← Κύπρος

BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED ν. OMIROS & ARAOUZOS TOURIST ENTERPRISES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 98/09, 23/11/2015

BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED ν. OMIROS & ARAOUZOS TOURIST ENTERPRISES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 98/09, 23/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A356 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 98/09 ΜΕΤΑΞΥ: BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED Εναγόντων και

  1. OMIROS & ARAOUZOS TOURIST ENTERPRISES LTD
  2. ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΟΡΔΑΝΟΥΣ
  3. ΟΜΗΡΟΣ ΙΟΡΔΑΝΟΥΣ
  4. ΟΛΓΑ ΙΟΡΔΑΝΟΥΣ
  5. ΑΝΔΡΕΑΣ ΙΟΡΔΑΝΟΥΣ
  6. ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΚΙΜΩΝΟΣ ως Εκκαθαριστής Περιουσίας Εταιρείας OMIROS & SONS (CONSTRUCTIONS) LTD
  7. OMIROS & SONS (ESTATES) LTD Εναγομένων ------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 23/11/2015 Για τους Ενάγοντες: κα.Α.Δημητρίου για Ανδρέας Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ Για τον Εναγόμενο 2: κ. Κ.Χατζηκωστής για Κώστας Π.Χ"Κωστής & Σία (για να ακούσει απόφαση η κα Βελισαρίου) Για τους εναγόμενους 4 και 5: κ.Ν.Χατζηλοίζου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (Αποδεκτότητα μαρτυρίας - Υποβολή ένστασης κατά της αποδοχής αποσπασμάτων γραπτής δήλωσης δυνάμει του Άρθρου 25 του περί Αποδείξεως Νόμου) Η προσπάθεια κατάθεσης γραπτής δήλωσης του μάρτυρα εναγόντων αρ.1, Δαμιανού Τσαγγάρη (ΜΕ1), στο στάδιο της κυρίως εξέτασης του προσέκρουσε στις ενστάσεις των δικηγόρων των Εναγομένων 2, 4 και 5 (Εναγομένων), για τους οποίους εναγόμενους η υπόθεση προχωρά με εκδίκαση. Σύμφωνα με τις ενστάσεις τους μεγάλο μέρος της δήλωσης του μάρτυρα αφίσταται των γεγονότων της Έκθεσης Απαίτησης (ΕΑ), όπως έθεσαν το θέμα, με αποτέλεσμα να παρουσιάζεται ένα εντελώς νέο ιστορικό. Για τους νέους αυτούς ισχυρισμούς δε ουδεμία υπεράσπιση υπάρχει. Πιο συγκεκριμένα αναφέρουν οι συνήγοροι:
  8. Το περιεχόμενο των παραγράφων 3-10, 12, 13 και 20 δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα και κατ' επέκταση δεν καλύπτονται ούτε τα σχετικά τεκμήρια που αναφέρεται στις παραγράφους αυτές ότι θα κατατεθούν.
  9. Στην παράγραφο 11 δεν καλύπτονται από τα δικόγραφα οι εξής φράσεις: (α) Η φράση στην 3η γραμμή «.στον υφιστάμενο τρεχούμενο λογαριασμό με αρ.0330-11-018233.». Πρώτη φορά γίνεται μνεία αναφέρουν σε υφιστάμενο τρεχούμενο λογαριασμό, του οποίου αποκαλύπτεται ο αριθμός. (β) Η φράση στην 3η γραμμή από το τέλος «.πιστωτικές διευκολύνσεις που καλύπτονταν ήδη με τη συμφωνία ημερομηνίας 1/7/1996 η οποία έγινε μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγόμενης 1.». Δεν υπάρχει σε κανένα σημείο της αγωγής κάτι τέτοιο αναφέρουν.
