου σύμφωνα με τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης και κυρίως ενόψει των αδιαμφησβήτητων γεγονότων τα οποία παρέμειναν από πλευράς Εναγομένου. Η κρίση του Δικαστηρίου αναφορικά με την μερική απόρριψη της μαρτυρίας του Ενάγοντα εν σχέση με το γεγονός το οποίο ισχυρίστηκε ο Ενάγοντας για κατάθεση των επιταγών το 1999, αφορά επουσιώδη πλέον γεγονός εφόσον σε αστική υπόθεση ως η παρούσα η κατάθεση των επιταγών δεν ήταν επιβεβλημένη και κατά δεύτερο η αποδοχή του Εναγομένου για την έκδοση και παράδοση των επιταγών και της μη αμφισβήτησης του χρέους παρά μόνο ότι αυτό είχε εξοφληθεί, δεν καθιστά το μέρος αυτό της μαρτυρίας του Ενάγοντα ουσιώδες γεγονός η κρίση επί του οποίου θα διαφοροποιούσε το αποτέλεσμα της Αγωγής. Ως εκ τούτου η αγωγή, για τους λόγους οι οποίοι αναφέρονται ανωτέρω θα πρέπει να πετύχει. Ο Εναγόμενος αν και προβάλλει με την Υπεράσπιση του προδικαστικά ότι ο Ενάγοντας εμποδίζεται λόγω της παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος να εγείρει την υπό εξέταση Αγωγή και ότι τα συνταγματικά του δικαιώματα έχουν παραβιαστεί, με την τελική αγόρευση του εισηγείται ως προς τα πιο πάνω ότι το Δικαστήριο, ακόμα και αποδεχθεί ότι η αξίωση του Ενάγοντα είναι γνήσια, λόγω της αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην έγερση της Αγωγής, το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδικάσει τόκους προς όφελος του Ενάγοντα. Κατ' αρχάς να σημειωθεί ότι στην Υπεράσπιση του ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ο Ενάγοντας επίσης εμποδίζεται να προωθεί την παρούσα Αγωγή λόγω καθυστέρησης (laches). Σύμφωνα όμως με την Νομολογία επί του προκειμένου ζητήματος και αναφέρω την απόφαση στην υπόθεση ΑΡΧΗ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ν. ΑΝΤΩΝΗ ΚΛΕΑΝΘΟΥΣ, (Πολιτική Έφεση Αρ. 260/2009), 23 Ιανουαρίου, 2013: «Ο τεχνικός όρος laches, γιατί περί τεχνικού ουσιαστικά όρου πρόκειται, έλκει την προέλευση του από το λατινικό δόγμα vigilantibus non dormintibus, jure subveniunt (delay, defeats, equities or equity, aids, the vigilant and not the indolent). Πρόκειται για αρχή του δικαίου της επιείκειας, σύμφωνα με την οποία, καθυστέρηση στην επιδίωξη θεραπείας η οποία προβλέπεται από το δίκαιο της επιείκειας, μπορεί να αποτελέσει εμπόδιο στη χορήγηση της επιδιωκόμενης θεραπείας. Με άλλα λόγια, οι αρχές της επιείκειας δεν προστρέχουν προς βοήθεια του διάδικου ο οποίος, επαναπαυόμενος στα δικαιώματα του, επιδεικνύει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στη λήψη μέτρων για σκοπούς διασφάλισης τους. Όμως, περιθώριο για εφαρμογή της εν λόγω αρχής, δεν παρέχεται εκεί και όπου τυγχάνουν εφαρμογής ρητοί νομοθετικοί χρονικοί περιορισμοί στη διεκδίκηση αστικών δικαιωμάτων, έστω και αν η θεραπεία που επιδιώκεται είναι θεραπεία που προβλέπεται με βάση το δίκαιο της επιείκειας.» Επομένως στην παρούσα υπόθεση δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής το πιο πάνω δόγμα εφόσον ο Ενάγοντας δεν αξιώνει οποιαδήποτε θεραπεία δυνάμει των αρχών της επιείκειας και κατά δεύτερο η απαίτηση του Ενάγοντα ρυθμίζεται ειδικά με τις νομοθετικές πρόνοιες που ισχύον για την παραγραφή αστικών δικαιωμάτων όπου κατά