← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΟΡΦΟΥ ν. ΑΝΔΡΕΑΣ Δ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Γενική Αίτηση Αρ: 65 /2011, 29/12/2015

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΟΡΦΟΥ ν. ΑΝΔΡΕΑΣ Δ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Γενική Αίτηση Αρ: 65 /2011, 29/12/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A408 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕMEΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M.Παπαθανασίου, Ε.Δ. Γενική Αίτηση Αρ: 65 /2011 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΟΡΦΟΥ, τώρα στη Λεμεσό Αιτητών ΚΑΙ

  1. ΑΝΔΡΕΑΣ Δ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ-(Αρ.Ταυτ.608672)- Πρωτοφειλέτης
  2. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ-(Αρ.Ταυτ.645366)- Εγγυητής
  3. ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ-(Αρ.Ταυτ.676777)- Εγγυητής
  4. ΧΡΙΣΤΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ-(Αρ.Ταυτ.608998)- Εγγυητής
  5. ΠΝΕΥΜΑΤΙΑΣ ΑΖΙΝΟΥ-(Αρ.Ταυτ.603907)- Εγγυητής
  6. ΜΑΡΙΟΣ ΠΑΤΡΟΚΛΟΥ-(Αρ.Ταυτ.639131)- Εγγυητής
  7. ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΝΔΡΕΟΥ-(Αρ.Ταυτ.807664)- Εγγυητής
  8. ΣΤΕΛΛΑ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ-(Αρ.Ταυτ.746383)- Εγγυήτρια όλοι από τη Λεμεσό Καθ' ων η Αίτηση ---------------------------------------------------------------------- Αίτηση για να δοθεί άδεια και ή διάταγμα που να επιτρέπει την εγγραφή και εκτέλεση της Διαιτητικής απόφασης ημερ. 2/12/2004 Ημερομηνία: 29 Δεκεμβρίου
  9. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Αιτητές: κ. Σωφρόνιος Σωφρονίου (για να ακούσει απόφαση ο κ.Κονταξής) Για τους Καθ' ών η Αίτηση 1 και 5: κ. Χρίστος Χριστοφόρου Α Π Ο Φ Α Σ Η H ΑΙΤΗΣΗ Με την παρούσα Γενική Αίτηση τους ημερ.04/02/2011 οι Αιτητές ζητούν: Άδεια και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την εγγραφή και εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης ημερ.2/12/2004 εναντίον των Καθ' ων αρ.1, 5, 7 και 8, και με την οποία να καθορίζεται αυτή ως τελική και εκτελεστή, κατά τον ίδιο τρόπο όπως εκτελούνται και ως αν να ήταν απόφαση πολιτικού Δικαστηρίου. Η αίτηση βασίζεται στον Περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ. 4, άρθρο 21, στον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο και στις τροποποιήσεις του Νόμου αυτού, άρθρο 52, στους Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς, Θ.79, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ. 1 - 3, καθώς και επί της συμφυούς εξουσίας (INHERENT POWER) του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Λοίζου Κονόμου, υπαλλήλου των αιτητών. Αναφέρει δε σε αυτήν ότι:

(1)Είναι εξουσιοδοτημένος από τους αιτητές να προβεί στην ένορκη δήλωση και γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της υπόθεσης.
(2)Στις 2/12/2004 εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση (την οποία επισυνάπτει ως τεκμ.Α) υπέρ των αιτητών και εναντίον των καθ'ών η αίτηση για το ποσό των Λ.Κ.15.528.- (€26.531,16.-) πλέον τόκους προς 9% ετησίως από τις 01/07/2004 μέχρι εξόφλησης, πλέον Λ.Κ.12.-(€20,50) έξοδα διαιτησίας.
(3)Οι καθ'ών η αίτηση αρ.1, 5, 7 και 8, δεν έχουν εφεσιβάλει και ή δεν άσκησαν μέχρι σήμερα οποιοδήποτε ένδικο μέσο εναντίον της αναφερόμενης διαιτητικής απόφασης, παρά το γεγονός ότι αντίγραφο επιδόθηκε στους καθ'ών η αίτηση αρ.1, 5 και 8 στις 17/05/2010, και στον καθ' ου η αίτηση αρ.7 στις 28/05/2010 (αντίγραφα των εν λόγω επιδόσεων επισυνάπτει ως τεκμ.Β). Ως εκ τούτου προσθέτει η διαιτητική απόφαση κατέστη τελεσίδικη.
(4)Για όλους τους πιο πάνω λόγους είναι ορθό και προς το συμφέρον της Δικαιοσύνης, όπως το Δικαστήριο εκδώσει την άδεια και ή το διάταγμα που ζητούν οι αιτητές με την αίτηση τους, ώστε να μπορέσουν να προχωρήσουν σε μέτρα εκτέλεσης της αναφερόμενης διαιτητικής απόφασης. Παρεμβάλλω εδώ προκειμένου να υπάρχει ολοκληρωμένη εικόνα της υπόθεσης ότι η αίτηση εκκρεμεί σήμερα μόνον για τους καθ' ων η αίτηση 1 και
  1. Εναντίον της καθ' ης η αίτηση αρ.8 αποσύρθηκε με επιφύλαξη του δικαιώματος καταχώρησης νέας αίτησης στις 24/03/11, ενώ εν σχέση με τον καθ' ου η αίτηση αρ.7 στις 24/03/11 επίσης εξεδόθη το σχετικό διάταγμα. Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΚΑΘ'ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ 1 & 5 Οι καθ' ων η αίτηση 1 και 5 αντέδρασαν καταχωρώντας ένσταση στην Αίτηση, η οποία στηρίζεται στην ακόλουθη νομική βάση: Στον Περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ. 4, άρθρο 21, στον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο και στις τροποποιήσεις του Νόμου αυτού, άρθρο 52, στους Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς, Θ.79, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.Θ. 1 - 3, καθώς και επί της συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου. Οι λόγοι της ένστασης είναι οι ακόλουθοι:
  2. Η αίτηση των αιτητών έχει καταχωρηθεί εκβιαστικά, καταχρηστικά και κακόπιστα.
  3. Το ποσό της διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 2/12/2004 έχει εξοφληθεί πλήρως και ως εκ τούτου δεν καθίσταται οποιαδήποτε ανάγκη για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης ως δικαστικής απόφασης για σκοπούς εκτελέσεως.
  4. Οι αιτητές κατά παράβαση των προνοιών της διαιτητικής απόφασης προέβαιναν σε παράνομες και ή αυθαίρετες χρεώσεις και ή παράνομες χρεώσεις τόκων και ανατοκισμών με αποτέλεσμα να αξιούν ποσά τα οποία δεν δικαιούνται.
  5. Οι αιτητές ενώ έχουν εξοφληθεί πλήρως δυνάμει της δικαστικής αποφάσεως και εισέπραξαν επιπλέον το ποσό των €3.196,63.- το οποίο δεν δικαιούνται και το οποίο ποσό αρνούνται να επιστρέψουν και ο καθ'ού η αίτηση 1 και ή οι καθ'ών η αίτηση επιφυλάσσουν πλήρως το δικαίωμα των να διεκδικήσουν δια πολιτικής αγωγής ενώπιον αρμόδιου Δικαστηρίου εν τούτοις προωθούν την παρούσα διαδικασία καταχρηστικά και ή εκβιαστικά και ή άνευ οιουδήποτε νομίμου δικαιώματος.
  6. Η ενέργεια αυτή των αιτητών καταγγέλθηκε εις τον Έφορο Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών.
  7. Δεν συντρέχουν οι προυποθέσεις για εγγραφή της διαιτητικής αποφάσεως ως αποφάσεως Δικαστηρίου και ως εκ τούτου το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την αίτηση με έξοδα των αιτητών. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση 1, ο οποίος αναφέρει ότι είναι εξουσιοδοτημένος και από την καθ' ης η αίτηση 5 να προβεί στην ένορκη δήλωση. Αναφέρει δε στην εν λόγω ένορκη δήλωση τα εξής:
(1)Τα γεγονότα που αναφέρει εμπίπτουν στην προσωπική του γνώση πλην όπου γίνεται αναφορά σε άλλη πηγή γνώσης του.
(2)Παραδέχεται τις παραγράφους 2 και 3 της ενόρκου δηλώσεως του Λοίζου Κονόμου, ότι δηλαδή εξεδόθη η επίδικη διαιτητική απόφαση ημερ.2/12/2004 και ότι αυτή δεν εφεσιβλήθηκε παρά την επίδοση της στους καθ' ων η αίτηση με αποτέλεσμα αυτή να καταστεί τελεσίδικη.
(3)Αρνείται όμως από την ένορκη δήλωση του Λοίζου Κονόμου ότι είναι ορθό και δίκαιο να δοθεί η αιτούμενη άδεια και ή διάταγμα για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης ώστε οι αιτητές να προχωρήσουν με μέτρα εκτέλεσης δια τους κάτωθι λόγους: α. Η διαιτητική απόφαση ήταν ξεκάθαρη ως προς το οφειλόμενο ποσό ήτοι Λ.Κ.15.528,00.- καθώς επίσης και το ποσοστό επιτοκίου που καθορίστηκε σε 9% ετησίως. β. Περαιτέρω στην εν λόγω απόφαση υπήρχε πρόνοια για καταβολή του ποσού των Λ.Κ.12 ως έξοδα διαιτησίας χωρίς το εν λόγω ποσό να φέρει οποιοδήποτε τόκο. γ. Σε καμία περίπτωση εις την εν λόγω απόφαση του διαιτητή προβλεπόταν η χρέωση οποιωνδήποτε άλλων ποσών και ή ανατοκισμών και ή δικηγορικών εξόδων και ή πληρωμή ασφαλειών και ή επιδόσεων οποιωνδήποτε εγγράφων και ή έξοδα τήρησης λογαριασμού και επιβαρύνσεων και ή τόκων υπερημερίας και ή πληρωμή χαρτοσήμων και χρέωση τέτοιων εξόδων και ή άλλως πως με τόκο 9% κεφαλαιοποιούμενος 2 φορές τον χρόνο. δ. Οι αιτητές κατ' αντίθεση της αποφάσεως του διαιτητή προέβαιναν σε διάφορες χρεώσεις που αναφέρει στην προηγούμενη παράγραφο με αποτέλεσμα ο λογαριασμός του να παρουσιάζει στις 25/02/2011 υπόλοιπο εκ €9.519,09.- προς όφελος των αιτητών (επισυνάπτει καταστάσεις λογαριασμού που εξασφάλισε από τους αιτητές όπου εμφαίνονται τα όσα επικαλείται ως τεκμήριο Α). ε. Την ενέργεια των αιτητών να επεμβαίνουν στον λογαριασμό του και να προβαίνουν σε παράνομες χρεώσεις οι οποίες δεν προβλέπονταν από την διαιτητική απόφαση την κατήγγειλε στον Έφορο Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών, ο οποίος του απάντησε με επιστολή ημερομηνίας 5/5/11 την οποία επισυνάπτει ως τεκμήριο Β. στ. Τις καταστάσεις λογαριασμού τεκμήριο Α πιο πάνω τις έδωσε σε εγκεκριμένο λογιστή, ο οποίος ετοίμασε καταστάσεις βάση της διαιτητικής απόφασης και των ποσών που καταβλήθηκαν (οι καταστάσεις που ετοίμασε ο λογιστής επισυνάπτονται ως τεκμήριο Γ). Διαπιστώθηκε δε ότι υπήρξε πλήρης εξόφληση της διαιτητικής απόφασης και μάλιστα έχουν καταβάλει επιπρόσθετα €3.196,63.- το οποίο οι αιτητές οφείλουν να τους επιστρέψουν και για το οποίο επιφυλάσσουν τα δικαιώματα τους. ζ. Ο ενόρκως δηλών Λοίζος Κονόμου σκόπιμα και κακόπιστα δεν επισύναψε στην ένορκη δήλωση του οποιαδήποτε κατάσταση λογαριασμού και καμία αναφορά κάνει για την πληρωμή οιουδήποτε ποσού και οι αιτητές εισέπρατταν χρήματα τα οποία δεν δικαιούντο και κατ'αντίθεση της διαιτητικής απόφασης.
(4)Ενόψει των ανωτέρω και του γεγονότος ότι το εξ' αποφάσεως χρέος βάση της διαιτητικής απόφασης έχει εξοφληθεί πλήρως δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος και καμία προϋπόθεση υπάρχει για εγγραφή της διαιτητικής αποφάσεως και η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΑΙΤΗΤΩΝ Κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου στις 24/06/11, οι αιτητές καταχώρησαν στις 06/09/11 και συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Ο Λοίζος Κονόμου εις αυτή επισυνάπτει κατάσταση λογαριασμού ως τεκμήριο Α την οποία όπως αναφέρει ετοίμασε ο ίδιος προσωπικά βασιζόμενος στην επίδικη διαιτητική απόφαση. Με βάση αυτήν οι καθ'ών η αίτηση συνεχίζουν να οφείλουν μέχρι τις 24/06/2011 €2.223,86.- πλέον υπόλοιπο τόκων €66,08.- ήτοι συνολικά €2.289,94.-. Οι αιτητές συνεπώς ζητούν ως αναφέρει την εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης για το εν λόγω ποσό των €2.289,94.-. πλέον τόκο 9% από 25/06/2011 μέχρι εξόφλησης. Η ΑΚΡΟΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ Η Ακρόαση της αίτησης έγινε τελικά βάσει των ενόρκων δηλώσεων. ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ Οι συνήγοροι των δύο πλευρών αγόρευσαν προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου προς υποστήριξη των θέσεων τους. Δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω με λεπτομέρεια ότι οι συνήγοροι έχουν αναφέρει. Αναφέρω κατωτέρω μόνον την ουσία κατά την κρίση μου όσων αναφέρθηκαν. Ο κ.Σωφρονίου ανέφερε ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, και όσα αναφέρονται στην ένσταση δεν μπορούν να εξεταστούν από το Δικαστήριο. Εκφεύγουν όπως ανέφερε του δικαστικού ελέγχου στα πλαίσια της αίτησης αυτής. Επιπλέον όμως ανέφερε ότι το παράπονο της άλλης πλευράς είναι ότι ενώ εξόφλησαν, οι αιτητές επιδιώκουν εγγραφή της διαιτητικής απόφασης. Παρόλο που η δική τους θέση είναι πως δεν έχουν εξοφληθεί, εντούτοις ανέφερε δεν υπάρχει πουθενά οτιδήποτε που να εμποδίζει την εγγραφή έστω και αν υπήρξε εξόφληση. Η αίτηση πρόσθεσε αποτελεί νομική τους υποχρέωση. Τέλος, ανέφερε ότι ουσιαστικά η αίτηση θα πρέπει να εγκριθεί και η άλλη πλευρά μπορεί να προβάλει τους ισχυρισμούς που προβάλλει σήμερα με την ένσταση της στα πλαίσια των μέτρων εκτέλεσης που θα ληφθούν. Δεν μπορεί η άλλη πλευρά από τώρα να ζητά να παρεμποδιστούν οι αιτητές στο αναφαίρετο δικαίωμα τους για εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης. Τα θέματα που εγείρονται στην ένσταση είναι πρόωρα. Από πλευράς του ο κ.Χριστοφόρου ανέφερε ότι η πλευρά τους δεν αμφισβητεί το νομότυπο της απόφασης του διαιτητή ή ότι η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη. Αυτό που θα πρέπει να εξεταστεί εδώ από το Δικαστήριο ανέφερε είναι το λεκτικό της διαιτητικής απόφασης, οι ένορκες δηλώσεις και όλα τα τεκμήρια. Πιο συγκεκριμένα αναφέρει ότι η διαιτητική απόφαση δεν συνάδει με την κατάσταση λογαριασμού των αιτητών. Οι ίδιοι δεν σεβάστηκαν την διαιτητική απόφαση και ξεκινούν στην κατάσταση λογαριασμού τους με ποσό Λ.Κ.1000.- επιπρόσθετα του ποσού που αποφάσισε ο διαιτητής. Αν υπολογιστούν δε οι τόκοι και όλα τα ποσά που έχουν πληρωθεί το συμπέρασμα είναι ότι υπήρξε υπερπληρωμή. Υπάρχει δε στην προκειμένη περίπτωση θέμα κατάχρησης της διαδικασίας. Οι αποφάσεις εγγράφονται για σκοπούς εκτέλεσης τους και με δεδομένη εδώ την εξόφληση συνεπάγεται πως η διαδικασία είναι άνευ αντικειμένου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σύμφωνα με το άρθρο 52
(1)(α) του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου (Ν.22/85), όταν προκύπτει διαφορά μεταξύ Συνεργατικής Εταιρείας και μελών, καταθετών, οφειλετών ή των εγγυητών τους, η διαφορά αυτή θα παραπέμπεται από την εταιρεία ή από οποιοδήποτε από τα πιο πάνω πρόσωπα στον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών. Τα εδάφια
(2)&
(4)δε του ίδιου άρθρου προνοούν τα ακόλουθα: «
(2)Ο Έφορος δύναται, με τη λήψη της δυνάμει του εδαφίου
(1)παραπομπής: (α) να επιχειρήσει συνδιαλλαγή της διαφοράς ή (β) να παραπέμπει τη διαφορά προς επίλυση σε διαιτησία η οποία διεξάγεται σύμφωνα με τις διατάξεις των Θεσμών που εκδίδονται δυνάμει του εδαφίου
(6)ή, μέχρι την έκδοση τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Διαιτησίας Νόμου και τις διατάξεις των Θεσμών 78 και 79 των Περί Συνεργατικών εταιρειών Θεσμών του 1987 έως 2012 .» «
(4)Οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση οποιουδήποτε διαιτητή ή διαιτητών δύναται να υποβάλει Έφεση στο Δικαστήριο εντός 21 ημερών από την ημερομηνία γνωστοποίησης προς αυτόν της απόφασης.» Σε περίπτωση δε που η απόφαση δεν εφεσιβληθεί, σύμφωνα με το εδάφιο 5 του άρθρου 52 πιο πάνω καθίσταται τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως οι αποφάσεις του πολιτικού δικαστηρίου. Εδώ θα πρέπει επίσης να γίνει αναφορά στο άρθρο 21 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, που είναι απόλυτα σχετικό και προνοεί τα εξής: « 21. Διαιτητική απόφαση που εκδίδεται με βάση συνυποσχετικό δύναται, με άδεια του Δικαστηρίου, να εκτελεστεί κατά τον ίδιο τρόπο όπως δικαστική απόφαση ή διάταγμα με την ίδια ισχύ και σε τέτοια περίπτωση δύναται να καταχωρηθεί δικαστική απόφαση με περιεχόμενο εκείνο της διαιτητικής απόφασης. » Σύμφωνα με τη Νομολογία οι αρχές οι οποίες διέπουν την έκδοση Διατάγματος ως το αίτημα στην παρούσα Αίτηση, μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως: Στην Πολιτική Έφεση 188/06 Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας ν. Άντη Κυριακίδη κ.α.,
(2008)1 ΑΑΔ 716 αναφέρθηκε ότι: «Η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ως απόφαση Δικαστηρίου είναι, κατά την άποψη μας, ζήτημα τύπου. Για να εκτελεστεί οποιαδήποτε απόφαση Δικαστηρίου χρειάζεται η εμπλοκή του ιδίου, που αφενός την διατάσσει και ταυτόχρονα την εποπτεύει. Επομένως, η διαιτητική απόφαση πρέπει κατά κάποιο τρόπο να καταχωριστεί, να «εγγραφεί" δηλαδή στα αρχεία του πρωτοκολλητείου ως απόφαση Δικαστηρίου, για να προχωρήσει η εκτέλεση της. Γι΄αυτό το σκοπό υπεβλήθη η υπό συζήτηση αίτηση, και μάλιστα επιδόθηκε στους εφεσίβλητους για να προβάλουν ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε ήθελαν, με αναφορά ασφαλώς μόνο στο επίδικο θέμα, της προώθησης δηλαδή της εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης.» Περαιτέρω στην υπόθεση αναφορικά με την αίτηση της Σωτηρούλας Κωνσταντινίδου
(1995)1 Α.Α.Δ. 827, το Δικαστήριο ανέφερε ότι: «. Δεν είναι αντικείμενο αυτής της διαδικασίας η απόφαση του Διαιτητή και, εν πάση περιπτώσει, επισημαίνω πως το άρθρο 52
(4)του Ν. 22/85 παρέχει σε όποιον θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση του Διαιτητή δικαίωμα έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο που πρέπει να ασκείται μέσα στην προθεσμία που τάσσει. Δεν έχει ασκηθεί έφεση εναντίον της απόφασης του Διαιτητή, η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη και δεν έχει εξηγηθεί πώς θα μπορούσε να εκδηλωθεί τώρα, στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας που, επαναλαμβάνω, αναφέρεται μόνο στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου που ακολούθησε, τέτοιο παράπονο. ..» Στην Ανδρέας Χατζηγεωργίου-Νικολάου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς Πολιτική Έφεση 357/08, ημερομηνίας 11/4/2012, αποφασίστηκε ότι: «Το επαρχιακό δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Από την άλλη όμως, η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική εφόσον δι' αυτής επιδιώκεται η πρόσδοση δικαστικής ισχύος στη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης μέσω του επαρχιακού δικαστηρίου διά της εφαρμογής των ανάλογων δικονομικών μέτρων που εφαρμόζονται για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο κάθε αίτηση που υποβάλλεται στο επαρχιακό δικαστήριο για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται η διαιτητική απόφαση ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλει ο,τιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κλπ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται». Τέλος, στην ΜΑΝΩΛΗΣ ΧΡΙΣΤΟΦΗ ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΑΤΣΙΩΝ , ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 87/11, 20 Ιουνίου 2014, καθορίστηκαν περιοριστικά ποια ζητήματα εξετάζει το Δικαστήριο κατά την εξέταση Αίτησης ως η παρούσα, επιτάσσοντας μάλιστα ότι η εξέταση οποιονδήποτε άλλων παραμέτρων δεν αρμόζει σε τέτοιες περιπτώσεις ως η παρούσα. Συγκεκριμένα αναφέρονται τα ακόλουθα: «Το πρωτόδικο δικαστήριο κατά την εξέταση της αίτησης ημερ.3/12/2007, γι' εγγραφή της διαιτητικής απόφασης, όφειλε μόνο να διαπιστώσει κατά πόσο αυτή επιδόθηκε, ότι η απόφαση έφερε τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στον εφεσείοντα.» ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ Το Δικαστήριο εξ' αρχής αναφέρει ότι η αίτηση θα πρέπει να εγκριθεί. Έχοντας υπόψη την Νομολογία πιο πάνω είναι προφανές ότι πληρούνται όλα τα στοιχεία που πρέπει να συντρέχουν για την έγκριση της αίτησης, και μάλιστα έχει σημασία να λεχθεί ότι αυτά στην ουσία δεν αμφισβητούνται από τους καθ' ων η αίτηση. Πιο συγκεκριμένα αναφέρεται κατ' αρχήν ότι οι καθ' ων η αίτηση είναι προφανές πως δεν αμφισβητούν ότι η διαιτητική απόφαση φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης. Το παράπονο των καθ' ων η αίτηση με την ένσταση τους δεν αφορά το θέμα αυτό. Εν πάση περιπτώσει εξετάζοντας το Δικαστήριο το θέμα αυτό διαπιστώνει ότι η διαιτητική απόφαση ημερ. 02/12/2004 (τεκμ.Α στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση) φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά έγκυρης διαιτητικής απόφασης. Η απόφαση είναι διατυπωμένη με ξεκάθαρο και σαφέστατο τρόπο, χωρίς να αφήνει κενά ερμηνείας ή αβεβαιότητας αναφορικά με οτιδήποτε ή για τα πρόσωπα στα οποία απευθύνεται δηλαδή τους Αιτητές και τους καθ' ων η Αίτηση. Ας σημειωθεί εδώ ότι δεν απαιτείται η διαιτητική απόφαση να είναι διατυπωμένη με κάποιο συγκεκριμένο τρόπο. Αρκεί να είναι διατυπωμένη με ξεκάθαρο και σαφή τρόπο. Αυτό προκύπτει και από το σύγγραμμα Halsbury's Lawsof England, 3η έκδοση, Τόμος 2, σελ. 42, παρ. 96, όπου δίνεται περιγραφή μιας απαιτούμενης διαιτητικής απόφασης. Αναφέρεται ότι: «No particular form of words is requisite for the validity of an award; it may be expressed in such language as the arbitrator or umpire thinks fit provided its meaning is clear. An ambiguous or uncertain award is bad and cannot be enforced». Σε ότι αφορά το κατά πόσο γνωστοποιήθηκε η διαιτητική απόφαση στους καθ' ων η αίτηση, παρατηρώ και πάλιν ότι αυτό δεν αμφισβητείται. Αντίθετα αυτό γίνεται όπως αναφέρθηκε ρητά παραδεκτό από τους καθ'ών η αίτηση. Η διαιτητική απόφαση επιδόθηκε στους καθ'ών η αίτηση 1 και 5 στις 17/05/
  1. Ερχόμενος τώρα στο θέμα του κατά πόσο η επίδικη αίτηση επιδόθηκε στους καθ' ων η αίτηση 1 και 5, παρατηρώ ότι στον φάκελο της διαδικασίας υπάρχουν οι ένορκες δηλώσεις επίδοσης της αίτησης στους καθ' ων η αίτηση 1 και 5 η οποία έγινε στις 14/02/
  2. Ούτε αυτό το θέμα αμφισβητήθηκε σημειώνεται από τους καθ' ων η αίτηση, και δεν θα μπορούσε εξάλλου με δεδομένο ότι οι καθ' ων η αίτηση εμφανίστηκαν εξ' αρχής στη διαδικασία μέσω του δικηγόρου τους κάτι που δείχνει σαφώς τη γνώση τους περί της διαδικασίας. Με αυτά υπόψη και έχοντας πάντα κατά νου την Νομολογία πιο πάνω το Δικαστήριο έχει εξετάσει όλα τα στοιχεία που όφειλε να εξετάσει και που πρέπει να συντρέχουν για να αποφανθεί αν θα εγκρίνει ή όχι την επίδικη αίτηση. Όμως το Δικαστήριο θα ήθελε περαιτέρω να αναφέρει τα εξής. Με την ένσταση τους οι καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται εξόφληση του ποσού που διατάχθηκαν να πληρώσουν με βάση τη διαιτητική απόφαση. Παρεμβάλλω εδώ ότι είναι προφανές από μελέτη των λόγων ένστασης, της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση και των όσων ανέφερε στην αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ' ων η αίτηση, ότι στην ουσία όλοι οι λόγοι ένστασης περιστρέφονται γύρω από και έχουν σχέση με το θέμα αυτό της εξόφλησης. Βεβαίως θα πρέπει να λεχθεί εδώ ότι οι καθ' ων η αίτηση φέρουν και το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού τους αυτού. Εφόσον δε κριθεί ότι ο ισχυρισμός αυτός έχει αποδειχθεί, τίθεται σοβαρό θέμα που θα πρέπει να εξεταστεί και που δεν είναι άλλο από το κατά πόσο η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των καθ'ών η αίτηση ότι μιλούμε ουσιαστικά για διαδικασία άνευ αντικειμένου ευσταθεί. Ευθέως όμως αναφέρω ότι δεν θα χρειαστεί το Δικαστήριο να υπεισέλθει σε βάθος στο θέμα αφού είναι προφανές από την μελέτη των ενόρκων δηλώσεων και όλων των στοιχείων που ευρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου ότι οι καθ'ών η αίτηση δεν έχουν αποδείξει την ισχυριζόμενη εξόφληση. Ο ισχυρισμός τους κατ'αρχήν να σημειώσω βασίζεται στις καταστάσεις λογαριασμού που ετοίμασε κάποιος εγκεκριμένος λογιστής. Εκτός δε του ότι δεν αναφέρουν το όνομα του λογιστή αυτού και μιλούμε για ένα άγνωστο πρόσωπο, το έγγραφο που έχει κατατεθεί μέσω της ένορκης δήλωσης του καθ'ου η αίτηση 1 ως τεκμήριο Γ και που όπως αναφέρεται αποτελεί τις καταστάσεις που ετοίμασε ο εν λόγω λογιστής, αφενός δεν φέρει υπογραφή και δεν προκύπτει από πουθενά ποιος το ετοίμασε και αφετέρου αναφέρονται σε αυτό κάποιοι υπολογισμοί οι οποίοι δεν έχουν επεξηγηθεί στο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο θα ανέμενε βέβαια οι εν λόγω καταστάσεις όπως ονομάζονται να επισυναφθούν σε ένορκη δήλωση του ίδιου του λογιστή, ο οποίος να δώσει τις αναγκαίες εξηγήσεις και να θέσει όλο το αναγκαίο υπόβαθρο προκειμένου να μπορέσει να διαπιστωθεί η βασιμότητα των όσων αναφέρονται σε αυτές. Και βεβαίως εν αντιθέσει με τους καθ' ων η αίτηση, δεν πρέπει να διαφύγει ότι οι αιτητές έχουν παρουσιάσει με την συμπληρωματική τους ένορκη δήλωση κατάσταση λογαριασμού την οποία ετοίμασε ο υπάλληλος των αιτητών Λοίζος Κονόμου με βάση τη διαιτητική απόφαση από την οποία προκύπτει ότι οι καθ'ών η αίτηση οφείλουν συγκεκριμένο ποσό. Πριν ολοκληρώσω θεωρώ ορθό να σχολιάσω τη θέση του συνηγόρου των καθ'ών η αίτηση περί έναρξης της κατάστασης λογαριασμού των αιτητών (τεκμήριο Α στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση) με άλλο ποσό εν σχέση με το ποσό της διαιτητικής απόφασης, με δεδομένο ότι έχει επαναλάβει την θέση αυτή κατά την αγόρευση του περισσότερες φορές. Με σεβασμό λέω λοιπόν ότι η θέση αυτή δεν ευσταθεί. Διότι εάν μελετήσει κάποιος προσεκτικά την κατάσταση θα διαπιστώσει ότι η κατάσταση αυτή ξεκινά από την 01/07/04, δηλαδή πριν την έκδοση της διαιτητικής απόφασης, και αν ανατρέξει στην 3η σελίδα και συγκεκριμένα στην ημερομηνία 2/12/2004, ημερομηνία δηλαδή που εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση, θα διαπιστώσει επίσης ότι το υπόλοιπο κατά την ημέρα αυτή ήταν Λ.Κ.15.528.- που είναι ακριβώς το ποσό που διατάχθηκαν οι καθ' ων η αίτηση να καταβάλουν με βάση την διαιτητική απόφαση. Ως εκ των ανωτέρω η διαιτητική απόφαση ελλείψει έφεσης κατέστη τελική και εφόσον πληρούνται όλα τα απαιτούμενα στοιχεία δύναται να εγγραφεί και να εκτελεστεί σαν να ήταν απόφαση πολιτικού Δικαστηρίου (βλ. άρθρο 52
(5)του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου και άρθρο 21 του Περί Διαιτησίας Νόμου). ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ως εκ των ανωτέρω η αίτηση εγκρίνεται και εκδίδεται Διάταγμα ως η αιτούμενη θεραπεία υπό
  1. της Αίτησης αναφορικά με τους καθ' ων η αίτηση 1 και
  2. Τα έξοδα επιδικάζονται προς όφελος των Αιτητών και εις βάρος των Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και 5, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ..................................... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Final Αναφορά: Αστικές/Αίτηση για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.