  10. Στην παράγραφο 18 δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα η φράση στην 3η γραμμή «...του λογαριασμού από την 1/7/1996 μέχρι και 30/09/2015..». Δεν αναφέρθηκε ποτέ στην ΕΑ ότι ο λογαριασμός υπάρχει από το 1996 και συνεχίζει μέχρι το
  11. Στην παράγραφο 19 γίνεται αναφορά στην προ τελευταία γραμμή σε ένα αριθμό λογαριασμού ο οποίος για πρώτη φορά αποκαλύπτεται. Στην ΕΑ δεν αναφέρεται αυτός ο λογαριασμός. Σύμφωνα με τους συνηγόρους των εναγομένων ενόψει των ανωτέρω ευρισκόμαστε ενώπιον ενός άλλου ιστορικού εν σχέση με αυτό που συνάγεται από την ΕΑ. Επίσης προσθέτουν πως δεν είναι λύση να αφεθεί η μαρτυρία να εισαχθεί με το αιτιολογικό ότι το Δικαστήριο μπορεί να μην τη λάβει υπόψη, παραπέμποντας στην Πολ.Εφ.38/2010, Ευάνθη v Νεοφύτου κ.α., ημερ.8/12/
  12. Περαιτέρω είναι η θέση τους πως με βάση τη Νομολογία (αναφορά έγινε στην Πολ.Εφ.64/09, Λεωνίδου κ.α. v. Σπυριδάκη, ημερ.19/07/12,

(2012)1 Α.Α.Δ. 1694 και την Πολ.Εφ.348/09, Eurogal Surveys Ltd v. D.Trade International Ltd, ημερ.17/10/14), όπου η αγωγή εδράζεται επί συμφωνιών θα πρέπει να αναφέρεται ρητά ο τόπος, χρόνος, τα μέρη, και αν ήταν γραπτή ή προφορική. Εδώ οι ενάγοντες τήρησαν όσα η Νομολογία επιτάσσει εν μέρει αφού ενώ κάνουν εκτενώς αναφορά στη συμφωνία ημερ.29/11/02 (παραγράφους 3 και 4 της ΕΑ) και σε όρους αυτής (παράγραφο 6 της ΕΑ), όχι μόνον δεν τηρούνται για την αναφερόμενη στη δήλωση συμφωνία ημερ.1/7/96 αλλά ούτε και γίνεται καμία αναφορά σε τέτοια συμφωνία. Τέλος, αναφέρουν ότι το κενό που υπάρχει εδώ ενόψει των ανωτέρω δεν καλύπτεται από την Απάντηση. Σύμφωνα με τη Νομολογία (αναφορά έγινε στην Eurogoal Survey Ltd v. D.Trade International Ltd ανωτέρω) ο σκοπός της απάντησης είναι να απαντήσει στους ισχυρισμούς της υπεράσπισης και όχι να χρησιμοποιηθεί ως υποκατάστατο μιας ορθά και εξαρχής δικογραφημένης απαίτησης. Σε τέτοιες περιπτώσεις η ορθή πορεία είναι η τροποποίηση. Στις Πολ.Εφ.22/09 και 27/09, Alικhani v. Προδρόμου, ημερ.10/04/12,
(2012)1 Α.Α.Δ. 657, αναφέρθηκε ότι η απάντηση δεν είναι το ορθό δικογραφικό Forum και σίγουρα δεν προσφέρεται ως εφαλτήριο τροποποίησης. Η κα Δημητρίου απαντώντας ανέφερε πως τα έγγραφα που αναφέρονται στις παραγράφους 3, 4 και 5 της γραπτής δήλωσης αφορούν τον επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό που δικογραφείται. Δεν αφορούν άλλο λογαριασμό. Ο επίδικος τρεχούμενος λογαριασμός δικογραφείται επακριβώς στην ΕΑ σύμφωνα με την θέση της. Είχε χρησιμοποιηθεί ο τελευταίος αριθμός. Προηγουμένως είχε άλλο αριθμό και ο μάρτυρας θα επεξηγήσει. Αναφορικά με την συμφωνία ημερ.1/7/96 αυτή δικογραφείται από την άλλη πλευρά στην έκθεση υπεράσπισης. Οι ίδιοι οι εναγόμενοι με τις υπερασπίσεις τους αναφέρονται σε αυτό το έγγραφο. Εφόσον δικογραφείται είτε με την έκθεση απαίτησης είτε με την υπεράσπιση μπορεί να παρουσιαστεί. Τέλος, είπε πως δεν αναφέρονται στη δήλωση έγγραφα που δεν είναι δικογραφημένα ή που δεν αφορούν τον επίδικο λογαριασμό. Το Δικαστήριο ακολουθώντας την διαδικαστική πρακτική που καθιερώθηκε σε σχέση με την επίλυση εντάσεων επί γραπτών δηλώσεων από τον Π.Ε.Δ. Κληρίδη (όπως ήταν τότε) στην Αγωγή 849/2003,
  1. Ν. Βλίττης κ.α. ν. 1.Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ. κ.α., 9/11/2007, άκουσε τα μέρη πριν την κατάθεση της εν λόγω δήλωσης ώστε να αποφασίσει αν θα επιτρέψει ολόκληρη την κατάθεση της εν λόγω δήλωσης ή μέρους της. Στην εν λόγω απόφασή του ο κ. Κληρίδης συνόψισε τις αρχές επίλυσης ενστάσεων αναφορικά με την αποδεκτότητα ως ακολούθως: «
  2. Ενστάσεις που σχετίζονται με το αποδεκτό ή μη μαρτυρίας στη δίκη θα πρέπει να υποβάλλονται και αποφασίζονται κατά κανόνα κατά το χρόνο προσαγωγής της μαρτυρίας. Η μη επίλυση θεμάτων παραδεκτού μαρτυρίας για την οποία υποβάλλεται ένσταση και η άφεση της απόφασης για το θέμα κατά την τελική απόφαση, αποτελεί παράβαση των προνοιών της Δ.38, θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και πλήττει καίρια τη διαδικασία η οποία υπόκειται σε ακύρωση (Βλ. Κυριάκος Βίκτωρος ν. Χρ.Χριστοδούλου [1992] 1 ΑΑΔ 512)
  3. Εάν κατά τη δίκη εμφιλοχωρήσει η εισαγωγή μαρτυρίας κατά νόμο ή νομολογία απαράδεκτη και πάλι το Δικαστήριο διατηρεί τη δυνατότητα στο τέλος της δίκης, αλλά και την υποχρέωση, όπως βασισθεί μόνο πάνω σε αποδεκτή μαρτυρία, αγνοώντας την όποια απαράδεκτη μαρτυρία (Βλ. Μahattou v. Viceroy Shipping [1981] 1 CLR 335 και Lefkaritis Bros v. Τanya Shipping [1994] 1 ΑΑΔ 231).
  4. To Δικαστήριο διατηρεί τη δυνατότητα όπως αποδεχόμενο την εισαγωγή σαν μαρτυρίας του περιεχομένου ενός εγγράφου, κάνει αποδεκτό μόνο ένα μέρος του εγγράφου και αγνοήσει ή διαγράψει άλλο ή άλλα μέρη του εγγράφου που περιέχουν μη αποδεκτή μαρτυρία. Όπως είχε επιβεβαιωθεί και στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Μούρτζινος ν. Πλοίου "Galaxia" κ.α. [1987] 1 CLR 43) μια ένορκη δήλωση η οποία ήταν αποδεκτή σαν μαρτυρία ως «έγγραφη δήλωση» που ικανοποιούσε τις προϋποθέσεις του Α.4 του τότε ισχύοντος περί Αποδείξεως νόμου, μπορούσε να γίνει αποδεκτή ως προς το υπόλοιπο της μέρος, αφού αγνοηθεί κάποιο μέρος της δήλωσης που συνιστούσε απαράδεκτη μαρτυρία. Κατά τον ίδιο λοιπόν τρόπο, πιστεύω ότι και με βάση το νέο Α.25 του περί Αποδείξεως Νόμου, που κατέστησε δυνατή την αποδοχή μαρτυρίας μέσω έγγραφης κατάθεσης / δήλωσης, το Δικαστήριο θα πρέπει να κρίνει αν το περιεχόμενο της δεν προσκρούει σε κανόνα αποκλεισμού μαρτυρίας και αν ναι, να μην την αποδεχθεί, είτε εν όλω είτε εν μέρει». Η απαίτηση των Εναγόντων εναντίον των Εναγομένων είναι για οφειλόμενο χρέος δυνάμει γραπτής εγγύησης ημερ.01/07/1996 από μέρους τους, εν σχέση με όλες τις υποχρεώσεις των εναγομένων 1 προς τους ενάγοντες, για απεριόριστο ποσό. Τόσο ο εναγόμενος 2 όσο και οι εναγόμενοι 4 και 5, με τις υπερασπίσεις τους, μεταξύ άλλων παραδέχονται ότι υπέγραψαν την αναφερόμενη γραπτή εγγύηση πλην όμως ισχυρίζονται ότι ουδεμία σχέση έχει αυτή η εγγύηση με την συμφωνία που αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης ημερ.29/11/2002 με βάση την οποία οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι παρείχαν πιστωτικές διευκολύνσεις στους εναγόμενους
  5. Οι υποχρεώσεις που εγγυήθηκαν με βάση την εν λόγω εγγύηση αναφέρουν έχουν εξοφληθεί και συνεπώς η εγγύηση έπαυσε να ισχύει. Περαιτέρω αναφέρουν ότι οι ενάγοντες σε κάθε περίπτωση μετά την εγγύηση ημερ.01/07/1996 προέβησαν σε νέες συμφωνίες και ή τροποποιήσεις των αρχικών όρων της αρχικής συμφωνίας και ενόψει τούτων η εγγύηση έπαυσε να ισχύει. Οι ενάγοντες με τις απαντήσεις τους στις πιο πάνω υπερασπίσεις ισχυρίζονται ότι η έγγραφη εγγύηση των εναγομένων ημερ.01/07/1996 καλύπτει τον επίδικο λογαριασμό και αναφέρουν πως με την συμφωνία 29/11/2002 επανέγκριναν το υφιστάμενο όριο του εν λόγω λογαριασμού. Σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου η μαρτυρία η οποία πρέπει να αγνοείται, ως εκτός εγγράφων προτάσεων, είναι η μαρτυρία η οποία τείνει να αποδείξει ισχυρισμούς του διαδίκου οι οποίοι, αν και είναι απαραίτητοι για τη στοιχειοθέτηση, ανάλογα με την περίπτωση, της απαίτησης ή της υπεράσπισης ή της ανταπαίτησής του, εν τούτοις δεν προβάλλονται (βλ. Μάριος Αντωνίου ν. Ζήνωνα Χρυσάνθου
(2003)1Β ΑΑΔ 789). Είναι ανεπίτρεπτη η επίλυση θεμάτων που δεν είναι επίδικα και το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφασίζει ζητήματα που δεν αποτέλεσαν μέρος της δικογραφίας (βλ. Βοσκού ν. Ζήνωνος
(2003)1Β ΑΑΔ 695, Charalambous v. Metalco Ltd
(1982)1 AAΔ 636, Παπακοκκίνου ν. Θεοδοσίου
(1991)1 ΑΑΔ 379 και Λυσιώτης ν. Αχιλλέως
(1998)1 ΑΑΔ 1567). Έχοντας αυτά κατά νου προχωρώ να εξετάσω τις ενστάσεις των Εναγομένων. Κατ' αρχήν έχει σημασία να αναφερθεί ότι η παράγραφος 3 της ΕΑ των εναγόντων έχει ως εξής: « Δυνάμει εγγράφου συμφωνίας ημερομηνίας 29/11/2002 γενόμενης μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων 1 (εν τοις εφεξής καλούμενης " H Συμφωνία") οι ενάγοντες συμφώνησαν όπως παρέχουν ή συνεχίσουν να παρέχουν δάνεια σε τρεχούμενο λογαριασμό ή οποιοδήποτε άλλο λογαριασμό και ή άλλως πως δίδουν πίστωση ή παρέχουν τραπεζικάς ή άλλου είδους πιστωτικάς διευκολύνσεις εις τους Εναγόμενους 1 στο λογαριασμό 0381-11-001364 μέχρι του ποσού των €170.860,00 (Λ.Κ.100.000.-) για τόση περίοδο όση οι Ενάγοντες ήθελαν αποφασίσει κατά την κρίση των. » Στην παράγραφο 4 δε της ΕΑ ακολουθεί καταγραφή συγκεκριμένων όρων της Συμφωνίας πιο πάνω, ενώ στο τέλος της παραγράφου αυτής αναφέρεται ότι οι ενάγοντες επιφυλάσσονται να αναφερθούν εις το πλήρες κείμενο της συμφωνίας κατά τη δικάσιμο. Η πιο πάνω συμφωνία αναφέρεται είναι η μοναδική εις την οποία οι ενάγοντες κάνουν αναφορά στην ΕΑ τους. Ή διαφορετικά θα μπορούσε να λεχθεί ότι η συμφωνία αυτή αναδεικνύεται μέσα από το δικόγραφο των εναγόντων ως η κύρια συμφωνία που ρύθμιζε τις σχέσεις μεταξύ εναγόντων και εναγομένων
  1. Βεβαίως η αναφορά ακολούθως στην παράγραφο 5 της ΕΑ σε γραπτή εγγύηση από μέρους των εναγομένων την 01/07/1996 εν σχέση με όλες τις υποχρεώσεις των εναγομένων 1, δηλαδή 7 χρόνια και 5 περίπου μήνες πριν την συμφωνία πιο πάνω, δεν θα μπορούσε να μην δημιουργεί ερωτηματικά αφού είναι προφανές ότι εκ πρώτης όπως είναι διαμορφωμένο το δικόγραφο των εναγόντων σύνδεση μεταξύ των δύο δεν φαίνεται να υπάρχει. Με δεδομένα τα πιο πάνω επαναλαμβάνω εδώ την βασική θέση των εναγομένων με τα δικόγραφα τους ότι η εγγύηση που υπέγραψαν την 01/07/1996 δεν τους δεσμεύει για την συμφωνία ημερ.29/11/02 και πως ουδεμία σχέση έχουν τα δύο μεταξύ τους. Επίσης επαναλαμβάνεται ότι οι ενάγοντες για τούτο απάντησαν ότι τα δύο σχετίζονται και ότι με την συμφωνία 29/11/02 επανέγκριναν το υφιστάμενο όριο του εν λόγω λογαριασμού. Παρεμβάλλω εδώ και έχει σημασία όπως θα διαφανεί πιο κάτω να λεχθεί ότι οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι με τη συμφωνία 29/11/02 υπήρξε επανέγκριση υφιστάμενου ορίου με τις απαντήσεις τους στις υπερασπίσεις των εναγομένων. Δεν συνάγεται θεωρώ από την ΕΑ και πιο συγκεκριμένα την παράγραφο 3 ευθέως τέτοια θέση. Όμως και πάλιν στις απαντήσεις οτιδήποτε συγκεκριμένο περί τούτου δεν αναφέρεται. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω θεωρώ πως οι εντάσεις των εναγομένων στο μεγαλύτερο τους μέρος είναι βάσιμες. Παρατηρώ δε ότι η Νομολογία στην οποία με έχουν παραπέμψει εφαρμόζεται και στην προκειμένη περίπτωση (με προεξάρχουσα θα έλεγα την απόφαση στην Πολ.Εφ.348/09, Eurogal Surveys Ltd v. D.Trade International Ltd, ημερ.17/10/14). Οι ενάγοντες κατά την κρίση μου παρέλειψαν να καταγράψουν εξ' αρχής στην ΕΑ τους τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης, ως είχαν υποχρέωση με βάση τη Δ.19 Θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, με αποτέλεσμα οι ισχυρισμοί στη δήλωση του ΜΕ1 για τους οποίους υπάρχει ένσταση, πλην της παραγράφου 7 της δήλωσης για την οποία σχετική είναι η παράγραφος 5 της ΕΑ, να θεωρούνται πράγματι εκτός δικογράφων. Η αναφορά τους δε στις Απαντήσεις τους περί επανέγκρισης του υφιστάμενου ορίου, από τη στιγμή που αυτό δεν αναφέρθηκε ευθέως εξ' αρχής με την ΕΑ, θεωρώ και πάλιν ότι δεν μπορεί να αλλάξει την διαπίστωση του Δικαστηρίου πιο πάνω. Όπως αναφέρθηκε στην Eurogal Surveys Ltd πιο πάνω το δικόγραφο της απάντησης δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως υποκατάστατο μιας ορθά και εξαρχής δικογραφημένης απαίτησης. Ο σκοπός της απάντησης είναι να απαντήσει στους ισχυρισμούς της έκθεσης υπεράσπισης και όχι να αλλοιώσει ουσιαστικά την πρωταρχική της θέση όπως καταγράφηκε στην έκθεση απαίτησης. Στην προκειμένη περίπτωση αυτό έγινε. Οι ενάγοντες με την ΕΑ αναφέρθηκαν σε παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων στους εναγόμενους 1 δυνάμει συμφωνίας ημερ.29/11/02, ενώ με την απάντηση τους διαφοροποίησαν την θέση τους λέγοντας ότι με την συμφωνία αυτή επανέγκριναν το υφιστάμενο όριο του λογαριασμού, χωρίς εν πάση περιπτώσει να αναφέρουν κάτι περισσότερο. Παρεμβάλλω εδώ όμως ότι σε κάθε περίπτωση η αναφερόμενη επανέγκριση το 2002 δεν θα μπορούσε να έχει σίγουρα καμία σχέση με τις αναφερόμενες μεταγενέστερες συμφωνίες για επανέγκριση των παραγράφων 12 και 13 της δήλωσης του ΜΕ
  2. Οι ενάγοντες είχαν υποχρέωση να καταγράψουν στην ΕΑ τις συμφωνίες στις οποίες κάνει αναφορά ο ΜΕ1 με τη δήλωση του στις παραγράφους 3-6, 8-10, 12 και 13 και να δώσουν για τούτες όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες κατά τον ίδιο τρόπο που έκαναν με τη μοναδική συμφωνία στην οποία αναφέρονται δηλαδή τη συμφωνία ημερ.29/11/
  3. Επίσης όφειλαν να καταγράψουν τον ουσιαστικό ισχυρισμό περί αλλαγής του αριθμού του λογαριασμού, πότε αυτό έγινε και κάτω από ποιες συνθήκες έγινε. Με την δήλωση του ο ΜΕ1 καταγράφει έναν αριθμό λογαριασμού 0330-11-018233 και δίπλα καταγράφει «νυν 0381-11-001364» που με βάση την ΕΑ είναι ο επίδικος. Η συνήγορος των εναγόντων αναφέρει ότι πρόκειται για τον ίδιο λογαριασμό τον επίδικο, του οποίου ο αριθμός άλλαξε. Δεν υπάρχει ίχνος αναφοράς όμως σε οιονδήποτε δικόγραφο των εναγόντων για τούτο έτσι που η αναφορά σε ένα άλλο αριθμό λογαριασμού εις τον οποίο ουδεμία αναφορά έγινε προηγουμένως, σε συνδυασμό με την μη ύπαρξη εξαρχής θέσης στο δικόγραφο των εναγόντων ως ανωτέρω αναφέρθηκε ισχυρισμού περί υφιστάμενου λογαριασμού αλλά θέσης μόνον περί παροχής διευκολύνσεων στο λογαριασμό 0381-11-001364, να μην μπορεί παρά να θεωρηθεί εκτός δικογράφων. Κατ' επέκταση και οι φράσεις περί υφιστάμενου λογαριασμού και περί πιστωτικών διευκολύνσεων που καλύπτονταν ήδη με τη συμφωνία ημερομηνίας 1/7/1996 η οποία έγινε μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγόμενης 1 της παραγράφου 11 της δήλωσης, περί ύπαρξης του λογαριασμού από το 1996 μέχρι το 2015 της παραγράφου 18 της δήλωσης και η αναφορά του αριθμού λογαριασμού στην παράγραφο 19 της δήλωσης, οι φράσεις δηλαδή για τις οποίες υπάρχει ένσταση όπως αρχικά έχει αναφερθεί δεν μπορούν επίσης να γίνουν αποδεκτές ως μη καλυπτόμενες από τη δικογραφία. Παραμένει να εξεταστεί το θέμα της παραγράφου 20 της δήλωσης. Ότι επήλθαν αυξομειώσεις του βασικού επιτοκίου αλλά κυρίως ότι οι εναγόμενοι ετύγχαναν ενημέρωσης για τις αυξομειώσεις και το υπόλοιπο του λογαριασμού με τον αναφερόμενο τρόπο είναι σαφώς ουσιώδεις ισχυρισμοί. Με δεδομένο δε ότι ουδεμία σχετική αναφορά γίνεται στα δικόγραφα θεωρώ και πάλιν ότι μιλούμε για εκτός δικογράφων μαρτυρία που δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Εν κατακλείδι το Δικαστήριο νιώθει την ανάγκη εδώ να αναφέρει τα εξής. Τυχόν επίτρεψη της μαρτυρίας που επιχείρησε να εισαγάγει η πλευρά των εναγόντων μέσω του ΜΕ1 και δεν έγινε επιτρεπτή ως αναφέρεται ανωτέρω αναμφίβολα θα οδηγούσε σε αδικία και θα έφερνε σε δυσμενή θέση τους εναγόμενους οι οποίοι δεν είχαν την ευκαιρία να απαντήσουν με τις Υπερασπίσεις τους στους συγκεκριμένους ισχυρισμούς. Αυτό θα είχε θεωρώ ως αποτέλεσμα να πληγεί το δικαίωμα των εναγομένων να τύχουν δίκαιης δίκης και βεβαίως το Δικαστήριο κάνοντας αυτή τη διαπίστωση δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση και για ευνόητους λόγους να επιτρέψει κάτι τέτοιο. Κατάληξη Οι ενστάσεις γίνονται αποδεκτές στην έκταση που αναφέρθηκε πιο πάνω. Η γραπτή δήλωση του μάρτυρα γίνεται αποδεκτή σαν μαρτυρία, με εξαίρεση τις παραγράφους 3-6, 8-10, 12, 13 και 20, αλλά και τις φράσεις στις παραγράφους 11, 18 και 19 που αφορούσαν οι ενστάσεις. Τόσο οι εν λόγω παράγραφοι όσο και οι φράσεις αυτές θεωρούνται διαγραφείσες και δεν θα ληφθούν υπόψη. (Υπ.) ............... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Evidence/Written Statement/Admissibility of Evidence Αναφορά: Αστικά / Απόδειξη / Γραπτή Δήλωση / Ένσταση / Αποδεκτότητα Μαρτυρίας cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.