τον χρόνο έγερσης της Αγωγής δεν εφαρμόζονταν εν σχέση με τα δικαιώματα και την αξίωση του Ενάγοντα. Ενόψει των πιο πάνω δεν κρίνεται σκόπιμη η περαιτέρω εξέταση του πιο πάνω ζητήματος. Η εισήγηση από πλευράς Εναγομένου ότι παραβιάστηκε το συνταγματικό του δικαίωμα αναφερόμενος εις το άρθρο 30 του Συντάγματος δεν μπορεί επίσης να γίνει αποδεκτή εφόσον παρέμεινε μετέωρη χωρίς την παράθεση στοιχείων που να τεκμηριώνουν τέτοια εισήγηση. Όπως προκύπτει από την τελική αγόρευση του Εναγομένου η εισήγηση ότι ο Ενάγοντας καθυστέρησε στην έγερση της παρούσας Αγωγής προβάλλεται μόνο εν σχέση με την επιδίκαση τόκων προς όφελος του Ενάγοντα. Η καθυστέρηση όμως από μόνη της δεν εξυπακούει είτε την απόρριψη της Αγωγής είτε την μη επιδίκαση τόκων. Ο Εναγόμενος όφειλε να προσκομίσει στοιχεία και μαρτυρία τα οποία να επιβεβαιώνουν ότι η όποια καθυστέρηση επηρέασε δυσμενώς τον Εναγόμενο κατά τρόπο που να εμποδίζεται να προβάλει την Υπεράσπιση του ή ότι λόγω παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος απώλεσε στοιχεία και μαρτυρικό υλικό τα οποία θα χρησιμοποιούσε προς υποστήριξη της Υπεράπσισης του. Ο Εναγόμενος δεν έχει καταδείξει οποιοδήποτε από τα πιο πάνω, ούτε ισχυρίστηκε ότι λόγω της καθυστέρησης εμποδιζόταν να προβάλει την Υπεράσπιση του. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του ότι εξόφλησε τις επιταγές και πήρε απόδειξη ανέφερε μόνο ότι όλα τα έγγραφα που είχε στην επιχείρηση του παραληφθήκαν από τον επίσημο παραλήπτη χωρίς να εγείρει ότι λόγω της καθυστέρησης έχασε την απόδειξη, θέση η οποία θα εξετάζετο διαφορετικά από το Δικαστήριο. Από την άλλη ο Ενάγοντας δικαιολόγησε τον χρόνο που παρέλευσε για την καταχώρηση της Αγωγής στηριζόμενος στο γεγονός ότι ο Εναγόμενος υποσχόταν ότι θα πληρώσει και η θέση του αυτή δεν έχει αμφισβητηθεί ουσιωδώς αλλά ούτε ανατράπηκε. Ο Εναγόμενος επίσης συσχετίζει την εισήγηση του για την μη επιδίκαση τόκων με το ότι η Αγωγή του Ενάγοντα δεν είναι γνήσια. Δεν έχει καταδειχθεί ότι η Αγωγή του Ενάγοντα δεν είναι γνήσια ούτε ο Εναγόμενος παρέθεσε οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να τεκμηριώνει την θέση του. Ενόψει των πιο πάνω κρίνεται ότι ο Ενάγοντας απέδειξε την Αγωγή του στο απαιτούμενο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ενώ ο Εναγόμενος απέτυχε να αποδείξει την Υπεράσπιση του για την εξόφληση των επιταγών σύμφωνα με το δικό του βάρους απόδειξης το οποίο έφερε στην υπόθεση. Όσον αφορά τον αξιούμενο τόκο ο Ενάγοντας δεν έθεσε στο Δικαστήριο οποιαδήποτε εισήγηση είτε εν σχέση με το ύψος του τόκου είτε από τον χρόνο από τον οποίο αυτός θα επιβληθεί. Η αξίωση για τόκο 9% δεν έχει προωθηθεί επομένως δικαιολογείται η επιδίκαση νόμιμου τόκου από την καταχώρηση της Αγωγής ήτοι από 25.11.
- Επομένως εκδίδεται Απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγομένου για το ποσό των €3.075,48σ πλέον νόμιμο τόκο από 25.11.
- Τα έξοδα της αγωγής, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγομένου. (Υπ.)...................................... Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject:Civil/Other/Final/5032-2009cheque cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο